← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V., Αρ. Υπόθεσης: 8442/23, 7/7/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V., Αρ. Υπόθεσης: 8442/23, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:19 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8442/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7/7/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Αρμεύτης με κα Δ. Χριστοδούλου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες βιασμού, απόπειρας βιασμού, απαγωγής, απαίτησης περιουσίας με απειλές, επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, απειλής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και άσκησης ψυχολογικής βίας (κατηγορίες 1 - 8 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα ως άνω αναφερόμενα αδικήματα εναντίον της παραπονούμενης, στις 15/5/

  1. Στις 6/7/2023, κατά την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος ζήτησε αναβολή για να απαντήσει στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 26/7/
  2. Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως αυτός παραμείνει υπό κράτηση. Το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας του κατηγορούμενου, ως αυτός προκύπτει με βάση τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό) και τις ποινές που ενδεχομένως θα επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης καθώς και με βάση το ότι, σύμφωνα πάντα με την κα Τιμοθέου, ο κατηγορούμενος δεν έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στο αίτημα και αγόρευσε σχετικά επί του θέματος. Συγκεκριμένα, ο κ. Αρμεύτης δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης του πελάτη του. Ήταν όμως βασικά η θέση αυτού ότι με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία η προσδοκία αθώωσης του κατηγορούμενου είναι μεγαλύτερη από ότι η πιθανότητα καταδίκης του. Περαιτέρω ο συνήγορος στήριξε τη θέση του περί μη ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, στους υποκειμενικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, με αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις και στους δεσμούς του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία. Ήταν εν τέλει η εισήγηση του κ. Αρμεύτη ότι η παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη του μπορεί να εξασφαλισθεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων και δη με το να διαταχθεί να υπογράφει μέχρι και δύο φορές ημερησίως σε Αστυνομικό Σταθμό, να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, το όνομα του να τεθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία (Stop List), να καταθέσει ως εγγύηση σε μετρητά το ποσό των €3.000 και να υπογράψει εγγύηση ύψους €100.000 με δύο αξιόχρεους εγγυητές. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.

(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
  2. Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Σοβαρότερο ασφαλώς είναι το αδίκημα του βιασμού για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου, ενώ σοβαρά είναι και τα υπόλοιπα αδικήματα και ιδιαίτερα αυτά της απόπειρας βιασμού, της απαγωγής, της απαίτησης περιουσίας με απειλές και της άσκησης ψυχολογικής βίας, τα οποία επισύρουν ποινές φυλάκισης 10, 7, 5 και 5 ετών αντίστοιχα (για το τελευταίο προβλέπεται και χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000). Στην Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Ως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στην Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη, έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται από τις μέχρι τώρα δοθείσες καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Από προσεκτική μελέτη λοιπόν του ως άνω αναφερόμενου μαρτυρικού υλικού προκύπτουν τα εξής: Αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα, κάνει η παραπονούμενη στην κατάθεση της. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη αναφέρει ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο πριν 5 χρόνια και διατηρούσαν σχέση. Από τη σχέση αυτή η παραπονούμενη απέκτησε ένα παιδί που σήμερα είναι ηλικίας 4 ετών, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν ήθελε. Από τα Χριστούγεννα του 2021 έβγαιναν με τον κατηγορούμενο και από τον Μάιο του 2022 η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει τα σαββατοκύριακα, με το παιδί της, στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος με τους γονείς του. Από τα μέσα Φεβρουαρίου του 2023, η παραπονούμενη σταμάτησε να διαμένει στο εν λόγω σπίτι λόγω κάποιου συμβάντος. Όμως συνέχισε να συναντιέται με τον κατηγορούμενο. Λίγες μέρες πριν την επίδικη ημέρα, ο κατηγορούμενος άρχισε να ζητά λεφτά από την παραπονούμενη γιατί «τα ήθελε για τη χρήση του». Η παραπονούμενη του είπε ότι δεν είχε λεφτά να του δώσει και να την αφήσει ήσυχη. Στις 00:30 της επίδικης ημέρας, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης καφετέριας στη Λεμεσό, εμφανίστηκε μπροστά της ο κατηγορούμενος, της κτύπησε το παράθυρο του αυτοκινήτου της και της είπε στα ελληνικά «Άνοιξε, κατέβα κάτω». Η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει αλλά ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της, της άρπαξε τα κλειδιά ενώ αυτά ήταν στη μίζα του αυτοκινήτου, τράβηξε την παραπονούμενη με τα χέρια του, την έβγαλε από το αυτοκίνητο της και την έβαλε στο δικό του αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού. Εν συνεχεία μετέφερε την παραπονούμενη στο «Καρνάγιο» ενώ κατά τη διαδρομή την κτυπούσε με τα χέρια του στο πρόσωπο, με γροθιές και χαστούκια. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε κοντά στη θάλασσα, κατέβασε την παραπονούμενη από το αυτοκίνητο, την έβαλε κάτω πάνω σε πέτρες και την κτυπούσε στα πλευρά, στο πρόσωπο και στην κοιλιά, με τα χέρια του και τα πόδια του και της φώναζε «σκατοπουτάνα, καθυστερημένη, παλαβή, μαλακισμένη, δώσμου λεφτά, πήαινε πιάσε λεφτά, πιάσε που τον παπά σου να μου φέρεις λεφτά». Η παραπονούμενη έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει να την κτυπά, βάζοντας τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπο της, αλλά ο κατηγορούμενος συνέχισε να την κτυπά. Περαιτέρω η παραπονούμενη έλεγε στον κατηγορούμενο ότι δεν έχει λεφτά για να του δώσει. Μετά ο κατηγορούμενος της είπε να σηκωστεί πάνω, τη σήκωσε, της έβαλε τα χέρια πίσω και κρατούσε τα χέρια της πίσω με το ένα του χέρι. Με το άλλο του χέρι άνοιξε το παντελόνι της παραπονούμενης, κατέβασε το εσώρουχο της, κατέβασε και αυτός τα ρούχα του και την τοποθέτησε στο καπό του αυτοκινήτου και προσπάθησε να της βάλει το πέος του στον πρωκτό της. Η παραπονούμενη του είπε «σταμάτα» και τον έσπρωξε. Ο κατηγορούμενος της έπιασε με δύναμη τα χέρια και της έβαλε με βία το πέος του «στο πράμα» της. Η παραπονούμενη έσπρωξε τον κατηγορούμενο με τα πόδια της, προσπαθούσε να τον κλωτσήσει αλλά αυτός συνέχισε με βία να έρχεται σε συνουσία μαζί της. Μετά από 2 με 3 λεπτά ο κατηγορούμενος «βγήκε από μέσα» της. Μετά από αυτό, η παραπονούμενη έσπρωξε τον κατηγορούμενο, του είπε να φύγει και εκείνος τραβήχτηκε και πήγε προς τα πίσω. Τότε η παραπονούμενη έβαλε τα ρούχα της και έτρεξε να φύγει. Ο κατηγορούμενος έτρεξε και την άρπαξε, την έβαλε στο αυτοκίνητο του στη θέση του συνοδηγού και έκλεισε την πόρτα. Η παραπονούμενη άνοιγε την πόρτα για να κατεβεί αλλά ο κατηγορούμενος έκλεινε την πόρτα και δεν την άφηνε να βγει έξω και αφού ξεκίνησε το αυτοκίνητο έφυγαν από το μέρος. Κατά τη διαδρομή προς την καφετέρια όπου άφησε το αυτοκίνητο της, ο κατηγορούμενος κτυπούσε την παραπονούμενη συνέχεια στο πρόσωπο με τα χέρια του. Η παραπονούμενη του ζήτησε να της δώσει κάτι για να σκουπίσει τα αίματα αλλά αυτός της είπε «Εν με κόφτει, να πεθάνεις, να πάεις στα ανάθεμα». Ακολούθως ο κατηγορούμενος άφησε την παραπονούμενη στον χώρο όπου η τελευταία είχε αφήσει το αυτοκίνητο της. Πριν η παραπονούμενη κατεβεί από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, κατάφερε και πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και το τηλέφωνο της, που της είχε πάρει προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος της είπε «Πιάσμε αύριο να βρεθούμε», «τζιαι όι να πεις τίποτε του παπά σου, ή να πάεις στην Αστυνομία» και την απείλησε με την φράση «την επομένη φορά εν να σου κόψω την κκελέ σου τζιαί να σε πετάξω». Η παραπονούμενη αναχώρησε από το μέρος με το αυτοκίνητο της και ο κατηγορούμενος που την ακολούθησε, κτυπούσε το αυτοκίνητο της με το αυτοκίνητο του. Σε ένα από τα κτυπήματα αυτά, η παραπονούμενη έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της με αποτέλεσμα αυτό να «γυρίσει», να βγει πάνω στο πεζοδρόμιο και να κτυπήσει σε στύλο. Ακολούθως η παραπονούμενη μετέβη στην οικία της γύρω στις 04:00, ξύπνησε τον πατέρα της και του «το είπε». Ο πατέρας της τη ρώτησε ποιος της «τα έκανε» και αυτή του είπε ότι της τα έκανε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως μετέβησαν μαζί στην Αστυνομία για να προβούν σε καταγγελία και ακολούθως στο Νοσοκομείο για να εξεταστεί. Ο πατέρας της παραπονούμενης, στην κατάθεση του, αναφέρει ότι στις 15/5/2023, γύρω στις 04:00 - 05:00, άκουσε την πόρτα της οικίας του να ανοίγει και την παραπονούμενη να του φωνάζει να σηκωστεί για να πάνε στην Αστυνομία. Τότε είδε ότι η παραπονούμενη ήταν ματωμένη, τα μάτια της «πρησμένα να κλαίει» και του είπε ότι την έδειρε ο κατηγορούμενος. Κατά τη διαδρομή προς στην Αστυνομία η παραπονούμενη του εξιστόρησε τα διαδραματισθέντα και ότι ο κατηγορούμενος την κτυπούσε μέσα στο αυτοκίνητο για 2-3 ώρες. Η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε συνεχώς όταν εξιστορούσε τα διαδραματισθέντα. Μετά την Αστυνομία μετέβησαν στο Νοσοκομείο. Κατά την εκεί παραμονή τους, γύρω στο μεσημέρι, η παραπονούμενη του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τη βίασε και την απείλησε ότι την επόμενη φορά θα της κόψει το κεφάλι με το μαχαίρι. Του ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε το αυτοκίνητο της με το αυτοκίνητο του. Από τα αντίγραφα των φωτογραφιών του αυτοκινήτου της παραπονούμενης που έλαβε ο Αστ.266 Α. Περικλέους στις 15/5/2023 και ώρα 08:45, φαίνεται ότι το εν λόγω αυτοκίνητο φέρει ζημιές στο εξωτερικό του μέρος σε διάφορα σημεία, περιλαμβανομένου του μπροστινού και του πίσω μέρους του. Σύμφωνα με την ιατρική έκθεση του Δρ. Γ. Καπουτσή, ημερ. 15/5/2023 η παραπονούμενη ανέφερε ξυλοδαρμό και σεξουαλική κακοποίηση. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση προσωπικού κρανίου, περιοφθαλμικά οιδήματα άμφω, οιδήματα χειλέων, θλαστικό τραύμα άνω χείλους, πολλαπλές εκδορές τραχήλου και οίδημα παράμεσου δακτύλου. Έγινε συρραφή «του τραύματος» και χορηγήθηκε αντιτετανικός ορός. Έγιναν επίσης ακτινογραφίες που έδειξαν πιθανόν κάταγμα στην κεφαλή της μέσης φάλαγγας του 4ου δακτύλου, Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση του Δρα Ο. Ορθοδόξου, κατά την εξέταση της παραπονούμενης στις 15/5/2023, διαπιστώθηκαν τα εξής: · Η γεννητική και περιγεννητική περιοχή άνευ κακώσεων. · Πρωκτική και περιπρωτική περιοχή άνευ κακώσεων. · Ο πρωκτικός δακτύλιος ελέγχεται φυσιολογικά. · Οίδημα και εκχύμωση στη δεξιά περιοφθαλμική περιοχή. · Αιμάτωμα εντός του αριστερού οφθαλμού. · Οίδημα και εκχύμωση χειλέων, καθώς και πολλαπλά θλαστικά τραύματα και εκχυμώσεις στην εσωτερική περιοχή (βλεννογόνο) του άνω και κάτω χείλους. · Πρόσφατες μικροεκδορές στη ρινική χώρα. · Εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του πτερυγίου του αριστερού ωτίου μήκους 10.4 εκ. · Εκδορά εκ τριβής στην αριστερή τραχηλική χώρα μήκους 1.2 εκ. · Οίδημα και εκχύμωση του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς χειρός καθώς και γραμμοειδής εκδορά στην τρίτη φάλαγγα. · Οίδημα και εκχύμωση στη ράχη της αριστερής χειρός. · Μικροεκδορές στα άνω άκρα άμφω. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στην κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 5) αφού, ως ανέφερε και ο κ. Αρμεύτης, ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι κτύπησε την παραπονούμενη. Εκείνο που προβάλλεται από πλευράς κατηγορουμένου είναι ότι με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, η προσδοκία αθώωσης αυτού στις λοιπές κατηγορίες, είναι μεγαλύτερη από ότι η πιθανότητα καταδίκης του. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε σε διάφορα μέρη της κατάθεσης της παραπονούμενης, τα οποία χαρακτήρισε ως κύρια. Ουσιαστικά ο κ. Αρμεύτης υποστήριξε ότι τα μέρη αυτά της μαρτυρίας της παραπονούμενης είτε παρουσιάζουν αυτοαναιρέσεις και διαφοροποιήσεις, είτε συγκρούονται μεταξύ τους, είτε συγκρούονται με άλλη μαρτυρία όπως αυτή του πατέρα της παραπονούμενης είτε δεν επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία όπως αυτή του ιατρού και του ιατροδικαστή που την εξέτασαν. Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε ότι η εκδοχή που δίδει ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση είναι πιο αληθοφανής από αυτήν της παραπονούμενης. Ως όμως έχει προαναφερθεί, το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Ό,τι αποφασίζεται είναι αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλ. και B.T.T. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 111/2023, ημερ. 23/6/2023, ECLI:CY:AD:2023:B225). Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνουμε ότι, στην όψη του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού και μόνο, στοιχειοθετείται πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς φυσικά να αποκλείουμε κάθε λογική προσδοκία αθώωσης του. Η σοβαρότητα της υπόθεσης είναι δε εμφανής και προβάλλει αβίαστα μέσα από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και δη από το σύνολο και τη διάρκεια της βίαιης και βάναυσης συμπεριφοράς που επέδειξε ο κατηγορούμενος έναντι της παραπονούμενης, η οποία περιλάμβανε σωματική αλλά και σεξουαλική βία και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών. Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε λοιπόν να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης, αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σε υποθέσεις δε όπως η παρούσα, των οποίων η σοβαρότητα προκύπτει από τη φύση των αδικημάτων και από τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης τους, το κίνητρο φυγοδικίας ενός κατηγορουμένου, για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του, είναι βέβαια αντικειμενικά μεγαλύτερο. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Προς εξέταση αυτού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα σχετικά τέθηκαν στην προκειμένη για τον κατηγορούμενο, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα ότι: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 23 ετών, διαμένει με τη μητέρα του και εργάζεται σε πρατήριο καυσίμων. Κατάγεται από τη Βουλγαρία αλλά διαμένει μόνιμα στην Κύπρο με τη μητέρα του, από την ηλικία των 14 χρόνων. Εδώ ολοκλήρωσε και την φοίτηση του στο σχολείο. Δεν γνώρισε τον πατέρα του και δεν διατηρεί δεσμούς με τη χώρα καταγωγής του. Είναι λοιπόν προφανές ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου είναι με τη Δημοκρατία και όχι με οποιανδήποτε άλλη χώρα. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία, δεν μας διαφεύγουν ωστόσο τα κάτωθι που αναφέρθηκαν στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του με τη χώρα στην οποία διώκεται (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω -). Η στάθμιση όλων των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά». Η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Επαναλαμβάνουμε ωστόσο ότι οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (βλ. Καρυπίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/22, ημερ. 22/3/2022). Περαιτέρω οι δεσμοί ενός κατηγορούμενου με την Κύπρο, καθώς επίσης η οικονομική δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (βλ. Memic κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 81/19 (σχ. με 82/19 και 83/19), ημερ. 16/7/2019). Στην προκειμένη, οι δεσμοί του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία και μόνο είναι δεδομένοι και λαμβάνονται υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Δεν παραγνωρίζουμε δε ότι η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί, οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής (βλ. Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 450). Ως επίσης έχει νομολογηθεί, κίνδυνος φυγοδικίας υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/21, ημερ.1/9/2021). Στην προκειμένη δεν παραγνωρίζουμε ούτε τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και δη ότι είναι νεαρής ηλικίας και ότι έχει σταθερή διαμονή και εργασία. Από την άλλη δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, ως έχει νομολογηθεί, τέτοιες περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρές υποθέσεις, όπως η παρούσα (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736, Καλαθάς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2002)2 Α.Α.Δ. 38 και Τσιάκκας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Πρόκειται για παράγοντες που ενόψει της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να λειτουργήσουν ως ικανό αντιστάθμισμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης αυτού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Καταληκτικά, για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για απάντηση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για απάντηση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο δεν είναι μεγάλο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημέρα που αυτός θα κληθεί να απαντήσει στις κατηγορίες, ήτοι τις 26/7/2023. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.