← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε. Π. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17548/20, 16/5/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε. Π. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17548/20, 16/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:15 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17548/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Ε. Π.
  2. M.A.D.
  3. S.E. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16/5/2023 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης. Για τον Kατηγορούμενο 1: κα Μ. Παστελλά με κ. Θ. Παπαβασιλείου. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αρχικά αντιμετώπιζαν από κοινού τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 1), της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' και δη 989 γραμμαρίων κάνναβης (κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2 και 3 ενώ δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία
  4. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η ποινική δίωξη αναστάληκε όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, στην κατηγορία 1 (από την οποία αυτός κατ' επέκταση απαλλάχθηκε) και το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε δια της προσθήκης εναντίον αυτού της κατηγορίας 4, για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ σε άλλο πρόσωπο. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε την κατηγορία 4 και στη συνέχεια αφού ακούσθηκαν γεγονότα και αγόρευση για μετριασμό της ποινής, επιβλήθηκαν σε αυτόν ποινές φυλάκισης με 3ετή αναστολή. Ακολούθως συνεχίσθηκε η ακρόαση της υπόθεσης και στα πλαίσια αυτής ο (πλέον) πρώην κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 12 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο εκπρόσωπος αυτής καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3 σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε και όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1 στην κατηγορία
  5. Έτσι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 έτυχαν αντίστοιχης απαλλαγής στις ως άνω κατηγορίες. Η συνήγορος του κατηγορούμενου 1, στην αγόρευση της που ακολούθησε, υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του στις εναπομείνασες κατηγορίες ήτοι στις κατηγορίες 2 και 3, και κάλεσε το Δικαστήριο όπως, σε αυτό το στάδιο, αθωώσει και απαλλάξει αυτόν. Στον αντίποδα, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς ότι ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στις κατηγορίες 2 και
  6. Τα όσα παρατέθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών είναι καταγραμμένα στα πρακτικά (η συνήγορος του κατηγορούμενου 1 παρέδωσε και γραπτή αγόρευση) έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Fowles v. Λ.M.G. κ.ά., Ποιν. Έφεση Αρ. 57/2022, ημερ. 8/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:B152). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι λοιπόν διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Έχουμε μελετήσει και εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν επί του θέματος θέσεις. Για την απόφαση μας λάβαμε υπόψη τα συστατικά στοιχεία έκαστου των επίδικων αδικημάτων και διήλθαμε με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας. Πράξαμε τούτο με γνώμονα τις ως άνω αρχές, δηλαδή χωρίς να προβούμε σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνοντας τα γεγονότα με αντικειμενική θεώρηση και χωρίς να υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Υπενθυμίζουμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται στο τέλος της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί και ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στις κατηγορίες 2 και 3. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος 1 καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 2 και 3. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.