ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. G. P. M., Αρ. Υπόθεσης: 6244/22, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:22 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6244/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. G. P. M Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26/5/2023 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης με κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα την κατηγορία του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) και του Πίνακα, άρθρο 14 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/
- Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 13/5/2022, στη Λεμεσό, ήρθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της D.D., χωρίς τη συναίνεση της. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται ουσιαστικά στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, αυτή μαζί με τους Μ.Κ.4, Μ.Η., Μ.Κ.2, Η.Ε., Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 μετέβηκαν, στις 12/5/2022 και γύρω στις 18:45, σε κάποιο υποστατικό στην Ερήμη, όπου η παραπονούμενη κατανάλωσε 4 μεγάλα ποτήρια μπύρα και ακόμη ένα ποτό και δείπνησε. Ακολούθως η παραπονούμενη μετέβηκε μαζί με τους Μ.Η., Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 σε νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό όπου κατανάλωσε ακόμη 3 ποτά βότκα με χυμό ανανά. Η παραπονούμενη δεν θυμάται να έφυγε από το εν λόγω νυκτερινό κέντρο ούτε πως έφυγε από αυτό ή οτιδήποτε άλλο από ένα σημείο και μετά. Δεν κατάφερε να υπολογίσει πόση ώρα έμεινε στο νυκτερινό κέντρο. Το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να είναι ξαπλωμένη ανάσκελα σε κρεβάτι, με τα πόδια της ανοικτά, με τις πατούσες της πάνω στο στρώμα, να της κρατά κάποιος τα μπράτσα της πάνω στο κρεβάτι και ένας άντρας αφρικανικής καταγωγής (ο κατηγορούμενος), τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως, να εισχωρεί μέσα της και να τη βιάζει. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε πως σταμάτησε αυτό το επεισόδιο. Μετά τα πιο πάνω η παραπονούμενη ξύπνησε το πρωί εντελώς γυμνή σε ένα κρεβάτι, σε ένα διαμέρισμα και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί. Γνώριζε ότι είχε κάνει σεξ λόγω του τρόπου που ένιωθε τον κόλπο της ενώ το μυαλό της ήταν θολό. Ακολούθως είδε στο διαμέρισμα τον κατηγορούμενο, ο οποίος της υπέδειξε το μπάνιο (αφού του είχε ζητήσει να κάνει μπάνιο) και η παραπονούμενη έκανε μπάνιο και έπλυνε τα δόντια της. Ακολούθως ο κατηγορούμενος της έδωσε τα ρούχα της, τα οποία ήταν βρεγμένα λόγω του ότι τα είχε πλύνει και τις κάρτες που είχε μέσα στην καρτοθήκη της. Η παραπονούμενη ζήτησε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να τη μεταφέρει σπίτι της πράγμα που αυτός τελικά έκανε, μεταφέροντας τη σε χώρο στάθμευσης των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής, αφού προηγήθηκαν στάσεις του κατηγορούμενου σε πρατήριο καυσίμων, στον χώρο εργασίας του και σε σημείο του δρόμου για να βάλει νερό στο αυτοκίνητο του. Καθοδόν προς τις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε στην παραπονούμενη ότι είχαν έρθει σε συνουσία. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η παραπονούμενη, μετά την κατανάλωση αλκοόλ, που ήταν μια κατάσταση λόγω της οποίας δεν μπορούσε να συναινέσει σε μια ενδεχόμενη συνουσία και έτσι ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη συναίνεση της, γνωρίζοντας και αδιαφορώντας για το ότι η παραπονούμενη ήταν σε τέτοια κατάσταση, κάτι που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε καθοδόν προς τις Βρετανικές Βάσεις, εκφράζοντας τη λύπη του γιατί έκανε σεξ μαζί της ενώ ήταν πολύ μεθυσμένη και αναφέροντας ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος. Η εκδοχή της Υπεράσπισης, όπως διαφάνηκε από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την τελική αγόρευση της κας Ιωάννου, είναι ότι υπήρξε συνουσία μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης, η οποία ήταν συναινετική, ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η παραπονούμενη ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μεθυσμένοι και τέλος ότι η καταγγελία της παραπονούμενης ήταν προϊόν δεύτερων σκέψεων εκ μέρους της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 11 συνολικά μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη (Μ.Κ.1), την A.J.S. (Μ.Κ.2), τη Φωτεινή Χριστοφή (Μ.Κ.3), τον R.W. (Μ.Κ.4), τον Λοχ.532 Θάνο Χαραλάμπους (Μ.Κ.5), την Αστ.3712 Μαρία Καδή (Μ.Κ.6), τον Αναπληρωτή Λοχ.316 Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Κ.7), τη V.H. (Μ.Κ.8), τον T.M. (Μ.Κ.9), τον J.B. (Μ.Κ.10) και τον Α/Αστ.4096 Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Κ.11). Οι τρεις τελευταίοι κλήθηκαν και προσφέρθηκαν, μετά από αίτημα της Υπεράσπισης, για σκοπούς αντεξέτασης. Περαιτέρω οι δύο πλευρές προέβησαν σε σειρά παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατέθεσαν από κοινού κάποια τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση (δεν υπήρξε αντίθετη εισήγηση από την Υπεράσπιση) στην επίδικη κατηγορία, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα:
- Στις 13/5/2022 και περί ώρα 09:36, η Μ.Κ.2 έλαβε από την παραπονούμενη δείγμα ούρων, το οποίο τοποθέτησε σε πλαστικό φιαλίδιο, θέτοντας σε αυτό τα διακριτικά AJS/1-URINE SAMPLE.
- Την ίδια μέρα και περί ώρα 10:39, η ιατρός Μ.Κ.8 έλαβε δύο δείγματα αίματος από την παραπονούμενη, τα οποία τοποθέτησε σε πλαστικά φιαλίδια στα οποία έθεσε τα διακριτικά VH/2A-VENOUS BLOOD SAMPLE και VH/2B-VENOUS BLOOD SAMPLE αντίστοιχα.
- Στις 13/5/2022 και περί ώρα 13:19, στη Βρετανική Βάση Επισκοπής, ο T.K.T.S., μέλος της Βρετανικής Στρατονομίας, έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη στην παρουσία της Μ.Κ.
- Η οπτικογραφημένη κατάθεση αποθηκεύτηκε σε ψηφιακό δίσκο στον οποίον σημειώθηκαν τα διακριτικά SB/1/1 (Τεκμήριο 1). Απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της παραπονούμενης στην αγγλική γλώσσα και πιστή μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκμήρια 2Α και 2Β αντίστοιχα.
- Στις 17/5/2022 ο D.A.P.Η. παρέδωσε τα δείγματα ούρων και αίματος, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ανωτέρω, στη Μ.Κ.
- Στις 20/5/2022 και ώρα 08:00, ο Ε/Αστ. 5545 Ανδρέας Θεοδότου παρέλαβε από τη Μ.Κ.6 τα ανωτέρω δείγματα, τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του και στις 27/5/2022 και ώρα 11:45 τα μετέφερε στο Γενικό Χημείο του Κράτους όπου τα παρέδωσε στον Χρ. Κουντούρη για να τύχουν τοξικολογικών εξετάσεων και αναλύσεων. Ακολούθως, η χημικός Μ.Κ.3 διενήργησε επιστημονικές εξετάσεις επί των προαναφερθέντων δειγμάτων.
- Τα ως άνω αναφερόμενα δείγματα ούρων και αίματος, από τη λήψη τους μέχρι και την επιστημονική εξέταση τους στο Κρατικό Γενικό Χημείο, διακινήθηκαν νομότυπα και καμία επέμβαση ή μεταβολή ή προσθήκη ή αλλοίωση δεν έγινε σε αυτά.
- Βιβλιάριο με 13 φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν από την Αστ.177 Γεωργία Γεωργίου, στις 13/5/2022 κατά την εξέταση στην οποία υπεβλήθηκε η παραπονούμενη από τον Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους, μεταξύ των ωρών 18:25 - 18:50 στο Μακάριο Νοσοκομείο Λευκωσίας, κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- Γραπτή δήλωση του Μ.Κ.11, κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια Αίτηση Προσωποκράτησης εναντίον του κατηγορουμένου, που έλαβε χώρα στις 15/5/2022, κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.1, παραπονούμενη, κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν τον ισχυριζόμενο βιασμό της ως επίσης στα γεγονότα που προηγήθηκαν και επακολούθησαν αυτού. Η Μ.Κ.2, συνάδελφος και φίλη της παραπονούμενης αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της στα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη της ως επίσης στα γεγονότα τα οποία επισυνέβησαν το βράδυ της 12/5/2022 και το πρωί της 13/5/
- Η Μ.Κ.3, είναι χημικός στο Γενικό Χημείο του Κράτους και έχει ως καθήκοντα την ανάλυση δειγμάτων ούρων και αίματος, μεταξύ άλλων, σε υποθέσεις που αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκθεσης, την οποία ετοίμασε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 6) ως επίσης σε ζητήματα που αφορούν την κατανάλωση αλκοόλ. Οι Μ.Κ.4, Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 είναι συναδέλφοι της παραπονούμενης, οι οποίοι βρίσκονταν μαζί της (μαζί με τη Μ.Κ.2) για κάποια χρονικά διαστήματα κατά τους επίδικους χρόνους δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 12-13/5/
- Ο Μ.Κ.5 είναι το μέλος της Αστυνομίας που προέβηκε στη σύλληψη του κατηγορούμενου και κατάθεσε στο Δικαστήριο το σχετικό ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 10) ως επίσης το σχετικό έντυπο με τα δικαιώματα προσώπων που τελούν υπό σύλληψη/κράτηση (Τεκμήριο 11), το οποίο έδωσε στο κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.6, ανακριτής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ως επίσης στην πορεία του ανακριτικού έργου. Ο Μ.Κ.7 αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, όπου ενήργησε ως φωτογράφος και αναγνώρισε στο Δικαστήριο σχετικό βιβλιάριο φωτογραφιών (Τεκμήριο 16). Η Μ.Κ.8 είναι γιατρός (Civilian Medical Practitioner), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Ιατρικό Κέντρο Επισκοπής στις Βρετανικές Βάσεις και ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι στις 13/5/2022 και μεταξύ των ωρών 09:20 - 11:30 εξέτασε την παραπονούμενη. Εν συνεχεία αναφέρθηκε στα ευρήματα της ως επίσης στην ιατρική φροντίδα και φαρμακευτική αγωγή που παρείχε στην παραπονούμενη. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε μεταγενέστερες περιπτώσεις όπου εξέτασε την παραπονούμενη και τις διαπιστώσεις της. Τέλος ο Μ.Κ.11, ο οποίος συμμετείχε στη διερεύνηση της υπόθεσης, είναι το πρόσωπο που έδωσε μαρτυρία εκ μέρους της Αστυνομίας στην Αίτηση Προσωποκράτησης εναντίον του κατηγορουμένου στις 15/5/
- Κατά τη μαρτυρία του αναγνώρισε τη γραπτή δήλωση που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας (Τεκμήριο 14) και αντεξετάστηκε κυρίως αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τόσο η παραπονούμενη όσο και ο ίδιος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ, κάτι που ανέφερε κατά τη μαρτυρία του στα πλαίσια της διαδικασίας προσωποκράτησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή τους πιο πάνω μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η αξιολόγηση μας δεν θα επεκταθεί σε όλη τη μαρτυρία καθότι δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε σε μάρτυρες ή ισχυρισμούς που δεν έχουν αμφισβητηθεί. Εν προκειμένω, η αξιολόγηση θα περιορισθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.7 μας άφησαν καλή εντύπωση αφού ήταν σαφείς και άμεσοι κατά τις απαντήσεις τους και δεν υπέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου δεχόμαστε τη μαρτυρία τους και προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα: · Στις 14/5/2022 και ώρα 16:35, ο Μ.Κ.5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στον χώρο εργασίας του δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10). Εν συνεχεία παρέδωσε στον κατηγορούμενο έντυπο με τα δικαιώματα προσώπων που τελούν υπό σύλληψη/κράτηση (Τεκμήριο 11). Στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 11 αναφέρεται το όνομα της συνηγόρου του κατηγορουμένου, η οποία είναι η δικηγόρος την οποία ζήτησε ο κατηγορούμενος. · Το Τεκμήριο 16 είναι εκτυπώσεις των φωτογραφιών που έλαβε ο Μ.Κ.7, με τη φωτογραφική του μηχανή, από την οθόνη του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.7 έλαβε τις εν λόγω φωτογραφίες, κατόπιν οδηγιών της ανακριτού της υπόθεσης, Μ.Κ.6 να φωτογραφήσει το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου καθ' υπόδειξη του ιδίου, δηλαδή αφού ο κατηγορούμενος βοήθησε και «άνοιξαν το κινητό του», τους υποδείκνυε κάποιες φωτογραφίες που βρίσκονταν σε αυτό και ο Μ.Κ.7 τις φωτογράφιζε. Η Μ.Κ.6 ανακριτής της υπόθεσης μας άφησε καλή εντύπωση αφού παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Κρίνουμε ότι η Μ.Κ.6 προσπάθησε να διερευνήσει την όλη υπόθεση με ορθό τρόπο και ότι οποιαδήποτε παράλειψη της δεν είχε οποιονδήποτε αντίκτυπο στο ανακριτικό έργο, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της και προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα: · Στις 13/5/2022 και ώρα 09:00 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων και εν συνεχεία στο ΤΑΕ Λεμεσού, από την παραπονουμένη, ότι είχε πέσει θύμα βιασμού. · Η Μ.Κ.6 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και την ίδια μέρα λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη (από τον T.K.T.S. στην παρουσία της Μ.Κ.6). Πριν από τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η Μ.Κ.6 συνάντησε την παραπονούμενη και της υπόβαλε κάποιες ερωτήσεις προφορικά. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη ήταν σε δύσκολη, άσχημη ψυχολογική κατάσταση. · Από εξετάσεις που ακολούθησαν εκδόθηκε επίσης την ίδια μέρα, δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. · Αργότερα την ίδια μέρα (μεταξύ των ωρών 18:25 - 18:50), η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους στην παρουσία της Μ.Κ.6 και σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. · Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 14/5/2022 και ώρα 16:35 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10). Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 19:30 - 23:45, η Μ.Κ.6 έλαβε, με τη βοήθεια διερμηνέα, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 12Α και 12Β, το αγγλικό κείμενο και η πιστή μετάφραση αυτού στα ελληνικά, αντίστοιχα). · Ακολούθως ο κατηγορούμενος παρέδωσε στη Μ.Κ.6 το κινητό του τηλέφωνο (Τεκμήριο 13). · Στις 15/5/2022 διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του και στην παρουσία του, κατά την οποία λήφθηκαν διάφορα τεκμήρια ενώ η Μ.Κ.6 παρέλαβε από συνάδελφο της δειγματοληψίες που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια έρευνας στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. · Στις 17/5/2022 και μεταξύ των ωρών 14:12 - 14:15, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ο Μ.Κ.7, καθ' υπόδειξη της Μ.Κ.6 και στην παρουσία του κατηγορουμένου, φωτογράφισε το κινητό του τηλέφωνο και συγκεκριμένα φωτογραφίες τις οποίες του υπέδειξε σε αυτό ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 16). · Παρόλο που ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση ότι ενώ βρισκόταν στο νυκτερινό κέντρο μαζί με την παραπονούμενη αντάλλαξαν μηνύματα μεταξύ τους λόγω της δυνατής μουσικής που υπήρχε, εντούτοις ο κατηγορούμενος δεν υπέδειξε οποιαδήποτε μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο ούτε ανέφερε στη Μ.Κ.6, όταν υπέδειξε τις φωτογραφίες στο κινητό του (Τεκμήριο 16) ότι υπήρχαν και τα ως άνω μηνύματα. · Από μελέτη του περιεχομένου των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης στο εν λόγω νυκτερινό κέντρο προέκυψε ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος αποχώρησαν μαζί από το μέρος. · Η Μ.Κ.6 δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου στην κατάθεση του ότι ήταν μεθυσμένος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Μ.Κ.11 επίσης μας άφησε καλή εντύπωση αφού η μαρτυρία του διέπετο από σταθερότητα και σαφήνεια και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του και προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα: Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ δεν εξετάστηκε γιατί αυτός δεν συνελήφθηκε εντός των επομένων 5, 6, 10 ωρών από τη στιγμή που ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη αλλά την επόμενη μέρα δηλαδή στις 14/5/2022 όταν και προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό. Η ανακριτής (Μ.Κ.6) δεν ανέφερε στον Μ.Κ.11 ότι χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση ο ισχυρισμός αυτός και από ότι γνωρίζει ο μάρτυρας, αυτός δεν διερευνήθηκε. Οι Μ.Κ.4, Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 ήταν μαζί με την παραπονούμενη (και τη Μ.Κ.2) κατά τον χρόνο, προτού η παραπονούμενη βρεθεί στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου. Οι Μ.Κ.4, Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 μας άφησαν καλή εντύπωση αφού παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους και δεν υπέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Όταν ερωτούνταν για θέματα που δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να απαντήσουν το ανέφεραν ευθαρσώς στο Δικαστήριο. Δεχόμαστε τη μαρτυρία τους και προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα: · Στις 12/5/2022, οι Μ.Κ.4, Μ.Η, Μ.Κ.2, παραπονούμενη, Η.Ε, Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10, γύρω στις 18:30, μετέβησαν σε υποστατικό για να παίξουν κάποιο εβδομαδιαίο παιχνίδι αλλά και για να πιούν μερικά οινοπνευματώδη ποτά, κάτι που έπραξαν. · Γύρω στις 22:50 της ίδιας ημέρας, ο Μ.Κ.4, ο Μ.Η. μαζί με την παραπονούμενη και τον Μ.Κ.9 μπήκαν στο αυτοκίνητο του Μ.Κ.10 για να μεταβούν και μετέβηκαν σε νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό, όπου είχε μουσική. Ο Μ.Κ.10 επέστρεψε στη μονάδα του. Στη μονάδα τους είχαν επιστρέψει προηγουμένως από το πρώτο υποστατικό η Μ.Κ.2 και ο Η.E. · Όταν ο Μ.Κ.4, ο Μ.Η, η παραπονούμενη και ο Μ.Κ.9 εισήλθαν στο νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό αγόρασαν ποτά. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος στο κέντρο και καθώς η ώρα περνούσε οι πιο πάνω βρίσκονταν πλησίον του προσώπου που ήταν υπεύθυνο για τη μουσική (D.J.), το οποίο βρισκόταν κοντά στο μπαρ και απολάμβαναν τη μουσική ενώ κάποιοι χόρευαν. Συνέχισαν να πίνουν και να μιλούν μεταξύ τους και με άλλα άτομα που βρίσκονταν εκεί, να χορεύουν και να είναι σε κέφι. Η παραπονούμενη μιλούσε με δύο άτομα στο μπαρ, ο ένας εκ των οποίων είχε ύψος γύρω στα 1,77 μ., είχε χρώμα μαλλιών ανοικτό καφέ, ανοικτόχρωμο δέρμα (ως εξήγησε κατά την ένορκη μαρτυρία του ο Μ.Κ.4) και φορούσε μαύρο πόλο πουκάμισο. Στο μπαρ υπήρχαν πολλοί άνδρες μεταξύ των οποίων και ένας «νέγρος» (τον όρο αυτό τον χρησιμοποίησε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.9 η Υπεράσπιση). Οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 δεν θυμούνταν να έχουν δει τον κατηγορούμενο να μιλά και να κάνει παρέα με την παραπονούμενη. · Σε κάποια στιγμή ο Μ.Κ.4 συνειδητοποίησε ότι είχαν μείνει από τους τέσσερις τους μόνο ο ίδιος και ο Μ.Η. στο νυκτερινό κέντρο. Η παραπονούμενη αλλά και το άτομο που την είδε να συνομιλεί μαζί του προηγουμένως είχαν φύγει. · Ο Μ.Κ.4 τηλεφώνησε αρκετές φορές στον Μ.Κ.9 αλλά δεν απαντούσε το τηλέφωνο του ενώ στη συνέχεια άκουσε τον Μ.Η. να μιλά τηλεφωνικώς μαζί του και έτσι σταμάτησε να τον καλεί. Ο Μ.Κ.9 τηλεφώνησε μερικές φορές στην παραπονούμενη αλλά αυτή δεν του απάντησε. · Ο Μ.Κ.4 υπέθεσε ότι ο Μ.Κ.9 πήρε ταξί μαζί με την παραπονούμενη και επέστρεψαν στη μονάδα τους. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 και ο Μ.Η εξήλθαν από το νυκτερινό κέντρο και επέστρεψαν στη μονάδα τους. · Η παραπονούμενη ήταν περιστασιακή χρήστης αλκοόλ και κατανάλωνε αλκοόλ όπως οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στην παρέα το βράδυ εκείνο. Η Μ.Κ.3 έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Σημειώνουμε ότι το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Τα προσόντα της Μ.Κ.3 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν αλλά δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτή είναι χημικός και θεωρείται προς τον σκοπό αυτό εμπειρογνώμονας και ότι η μαρτυρία της στο Δικαστήριο ήταν στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης της, στη βάση του βιογραφικού της σημειώματος (Τεκμήριο 5). Συνεπώς η μαρτυρία αυτής θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ανωτέρω και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Η Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο την έκθεση της ημερ. 19/7/2022 (Τεκμήριο 6) και εξήγησε με απλή και κατανοητή γλώσσα τη διαδικασία την οποία ακολούθησε και τα ευρήματα της με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Μας άφησε καλή εντύπωση και κρίνουμε ότι εκπλήρωσε το καθήκον της ως εμπειρογνώμονας. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της. Σημειώνουμε κατωτέρω τα σχετικά μας ευρήματα: · Η έκθεση Τεκμήριο 6 αφορά τα αποτελέσματα των αναλύσεων δειγμάτων ούρων και αίματος, που λήφθηκαν από την παραπονούμενη στις 13/5/2022 και παραδόθηκαν στις 27/5/2022 στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Η ανάλυση αφορούσε τον τυχόν εντοπισμό αιθυλικής αλκοόλης ως επίσης ελεγχόμενων ουσιών και φαρμάκων. · Η αιθυλική αλκοόλη δηλαδή το κοινό αλκοόλ είναι μια οργανική ένωση που απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα, διακομείται στο συκώτι και είναι το ισχυρότερο κατασταλτικό του νευρικού κεντρικού συστήματος, δρα δηλαδή κατασταλτικά στο νευρικό κεντρικό σύστημα. · Η πιο πάνω ανάλυση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 έγινε σε δείγμα ούρων που λήφθηκαν η ώρα 09:36 το πρωί, κατέδειξε την ύπαρξη 285 μιλιγραμμαρίων ανά εκατόλιτρο ενώ αυτή που έγινε σε δείγμα αίματος και λήφθηκε η ώρα 10:39 της ίδιας μέρας κατέδειξε την ύπαρξη 164 μιλιγραμμαρίων ανά εκατόλιτρο. · Πιο αξιόπιστη θεωρείται η εξέταση του δείγματος αίματος και το αποτέλεσμα της καταδεικνύει την επήρεια του αλκοόλ στον ανθρώπινο οργανισμό. Το αποτέλεσμα των αναλύσεων στο αίμα της παραπονούμενης καταδεικνύει και το μέγεθος της επήρειας αλκοόλ στο πρόσωπο αυτό. · Σε περίπτωση που το πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το δείγμα αίματος είχε ολοκληρώσει την κατανάλωση αλκοόλ στις 02:00 και το δείγμα αίματος του λήφθηκε στις 10:39, μπορούν σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (Τεκμήριο 8 - σύγγραμμα Medicolegal Aspects of Alcohol Determination in Biological Specimens, Edited by James C. Garriott, Lawyers & Judges Publishing Company, σελ. 66) να εξαχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα: Από την ώρα της λήψης του τελευταίου ποτού (που περιείχε αλκοόλ) δηλαδή στις 02:00 μέχρι τις 03:00 δεν μπορεί να είναι γνωστό το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα γιατί από τη στιγμή που το άτομο σταματήσει να πίνει αλκοόλ, το αλκοόλ χρειάζεται περίπου μία ώρα για να φτάσει στη μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα. Σύμφωνα με τον διεθνή αναγνωρισμένο τύπο του Dubowski, το αλκοόλ αποβάλλεται από ένα οργανισμό με μία συγκέντρωση μέσου όρου 15 μιλιγραμμαρίων ανά εκατόλιτρο ανά ώρα (υπάρχει δηλαδή ένα εύρος από 11 μέχρι 22 μιλιγραμμάρια ανά εκατόλιτρο ανά ώρα). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι το άτομο σταμάτησε να λαμβάνει αλκοόλ η ώρα 02:00, από τις 03:00 μέχρι τις 10:39 παρήλθαν 7 ½ περίπου ώρες και εάν ληφθεί υπόψη το ελάχιστο, δηλαδή η τιμή 11 μιλιγραμμαρίων του τύπου Dubowski, το άτομο θα είχε συγκέντρωση στις 03:00 με 04:00 το πρωί, 246 μιλιγραμμάρια ανά εκατόλιτρο. Αν ληφθεί υπόψη το μέγιστο, θα είχε συγκέντρωση 329 μιλιγραμμάρια ενώ ο μέσος όρος των πιο πάνω είναι 277 μιλιγραμμάρια ανά εκατόλιτρο αλκοόλης. · Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (Τεκμήριο 9 - σύγγραμμα Τοξικολογία, Τόμος Β', του Αντ. Κουτσελίνη, Καθηγητού Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Έκδοση 1997, σελ. 653 - 655) σε υγιή άτομα και περιστασιακούς χρήστες, η συγκέντρωση αλκοόλ στον οργανισμό τους μεταξύ 100 και 200 μιλιγραμμαρίων προκαλεί μείωση ικανοτήτων, ελάττωση αντανακλαστικών, σύγχυση, ασυγχρονισμό κινήσεων, διαταραχή στην ομιλία ενώ η συγκέντρωση αλκοόλ μεταξύ 200 και 300 μιλιγραμμαρίων προκαλεί όλα τα πιο πάνω συμπτώματα σε μεγαλύτερο βαθμό ενώ μπορεί να υπάρχει και απώλεια αισθήσεων. Η συγκέντρωση αλκοόλ στον οργανισμό επηρεάζει περισσότερο τα νεαρά άτομα. · Η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα που προέκυψε από την πιο πάνω ανάλυση και τον υπολογισμό που έγινε για τη συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα μεταξύ των ωρών 03:00 - 04:00 θα είχε ως αποτέλεσμα το άτομο να μην έχει πλήρη συνείδηση της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, δεν θα μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό του, τα αντανακλαστικά του, οι κινήσεις του θα ήταν πολύ μειωμένα ενώ το πιθανότερο θα είναι να είχε και απώλεια αισθήσεων ενώ σίγουρα θα μπορούσε να επηρεαστεί και η αντίληψη του. · Όσον αφορά τη συγκέντρωση στο αίμα που προέκυψε από την πιο πάνω ανάλυση, δηλαδή 164 μιλιγραμμάρια ανά εκατόλιτρο, αποτελεί μια υψηλή ένδειξη δεδομένου ότι το άτομο από το οποίο λήφθηκε το δείγμα αίματος είναι νεαρό άτομο (η παραπονούμενη). · Λόγω του ότι η αιθυλική αλκοόλη είναι υδατοδιαλυτή ουσία, όσο μικρότερο είναι το σωματικό βάρος ενός ατόμου τόσο μικρότερη είναι η ποσότητα ύδατος που θα διαλυθεί. Επομένως σε μικρόσωμα άτομα αυξάνεται η συγκέντρωση αιθυλικής αλκοόλης στον οργανισμό τους. · Όταν κάποιο άτομο είναι υπό την επήρεια αλκοόλ, η μνήμη του ελαττώνεται και η αντίληψη του μειώνεται, το άτομο γίνεται αυθόρμητο και πρωτόγονο χωρίς κριτική αντίληψη. Ανάμεσα στα συμπτώματα μπορεί να είναι και η απώλεια μνήμης. Το αλκοόλ δρα διαφορετικά σε κάθε ανθρώπινο οργανισμό και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες η απορρόφηση και ο μεταβολισμός του. Η ανοχή στο ποτό μπορεί να επηρεάσει τη συγκέντρωση αλκοόλ στον οργανισμό ενός ατόμου. Ένα άτομο όταν καταναλώσει αλκοόλ, αρχικά νιώθει μια ευφορία, μια χαλάρωση και στη συνέχεια όταν αυξάνεται η συγκέντρωση του αλκοόλ στον οργανισμό του, τα αντανακλαστικά του, οι κινήσεις του μειώνονται. Η ερωτική διάθεση δεν αυξάνεται λόγω της λήψης αλκοόλ (βλ. Τεκμήριο 9 σελ. 654), όμως ένα άτομο με αλκοόλ στον οργανισμό του «χάνει τις αναστολές του, δεν μπορεί να αντιληφθεί τι του γίνεται». · Δεν ήταν γνωστός (στη Μ.Κ.3) ο μεταβολισμός της παραπονούμενης και με βάση τις φωτογραφίες (1-3 του Τεκμηρίου 4), η Μ.Κ.3 χαρακτήρισε την παραπονούμενη ως κανονικής σωματικής διάπλασης προς ολίγον εύσωμη. Η Μ.Κ.8 επίσης μας άφησε καλή εντύπωση αφού ήταν σταθερή κατά τη μαρτυρία της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία της διέπετο από αντικειμενικότητα και σαφήνεια. Το γεγονός ότι η Μ.Κ.8 δεν είναι ιατροδικαστής κρίνουμε ότι δεν επηρεάζει τα όσα είπε κατά τη μαρτυρία της. Ειδικότερα, όσον αφορά τους μώλωπες, η μάρτυρας ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι εντόπισε στην παραπονούμενη τέτοιους, που ήταν φρέσκοι, σε αμφότερα τα άνω μπράτσα και στα κάτω μπράτσα, οι οποίοι ταιριάζουν με το σχήμα των άκρων των δακτύλων των χεριών καθώς και ότι δεν απαιτείται κάποιος να είναι ιατροδικαστής για να αναγνωρίσει τους μώλωπες. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.6 δήλωσε κατά τη μαρτυρία της ότι στις 13/5/2022 και μεταξύ των ωρών 18:25 - 18:50 η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους και ότι σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Το ίδιο αναφέρεται και στο Τεκμήριο 14 το οποίο κατατέθηκε από κοινού. Όμως ο εν λόγω ιατροδικαστής δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει τι εννοεί με την αναφορά «εξωτερικές κακώσεις» ενώ η Μ.Κ.8 όχι μόνο αναφέρθηκε στους εν λόγω μώλωπες αλλά υπέδειξε αυτούς στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 που λήφθηκαν, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον εν λόγω ιατροδικαστή, κάτι που δείχνει ότι οι μώλωπες αυτοί ήταν εμφανείς τότε. Επομένως το πιο πάνω στοιχείο κρίνουμε ότι δεν επηρεάζει τις θέσεις της Μ.Κ.8. Ως εκ των άνω δεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.8 και προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα: · Η Μ.Κ.8 εξέτασε στις 13/5/2022 και μεταξύ των ωρών 09:20 - 11:30 π.μ., την παραπονούμενη στο Ιατρικό Κέντρο στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής και κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι αυτή έφερε μώλωπες σε αμφότερα τα άνω μπράτσα, μώλωπες στα κάτω μπράτσα (μερικοί μώλωπες ήταν διαμέτρου 10 - 11 εκ. και φαίνονται στις φωτογραφίες 8-12 του Τεκμηρίου 4), οι οποίοι ταιριάζουν με το σχήμα των άκρων των δακτύλων των χεριών. Οι μώλωπες αυτοί ήταν «φρέσκοι», είχαν χρώμα καφέ - μωβ και ήταν σε συμφωνία με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στη Μ.Κ.8 ότι δηλαδή της κρατούσαν τα μπράτσα. Η παραπονούμενη έφερε επίσης πολλά μικρά κόκκινα μικροτραύματα γύρω από τον τράχηλο της μήτρας της. · Η Μ.Κ.8 παρείχε στην παραπονούμενη ιατρική περίθαλψη και φαρμακευτική αγωγή και την παρέπεμψε στην Υπηρεσία ψυχολογικής στήριξης. · Όταν η Μ.Κ.8 εξέτασε την παραπονούμενη το πρωί της 13/5/2022, την έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της, η παραπονούμενη ήταν τρομαγμένη, πολύ ήσυχη, οι κόρες των ματιών της ήταν μεγάλες, είχε δάκρυα στα μάτια αλλά δεν έκλαιγε, ήταν σε ψυχολογικό σοκ. Η παραπονούμενη είχε πει στη Μ.Κ.8 ότι είχε ξυπνήσει σε ένα ξένο κρεβάτι, τα ρούχα της ήταν υγρά, βρεγμένα γιατί είχαν πλυθεί και δεν γνώριζε τι είχε συμβεί. Από τα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη, η Μ.Κ.8 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να την εξετάσει για ενδεχόμενο βιασμό, σεξουαλική βία, κακοποίηση. Όταν η Μ.Κ.8 εξέτασε την παραπονούμενη αυτή δεν μύριζε αλκοόλ και δεν ανέφερε στη Μ.Κ.8 ότι το βράδυ που προηγήθηκε ήταν μεθυσμένη. · Η Μ.Κ.8 συνάντησε την παραπονούμενη πολλές φορές μετά που την εξέτασε στις 13/5/2022 και διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ αγχώδης και ότι το όλο περιστατικό είχε τραυματίσει την "ψυχολογική της υγεία". Καλή εντύπωση μας άφησε και η Μ.Κ.2 αφού ήταν αυθόρμητη και σταθερή κατά τη μαρτυρία της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της και σημειώνουμε τα κάτωθι ευρήματα: · Στις 13/5/2022, η Μ.Κ.2 πληροφορήθηκε από την παραπονούμενη, η οποία είναι φίλη και συνάδελφος της, μέσω της εφαρμογής What's up Messenger ότι είχε βιαστεί. Η Μ.Κ.2 ενημέρωσε, για τα πιο πάνω, η ώρα 08:00, ανώτερο της (Ssgt Y.A.), για τη συζήτηση που είχε με την παραπονούμενη μέσω της πιο πάνω εφαρμογής, η οποία άρχισε η ώρα 07:06 και συνεχίστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα. Η πιο πάνω συνομιλία σε έντυπη μορφή στην οποία περιλαμβάνεται και φωτογραφία που έλαβε η Μ.Κ.2 είναι το Τεκμήριο 3. Η Μ.Κ.3 έλαβε την εν λόγω φωτογραφία μέσω του κινητού της τηλεφώνου. Μέσα στο αυτοκίνητο, το οποίο απεικονίζεται στη φωτογραφία, βρισκόταν η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος και κατά τον χρόνο αυτό το αυτοκίνητο είχε μόλις εισέλθει στον χώρο στάθμευσης, έξω από το στρατόπεδο της Επισκοπής. · Η Μ.Κ.2 συνάντησε και παρέλαβε την παραπονούμενη στον εν λόγω χώρο στάθμευσης, ως η συνεννόηση της με την παραπονούμενη μέσω της πιο πάνω εφαρμογής. Μόλις το αυτοκίνητο έφτασε στο εν λόγω μέρος η παραπονούμενη εξήλθε από αυτό, έτρεξε προς το αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 και εισήλθε σε αυτό. Η παραπονούμενη κατά τον χρόνο αυτό ήταν κατατρομαγμένη, έτρεμε, ούρλιαζε, τα ρούχα της ήταν βρεγμένα και ανέφερε στη Μ.Κ.2 ότι ήθελε απλά να τη μεταφέρει στο συγκρότημα κατοικιών που διέμενε. Η Μ.Κ.2 δεν είχε ξαναδεί την παραπονούμενη σε τέτοια κατάσταση. · Την ίδια μέρα και ώρα 09:27, η Μ.Κ.2 μετέβηκε στο ιατρικό κέντρο Επισκοπής μαζί με την παραπονούμενη για να τύχει η παραπονούμενη ιατρικής εξέτασης από τη Μ.Κ.8. Την ίδια μέρα και περί 09:36 η παραπονούμενη έδωσε δείγμα ούρων. Τέλος, όσον αφορά την παραπονούμενη πρέπει να αναφερθεί ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία της προσεκτικά και με τη δέουσα καχυποψία. Η παραπονούμενη μας άφησε καλή εντύπωση, αφού η μαρτυρία της ήταν αυθόρμητη, είχε συνέπεια και συνέχεια και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Μετά από αξιολόγηση της και αφού την αντιπαραβάλαμε με τη λοιπή μαρτυρία καθώς και με τις εκατέρωθεν θέσεις, κρίνουμε ότι αυτή παρέθεσε τα επίδικα γεγονότα με ειλικρίνεια. Από την πρώτη στιγμή που επικοινώνησε με τη Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι χρειάζεται βοήθεια, ότι είναι φοβισμένη, ότι την «κρατά» κάποιος άνδρας αφρικανικής καταγωγής (ο κατηγορούμενος) και ότι την είχε βιάσει. Τα όσα αναφέρονται στα μηνύματα στην εφαρμογή What's up Messenger στο Τεκμήριο 3 συνάδουν πλήρως με την εκδοχή της. Η μαρτυρία της παραπονούμενης συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 όπως και με τη μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.8, Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 αλλά και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Κάποιες μικροαντιθέσεις ή μικροαντιφάσεις που παρατηρούνται, δεν μπορούν να αλλοιώσουν τη διαπίστωση αυτή. Αντίθετα, αποτελούν στοιχείο αυθορμητισμού και αυθεντικότητας της μαρτυρίας της (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166, Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143 και Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Δεν μας διαφεύγει ότι η παραπονούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.2, κατά τη συνομιλία τους (Τεκμήριο 3), όταν η Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι θα ενημέρωνε το προσωπικό των Βάσεων για το τι της είχε συμβεί, ότι αρχικά δεν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο και ότι το μόνο που ήθελε από τη Μ.Κ.2 ήταν να την παραλάβει από τον χώρο στάθμευσης των Βάσεων και να την πάει σπίτι της και ότι η Μ.Κ.2 επέμενε να προβεί σε αναφορά πράγμα που η Μ.Κ.2 τελικά έκανε. Όπως όμως προκύπτει από τη συνομιλία τους (Τεκμήριο 3), η οποία άρχισε στις 07:18 της 13/5/2022 (η Μ.Κ.2 της είχε ήδη στείλει δύο μηνύματα, αν βρισκόταν στη Λεμεσό, στις 07:06 και αν όντως πήγε στη Λεμεσό και αν επέστρεψε πίσω και ήταν καλά, στις 07:07), η παραπονούμενη της είπε, αρχίζοντας τη συνομιλία, ότι χρειαζόταν βοήθεια (07:18), ότι είναι φοβισμένη (07:19), ότι την «κρατά» ένας άνδρας αφρικανικής καταγωγής (ο κατηγορούμενος) (07:20) και στις 07:23, ότι τη βίασε, κάτι που επιβεβαίωσε στις 07:44 όταν της υποβλήθηκε ερώτηση από τη Μ.Κ.2 στις 07:42, αν είναι σίγουρη ότι τη βίασε. Επομένως τα πιο πάνω καταρρίπτουν τη θέση της Υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι η παραπονούμενη ήρθε σε συνουσία με τη θέληση της με τον κατηγορούμενο και ότι εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να δηλώσει ότι βιάστηκε από αυτόν λόγω της εξέλιξης των γεγονότων, ενόψει δηλαδή του ότι η Μ.Κ.2 προέβηκε σε αναφορά του ισχυριζόμενου βιασμού στους ανωτέρους της. Υποδεικνύουμε στο σημείο αυτό ότι, δεν τέθηκε στην παραπονούμενη αλλά ούτε και στη Μ.Κ.2 αυτή η θέση κατά την αντεξέταση τους για να δώσουν τη δική τους θέση, όπως και άλλες θέσεις που υποστήριξε η Υπεράσπιση κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων όπως π.χ. ότι η Μ.Κ.2 και η παραπονούμενη δεν ήταν μόνο φίλες αλλά είχαν δεσμό και ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα στη Μ.Κ.2 για να δικαιολογηθεί για το γεγονός ότι έκανε συναινετικό σεξ με τον κατηγορούμενο. Οι θέσεις αυτές της Υπεράσπισης είναι προφανώς ουσιώδεις. Ως λέχθηκε στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 41/2015, ημερ. 25/10/2016, αποτελεί υποχρέωση της υπεράσπισης να υποβάλει τέτοιες θέσεις στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ώστε να τους δώσει την δυνατότητα να αντικρούσουν αυτές και παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις (βλ. και Σιακαλλής ν.Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Οι πιο πάνω θέσεις, ως ουσιώδεις για την Υπεράσπιση, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν ώστε να αξιολογηθούν και συνεπώς είναι έκθετες σε απόρριψη. Δεν μας διαφεύγει δε ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση της που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης της, η παραπονούμενη ανέφερε ότι είναι αμφιφυλόφιλη, οι δύο προηγούμενες της σχέσεις ήταν με κορίτσια, της αρέσουν τα κορίτσια, ο ιδανικός της σύντροφος θα ήταν αθλητικός τύπος, γυμνασμένος, μάλλον μια μελαχρινή κοπέλα, όσον αφορά τους άντρες ότι ο ιδανικός της σύντροφος θα είχε αθλητικό σώμα και θα ήταν πιο ψηλός από αυτή, ότι βρίσκει ελκυστικούς του άντρες άσπρου χρώματος και δεν βρίσκει ελκυστικούς τους άντρες μαύρου χρώματος και δεν θα έκανε ποτέ σεξ με ένα τέτοιο άντρα. Όμως πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφορές της αυτές έγιναν στα πλαίσια απάντησης σε συγκεκριμένη ερώτηση που της τέθηκε (να περιγράψει τον ιδανικό σύντροφο για την ίδια, τι είναι αυτό που ψάχνει να βρει όταν βγαίνει) και δεν φαίνεται αυτές να έγιναν γιατί, ως της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ο μοναδικός λόγος που εκ των υστέρων είπε ότι επρόκειτο για βιασμό ήταν γιατί ο κατηγορούμενος ήταν και άντρας και μαύρος, κάτι που άλλωστε η ίδια δεν δέχθηκε, υποστηρίζοντας ότι υπέστη βιασμό γιατί δεν συναίνεσε στη συνουσία, άσχετα του εάν ήταν άντρας ή γυναίκα ή του χρώματος του δέρματος του. Περαιτέρω δεν φαίνεται η παραπονούμενη να είχε κάποιο άλλο κίνητρο για να καταγγείλει την υπόθεση όπως για παράδειγμα οποιαδήποτε σχετική ασφαλιστική κάλυψη, ως ανέφερε μετά από σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση της. Ούτε το ότι η παραπονούμενη δεν συζήτησε ποτέ τι συνέβη το επίδικο βράδυ στο νυκτερινό κέντρο, με τους Μ.Κ.4, Μ.Κ.9 και τον Μ.Η. που ήταν τότε μαζί της, μεταβάλλει την εικόνα της καθότι είναι λογικό να μη ήθελε να συζητήσει με άλλα πρόσωπα ένα τέτοιο περιστατικό που για την ίδια ήταν τραυματικό. Η αναφερόμενη δε απώλεια μνήμης και απώλεια αισθήσεων από την παραπονούμενη συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, σύμφωνα με την οποία ο εντοπισμός στο αίμα της παραπονούμενης, στις 10:39, 164 μιλιγραμμαρίων αιθυλικής αλκοόλης ανά εκατόλιτρο καταδεικνύει ότι (εάν ληφθεί υπόψη ως αφετηρία η αναφορά του κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση ότι έφυγε ο ίδιος και η παραπονούμενη από το νυκτερινό κέντρο λίγο πριν τις 02:00) μεταξύ 03:00 - 04:00 το πρωί της ίδιας μέρας υπήρχαν στον οργανισμό της μεταξύ 246 μέχρι 329 μιλιγραμμάρια αλκοόλης (μέσος όρος 277 μιλιγραμμάρια) ανά εκατόλιτρο, κάτι που προκαλεί μείωση ικανοτήτων, ελάττωση αντανακλαστικών, σύγχυση, ασυγχρονισμό κινήσεων, διαταραχή στην ομιλία, μπορεί να υπάρξει απώλεια αισθήσεων και ελάττωση μνήμης - απώλεια μνήμης. Επομένως η αναφερόμενη από την παραπονούμενη απώλεια μνήμης και η απώλεια αισθήσεων δικαιολογείται από τη τιμή του αλκοόλ που βρέθηκε στο αίμα της. Εδώ να λεχθεί ότι η όλη μαρτυρία της παραπονούμενης για το θέμα αυτό είναι σε συμφωνία με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, όπως αναφέρουμε πιο πάνω. Περαιτέρω, η αναφορά της παραπονούμενης ότι αυτή ήταν ανάσκελα στο κρεβάτι και ο κατηγορούμενος την κρατούσε από τα μπράτσα και εισχωρούσε μέσα της συνάδει με τους μώλωπες στα μπράτσα της (βλ. φωτογραφίες 8-12 του Τεκμηρίου 4) και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.8, η οποία είπε ότι οι μώλωπες αυτοί ταιριάζουν με το σχήμα των άκρων των δαχτύλων των χεριών και ότι αυτοί ήταν φρέσκοι, στοιχείο που συνάδει επίσης με τη θέση της παραπονούμενης ότι όλους αυτούς τους μώλωπες δεν τους έφερε πριν από το επίδικο περιστατικό. Όσον δε αφορά το ότι η παραπονούμενη εξετάσθηκε στις 13/5/2022, μεταξύ των ωρών 18:25 - 18:50, από τον Ιατροδικαστή Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους, στην έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, ισχύουν τα όσα λέχθηκαν σχετικά ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.8 και υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι και η παραπονούμενη ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε βία κατά το χρόνο που εισχωρούσε μέσα της ούτε η ίδια αντιστάθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν αλλά ένιωθε πόνο χωρίς να αποδίδει αυτόν στη χρήση βίας. Επομένως το πιο πάνω στοιχείο κρίνουμε ότι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Το πως αντέδρασε η παραπονούμενη όταν ξύπνησε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου, τι έκανε και τι παρέλειψε να κάνει (π.χ. γιατί δεν τηλεφώνησε στη Αστυνομία αφού είχε το τηλέφωνο της διαθέσιμο, γιατί έκανε μπάνιο, γιατί έπλυνε τα δόντια της κ.λπ.), κρίνουμε ότι δεν μπορεί σε οποιαδήποτε περίπτωση να έχει επιπτώσεις στη κρίση μας όσον αφορά την αξιοπιστία της αφού κάθε άνθρωπος αντιδρά σε τέτοιες περιπτώσεις διαφορετικά. Άλλωστε η παραπονούμενη έδωσε πειστικές εξηγήσεις ως προς την εν λόγω συμπεριφορά της. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη ανέφερε ότι ξύπνησε το πρωί και ανησυχούσε, ήταν τρομοκρατημένη γιατί ξύπνησε εντελώς γυμνή σε ένα διπλό κρεβάτι, σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν είχε ξαναπάει προηγουμένως και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί, δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο ενώ γνώριζε ότι είχε κάνει σεξ από τον τρόπο που ένιωθε τον κόλπο της ότι δηλαδή κάτι είχε εισχωρήσει μέσα του και ένιωθε αμβλύ πόνο. Έκανε ντους γιατί ήθελε να καθαρίσει το σώμα της λόγω του ότι ένιωθε αηδιασμένη, βρώμικη αφού μόλις είχε υποστεί βιασμό. Δεν χρησιμοποίησε το τηλέφωνο της για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία γιατί ήταν φοβισμένη και δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο και τι αυτός ήταν ικανός να της κάνει. Όταν ο κατηγορούμενος συμφώνησε να τη μεταφέρει στην Επισκοπή, η ίδια ένιωθε φοβισμένη, τρομοκρατημένη, αναστατωμένη και ανησυχούσε αν ο κατηγορούμενος θα την έπαιρνε πράγματι σπίτι της, ενώ έκλαιγε όταν βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Η παραπονούμενη συνέχισε να είναι αναστατωμένη ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου καθοδόν προς την Επισκοπή. Η παραπονούμενη κατά τον χρόνο αυτό συμπεριφερόταν «πολιτισμένα» γιατί δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση στον κατηγορούμενο ότι είχε σκοπό να υποβάλει παράπονο για ό,τι της είχε συμβεί αφού δεν ήξερε τι ήταν ικανός να της κάνει. Όλα τα όσα έχει αναφέρει η παραπονούμενη σε σχέση με το πως αισθανόταν, πως αντιδρούσε και πως συμπεριφερόταν αποτελούν κατά τη γνώμη μας απόλυτα λογικές θέσεις και σε καμία περίπτωση παράλογες. Υποδεικνύουμε και πάλι ότι δεν υπάρχει οποιονδήποτε πρότυπο συμπεριφοράς σε τέτοιες περιπτώσεις και ότι κάθε άνθρωπος αντιδρά με τον δικό του τρόπο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία βιασμού, πρόκειται δηλαδή για υπόθεση που αφορά σεξουαλικό αδίκημα. Ως προς τούτο, παρά το ότι το Δικαστήριο δεν έχει νομοθετική υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονουμένης, κάτι τέτοιο συνηθίζεται, ως θέμα πρακτικής, με βάση το Κοινοδίκαιο. Σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί εξ ολοκλήρου σε τέτοια μαρτυρία και να θεμελιώσει καταδίκη, αφού όμως πρώτα λάβει υπόψη και προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στη στήριξη καταδίκης αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία (βλ. Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Σε σχέση όμως με το πιο πάνω, δέον όπως στο σημείο αυτό, γίνει αναφορά στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο 115(Ι)/2021, ο οποίος περιλαμβάνεται στην παρούσα, στην έκθεση αδικήματος της επίδικης κατηγορίας (συγκεκριμένα το άρθρο 5(α) και ο Πίνακας, άρθρο 14). Σύμφωνα με το άρθρο 5(α) του εν λόγω Νόμου, τα αναφερόμενα στον Πίνακα αυτού αδικήματα λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας. Στον εν λόγω Πίνακα και συγκεκριμένα στο σημείο 14 αναφέρεται ως τέτοιο αδίκημα ο βιασμός και γίνεται παραπομπή στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Από το λεκτικό του άρθρου 5 στο σύνολο του προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νέο αδίκημα αλλά χαρακτηρίζει τα εκεί αναφερόμενα αδικήματα (τα οποία προβλέπονται από τον ίδιο το Νόμο, τον Ποινικό Κώδικα και από άλλες νομοθεσίες), ως αδικήματα «βίας κατά γυναίκας» ώστε να τα εντάξει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου (βλ. άρθρο 3 αυτού), προς ευόδωση των σκοπών αυτού, που είναι, μεταξύ άλλων η προστασία της γυναίκας και η προώθηση των δικαιωµάτων αυτής ως θύματος τέτοιων αδικημάτων. Στα πλαίσια αυτά το άρθρο 29 του ίδιου Νόμου, με την επικεφαλίδα «Μη απαίτηση για ενισχυτική µαρτυρία», προβλέπει ότι για την απόδειξη αδικήµατος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας, μεταξύ άλλων, της ένορκης µαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης µε µόνη τη μαρτυρία αυτή. Με βάση λοιπόν τις ως άνω διατάξεις του Νόμου 115(Ι)/2021, προκύπτει ότι δεν απαιτείται πλέον, ούτε ως θέμα πρακτικής, η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και η σχετική αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου, όταν το αδίκημα του βιασμού του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται εναντίον γυναίκας, όπως στην προκειμένη. Σε κάθε περίπτωση δέον όμως όπως λεχθούν και τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, κρίνουμε ότι η παραπονούμενη ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της ήταν τέτοια ώστε μπορούμε, χωρίς κανένα ενδοιασμό να στηριχθούμε αποκλειστικά σε αυτή, με ασφάλεια και σιγουριά, ανεξάρτητα δηλαδή από άλλη ενισχυτική ή υποστηρικτική μαρτυρία. Παρά τα πιο πάνω κρίνουμε ότι υπάρχει και άλλη μαρτυρία, η οποία ενισχύει και υποστηρίζει τη μαρτυρία της παραπονούμενης και εξηγούμε. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί η αναστατωμένη κατάσταση, στην οποία διαπίστωσε η Μ.Κ.2, ότι βρισκόταν η παραπονούμενη κατά τον χρόνο που επέστρεψε στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο της Επισκοπής αλλά και στη συνέχεια η Μ.Κ.8 και αργότερα η Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε η Μ.Κ.2 (της οποίας η μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτή), μόλις το όχημα του κατηγορουμένου έφτασε στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο της Επισκοπής, η παραπονούμενη εξήλθε από αυτό, έτρεξε στο αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 και εισήλθε σ' αυτό και τότε κατατρομαγμένη, έτρεμε, ούρλιαζε και ήθελε να τη μεταφέρει στο συγκρότημα κατοικιών που διέμενε και η Μ.Κ.2 δεν είχε ξαναδεί την παραπονούμενη σε τέτοια κατάσταση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 που αποτελεί τα μηνύματα που αντάλλασσε η Μ.Κ.2 με την παραπονούμενη αυτή έφτασε στον εν λόγω χώρο στάθμευσης περί τις 08:04 το πρωί. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.8 (η οποία έχει γίνει αποδεκτή) όταν αυτή εξέτασε την παραπονούμενη την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 09:20 - 11:30, η τελευταία ήταν τρομαγμένη, είχε δάκρυα στα μάτια αλλά δεν έκλαιγε και ήταν σε κατάσταση ψυχολογικού σοκ. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η παραπονούμενη βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, δηλαδή αναστατωμένη, αμέσως μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της και συνέχισε να βρίσκεται σε δύσκολη, άσχημη ψυχολογική κατάσταση και τις επόμενες ώρες που μεσολάβησαν μέχρι που συναντήθηκε με τη Μ.Κ.6 πριν από την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η οποία άρχισε να λαμβάνεται στις 13:19 της ίδιας μέρας (13/5/2022). Σημειώνουμε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήρια 12Α και 12Β) αναφέρει ότι ενώ ήταν καθοδόν προς την Επισκοπή κατάλαβε από τη συνομιλία που είχε με τη παραπονούμενη ότι αυτή ένιωθε άσχημα που ήλθαν σε συνουσία και δεν θυμόταν τι έγινε. Κρίνουμε δε ότι η μαρτυρία αυτή, δηλαδή η αναστατωμένη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη δεν ήταν προσποιητή ή κατασκευασμένη, αλλά αυθόρμητη και αυθεντική. Άλλη τέτοια μαρτυρία αποτελούν τα μηνύματα της παραπονούμενης προς τη Μ.Κ.2 μέσω της εφαρμογής What's up Messenger, ότι βιάστηκε. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.2 ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο είχε επικοινωνία η παραπονούμενη μετά τα όσα συνέβησαν στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου και είπε σ' αυτή σε δύο περιπτώσεις, ως αναφέραμε αναλυτικά πιο πάνω, ότι είχε βιαστεί. Κρίνουμε ότι τα πιο πάνω αποτελούν άμεσο (πρώτο παράπονο) αφού τα λεχθέντα της παραπονούμενης έγιναν στο πρώτο πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε μετά τον βιασμό της ενώ από την όλη συνομιλία, η οποία έλαβε χώρα μέσω της πιο πάνω εφαρμογής μεταξύ της παραπονούμενης και της Μ.Κ.2, διαφαίνεται ο αυθορμητισμός με τον οποίο έγινε η αναφορά της παραπονούμενης ότι βιάστηκε. Η παραπονούμενη με την έναρξη της συνομιλίας της με τη Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι χρειαζόταν βοήθεια («A. I need help»), ότι ήταν φοβισμένη («I'm scared») και στη συνέχεια ότι ήταν σε κακή κατάσταση («I'm a mess») και ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει («. he's raped me») κάτι που επιβεβαίωσε λίγο αργότερα. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της παραπονούμενης γίνεται αποδεκτή. Τέλος όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ως προς τούτου δέον όπως λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι πρόκειται για αναφαίρετο δικαίωμα του και δεν είναι επιτρεπτό εκ της άσκησης αυτού να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλ. Charalambous a.ο. ν. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97, Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Όπως αναφέρεται πιο πάνω η Μ.Κ.6 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 14/5/2022 και μεταξύ των ωρών 19:30 - 23:45 (Tεκμήριο 12Β που αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του Τεκμηρίου 12Α που είναι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου στην αγγλική γλώσσα). Η κατάθεση αυτή λήφθηκε δηλαδή την ίδια μέρα της σύλληψης του κατηγορούμενου και άρχισε περίπου 3 ώρες αργότερα. Ως έχει νομολογηθεί, προτού το Δικαστήριο αποφασίσει να στηριχθεί σε μια ομολογία θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι θεληματική. Ο όρος θεληματική χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε από τον κατηγορούμενο από φόβο μήπως επηρεασθεί δυσμενώς η θέση του ή από ελπίδα για κάποιο όφελος που προκλήθηκε ή του δόθηκε από πρόσωπο που ασκούσε εξουσία ή με τρόπο που αποτελεί καταπίεση. Όσο εθελουσία και να είναι η κατάθεση κατηγορουμένου, είναι επιθυμητό να αναζητείται στο τέλος η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της, ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα λάθους. Η υιοθέτηση της πιο πάνω αρχής γίνεται προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. σχετικά Μάρτιν ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 65). Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ιακωβίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 110). Στην προκειμένη, η θεληματικότητα της κατάθεσης του κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Υποβλήθηκε βέβαια στην ανακριτή της υπόθεσης (Μ.Κ.6) κατά την αντεξέταση της (και μετά την, χωρίς ένσταση, κατάθεση στο Δικαστήριο των Τεκμηρίων 12Α και 12Β) ότι όταν θα λάμβανε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αυτός της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση κατά τη χρονική εκείνη στιγμή γιατί ήταν κάτω από ψυχολογική πίεση και της ζήτησε να το κάνει λίγες ώρες αργότερα και ότι η ίδια δεν το δέχθηκε και τον πίεσε να δώσει ανακριτική κατάθεση κατά το χρόνο αυτό λέγοντας του παράλληλα ότι θα μπορούσε να αλλάξει την κατάθεση του αργότερα και ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Η Μ.Κ.6 όμως αρνήθηκε αυτές τις θέσεις. Υπενθυμίζουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.6 έχει γίνει αποδεκτή. Εν πάση όμως περιπτώσει σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου όσον αφορά τη θεληματικότητα του, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου των τελικών αγορεύσεων. Όπως αναφέρει ακόμα στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος μίλησε προηγουμένως με τη δικηγόρο του, το όνομα της οποίας αναφέρεται και στο έντυπο δικαιωμάτων προσώπων που βρίσκονται υπό σύλληψη/κράτηση (Τεκμήριο 11). Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία είναι μικτή (mixed statement) δηλαδή σε ένα μέρος περιέχει ομολογία και σ' άλλο δικαιολογίες. Σε τέτοια περίπτωση όπως την παρούσα, που ο κατηγορούμενος δεν έχει καταθέσει ενόρκως, το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, θα πρέπει να εξετάσει την κατάθεση στο σύνολο της και να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται στα διαφορετικά μέρη αυτής. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Duncan
(1981)73 Cr. App. R. 359, 365: «Where a 'mixed' statement is under consideration by the jury in a case where the defendant has not given evidence, it seems to us that the simplest, and, therefore, the method most likely to produce a just result, is for the jury to be told that the whole statement, both incriminating parts and the excuses or explanations, must be considered by them in deciding where the truth lies. It is, to say the least, not helpful to try to explain to the jury that the exculpatory parts of the statement are something less than evidence of the facts they state. Equally, where appropriate, as it usually will be, the judge may, and should, point out that the incriminating parts are likely to be true (otherwise why say them?), whereas the excuses do not have the same weight. Nor is there any reason why, again where appropriate, the judge should not comment in relation to the exculpatory remarks upon the election of the accused not to give evidence». Στην αγγλική απόφαση Donaldson
(1976)64 Cr. App. R. 59, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ένορκοι, όταν εξετάζουν τη βαρύτητα που θα δώσουν στο μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που είναι ευνοϊκό για τον ίδιο, θα πρέπει να λάβουν υπόψη ότι οι δηλώσεις είχαν γίνει χωρίς όρκο και δεν έχουν «δοκιμασθεί» μέσα από την αντεξέταση. Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 AAΔ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Aυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές παρατηρούμε τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι βρισκόταν στο νυκτερινό κέντρο το βράδυ της 12/5/2022 προς 13/5/2022 και ότι βρισκόταν σε τραπέζι κοντά στο μπαρ γίνεται αποδεκτός αφού η Μ.Κ.6 ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι, μετά από μελέτη των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης του νυκτερινού κέντρου, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έφυγαν από το κέντρο μαζί. Περαιτέρω ο Μ.Κ.9 ανέφερε ότι κοντά στο μπαρ το επίδικο βράδυ υπήρχε κάποιος «νέγρος». Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι φλέρταρε με την παραπονούμενη και ότι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι, χόρεψαν, αυτή τον άγγιζε και τον φίλησε, δεν γίνεται αποδεκτός αφού οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 ανέφεραν ότι δεν θυμούνται να έχουν δει τον κατηγορούμενο να μιλά και να κάνει παρέα με την παραπονούμενη. Θα μπορούσε για το ζήτημα αυτό να ρίξει φως η μελέτη των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης όμως δεν ζητήθηκε από τη Μ.Κ.6 να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο, κάτι που παραδέχθηκε και η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν είναι ουσιώδες καθότι δεν συνδέεται με την επίδικη συνουσία αφού, ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεση του, μετά από αυτό η παραπονούμενη επέστρεψε στο τραπέζι της και συνέχισε να πίνει και να χορεύει με άλλους δύο άντρες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη τον πλησίασε και του ζήτησε να τη μεταφέρει στο σπίτι της, αυτός γίνεται δεκτός εφόσον συνάδει με τη μαρτυρία και αναφερόμαστε στο ότι η Μ.Κ.6 είπε ότι από τη μελέτη των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη αποχώρησαν μαζί από το εν λόγω νυκτερινό κέντρο. Στη συνέχεια της κατάθεσης του ο κατηγορούμενος περιγράφει την κατάσταση στην οποία ήταν η παραπονούμενη ως άσχημη, ότι αυτή ήταν ζαλισμένη, παραπατούσε, ότι δεν μπορούσε να ισορροπήσει στα πόδια της, ότι αυτός προσπάθησε να την κρατήσει για να μη πέσει από τα σκαλιά εκεί στο κέντρο, ότι του μιλούσε αλλά δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, παρά μόνο «Πάρε με σπίτι» και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της, ότι αυτός την κρατούσε από το μπράτσο και την πήρε στο αυτοκίνητο του, όπου έκατσαν λίγο για να συνέλθει η παραπονούμενη από το ποτό και να του πει που μένει και εκείνη έγερνε συνέχεια προς το μέρος του και δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Έμειναν στο αυτοκίνητο για λίγα λεπτά και η παραπονούμενη μιλούσε χωρίς να καταλαμβαίνει ο κατηγορούμενος τι έλεγε και ούτε μπορούσαν να συνεννοηθούν. Δεχόμαστε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αφού συνάδουν με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3 αλλά και της παραπονούμενης σε σχέση με την τότε κατάσταση στην οποία βρισκόταν η τελευταία. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην κατάθεση του ότι παρόλο που η παραπονούμενη του έλεγε συνεχώς «πάρε με σπίτι» αυτός με δική του πρωτοβουλία την πήρε στο διαμέρισμα του. Δεχόμαστε τον ισχυρισμό αυτό αφού η παραπονούμενη ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι ξύπνησε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου χωρίς να ξέρει πως βρέθηκε εκεί. Περαιτέρω δεχόμαστε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου στην κατάθεση του, αφού συνάδουν με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 αλλά και της παραπονούμενης ως προς την τότε κατάσταση της τελευταίας ότι, καθοδόν προς το σπίτι του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη έπεφτε συνέχεια προς την πλευρά του και έτσι αυτός αναγκάστηκε να οδηγεί με το ένα χέρι και με το άλλο να την κρατά ώστε να ισορροπήσει καθώς και ότι όταν στάθμευσαν έξω από την πολυκατοικία όπου αυτός διέμενε, βοήθησε την παραπονούμενη και προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας και ότι ήθελε να κάτσει στα σκαλιά γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει από το μεθύσι και ότι στη συνέχεια αυτός της είπε ότι δεν μπορούσε να μείνει εκεί και τη βοήθησε και ανέβηκαν στο διαμέρισμα του και ότι με το που εισήλθαν σε αυτό τη συνόδευσε στο δωμάτιο του και ότι σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη ξάπλωσε προς τα πίσω και τα πόδια της ακουμπούσαν στο έδαφος και ότι αυτή είχε ουρήσει πάνω της από πριν, όταν βγήκε έξω από το κέντρο. Δεχόμαστε επίσης ότι αυτός έβγαλε φωτογραφίες της παραπονούμενης που την έδειχναν σε αυτή την κατάσταση αφού αυτό επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις φωτογραφίες αυτές (Τεκμήριο 16). Ο ισχυρισμός του ότι είπε στην παραπονούμενη να βγάλει τα ρούχα της για να της τα πλύνει και αυτή δεν έφερε αντίρρηση (αν και ήταν ζαλισμένη) και άρχισε να τα βγάζει από μόνη της, δεν τα κατάφερνε και ότι αυτός τη βοήθησε και ότι μαζί έβγαλαν όλα τα ρούχα της, δεν γίνεται δεκτός αφού έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι αυτή, όπως φαίνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 16 (όπου η παραπονούμενη απεικονίζεται να ξαπλώνει στο κρεβάτι σε άβολη θέση, όχι κατά μήκος του κρεβατιού αλλά κατά πλάτος, με τα πόδια της να αγγίζουν το πάτωμα), δεν είχε τις αισθήσεις της και εν πάση περιπτώσει δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ότι κάλυψε την παραπονούμενη με «ττόρο» και την έβαλε να ξαπλώσει καλά στο κρεβάτι, την κάλυψε με σεντόνι και κουβέρτα και ακολούθως έβαλε τα ρούχα της να πλυθούν στο πλυντήριο. Φόρεσε ο ίδιος μια βερμούδα και μια ξιμάσχαλη φανέλα και ξάπλωσε δίπλα της και μετά από 5 - 10 λεπτά περίπου και ενώ η παραπονούμενη ήταν ξαπλωμένη στο ένα της πλευρό, μετακίνησε το κορμί της προς το μέρος του, ξάπλωσε στο μπράτσο του, άρχισε να τον χαϊδεύει στο στήθος και στη συνέχεια να του χαϊδεύει το πέος, αυτός ερεθίστηκε, άρχισαν να φιλιούνται με πάθος, αυτή του έλεγε συνέχεια δηλαδή τρεις φορές «Fuck me» και έκαναν έρωτα ενώ η παραπονούμενη ήταν ανάσκελα και αυτός από πάνω της. Ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή η παραπονούμενη μετακινήθηκε προς το μέρος του, ξάπλωσε στο μπράτσο του και άρχισε να τον χαϊδεύει και να του ζητεί να έρθει σε συνουσία μαζί της δεν γίνεται δεκτός αφού δεν αντέχει στον έλεγχο της κοινής λογικής από τη μια η παραπονούμενη να βρίσκεται στην κατάσταση που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε και δεχθήκαμε ανωτέρω (από την ώρα που έφυγαν από το κέντρο μέχρι την ώρα που, μετά που ο κατηγορούμενος έβαλε τα ρούχα της για πλύσιμο, την έβαλε να ξαπλώσει καλά στο κρεβάτι) ενώ από τη άλλη μετά από πάροδο χρόνου 5-10 λεπτών περίπου που αυτός ξάπλωσε δίπλα της, δηλαδή σε σύντομο χρόνο αυτή να άρχισε να χαϊδεύει τον κατηγορούμενο και να του ζητεί να έρθουν σε συνουσία. Διευκρινίζουμε βέβαια ότι αποδεχόμαστε ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη ότι δηλαδή έκανε σεξ μαζί της ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα και αυτός ήταν από πάνω της και ότι κατά τον χρόνο αυτό δεν φορούσε προφυλακτικό. Δεν αποδεχόμαστε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι κατά τον χρόνο που μετέβηκε στο νυκτερινό κέντρο ήταν λίγο μεθυσμένος και ότι στη συνέχεια συνέχισε να βρίσκεται σε κατάσταση μέθης αφού κατανάλωσε στο νυκτερινό κέντρο αλκοολούχα ποτά. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός, ενώ σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι, από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του περιγράφοντας με λεπτομέρεια τα όσα έγιναν και έχουν γίνει δεκτά, προκύπτει ότι ακόμη και εάν είχε καταναλώσει αλκοόλ, αυτό δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τη μνήμη αλλά κυρίως την αντίληψη, την κρίση και τις πράξεις του. Περαιτέρω δεν αποδεχόμαστε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι κατά το χρόνο που ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη τα χέρια του ήταν ελεύθερα και δεν κρατούσε ή πίεζε την παραπονούμενη, αφού ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που έχουμε αποδεχθεί ότι δηλαδή η παραπονούμενη έφερε μώλωπες στα μπράτσα της όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 8-12 του Τεκμηρίου 4, οι οποίοι ταιριάζουν με το σχήμα των άκρων των δαχτύλων των χεριών. Δεν δεχόμαστε ακόμα τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι, κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο νυκτερινό κέντρο, αντάλλαξε μηνύματα με την παραπονούμενη μέσω των κινητών τους τηλεφώνων αφού δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ο κατηγορούμενος ενώ υπέδειξε στην Αστυνομία, στο κινητό του τηλέφωνο τις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε και απεικονίζουν την παραπονούμενη ενώ βρισκόταν σε κατάσταση που δεν είχε τις αισθήσεις της καθώς και τις κάρτες που αυτή είχε στην καρτοθήκη της, κάτι που αναφέρει και στην ανακριτική του κατάθεση εντούτοις στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι παραδίδει το τηλέφωνο του για εντοπισμό των ισχυριζόμενων αυτών μηνυμάτων ούτε τα υπέδειξε σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι, προτού αυτή εξέλθει του αυτοκινήτου του όταν την μετέφερε στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο της Επισκοπής, υπέδειξε στην παραπονούμενη, στο κινητό της τηλέφωνο, τον αριθμό τηλεφώνου του, από τα μηνύματα που αντάλλαξαν στο νυκτερινό κέντρο. Δεχόμαστε δε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι η παραπονούμενη ξύπνησε το πρωί στο διαμέρισμα του λίγο μετά τις 06:30 καθώς και ότι ενώ ήταν καθοδόν προς την Επισκοπή αυτός αντιλήφθηκε από τη συνομιλία που είχε με την παραπονούμενη ότι εκείνη ένιωθε άσχημα που ήρθαν σε συνουσία και δεν θυμόταν τι είχε γίνει. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου στην κατάθεση του, τους αποδεχόμαστε όπου αυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση και συνάδουν με τη μαρτυρία της παραπονούμενης και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας που έχουμε αποδεχθεί. Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ήταν μεθυσμένος κατά τον επίδικο χρόνο, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα έχοντας υπόψη τον χρόνο που αυτός συνελήφθηκε δηλαδή στις 14/5/2022 και ώρα 16:35 ως επίσης τον χρόνο που προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό μέσω της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήρια 12Α και 12Β), η οποία έλαβε χώρα την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 19:30 με 23:
- Ο χρόνος δηλαδή που ο κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό αυτό ήταν τέτοιος που δεν μπορούσε να υπολογιστεί δια εργαστηριακών εξετάσεων η ποσότητα του αλκοόλ που είχε ο κατηγορούμενος στον οργανισμό του κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτό γιατί είχαν περάσει περίπου 36 και πλέον ώρες από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη δηλαδή τις πρωινές ώρες της 13/5/2022 (μεταξύ 03:00 - 04:00) κάτι που επισήμανε ο Μ.Κ.11 κατά τη μαρτυρία του. Όπως δε έχει αναφέρει η Μ.Κ.3 κατά τη μαρτυρία της σύμφωνα με τον αναγνωρισμένο τύπο του Dubowski το αλκοόλ αποβάλλεται από τον ανθρώπινο οργανισμό με μια συγκέντρωση μέσου όρου 15 μιλιγραμμαρίων ανά εκατόλιτρο ανά ώρα. Όσον αφορά το ζήτημα των μηνυμάτων που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αντάλλαξε με την παραπονούμενη μέσω των κινητών τους τηλεφώνων πέραν των όσων αναφέρουμε πιο πάνω για το ζήτημα αυτό κατά το στάδιο αξιολόγησης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, υποδεικνύουμε ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ότι παραδίδει το τηλέφωνο του στην ανακριτή Μ.Κ.6 για να τυπώσει με τη συγκατάθεση του τις φωτογραφίες τις οποίες αναφέρει εκεί (Τεκμήριο 16) και δεν υπόδειξε οποιαδήποτε μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο. Επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε παράλειψη στην Αστυνομία σε σχέση με το ανακριτικό έργο. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν είχε ανταλλαγεί οποιοδήποτε μήνυμα μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης στο νυκτερινό κέντρο αφού ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση δεν ισχυρίζεται ότι ανταλλάχθηκαν μηνύματα που είχαν οποιαδήποτε σχέση με σεξουαλική συνεύρεση του με την παραπονούμενη. Ισχυρίζεται ότι αυτά τα μηνύματα ανταλλάχθηκαν στα πρώτα στάδια της γνωριμίας του με την παραπονούμενη. Αυτό επομένως που έχει σημασία είναι τι λέχθηκε και τι επισυνέβη ακολούθως και δη κατά το χρόνο που προηγήθηκε της συνουσίας του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη στο διαμέρισμα του και σχετίζονται με αυτή και τις συνθήκες που έλαβε χώρα αυτή και όχι τι μηνύματα ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους στο κέντρο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που έγινε δεκτή στην παρούσα και τα παραδεκτά γεγονότα, πέραν των όσων έχουμε δεχτεί ανωτέρω, καταλήγουμε στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 13/5/2022 γύρω στις 18:45, η παραπονούμενη μαζί με φίλους της και συναδέλφους της δηλαδή τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, Μ.Κ.9, Μ.Κ.10, Μ.Η., Η.Ε, μετέβηκαν σε ένα υποστατικό (pub) στην Ερήμη. Εκεί έπαιξαν διάφορα παιχνίδια και η παραπονούμενη ήπιε 4 μεγάλα ποτήρια μπύρα και ακόμη ένα ποτό και δείπνησε. Κατά το στάδιο αυτό η παραπονούμενη ήταν χαρούμενη αφού περνούσε ευχάριστα με τους φίλους της και ήταν λίγο επηρεασμένη από την κατανάλωση αλκοόλ. Ακολούθως, η παραπονούμενη μαζί με τους Μ.Η., Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 μετέβηκαν σε συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό. Τους μετέφερε εκεί ο Μ.Κ.10 με το αυτοκίνητο του και στη συνέχεια αυτός έφυγε. Εισήλθαν στο νυκτερινό κέντρο. Αρχικά αυτό ήταν άδειο και πήγαν σε ένα στρογγυλό τραπέζι 10 περίπου μέτρα από το μπαρ. Εκεί η παραπονούμενη χόρεψε με κάποιες ξένες κοπέλες με τις οποίες μίλησαν και οι συνάδελφοι της και ήπιε 3 ποτά βότκα με χυμό ανανά. Λόγω του μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών που κατανάλωσε η παραπονούμενη, αυτή ήταν μεθυσμένη, ζαλισμένη, παραπατούσε, δεν μπορούσε να ισορροπήσει στα πόδια της και γενικά δεν μπορούσε να περπατήσει και να συνεννοηθεί με τους γύρω της. Σε κάποια στιγμή ούρησε πάνω της. Λίγο πριν τις 02:00 η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος έφυγαν μαζί από το νυκτερινό κέντρο. Η παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος τη μετέφερε με δική του πρωτοβουλία στο διαμέρισμα του. Εκεί η παραπονούμενη, η οποία συνέχισε να βρίσκεται στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και έχοντας χάσει τις αισθήσεις της, βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του κατηγορουμένου με τα πόδια της να αγγίζουν στο έδαφος. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια τη φωτογράφησε όπως βρισκόταν ξαπλωμένη με τα ρούχα της βρεγμένα από τα ούρα. Φωτογράφησε επίσης τις κάρτες που βρίσκονταν στην καρτοθήκη της. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αφαίρεσε όλα τα ρούχα της παραπονούμενης και τα έβαλε στο πλυντήριο για να πλυθούν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη δεν θυμάται να έφυγε από το εν λόγω νυκτερινό κέντρο, ούτε πως έφυγε από αυτό ή οτιδήποτε άλλο από ένα σημείο και μετά. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα έμεινε στο νυκτερινό κέντρο. Η τελευταία ανάμνηση που έχει από εκεί είναι όταν μίλησε με ένα λευκό άντρα, ο οποίος εργαζόταν σε ναυτιλιακή εταιρεία και δεν ήταν Άγγλος. Κατά τον χρόνο εκείνο η ίδια ήταν πολύ μεθυσμένη αλλά (ένιωθε ότι) περνούσε καλά. Το επόμενο που θυμόταν η παραπονούμενη, ήταν να είναι ξαπλωμένη ανάσκελα σε ένα κρεβάτι με τα πόδια της ανοικτά και τις πατούσες της πάνω στο στρώμα και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται από πάνω της, να της κρατά τα μπράτσα (τα οποία ήταν ελαφρώς ανυψωμένα αλλά ήταν λυγισμένα) και να εισχωρεί μέσα στον κόλπο της με το πέος του. Ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε βία ούτε η παραπονούμενη αντιστάθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν αλλά κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εισχωρούσε μέσα της αυτή ένιωθε αμβλύ πόνο στον κόλπο της. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε και δεν γνωρίζει πως σταμάτησε η όλη σεξουαλική πράξη. Το επόμενο πράγμα που θυμάται η παραπονούμενη είναι ότι ξύπνησε το πρωί, λίγο μετά τις 06:30, εντελώς γυμνή, σε ένα διπλό κρεβάτι, δίχως σεντόνια, σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν είχε ξαναπάει προηγουμένως και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη γνώριζε ότι είχε κάμει σεξ λόγω του τρόπου που ένιωθε τον κόλπο της, δηλαδή ένιωθε ότι κάτι είχε εισχωρήσει μέσα του και ένιωθε αμβλύ πόνο. Ήταν ακόμα μεθυσμένη, το μυαλό της ήταν θολό, ανησυχούσε γιατί δεν ήξερε που βρισκόταν και ήταν τρομοκρατημένη. Ακολούθως η παραπονούμενη βγήκε από το υπνοδωμάτιο, πήγε στην κουζίνα και είδε τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν γνώριζε. Τον ρώτησε γιατί βρισκόταν εκεί ως επίσης αν μπορούσε να την πάρει σπίτι της. Το κινητό της βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι ενώ η καρτοθήκη της μαζί με τα κλειδιά της βρισκόταν πάνω σε ένα τραπεζάκι αλλά αυτή ήταν άδεια. Η παραπονούμενη ήθελε να κάμει ντους και ρώτησε τον κατηγορούμενο που ήταν το μπάνιο και αυτός της υπέδειξε το μπάνιο. Η παραπονούμενη έκανε ντους γιατί ήθελε να καθαρίσει το σώμα της λόγω του ότι ένιωθε αηδιασμένη και βρώμικη αφού θεωρούσε ότι είχε υποστεί βιασμό. Έπλυνε επίσης τα δόντια της με οδοντόβουρτσα που της έδωσε ο κατηγορούμενος. Όταν εξήλθε από το μπάνιο ήταν τυλιγμένη με ένα ριχτάρι από λεπτό ύφασμα, το οποίο της έδωσε ο κατηγορούμενος. Ρώτησε τον κατηγορούμενο που ήταν τα ρούχα της και αυτός της είπε ότι τα έπλυνε και τα άπλωσε στο μπαλκόνι για να στεγνώσουν λόγω του ότι είχε ουρήσει πάνω της και πάνω στα σεντόνια. Η ίδια διαπίστωσε ότι το κρεβάτι ήταν όντως βρεγμένο. Η παραπονούμενη επέμενε να φορέσει τα ρούχα της και ο κατηγορούμενος της τα έδωσε και τα φόρεσε όπως ήταν βρεγμένα. Αρνήθηκε προηγουμένως πρόταση του κατηγορούμενου να φορέσει δικά του ρούχα. Ρώτησε επίσης τον κατηγορούμενο που βρίσκονταν οι κάρτες της και αυτός της είπε ότι θα τις φέρει πράγμα που έπραξε. Της είπε ότι τις πήρε επειδή ήταν μέσα στα ρούχα της, τα οποία ήταν βρεγμένα και τα έπλυνε. Η παραπονούμενη έκανε μια περιήγηση στους χάρτες του κινητού της τηλεφώνου για να μάθει που βρισκόταν και αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν σε απόσταση 30 λεπτών από την Επισκοπή. Δεν χρησιμοποίησε το τηλέφωνο της να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία γιατί ήταν φοβισμένη και δεν γνώριζε για το τι ήταν ικανός ο κατηγορούμενος να κάνει, ποιος ήταν ο κατηγορούμενος και γιατί βρισκόταν στο διαμέρισμα του. Ζήτησε από τον κατηγορούμενο να την πάρει σπίτι της. Κατά τον χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος μαγείρευε κάποιο φαγητό στην κουζίνα και της ζήτησε να περιμένει για να φτιάξει πρωινό. Η παραπονούμενη επέμενε, ζήτησε ξανά και ξανά από τον κατηγορούμενο να την πάρει σπίτι της και στο τέλος αυτός δέχτηκε. Βγήκαν έξω από το διαμέρισμα και στο μέρος βρισκόταν ένας άλλος άντρας μαύρου χρώματος με τον οποίο ο κατηγορούμενος μίλησε για κάποια δευτερόλεπτα. Μετέβηκαν στον χώρο στάθμευσης όπου εισήλθαν σε ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί και η παραπονούμενη ζήτησε ξανά από τον κατηγορούμενο να την πάει σπίτι της. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να τη μεταφέρει στην Επισκοπή. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη ένιωθε φοβισμένη, τρομοκρατημένη και ανησυχούσε αν ο κατηγορούμενος θα την έπαιρνε πράγματι σπίτι της. Όταν εισήλθαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και άρχισαν να κινούνται η παραπονούμενη αντιλήφθηκε πως βρίσκονταν στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει πως το διαμέρισμα του βρισκόταν 2 λεπτά μακριά από το προαναφερόμενο νυκτερινό κέντρο. Κατευθύνθηκαν προς την Επισκοπή, όμως σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος εξήλθε του αυτοκινητόδρομου και σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο όπου ο κατηγορούμενος έβαλε στο αυτοκίνητο του βενζίνη. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς τη Λεμεσό και είπε στην παραπονούμενη (η οποία τον παρακαλούσε να την πάει σπίτι) ότι θα έπρεπε να μεταβούν στην εργασία του γιατί θα έπρεπε να ήταν ήδη εκεί και είχε αργήσει. Μετέβηκαν σε ένα χώρο που έμοιαζε με πλυντήριο αυτοκινήτων. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη αναγνώρισε που βρισκόταν μέσω των χαρτών του κινητού της τηλεφώνου και έστειλε την τοποθεσία στη Μ.Κ.
- Ακολούθως εισήλθαν ξανά στον αυτοκινητόδρομο και κατευθύνθηκαν προς την Επισκοπή. Καθοδόν προς την Επισκοπή ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, άνοιξε το μπροστινό καπό και έβαλε λίγο νερό στη μηχανή. Τότε η παραπονούμενη έβγαλε φωτογραφία τον κατηγορούμενο που έβαζε νερό στη μηχανή και την έστειλε στη Μ.Κ.
- Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Επισκοπή, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος δεν μιλούσαν ιδιαίτερα αλλά αυτή τον ρώτησε γιατί έκανε σεξ μαζί της και ακόμα τον ρώτησε εάν εκσπερμάτωσε μέσα της και εάν χρειαζόταν να πιει «το χάπι της επόμενης μέρας» και ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν χρειαζόταν να το πάρει ενώ σε συνεχείς ερωτήσεις της γιατί έκανε σεξ μαζί της ο κατηγορούμενος της είπε «Ξέρω πως ήσουν πολύ μεθυσμένη και λυπάμαι». Η παραπονούμενη είπε ακόμη στον κατηγορούμενο ότι είναι αστυνομικός και ότι αυτό που έγινε είναι λάθος και δεν μπορούσε να το κάνει αυτό και αυτός της απάντησε ότι το ήξερε, αφού είδε την ταυτότητα της και ζήτησε συγγνώμη. Η παραπονούμενη στη συνέχεια ρώτησε ακόμη τον κατηγορούμενο γιατί χωρίστηκε από τους φίλους της και αυτός της είπε ότι οι φίλοι της την κορόιδευαν και ότι σε κάποια στιγμή δεν βρισκόταν με τους φίλους της. Η παραπονούμενη συνέχισε να είναι αναστατωμένη ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και αυτός της έλεγε «D. θα σε πάρω σπίτι σου, θα σε πάρω σπίτι σου. D. γιατί κλαις, γιατί κλαις;». Η παραπονούμενη κατά τον χρόνο αυτό συμπεριφερόταν «πολιτισμένα» γιατί δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση στον κατηγορούμενο ότι είχε σκοπό να υποβάλει παράπονο για ό,τι της είχε συμβεί αφού δεν ήξερε τι ήταν ικανός να της κάνει. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος να μύριζε αλκοόλ. Μετά από ένα χρονικό διάστημα έφτασαν στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο της Επισκοπής (σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 που αποτελεί τα μηνύματα που αντάλλασσε η Μ.Κ.2 με την παραπονούμενη αυτό έγινε περί τις 08:04 το πρωί) όπου είχε συμφωνήσει με τη Μ.Κ.2, με την οποία αντάλλασσε μηνύματα όλο το πρωινό, να πάει η τελευταία να την παραλάβει. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.2 έστειλε στην παραπονούμενη πρώτη μήνυμα και τη ρώτησε αν πήγε σπίτι και εάν ήταν καλά και η παραπονούμενη της απάντησε ότι την «κρατούσε» κάποιος άντρας αφρικανικής καταγωγής. Η Μ.Κ.2 της έκανε πολλές ερωτήσεις και η παραπονούμενη της ανέφερε ότι την είχε βιάσει. Η αποστολή μηνυμάτων άρχισε ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν ακόμα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου (βλ. σχετικά τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 που έγινε δεκτή ανωτέρω). Η παραπονούμενη όταν βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορούμενου, το πρωί μετά που ξύπνησε, είδε στο κινητό της τηλέφωνο 9 κλήσεις από τον Μ.Κ.9 και μία κλήση από τον Μ.Κ.4 αλλά δεν τηλεφώνησε σε οποιονδήποτε. Όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο στον προαναφερόμενο χώρο στάθμευσης και ενώ η Μ.Κ.2 ήταν ήδη εκεί με το αυτοκίνητο της και περίμενε την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος έγραψε στην τελευταία τα προσωπικά του δεδομένα σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί και της το έδωσε λέγοντας της να κρατήσει τα στοιχεία του. Η παραπονούμενη του είπε όχι και το έβαλε στη θήκη της πόρτας μαζί με χαρτομάντηλα που κρατούσε επειδή έκλαιγε. Ο λόγος που δεν κράτησε τα στοιχεία του κατηγορούμενου ήταν γιατί δεν ήθελε να έχει οποιανδήποτε σχέση μαζί του ως επίσης η ίδια θεωρούσε ότι δεν χρειαζόταν το όνομα του για να υποβάλει παράπονο. Η παραπονούμενη βγήκε στη συνέχεια από το αυτοκίνητο και έτρεξε στο αυτοκίνητο της Μ.Κ.2 και άρχισε να κλαίει. Στη συνέχεια κατήγγειλε το περιστατικό στα υπεύθυνα άτομα των Βρετανικών Βάσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα (ως έχει τροποποιηθεί στις 13/11/2020 με το Νόμο 150(Ι)/2020), από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του βιασμού είναι:
- Ο κατηγορούμενος να έλθει σε παράνομη συνουσία, διά κολπικής, πρωκτικής ή στοµατικής διείσδυσης του πέους του, στο σώµα άλλου προσώπου,
- Αυτό να γίνει χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου ή με τη συναίνεση του, η όποια να δόθηκε υπό το κράτος βίας ή απειλής ή φόβου. Η κατηγορία εδράζεται, ως έχει προαναφερθεί και στο άρθρο 5(α) και στον Πίνακα, άρθρο 14, του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, το οποίο όμως ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νέο αδίκημα ούτε και μεταβάλλει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος του βιασμού, τα οποία πρέπει να αποδειχθούν. Ως συνάγεται από την Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 503, προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος του βιασμού θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκατάθεση ή η συναίνεση του θύματος δεν είχε δοθεί και ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώρα στην απουσία τέτοιας συγκατάθεσης. Το κατά πόσο το θύμα συναίνεσε ή όχι είναι ζήτημα πραγματικό. Ως έχει λεχθεί στην Βejandi v. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 935, δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος, η απόδειξη των οποίων απαιτείται µόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως το θύμα επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούµενο την έλλειψη της συναίνεσης του, όµως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει µαρτυρία, ανάλογα µε τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτήν την έλλειψη συναίνεσης. Αναφορικά δε με την συναίνεση λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι υπάρχει διαφορά µεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαµβάνει το δεύτερο. Όµως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σηµαίνει κατ' ανάγκη ότι συναινεί. Στη θεώρηση του ζητήµατος λαμβάνεται υπόψην η ηλικία, το νοητικό επίπεδο και οι εν γένει συνθήκες ζωής του θύματος (βλ. και R. v. Olugboja [1981] EWCA Crim 2). Ως δε προκύπτει από τα λεχθέντα στην Brierley v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκηµα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για συνουσία και χρησιµοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράµετροι που κάµπτουν την αντίδραση του θύµατος (βλ. R. v. Howard [1965] 3 All E.R. 684, Archbold, 40η έκδ., σελ. 1410, παρ. 2878 και Russell on Crime, 12η έκδ., σελ. 708-709). Όσον δε αφορά το θέμα της συνουσίας από την ίδια υπόθεση προκύπτει ότι, σύµφωνα µε τις νοµολογιακές αρχές που έχουν αναπτυχθεί για το εν λόγω αδίκημα, πρέπει να αποδεικνύεται εισδοχή του πέους στον κόλπο ή τον πρωκτό ή το στόμα, έστω και αν είναι ελάχιστου βαθµού. Ο βιασµός συντελείται ακόμη και εάν δεν τραυµατίστηκε ο παρθενικός υµένας ή δεν υπήρξε εκσπερµάτωση. Να σημειωθεί ότι στην Αγγλία το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται από το άρθρο 1 του Sexual Offences Act 2003 και στον ίδιο Νόμο, στο άρθρο 74, δίδεται ορισμός της συναίνεσης. Περαιτέρω, τα άρθρα 75 και 76 προνοούν για νομικά τεκμήρια αναφορικά με τη συναίνεση. Αναφέρουμε βέβαια τα πιο πάνω, όχι ως ισχύοντα στην παρούσα υπόθεση αλλά καθότι κρίνουμε ως διαφωτιστικά για το θέμα της συναίνεσης, τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2023, τα οποίο παρατίθενται μεν στο μέρος που αφορά το αδίκημα του βιασμού υπό τις ως άνω διατάξεις αλλά, όσον αφορά την ικανότητα για συναίνεση, επισημαίνεται ότι ούτε στην Αγγλία υπάρχει σχετικός ορισμός στο Νόμο και για το σκοπό αυτό γίνεται παραπομπή στις σχετικές αρχές του Κοινοδικαίου, που ισχύουν και στη δική μας έννομη τάξη: «Capacity to Consent - B3.32 'Capacity' is an integral part of the definition of consent. A valid consent can be given only by a person who has the capacity to give it. The SOA 2003 does not define capacity. Common-law principles that developed under the old law suggest that a complainant will not have had capacity to agree by choice where her understanding and knowledge were so limited that she was not in a position to decide whether or not to agree (Howard
(1965)50 Cr App R 56). This may arise in a variety of different circumstances; for instance, when a complainant is suffering from some forms of mental disorder, very young or intoxicated by alcohol or drugs. These principles still apply under the SOA 2003.. B3.34 Capacity Affected by Alcohol and/or Drugs - When summing up the judge should give the jury some assistance with the meaning of 'capacity' in circumstances where a complainant was significantly affected by voluntarily induced intoxication through drink or drugs. The judge should also assist the jury on the issue of whether, and to what extent, they could take that voluntary intoxication into account in deciding whether the complainant had consented. See Bree [2007] EWCA Crim 804, [2008] QB 131 and Coates [2007] EWCA Crim 1471, [2008] 1 Cr App R 3
(52)at [44] per Sir Igor Judge P. The following points may need to be addressed in the summing-up. (
- a)Consumption of alcohol or drugs may cause someone to become disinhibited and behave differently. If she is aware of what is happening, but the consumption of alcohol or drugs has caused her to consent to activity which she would ordinarily refuse, then she has consented despite any later regrets. The fact that a person makes an unwise choice does not connote a lack of capacity to make it. A drunken consent is still a consent if a person has the capacity to make the decision whether to agree by choice. (
- b)However, if a complainant becomes so intoxicated as to no longer have the capacity to agree, there will be no consent. Clearly the complainant will not have the capacity to agree by choice when so intoxicated through drink or drugs that her understanding and knowledge are so limited that she was not in a position to decide whether or not to agree. (This relates to understanding and knowledge of what is going on, as opposed to the quality of the decision-making.) (
- c)A person may reach such a state without losing consciousness. For instance, a person may not want to take part in any sexual activity with someone, but be incapable of saying so. Alternatively, the person may have been affected to such a degree that, whilst having some limited awareness of what is happening, the person is incapable of making any decision at all. (
- d)A person who is asleep or has lost consciousness through drink or drugs cannot consent, and that is so even though the person's body responds to the accused's advances. See also Kamki [2013] EWCA Crim 2335, where the Court of Appeal approved this approach and held that the issues had been correctly addressed in the summing-up. It remains unnecessary to give a direction on 'capacity' where the complainant's and accused's respective accounts are completely at odds and the issue does not arise from the evidence. In Wright [2007] EWCA Crim 3473 the trial judge was held to have correctly summed up the case on the basis that the jury had a stark choice, namely, that either (
- i)the complainant had been unconscious at the time of sexual intercourse, in which case she had not consented and, if the accused had known of her unconscious state, he would be guilty; or (
- ii)the complainant had been affected by her own voluntarily induced intoxication, but that she had nevertheless remained capable of choosing whether or not to have intercourse and, in drink, had agreed to do so, in which case the accused would not be guilty. Hysa [2007] EWCA Crim 2056, a prosecution appeal from a terminating ruling, is a highly instructive example of the principles in operation. A 16-year-old complainant got into a car with three strangers after heavy drinking, and alleged that she was then raped. In the car, the accused asked her for sex. She could not remember her replies, but recalled her jeans being removed and the accused having sex with her. She thought she tried or might have tried to tell him to get off. She did not want to have sex with the accused, did not think she did so willingly and did not think she would have consented to having intercourse in such circumstances. She could not remember what she said to the accused, as she was drunk. When he had finished, one of the other men asked if it was his turn and she said 'No'. In Hysa the trial judge acceded to a defence submission of no case to answer, stating that the evidence of the complainant's drunkenness was insufficient to allow a jury to conclude that she lacked the capacity to consent. There was evidence that she had demonstrated capacity to agree or disagree by choice in relation to advances from other men. The evidence of her friends was that, although she was very drunk, she was capable of expressing herself clearly and insisting on doing what she wanted. As to whether she had in fact consented, the complainant's evidence at its highest was that she did not think that she would have done. The prosecution had accepted that she could not say that she had not said 'Yes'. When allowing the appeal and remitting the case back to the Crown Court for the trial to continue, Hallett LJ said (at [34]): Issues of consent and capacity to consent to intercourse in cases of alleged rape should normally be left to the jury to determine. It would be a rare case indeed where it would be appropriate for a judge to stop a case in which, on one view, a 16-year-old girl, alone at night and vulnerable through drink, is picked up by a stranger who has sex with her within minutes of meeting her and she says repeatedly she would not have consented in these circumstances. In an important comment, Hallett LJ stated (at [31]) that it was not fatal to the prosecution case that the complainant did not say 'No' at the moment of initial penetration. There is no requirement that absence of consent has to be demonstrated or communicated to the accused (Malone [1998] 2 Cr App R 447). Furthermore, the fact that a complainant cannot remember whether she has consented or not need not be fatal to the prosecution. For an example, see Tambedou (Seedy) [2014] EWCA Crim 954, where the complainant had no recollection whatsoever of having sexual intercourse. There is also no requirement that the complainant should be incapable of putting up some physical resistance or actually did put up some resistance. A jury is entitled to bear in mind any lies by an accused as to whether or not he had sex with the complainant». Στην R. v. Kamki [2013] EWCA Crim 2335, επικυρώθηκε η καθοδήγηση που έδωσε στους ενόρκους ο πρωτόδικος δικαστής, η οποία περιλάμβανε τα ακόλουθα: «a. A person consents if he or she agrees by choice and has the freedom and capacity to make that choice, b. When a person is unconscious, there is no such freedom or capacity to choose, c. Where a person has not reached a state of unconsciousness and experiences some degree of consciousness, further considerations must be applied, d. A person can still have the capacity to make a choice and have sex even when they have had a lot to drink (thereby consenting to the act), e. Alcohol can make people less inhibited than when they are sober and everybody has the choice whether or not to have sex, f. If through drink a woman has temporarily lost the capacity to choose to have sexual intercourse, she would not be consenting, g. Before a complete loss of consciousness arises, a state of incapacity to consent can nevertheless be reached. Consideration has to be given to the degree of consciousness or otherwise in order to determine the issue of capacity, h. In this particular case, the jury would have to consider the evidence of M to determine what her state of consciousness or unconsciousness was and to determine what effect this would have on her capacity to consent, i. If it is determined that the complainant did have the capacity to make a choice, it would then have to be considered whether she did or may have consented to sexual intercourse.» Ως προς το mens rea του κατηγορούμενου, θα πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση του για σεξουαλική επαφή, με γνώση ότι το θύμα δεν συγκατατίθεται ή με αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης εκ μέρους της (βλ. Ν.Χ. ανωτέρω). Αδιαφορία υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται ότι η παραπονούμενη πιθανόν να μην συγκατατίθεται ή δεν τον απασχολεί το ζήτημα και προχωρεί στη σεξουαλική πράξη. Όταν όμως από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει εύλογη αιτία να πιστεύει πραγματικά ότι η παραπονούμενη συγκατατίθετο στη σεξουαλική πράξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη τις πρωινές ώρες της 13/5/2022 στο διαμέρισμα του στη Λεμεσό. Αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία αναφέρει ότι ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα σε κρεβάτι με τα πόδια της ανοικτά και ο κατηγορούμενος βρισκόταν από πάνω της και εισχωρούσε με το πέος του μέσα στον κόλπο της αλλά και από την παραδοχή του κατηγορούμενου στη γραπτή του κατάθεση ότι ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη αφού προηγουμένως είχε ερεθιστεί το πέος του ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα και ο ίδιος από πάνω της, ότι δεν φορούσε προφυλακτικό και δεν γνωρίζει εάν εκσπερμάτωσε μέσα της. Έχει λοιπόν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώµα αυτής. Το ερώτημα που απομένει λοιπόν να απαντηθεί είναι κατά πόσο η παραπονούμενη συναίνεσε σε αυτό. Ως έχει γίνει δεκτό ανωτέρω, η παραπονούμενη εκείνο το βράδυ κατανάλωσε μεγάλο αριθμό αλκοολούχων ποτών και βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Εξερχόμενη του νυκτερινού κέντρου όπου πήγε με συναδέλφους της στη Λεμεσό, πλησίασε τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να τη μεταφέρει στο σπίτι της. Ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του και έγινε δεκτό, η παραπονούμενη έξω από το κέντρο είχε ουρήσει πάνω της, η κατάσταση στην οποία αυτή βρισκόταν ήταν άσχημη, ήταν ζαλισμένη, παραπατούσε, δεν μπορούσε να ισορροπήσει στα πόδια της, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την κρατήσει για να μη πέσει από τα σκαλιά εκεί στο κέντρο, του μιλούσε αλλά δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, παρά μόνο το «Πάρε με σπίτι» και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Την κρατούσε από το μπράτσο και την πήρε στο αυτοκίνητο του, όπου έκατσαν λίγο για να συνέλθει η παραπονούμενη από το ποτό και να του πει που μένει και εκείνη έγερνε συνέχεια προς το μέρος του και δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του ίδιου του κατηγορούμενου, στο μέτρο που έγινε δεκτή, έμειναν στο αυτοκίνητο για λίγα λεπτά και η παραπονούμενη μιλούσε χωρίς να καταλαμβαίνει ο κατηγορούμενος τι έλεγε και ούτε μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ήταν απόφαση του κατηγορούμενου - πρωτοβουλία του να πάρει την παραπονούμενη στο διαμέρισμα του. Καθοδόν προς το διαμέρισμα του, η παραπονούμενη έπεφτε συνέχεια προς την πλευρά του και έτσι αυτός αναγκάστηκε να οδηγεί με το ένα χέρι και με το άλλο να την κρατά ώστε να ισορροπήσει και όταν στάθμευσαν έξω από την πολυκατοικία όπου αυτός διαμένει, βοήθησε την παραπονούμενη και προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας, εκείνη ήθελε να κάτσει στα σκαλιά γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει από το μεθύσι και στη συνέχεια αυτός της είπε ότι δεν μπορεί να μείνει εκεί και την βοήθησε και ανέβηκαν στο διαμέρισμα του. Με το που εισήλθαν σε αυτό ο κατηγορούμενος τη συνόδευσε στο δωμάτιο του και σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη ξάπλωσε προς τα πίσω, τα πόδια της ακουμπούσαν στο έδαφος και δεν είχε τις αισθήσεις της και εν πάση περιπτώσει δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αφαίρεσε όλα τα ρούχα της παραπονούμενης, την κάλυψε με «ττόρο» και την έβαλε να ξαπλώσει καλά στο κρεβάτι, την κάλυψε με σεντόνι και κουβέρτα και ακολούθως έβαλε τα ρούχα της να πλυθούν στο πλυντήριο. Ακολούθως ξάπλωσε δίπλα της και με τον προαναφερόμενο τρόπο, ήλθε σε συνουσία μαζί της. Ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η παραπονούμενη δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο και δεν γνωρίζει πως βρέθηκε στο διαμέρισμα αυτού. Εκείνο που θυμάται, ήταν να είναι ξαπλωμένη ανάσκελα σε ένα κρεβάτι με τα πόδια της ανοικτά και τις πατούσες της πάνω στο στρώμα και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται από πάνω της, να της κρατά τα μπράτσα (τα οποία ήταν ελαφρώς ανυψωμένα αλλά ήταν λυγισμένα) και να εισχωρεί μέσα στον κόλπο της με το πέος του. Ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε βία ούτε η παραπονούμενη αντιστάθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν αλλά κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εισχωρούσε μέσα της αυτή ένιωθε αμβλύ πόνο στον κόλπο της. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε και δεν γνωρίζει πως σταμάτησε η όλη σεξουαλική πράξη. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η παραπονούμενη περιήλθε, λόγω της κατανάλωσης μεγάλου αριθμού αλκοολούχων, σε κατάσταση που δεν είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν, δεν μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό της, τα αντανακλαστικά της και οι κινήσεις της ήταν πολύ μειωμένα και είχε επηρεαστεί η αντίληψη της ενώ στη συνέχεια είχε απώλεια των αισθήσεων της και απώλεια μνήμης. Επρόκειτο για κατάσταση λόγω της οποίας, κατά την κρίση μας, η παραπονούμενη στερείτο της ικανότητας να συμφωνήσει κατ' επιλογήν στο να έλθει σε συνουσία με τον κατηγορούμενο και κατ' επέκταση να δώσει τη συγκατάθεση της προς τούτο. Ταυτόχρονα από τα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε σχετικά στην κατάθεση του και ως αναφέρθηκαν ανωτέρω έγιναν δεκτά και δη αναφορικά με την κατάσταση της παραπονούμενης καθ' όλο το χρονικό διάστημα, από τη στιγμή που τον πλησίασε έξω από το νυκτερινό κέντρο μέχρι την ώρα που έλαβε χώραν η συνουσία, περιλαμβανομένης της κατάστασης που η παραπονούμενη φαίνεται στις φωτογραφίες - που ο ίδιος ο κατηγορούμενος έλαβε για να τις δείξει, ως είπε στην κατάθεση του, την επόμενη μέρα στην παραπονούμενη «σε περίπτωση που δεν πίστευε» αυτά που της έλεγε - προκύπτει ξεκάθαρα ότι αυτός ήταν σε θέση να αντιληφθεί και αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε και το ότι συνεπεία αυτών η παραπονούμενη δεν είχε την ικανότητα να συναινέσει στο να έλθει σε συνουσία μαζί του αλλά έδειξε αδιαφορία και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό για να έρθει σε συνουσία μαζί της. Δεν μας διαφεύγει ότι η παραπονούμενη θυμόταν μόνο πολύ λίγα πράγματα και ανέφερε ότι δεν θυμάται να έχει δώσει τη συγκατάθεση της σε κάτι τέτοιο καθώς και ότι δεν αντιστάθηκε ενώ ο κατηγορούμενος ερχόταν σε συνουσία μαζί της. Αυτά όμως ενόψει των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω για την κατάσταση της παραπονούμενης, η οποία ήταν προφανής στον κατηγορούμενο, δεν μεταβάλλουν τα πράγματα. Να υπομνησθεί ότι το θέμα της συναίνεσης είναι πραγματικό δηλαδή κρίνεται υπό τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης και ότι δεν απαιτείται να καταδειχθεί έλλειψη συναίνεσης από το θύμα ούτε να κοινοποιηθεί τέτοια από το θύμα στον δράστη, αρκεί η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει αυτήν την έλλειψη συναίνεσης, όπως κρίνουμε ότι έπραξε στην παρούσα. Ως δε αναφέρθηκε ανωτέρω, για τους λόγους που εξηγήσαμε, δεν κάναμε αποδεκτό τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι κατά τον χρόνο που μετέβηκε στο νυκτερινό κέντρο ήταν λίγο μεθυσμένος και ότι στη συνέχεια συνέχισε να βρίσκεται σε κατάσταση μέθης αφού κατανάλωσε στο νυκτερινό κέντρο αλκοολούχα ποτά. Ως επίσης έχουμε αναφέρει, από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του περιγράφοντας με λεπτομέρεια τα όσα έγιναν και έχουμε αποδεχτεί, προκύπτει ότι ακόμη και εάν είχε καταναλώσει αλκοόλ, αυτό δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τη μνήμη του αλλά κυρίως την αντίληψη, την κρίση και τις πράξεις του. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφερθεί ότι η εκούσια μέθη («voluntary» ή «self-induced intoxication»), όταν δηλαδή ο δράστης επιφέρει ο ίδιος τον εαυτό του σε τέτοια κατάσταση, δεν αποτελεί υπεράσπιση και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για άρνηση της ύπαρξης της απαιτούμενης πρόθεσης (mens rea), όταν αυτός διαπράττει αδίκημα που δεν προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης («specific intent»), όταν δηλαδή διαπράττει αδίκημα που απαιτεί «basic intent» όπως ο βιασμός (βλ. άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα και σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2023, παρ. B3.37, B3.39, A3.17 και A3.19). Καταλήγουμε επομένως ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία, διά κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της παραπονούμενης, χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά του επίδικου αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο