Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΙΩΡΓΑΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 5245/21, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5245/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΙΩΡΓΑΛΛΗ -------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα.Στ.Γιασκούρη Για κατηγορούμενο: κα.Μ.Παναγιωτίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει 6 κατηγορίες, εκ των οποίων δεν έχει παραδεχθεί 2 κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και της οδήγησης καθ' υπέρβασιν του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (4η κατηγορία). Οι κατηγορίες αυτές ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στη συμβολή των οδών 1ης Απριλίου με Μύρρας, στην Αγία Φύλα της Επαρχίας Λεμεσού την 21/03/2020, όταν η μοτοσυκλέτα Α, την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος, στη προσπάθεια του να μην συγκρουστεί με το όχημα Α το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ2 και το οποίο εισήλθε στο δρόμο από τη οδό Μύρρας ανατράπηκε στην άσφαλτο, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του κατηγορούμενου. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Τον Αστ.Κ.Κ. (MK1) εξεταστή της υπόθεσης και τον Α.Α. (ΜΚ2) οδηγό του οχήματος Α. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. ΜΚ1 Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του και την κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, ως Τεκμήριο 2Α το πρόχειρο σχέδιο του ατυχήματος και ως Τεκμήριο 2Β το συμμετρικό σχέδιο. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 φωτογραφία της συμβολής για να δείξει την ορατότητα από την οδό Μύρρας και ανέφερε ότι η ορατότητα του οδηγού του οχήματος Α ήταν 60 μέτρα. Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου και ως Τεκμήριο 5 τις γραπτές κατηγορίες. Ανέφερε ότι κατά την πορεία του κατηγορούμενου ο δρόμος είναι αριστερόστροφος και η ορατότητα του ξεκινούσε πριν τη στροφή, ενώ πρόσθεσε ότι η 4η κατηγορία προκύπτει από τη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου- Τεκμήριο 4, όπου ο ίδιος ανέφερε ότι κινείτο με 100χαω. Περαιτέρω στην γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι παραδέχεται και απολογείται. Αναφέρθηκε στα ίχνη τροχοπέδησης και τόνισε ότι αυτά υποδηλώνουν ότι η μοτοσυκλέτα Α κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, αλλά δεν μπορεί να γίνει ακριβής υπολογισμός διότι δεν σταμάτησε η μοτοσυκλέτα Α, ούτε μπορεί να υπολογιστεί ότι ήταν πάνω από 65χαω. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν 100μ. όταν αντιλήφθηκε το όχημα Α, ενώ αναφορικά με τον χρόνο αντίδρασης ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση χρειαζόταν 1,5'' για να αντιδράσει ο κατηγορούμενος και να φρενάρει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπήρχε μεγαλύτερη ορατότητα για τον κατηγορούμενο λόγω της στροφής του δρόμου και μπορούσε να δει τα «μούτρα» του οχήματος Α και δεν τον περιόριζαν τα δέντρα, ενώ την ορατότητα του ΜΚ2 και του κατηγορούμενου την μέτρησε με το μέτρο. Επανέλαβε ότι με βάση τους υπολογισμούς του η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν στα 100 μέτρα και στα 80 μέτρα είδε τον κίνδυνο και αντέδρασε φρενάροντας. ΜΚ2 Ο ΜΚ2 αρχικά αναγνώρισε την κατάθεση του ημερομηνίας 28/11/20 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και την κατάθεση του που έδωσε επί τόπου στον ΜΚ1, ημερομηνίας 21/03/20 ως Τεκμήριο 7. Ανέφερε ότι σταμάτησε εντελώς, κοίταξε το δρόμο και δεν είδε τίποτε και εισήλθε στο δρόμο κανονικά, κινούμενος με κανονική, χαμηλή ταχύτητα. Πρόσθεσε ότι μέχρι το σημείο που έβλεπε δεν είδε τη μοτοσυκλέτα Α και το πεδίο ορατότητας του πρέπει αν ήταν 50-60 μέτρα. Όταν εισήλθε για να πάει βόρεια εκεί είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος φρέναρε, πέρασε από δίπλα του με τα φρένα πατημένα όπως έβλεπε από το καθρεφτάκι του, έπεσε κάτω και γλιστρούσε με τη μοτοσυκλέτα Α. Τόνισε ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο πρώτη φορά όταν αυτός είχε πατήσει τα φρένα του. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι κατευθυνόταν στον εν λόγω δρόμο, είδε ένα όχημα να εισέρχεται από την οδό Μύρρας και για να το αποφύγει πάτησε τα μπροστινά και πισινά του στόπερ, με αποτέλεσμα να συρθεί στο έδαφος, αλλά δεν συγκρούστηκε με το όχημα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η κα.Γιασκούρη αγορεύοντας ανέφερε ότι η μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να την αξιολογήσει και ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μοναδική αντίφαση στην οποία υπέπεσαν ήταν αναφορικά με την θέση του οχήματος Α, αντίφαση που δεν είναι ουσιώδης και δεν επηρεάζει την αξιοπιστία τους. Αναφορικά με την κατηγορία της ταχύτητας αυτή προκύπτει από την κατάθεση του κατηγορούμενου. Τέλος ανέφερε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα την φέρει ο κατηγορούμενος και εισηγήθηκε ότι πρέπει το Δικαστήριο να τον βρει ένοχο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση με τις θέσεις της ως Έγγραφο Β. Στη αγόρευση της αναφέρεται στη μαρτυρία και τις αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας και εισηγείται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου. Τόνισε ότι το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και ότι από τη δοθείσα μαρτυρία δεν προέκυψε ζήτημα επηρεασμού του ΜΚ2 από τις πράξεις του κατηγορούμενου. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι η ταχύτητα του κατηγορούμενου από μόνη της δεν συνιστά αμέλεια και εισηγήθηκε ότι με τα όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα τους (βλ.C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έκαστου εξ' αυτών, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης τους, τη μνήμη τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (βλ.Αθανασίου ν. Κουνουνη
(1997)1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (βλ.Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ.Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών της μαρτυρίας δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (βλ.Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία μάρτυρα (βλ.Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2),
(2009)1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (βλ.Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψήγμα ψέματος ή πρόθεσης επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Γενικά στην όλη του μαρτυρία ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες προέβη αναφορικά με το ατύχημα, τις μετρήσεις, τους υπολογισμούς και τα συμπεράσματα του, ενώ κατέθεσε και τα σχετικά Τεκμήρια. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Η παρουσία του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να παραθέσει τα γεγονότα που θυμόταν από εκείνη την ημέρα ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Δεν διαπίστωσα να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση. Γενικά στην όλη του μαρτυρία ανέφερε τι θυμόταν από το ατύχημα και σε ποιες ενέργειες είχε προβεί ο ίδιος. Η ορατότητα του αναφορικά με την κατεύθυνση την οποία ερχόταν ο κατηγορούμενος ήταν 60 μέτρα κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ1 και δεν είδε το κατηγορούμενο που ερχόταν, άρα δεν θα μπορούσε να ευθύνεται ο ίδιος για το ατύχημα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ O κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι Νομολογιακά καθιερωμένο ότι η ανώμοτη δήλωση εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται στη βάσανο της αντεξέτασης και επί της οποίας το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ανάλυση και ευρήματα για την αξιοπιστία του προσώπου. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική, εφόσον με αυτή δεν αποδεικνύονται γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχτούν (βλ.Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR139, Anastasiades v. Republic
(1977)2CLR97, Themistokleous v. Police
(1981)2CLR200, ΣΑΒΒΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/2014 και 115/2014, 23/10/2015). Με βάσει τις ανωτέρω αρχές, τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 καθώς και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου - Τεκμήριο 4, καταλήγω ότι η δήλωση του κατηγορούμενου δεν στερείται πειστικότητας, αλλά ούτε και έρχεται σε αντίθεση με τη δοθείσα μαρτυρία. ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΗΤΑ Ο κατηγορούμενος παρόλο που ο ίδιος στην κατάθεση του Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι κινείτο με ταχύτητα 100χαω, εντούτοις δεν παραδέχθηκε την 4η κατηγορία. Σημειώνω ότι κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 4 δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη θεληματικότητα της κατάθεσης του κατηγορούμενου και άρα η αποδεικτική αξία τη παραδοχής του ότι είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας είναι δεδομένη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία ανωτέρω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Την 21/03/2020 και περί την 06:40 π.μ. στην οδό 1ης Απριλίου, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα Α με νότια κατεύθυνση και με ταχύτητα 100χαω ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 65χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου στη συμβολή με την οδό Μύρρας στην προσπάθεια του να αποφύγει το όχημα Α που εξήλθε από τη συμβολή, ο κατηγορούμενος φρέναρε με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα Α να ανατραπεί και να τριφτεί στην άσφαλτο. Ο οδηγός του οχήματος Α είχε ορατότητα 60 μέτρα και δεν είδε την μοτοσυκλέτα Α, δεν υπήρξε οποιαδήποτε σύγκρουση του οχήματος Α με τη μοτοσυκλέτα Α και από το ατύχημα τραυματίστηκε μόνο ο κατηγορούμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/1972) πριν αυτό τροποποιηθεί με τον Ν.129(Ι)/2020 ανέφερε τα ακόλουθα: «Αμελής οδήγησις 8. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Στην Απόφαση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151 λέχθηκε ότι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης θεμελιώνεται με την έλλειψη της προσήκουσας προσοχής η οποία προσμετράτε με το μέτρο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται όταν εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός έπρεπε να ενεργήσει. Τα ίδια τονίστηκαν και σε άλλες υποθέσεις όπως Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 7/2019, 20/1/2020. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ.Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 CLR188), ενώ η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τον τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (βλ.Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2CLR78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας,
(2011)2ΑΑΔ409). Επιπλέον θα πρέπει να τονιστεί ότι αποτελεί Νομική αρχή ότι η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια εκτός αν αυτή συνδυαστεί με άλλους παράγοντες (βλ. Κωνσταντίνου Αιμίλιος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 383). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με τα ευρήματα μου, αυτό που πρέπει να εξεταστεί αναφορικά με την 1η κατηγορία είναι κατά πόσον η όλη οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου εκφεύγει του μέτρου του μέσου σώφρονα και συνετού οδηγού. Ο κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 100χαω σε δρόμο όπου το όριο είναι 65χαω, από το αλτ εξήλθε το όχημα Α με κανονική ταχύτητα, ο κατηγορούμενος για να αποφύγει την προδιαγραφόμενη σύγκρουση πάτησε φρένα και προσπάθησε να αποφύγει το όχημα Α με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσυκλέτα Α και να τραυματιστεί μόνο ο ίδιος. Ουσιαστικής σημασίας για το ατύχημα εν προκειμένω ήταν η ταχύτητα του κατηγορούμενου. Η υπέρβαση της ταχύτητας όμως δεν συνιστά από μόνη της αμελή οδήγηση (βλ. Κωνσταντίνου Αιμίλιος ανωτέρω), θα πρέπει να συνδεθεί με τα ευρήματα και να επεξηγηθεί κατά πόσον οι περιστάσεις καθιστούν αυτήν ως αμέλεια. Θεωρώ ότι με βάση τα ευρήματα μου ο κατηγορούμενος δεν υπέδειξε αμέλεια, δεν υπήρξε έλλειψη της προσήκουσας προσοχής του στο δρόμο και αντέδρασε άμεσα μόλις είδε το όχημα Α πατώντας τα φρένα και αποφεύγοντας τη σύγκρουση, η οποία πιθανώς να είχε χειρότερα επακόλουθα τόσο για τον ίδιο όσο και για τον ΜΚ2. Υπό τις περιστάσεις η αντίδραση του κατηγορούμενου θεωρώ ότι βρίσκεται εντός των πλαισίων του μέσου σώφρονα και συνετού οδηγού, ενώ η ταχύτητα του δεν μπορεί να αποδείξει αμέλεια από μέρους του. Ως εκ των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με την 4η κατηγορία κρίνω ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου επί του Τεκμηρίου 4 ότι υπερέβηκε το όριο ταχύτητας είναι καταλυτικής σημασίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................. Κ. Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο