ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. G. P. M., Αρ. Υπόθεσης: 6244/22, 16/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:25 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6244/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. G. P. M. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16/6/2023 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης με κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, στη κατηγορία του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) και του Πίνακα, άρθρο 14 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμφαίνονται με λεπτομέρεια στην τελική μας απόφαση ημερομηνίας 26/5/
- Τα συνοψίζουμε για σκοπούς της παρούσας. Αργά το απόγευμα της 13/5/2022, η παραπονούμενη, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, βρισκόταν μαζί με φίλους και συναδέλφους της σε υποστατικό στην Ερήμη, όπου ήπιε 4 μεγάλα ποτήρια μπύρα και ακόμη ένα ποτό και δείπνησε. Ακολούθως η παραπονούμενη μαζί με μερικούς από τους συναδέλφους της μετέβηκε σε συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό όπου ήπιε 3 ποτά βότκα με χυμό ανανά. Λόγω του μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών που κατανάλωσε, η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη, ζαλισμένη, παραπατούσε, δεν μπορούσε να ισορροπήσει στα πόδια της και γενικά δεν μπορούσε να περπατήσει και να συνεννοηθεί με τους γύρω της. Σε κάποια στιγμή ούρησε πάνω της. Λίγο πριν τις 02:00 η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος έφυγαν μαζί από το νυκτερινό κέντρο. Η παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος τη μετέφερε με δική του πρωτοβουλία στο διαμέρισμα του. Εκεί η παραπονούμενη, η οποία συνέχισε να βρίσκεται στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και έχοντας χάσει τις αισθήσεις της, βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του κατηγορουμένου με τα πόδια της να αγγίζουν στο έδαφος. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αφαίρεσε όλα τα ρούχα της παραπονούμενης και τα έβαλε στο πλυντήριο για να πλυθούν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη δεν θυμάται να έφυγε από το εν λόγω νυκτερινό κέντρο, ούτε πως έφυγε από αυτό ή οτιδήποτε άλλο από ένα σημείο και μετά. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα έμεινε στο νυκτερινό κέντρο. Το επόμενο που θυμόταν, ήταν να είναι ξαπλωμένη ανάσκελα σε ένα κρεβάτι με τα πόδια της ανοικτά και τις πατούσες της πάνω στο στρώμα και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται από πάνω της, να της κρατά τα μπράτσα και να εισχωρεί μέσα στον κόλπο της με το πέος του. Ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε βία ούτε η παραπονούμενη αντιστάθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν, αλλά κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εισχωρούσε μέσα της αυτή ένιωθε αμβλύ πόνο στον κόλπο της. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε και δεν γνωρίζει πως σταμάτησε η όλη σεξουαλική πράξη. Το επόμενο πράγμα που θυμάται η παραπονούμενη είναι ότι ξύπνησε το πρωί, λίγο μετά τις 06:30, εντελώς γυμνή, σε ένα διπλό κρεβάτι, δίχως σεντόνια, σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν είχε ξαναπάει προηγουμένως και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη γνώριζε ότι είχε κάμει σεξ λόγω του τρόπου που ένιωθε τον κόλπο της, δηλαδή ένιωθε ότι κάτι είχε εισχωρήσει μέσα του και ένιωθε αμβλύ πόνο. Ήταν ακόμα μεθυσμένη, το μυαλό της ήταν θολό, ανησυχούσε γιατί δεν ήξερε που βρισκόταν και ήταν τρομοκρατημένη. Λόγω της κατανάλωσης μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών η παραπονούμενη, πριν την επίδικη συνουσία, περιήλθε σε κατάσταση που δεν είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν, δεν μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό της, τα αντανακλαστικά της και οι κινήσεις της ήταν πολύ μειωμένα και είχε επηρεαστεί η αντίληψη της ενώ στη συνέχεια είχε απώλεια των αισθήσεων της και απώλεια μνήμης. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο κατηγορούμενος, από τη στιγμή που η παραπονούμενη τον πλησίασε εξερχόμενη του νυκτερινού κέντρου μέχρι την ώρα που έλαβε χώραν η συνουσία, ήταν σε θέση να αντιληφθεί και αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε. Μετά που ξύπνησε, η παραπονούμενη ζήτησε ξανά και ξανά από τον κατηγορούμενο να τη μεταφέρει στο σπίτι της και στο τέλος αυτός αποδέχθηκε και τη μετέφερε στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο Επισκοπής όπου την παρέλαβε η φίλη και συνάδελφος της Μ.Κ.
- Καθοδόν προς την Επισκοπή η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε. Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο της Μ.Κ.2, η παραπονούμενη ήταν κατατρομαγμένη, έτρεμε, ούρλιαζε και η Μ.Κ.2 δεν την είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Η παραπονούμενη στη συνέχεια εξετάστηκε από τη γιατρό Μ.Κ.8 και κατά το χρόνο αυτό αυτή ήταν τρομαγμένη, είχε δάκρυα στα μάτια και ήταν σε ψυχολογικό σοκ. Λόγω των όσων βίωσε, η παραπονούμενη στο επόμενο διάστημα έγινε πολύ αγχώδης και έχει τραυματιστεί η «ψυχολογική της υγεία». Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση της σκιαγράφησε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής και ιδιαίτερα το ζήτημα της εξατομίκευσης της ποινής, παραπέμποντας σε σχετικά συγγράμματα και νομολογία. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Τόνισε ότι το επίδικο περιστατικό δεν χαρακτηρίζεται από χρήση βίας εκ μέρους του κατηγορούμενου ούτε από εξαναγκασμό της παραπονούμενης να έρθει σε συνουσία μαζί του. Ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε όπως, η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, μην είναι τέτοιας μορφής ώστε να έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή του. Το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος χαρακτηρίζεται από τον Ποινικό Κώδικα ως κακούργημα και τιμωρείται με ποινή δια βίου φυλάκισης. Η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού τονίστηκε στην υπόθεση R. v. Billam
(1986)3 Cr. App. R.(s) 48, όπου καθορίστηκαν οι επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν και το ύψος της ποινής. Το έγκλημα πρέπει να θεωρείται ότι περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική, (β) Όταν χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα, (γ) Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται, (δ) Όταν έχει προσεκτικά σχεδιαστεί, (ε) Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας, (στ) Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό, (ζ) Όταν το θύμα είναι πολύ νεαρό ή πολύ ηλικιωμένο και (η) Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας. Λέχθηκε περαιτέρω στην ίδια απόφαση ότι όπου το θύμα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο ενεργώντας απερίσκεπτα, για παράδειγμα όπου αποδέχθηκε να μπει σε αυτοκίνητο ξένου προσώπου, δεν συνιστά μετριαστικό παράγοντα. Ούτε οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες του θύματος, είναι σχετικές ούτε και συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα. Tα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και από τη δική μας νομολογία. Στην Δημοκρατία ν. Hunganu, Ποιν. Έφεση Αρ. 130/20 ημερ. 20/7/2021 λέχθηκαν τα εξής: «Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67). Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)). Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323, έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam
(1986)8 Cr. App. R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, στην οποία αναφέρθηκε και το Κακουργιοδικείο, οι οποίες - όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο - αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014 και στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015, xxx Tarita και xxx Viorel v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016). Στην Δ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 57/20, ημερ. 6/10/2021 στην οποία παρατίθεται το πιο πάνω απόσπασμα από την Hunganu (ανωτέρω), λέχθηκε ότι η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται σε τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του παραβάτη, να αντανακλά ακριβώς τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις των αδικημάτων και να είναι αποτρεπτική για την καταστολή τους. Λέχθηκε ακόμα ότι έχουν καταλυτική σημασία η φύση του εγκλήματος, οι περιστάσεις διάπραξης του και οι επιπτώσεις στο θύμα. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνουμε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι η πολύ μεγάλη συχνότητα που διαπράττονται αυτού του είδους τα αδικήματα, ιδιαίτερα αυτό του βιασμού, όπως διαφαίνεται από τη νομολογία (βλ. Hunganu και Ομήρου (ανωτέρω)). Για το ζήτημα αυτό λαμβάνουμε επίσης δικαστική γνώση, έχοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που τίθενται ενώπιον μας για εκδίκαση. Θα πρέπει να πούμε ότι η συχνότητα αυτή έχει πάρει πλέον όχι μόνο ανησυχητικές αλλά τρομακτικές διαστάσεις. Οι ποινές που έχουν, κατά καιρούς, επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, δεδομένου ότι πολύ σπάνια εντοπίζεται ταυτοσημία στον βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την επιβολή παρόμοιας ποινής. Κατά συνέπεια, η αναφορά σε ποινές που έχουν επιβληθεί σε άλλες περιπτώσεις για το ίδιο ή συναφές αδίκημα μπορεί να είναι χρήσιμη εφόσον τα γεγονότα προσομοιάζουν (βλ. Al Dhess ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/21, ημερ. 16/3/2022). Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (βλ. Ομήρου (ανωτέρω)). Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σ.Λ. (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος στο οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος καθιστούν την παρούσα υπόθεση σοβαρή. Η παραπονούμενη, η οποία βγήκε με φίλους και συναδέλφους της για να περάσει ευχάριστα το βράδυ της και να διασκεδάσει, κατέληξε να βιώσει μια πολύ άσχημη για αυτήν εμπειρία και έντονα συναισθήματα φόβου και αγωνίας. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η παραπονούμενη λόγω της κατανάλωσης μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών και δη του ότι δεν είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν, δεν μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό της, τα αντανακλαστικά και οι αισθήσεις της ήταν πολύ μειωμένα ενώ στη συνέχεια είχε απώλεια αισθήσεων και απώλεια μνήμης ήτοι επρόκειτο για μια κατάσταση που στερείτο της ικανότητας να συμφωνήσει κατ' επιλογή να έλθει σε συνουσία μαζί του και κατ' επέκταση να δώσει τη συγκατάθεση της προς τούτο, εν γνώσει του έδειξε αδιαφορία και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό για να έρθει σε συνουσία μαζί της. Υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη ξύπνησε το πρωί λίγο μετά τις 06:30 εντελώς γυμνή, σε ένα διπλό κρεβάτι, δίχως σεντόνια σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν είχε ξαναπάει προηγουμένως και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί. Γνώριζε επίσης ότι είχε κάνει σεξ λόγω του τρόπου που ένιωθε τον κόλπο της ότι δηλαδή κάτι είχε εισχωρήσει μέσα του και ένιωθε αμβλύ πόνο. Δεν ήξερε που βρισκόταν και όταν είδε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο αντιλήφθηκε ότι δεν τον γνώριζε. Κατά το χρόνο αυτό ήταν τρομοκρατημένη. Αντιλαμβανόμαστε ότι, λόγω των πιο πάνω συνθηκών, ο φόβος τον οποίο ένιωθε κατά το χρόνο αυτό η παραπονούμενη ήταν πάρα πολύ μεγάλος. Πέραν δε της ως άνω κατάστασης στην οποία η παραπονούμενη περιήλθε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι μετά το περιστατικό αυτό έγινε πολύ αγχώδης και ότι έχει τραυματιστεί η «ψυχολογική της υγεία». Δεν μας διαφεύγει ότι δεν συντρέχει κανένας από τους επιβαρυντικούς παράγοντες που τίθενται στην υπόθεση Billam (ανωτέρω). Σημειώνουμε βέβαια ότι η παραπονούμενη είναι νεαρής ηλικίας (αλλά όχι πολύ νεαρής), δηλαδή 27 ετών (όπως προκύπτει από την απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της παραπονούμενης τεκμήρια 2Α και 2Β) και ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σχεδόν 26 ετών. Περαιτέρω δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μας ότι το γεγονός ότι η παραπονούμενη έχει γίνει πλέον αγχώδης, ως επίσης ότι έχει τραυματιστεί η «ψυχολογική της υγεία» είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας. Συμφωνούμε με τη συνήγορο Υπεράσπισης και λαμβάνουμε υπόψη ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος δεν έγινε χρήση βίας ή εξαναγκασμός εκ μέρους του κατηγορούμενου. Υποδεικνύουμε όμως ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη στο διαμέρισμα του κατόπιν δικής του απόφασης - πρωτοβουλίας και ότι ενώ αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε και ότι συνεπεία της κατάστασης της δεν είχε την ικανότητα να συναινέσει στο να έλθει σε συνουσία μαζί του, επέδειξε αδιαφορία και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό για να έρθει σε συνουσία μαζί της. Είναι γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν αντιστάθηκε στις ενέργειες του κατηγορούμενου. Δεν μπορεί όμως να παραγνωρισθεί ότι στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν, δεν μπορούσε να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση και συναφώς δεν υπήρχε η ανάγκη χρήσης βίας εκ μέρους του κατηγορούμενου για να καμφθεί η οποιαδήποτε αντίσταση της. Αναφορικά δε με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία, δέον όπως λεχθεί ότι αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του, η άσκηση του οποίου ασφαλώς και δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η μη παραδοχή του όμως είχε ως συνέπεια τη διεξαγωγή δίκης, η οποία έθεσε την παραπονούμενη στη δεινή θέση να βιώσει ξανά τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος. Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν παραδεχόταν, εφόσον κάτι τέτοιο θα καταδείκνυε και έμπρακτη μεταμέλεια του. Με άλλα λόγια με τη μη παραδοχή του απώλεσε το σχετικό του ευεργέτημα, το οποίο θα οδηγούσε σε μείωση της ποινής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ.112/19, ημερ. 3/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, Δ.Α. (ανωτέρω), Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/17 ημερ. 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214). Δεν μας διαφεύγει δε ότι αρνούμενος μέχρι τέλους τη διάπραξη του αδικήματος, ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια για την κολάσιμη συμπεριφορά του (βλ. Α.Π. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 192/16, ημερ. 26/9/2019). Πάρα τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψην και το ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που του δίνει δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός μαζί με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Στην προκειμένη έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, λαμβάνουμε δεόντως υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ο οποίος σήμερα είναι σχεδόν 28 ετών (σχεδόν 27 ετών κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος). Το πιο πάνω λαμβάνεται φυσικά υπόψη χωρίς να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της όλης κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και τα όσα έχουμε προαναφέρει. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψην τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και από τα όσα σχετικά ανέφερε η συνήγορος του και ιδιαίτερα ότι: · Είναι ηλικίας σχεδόν 28 ετών και άγαμος. · Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Καμερούν. · Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν από 5 χρόνια περίπου. Έχει 9 αδέλφια εκ των οποίων τα 8 είναι ετεροθαλή. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του περιγράφονται ως καλές. · Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο σχολείο και φοίτησε σε Πανεπιστήμιο για ένα χρόνο αλλά διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών. · Εργάστηκε στη χώρα του για δύο χρόνια και έπειτα αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο ούτως ώστε να εργαστεί και να φυλάξει χρήματα για να ολοκληρώσει τη φοίτηση του στο Πανεπιστήμιο. Έφθασε στην Κύπρο το 2021 και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. · Από τον Μάιο του 2021 διέμενε στη Λεμεσό και βοηθήθηκε για κάποιο διάστημα με κρατικό επίδομα ενώ από τον Φεβρουάριο του 2022 άρχισε να εργάζεται σε πλυντήριο αυτοκινήτων μέχρι τη σύλληψη του. Δεν μας διαφεύγει δε η πάγια αρχή της νομολογίας ότι ακόμη και εκεί όπου διαπιστώνεται αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει, χωρίς όμως να ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15 ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72). Όπως έχει αναφερθεί στη Δ.Α. (ανωτέρω), οι προσωπικές περιστάσεις και τα άλλα ελαφρυντικά που λαμβάνονται υπόψη, δεν έχουν όμως καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής (βλ. επίσης Σ.Λ. (ανωτέρω). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (βλ. Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τη συχνότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, τα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 ετών. Ο χρόνος έκτισης της ποινής, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή από τις 14/5/2022. Τα έξοδα της υπόθεσης, ήτοι €475, να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο