Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΛΕΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 12740/21, 30/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12740/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΛΕΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ -------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα. Στ.Γιασκούρη Για κατηγορούμενο: κ. Α.Σωφρονίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8
(1)(γ), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος ο κατηγορούμενος την 29/10/20 στην οδό Αγίας Σοφίας στη Λεμεσό οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα Α και δεν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 1 μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ. Σ.Μ. (MK1) εξεταστή της υπόθεσης, ενώ δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος έχει αποβιώσει τον Νοέμβριο του 2022. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού ως Παραδεκτά Έγγραφα, όχι προς την αλήθεια του περιεχόμενου τους, τα ακόλουθα: - ως ΠΕ1 η κατάθεση του Αστ.Α.Α. ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και - ως ΠΕ2 η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ.20/02/
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. ΜΚ1 Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στην εκπαίδευση που έτυχε στην Αστυνομική ακαδημία αναφορικά με τροχαία δυστυχήματα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση του και την υιοθέτησε, ως Τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος, ως Τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής και ως Τεκμήριο 4 φωτογραφία από το «google earth» όπου φαίνεται η περιοχή του ατυχήματος. Επιπλέον η κατάθεση που έλαβε από τον παραπονούμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Προχώρησε σε επεξήγηση του Τεκμηρίου 3, αναλύοντας τις μετρήσεις και τα σημεία, ενώ ανέφερε ότι ο πάσσαλος της ΑΗΚ ήταν αναμμένος την ώρα του ατυχήματος και από το κατάστημα «BET ON ALPHA» υπήρχε φωτισμός. Πρόσθεσε ότι τα φώτα της μοτοσυκλέτας Α άναβαν κανονικά, αλλά δεν μέτρησε την εμβέλεια τους, παρόλο όμως που δεν τα μέτρησε υπολόγισε ότι θα έφεγγαν περί τα 10-15 μέτρα. Ανέφερε ότι ο πεζός τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και κατέθεσε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, το έγγραφο με τους τραυματισμούς του παραπονούμενου. Πρόσθεσε ότι τον παραπονούμενο τον είδε στην τροχαία Λεμεσού όταν του πήρε κατάθεση στις 28/11/
- Ο παραπονούμενος/ πεζός ήταν 74 ετών όταν έγινε το ατύχημα και με βάση την ηλικία του υπολόγισε την ταχύτητα βαδίσματος του και ακολούθως την απόσταση που διένυσε (ως αναφέρονται στην κατάθεση του -Τεκμήριο 1). Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν φρέναρε με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον πεζό και δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος μετακίνησε το όχημα του πεζού από το χώρο όπου το είχε σταθμεύσει. Ακολούθως ανέφερε ότι ο πάσσαλος απείχε 17,3 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και εξέπεμπε κίτρινο φως όχι άσπρο, ενώ ήταν η θέση του ότι με τις εν λόγω συνθήκες θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να δει τον πεζό στα 40-50 μέτρα, ως ο μέσος οδηγός, προσθέτοντας ότι αν πατούσε τα φρένα του θα αποφεύγετο το ατύχημα και ότι με απότομο φρενάρισμα θα σταματούσε στα 9 ή στα 12 μέτρα αναλόγως της ταχύτητας του. Είπε επιπλέον ότι τα 4'' είναι αρκετά για ένα μέσο συνετό οδηγό και ο κατηγορούμενος θα είχε χρόνο να σταματήσει με την ταχύτητα που κινείτο. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας τη φράση «Δεν φταίω σε τίποτε, είμαι αθώος». ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται η προφορική μαρτυρία του ΜΚ1, τα παραδεκτά έγγραφα ΠΕ1 και ΠΕ2 και η πραγματική μαρτυρία. Πρόσθεσε ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση η κατάθεση του παραπονούμενου, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να κλητευθεί επειδή αυτός απεβίωσε. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο εξεταστής είπε την αλήθεια, αναφέρονται όλα στην κατάθεση του και κατέθεσε το σχέδιο ως πραγματική μαρτυρία. Πρόσθεσε, ότι ο ΜΚ1 προέβη σε ευρήματα στη σκηνή, μετρήσεις με την ορατότητα του κατηγορούμενου σύμφωνα με την πορεία του, έλαβε υπόψιν του την απόσταση που διάνυσε ο πεζός και αναφέρθηκε η απόσταση που χώριζε τον κατηγορούμενο από τον πεζό με βάση τις δύο ταχύτητες που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία είπε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα, παρόλο που είδε τον παραπονούμενο. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έδωσε εξηγήσεις σχετικά με την οδική του συμπεριφορά, ενώ είδε τον παραπονούμενο από τόσο μεγάλη απόσταση, δεν έλαβε αποτρεπτικά μέτρα και θα μπορούσε να σταματήσει με την ταχύτητα που κινείτο. Με βάση τα ευρήματα και τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να βρεθεί ένοχος από το Δικαστήριο. Ο κ.Σωφρονίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της αγόρευσης του που καταχωρήθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Α κατά το στάδιο της εισήγησης για μη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Επί της αγόρευσης του αναφέρεται σε μη κλήτευση του βασικού, αν όχι μόνου ουσιαστικού μάρτυρα για την κατηγορούσα αρχή, του παραπονούμενου, λόγω του θανάτου του, ενώ αναφέρει ότι ο ΜΚ1 δεν έλαβε οποιαδήποτε εξειδικευμένη εκπαίδευση για τους υπολογισμούς του. Πρόσθεσε ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 σε σχέση με τα γεγονότα του ατυχήματος λήφθηκαν από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο. Τόνισε επιπλέον, ότι δεν υπήρχε διάβαση πεζών στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ1 είναι μετά από διερεύνηση του ατυχήματος και όχι ως αυτόπτης μάρτυρας, καταλήγοντας ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και πρέπει ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον μάρτυρα μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνει δια ζώσης τη μαρτυρία του από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσε ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις του, τον τρόπο που απαντούσε, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα του (βλ.C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά του, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης του, τη μνήμη του, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (βλ.Αθανασίου ν. Κουνουνη
(1997)1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (βλ.Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ.Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών της μαρτυρίας, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (βλ.Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία μάρτυρα (βλ.Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2),
(2009)1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (βλ.Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψήγμα ψέματος ή πρόθεσης επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε σε πληροφορίες που έλαβε από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο σε σχέση με το ατύχημα και στους υπολογισμούς που έκανε ο ίδιος με βάση την ταχύτητα που είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του -ΠΕ2, την ορατότητα και το βάδισμα του πεζού, καταλήγοντας ότι εάν πατούσε τα φρένα του ο κατηγορούμενος το ατύχημα θα αποφεύγετο. Κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 ως εμπειρογνώμονα αναφορικά με τα όσα έχει καταθέσει σχετικά με τις μετρήσεις που έκανε, τους υπολογισμούς και τα συμπεράσματα του. Όμως στα συμπεράσματα αυτά ο ΜΚ1 έχει καταλήξει μέσα από το συσχετισμό των γεγονότων και δεδομένων που του δόθηκαν από τους 2 μοναδικούς αυτόπτες μάρτυρες, τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο, με τον δεύτερο να μην παραδέχεται ότι οδήγησε αμελώς. Ως εκ τούτου αναφορικά με την εξ' ακοής μαρτυρία που έδωσε σε σχέση με τα όσα άκουσε από τον παραπονούμενο, θα πρέπει να εξετάσω εάν η μαρτυρία αυτή σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και τα Παραδεκτά Έγγραφα, είναι αρκετή να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, από τη στιγμή που δεν υπάρχει η μαρτυρία του παραπονούμενου λόγω του θανάτου του. Αναφορικά με την εξ' ακοής μαρτυρία, το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου - Κεφ.9 αναφέρει: «Αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας 24.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.
(3)Οι διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία καθίσταται αποδεκτή και δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.» Στην Απόφαση Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 1481 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κεφ.9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το Άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(I)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32(I)/
- Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.» Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε με τον Ν.108(I)/2006 που τροποποίησε ξανά το άρθρο 26 του Κεφ.9 επήλθε οποιαδήποτε διαφοροποίηση αναφορικά με αποβιώσαντα πρόσωπα. Επιπλέον στην Απόφαση του ΕΔΑΔ Horncastle and Others v. United Kingdom, App.No. 4184/10, 16/12/14, το Δικαστήριο εφάρμοσε τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Al-Khawaja & Tahery αναφέροντας: «
- The Grand Chamber set out two requirements which flow from the general principle identified. First, it has to be established that there was a good reason for the non-attendance of the witness. Second, even where there was a good reason, where a conviction is based solely or to a decisive extent on statements made by a person whom the accused has had no opportunity to examine, the rights of the defence might be restricted to an extent incompatible with the guarantees of Article
- Accordingly, when the evidence of an absent witness is the sole or decisive basis for a conviction, sufficient counterbalancing factors are required, including the existence of strong procedural safeguards, which permit a fair and proper assessment of the reliability of that evidence to take place (see Al-Khawaja and Tahery, cited above, §§ 119 and 147).» Η κατάθεση του κατηγορούμενου -ΠΕ2, δεν αναφέρει οτιδήποτε το οποίο να στοιχειοθετεί ότι αυτός ήταν αμελής στην οδήγηση του. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι κινείτο με 30 - 40 χαω, την 29/10/20 και ώρα 19:30, δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός και ο παραπονούμενος εισήλθε απότομα να διασταυρώσει το δρόμο, με αποτέλεσμα να μην τον αντιληφθεί ο κατηγορούμενος και να τον κτυπήσει. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 αν πατούσε τα φρένα του ο κατηγορούμενος θα αποφεύγετο το ατύχημα, εφόσον με απότομο φρενάρισμα θα σταματούσε στα 9 μετρά (εάν κινείτο με ταχύτητα 30χαω) ή 12 μέτρα (εάν κινείτο με ταχύτητα 40χαω). Σύμφωνα με τον ΜΚ1 τα 4'' είναι αρκετά για ένα μέσο συνετό οδηγό και θα είχε χρόνο να σταματήσει με την ταχύτητα που κινείτο. Αυτή η θέση του ΜΚ1 όμως, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη κατάθεση του κατηγορούμενου, ο οποίος ανέφερε ότι ουσιαστικά ο πεζός πετάχτηκε μπροστά του και δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ενώ για τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του, η οποία κατατέθηκε ως ΠΕ2, δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μάρτυρα γεγονότων περί του αντιθέτου. Η μη παρουσία του παραπονούμενου να δώσει μαρτυρία, ναι μεν κρίνεται αιτιολογημένη λόγω του θανάτου του, είναι όμως αποφασιστικής σημασίας εν προκειμένω. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ O κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι Νομολογιακά καθιερωμένο ότι η ανώμοτη δήλωση εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται στη βάσανο της αντεξέτασης και επί της οποίας το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ανάλυση και ευρήματα για την αξιοπιστία του προσώπου. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική, εφόσον με αυτή δεν αποδεικνύονται γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχτούν (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR139, Anastasiades v. Republic
(1977)2CLR97, Themistokleous v. Police
(1981)2CLR200, ΣΑΒΒΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/2014 και 115/2014, 23/10/2015). Με βάσει τις ανωτέρω αρχές, τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα ΠΕ1 και ΠΕ2 καταλήγω ότι η δήλωση του κατηγορούμενου δεν στερείται πειστικότητας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, και αποδεχόμενος, όπως προανέφερα, τη μαρτυρία του ΜΚ1 καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Την 29/10/20 και περί ώρα 19:30 το βράδυ, ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα Α στην οδό Αγίας Σοφίας στη Λεμεσό και ενώ ο παραπονούμενος προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο από σημείο όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών, ο κατηγορούμενος δεν τον αντιλήφθηκε, δεν πρόλαβε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και κτύπησε τον παραπονούμενο προκαλώντας του σωματική βλάβη. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν μπορώ να εξάγω οποιοδήποτε εύρημα αμέλειας από πλευράς του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ.Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482) και εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) μετά την τροποποίηση του από τον Ν.129(Ι)/2020 αναφέρει τα ακόλουθα: «Αμελής οδήγηση 8.-
(1)(α) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500). (β) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000). (γ) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).
(2)Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)και ταυτόχρονα καταδικάζεται για οδήγηση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των δύο
(2)μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για μεγαλύτερη περίοδο, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.» Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Στην Απόφαση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151 λέχθηκε ότι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης θεμελιώνεται με την έλλειψη της προσήκουσας προσοχής η οποία προσμετράτε με το μέτρο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται όταν εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός έπρεπε να ενεργήσει. Τα ίδια τονίστηκαν και σε άλλες υποθέσεις όπως Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 7/2019, 20/1/2020. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 CLR188), ενώ η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τον τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2CLR78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας,
(2011)2ΑΑΔ409). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ανωτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα μου και λόγω της μη μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν μπορώ να καταλήξω πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε έξω από τη σφαίρα του μέσου σώφρονα και συνετού οδηγού. Η αναπόφευκτη μη προσαγωγή της μαρτυρίας του παραπονούμενου λόγω του θανάτου του, αφήνει στο Δικαστήριο αμφιβολία και ενόψει αυτής ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)......................... Κ. Γεωργίου, Προσ.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο