← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 2194/21, 12/6/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 2194/21, 12/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:24 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2194/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12/6/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) O κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δώδεκα κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13 και 14). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση μας ημερομηνίας 22/5/

  1. Τα παραθέτουμε συνοπτικά για σκοπούς της παρούσας: Ο κατηγορούμενος γνώρισε τη Μ.Υ.1 (μητέρα των Β.Β. και Α.Α.), πριν αυτή αποκτήσει παιδιά. Μετά γνώρισε και την οικογένεια της. Τότε ο κατηγορούμενος είχε αρκετά λεφτά και τους βοηθούσε οικονομικά. Διατηρούσε δε ερωτική σχέση με τη Μ.Υ.1 και ενώ διαρκούσε αυτή η σχέση, η Μ.Υ.1 απέκτησε τους Β.Β. και Α.Α., που ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι είναι δικά του παιδιά. Χώρισαν με τη Μ.Υ.1 και αυτή στη συνέχεια απέκτησε άλλα τρία παιδιά και όταν δεν είχε λεφτά πήγαινε και έμενε με τον κατηγορούμενο και μετά ξαναέφευγε. Στις 7/9/2016, οι Β.Β. και Α.Α., μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια τους, τη μητέρα, τη γιαγιά και τον θείο τους, μετακόμισαν προσωρινά (λόγω του ότι υπήρχε άμεση ανάγκη επιδιόρθωσης της οικίας τους) στην οικία όπου διέμενε μόνος του ο κατηγορούμενος και παρέμειναν εκεί μέχρι τις 25/11/
  2. Όταν μετακόμισαν στο σπίτι του κατηγορούμενου, η Α.Α. ήταν ηλικίας 5 ετών και ο Β.Β. ήταν ηλικίας 7 ετών, ο δε κατηγορούμενος τότε ήταν 56 ετών. Οι Β.Β. και Α.Α., πριν μετακομίσουν με την οικογένεια τους στην οικία του κατηγορούμενου, ζούσαν σε ένα παραμελητικό περιβάλλον που δεν κάλυπτε τις βασικές τους ανάγκες, η λεκτική τους ικανότητα ήταν περιορισμένη, δεν φοιτούσαν συστηματικά στο σχολείο, οι κοινωνικές τους δεξιότητες ήταν περιορισμένες, δεν μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν, δεν τρέφονταν σωστά και ήταν ακάλυπτοι εμβολιαστικά. Δεν υπήρχε συναισθηματικό δέσιμο τους με τη μητέρα τους και δεν υπήρχε πατρική φιγούρα και πρότυπο στο σπίτι. Ήταν δηλαδή παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα προς σεξουαλική κακοποίηση. Κατά τη διάρκεια μέρους της παραμονής των Α.Α. και Β.Β. και της λοιπής οικογένειας τους στην οικία του κατηγορούμενου, ήτοι το χρονικό διάστημα από τις 7/9/2016 μέχρι τις 9/10/2016, ο κατηγορούμενος, τα πρωινά, έμενε μόνος του εκεί με τους Α.Α. και Β.Β. Λόγω του ότι η γνωριμία του κατηγορούμενου με τη Μ.Υ.1 αναγόταν στο παρελθόν και οι σχέσεις τους δεν ήταν απλά φιλικές, αλλά ήταν στενότερες, η Μ.Υ.1 εμπιστευόταν τη φύλαξη των Α.Α. και Β.Β. στον κατηγορούμενο, για τα χρονικά διαστήματα που τους άφηνε μόνους τους μαζί του. Ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε επί των Α.Α. και Β.Β., όταν έμενε μόνος του μαζί τους, στον χώρο της οικίας του, προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις και με τα δύο αυτά παιδιά. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά την Α.Α.: Ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ρούχα του και τα ρούχα αυτής και την άγγιζε με το χέρι του στο στήθος της, στο αιδοίο της και έβαζε το δάκτυλο του στον πρωκτό της. Περαιτέρω, έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο αυτής, αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του και τότε η Α.Α. πονούσε, ένιωθε λύπη και θυμό. Επίσης ο κατηγορούμενος της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα. Αυτό γινόταν για αρκετή ώρα. Πέραν δε της κατάχρησης της εν λόγω θέσης, ταυτόχρονα υπήρχε και εξαναγκασμός της Α.Α., εκ μέρους του κατηγορούμενου, να συμμετέχει παθητικά σε αυτές τις σεξουαλικές πράξεις. Αυτό καθότι, όταν της έκανε τα πιο πάνω, η Α.Α. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει, αλλά αυτός δεν σταματούσε, ενώ τη χαστούκιζε δυνατά στο μάγουλο και της έλεγε ότι αυτό είναι το μυστικό τους (κατηγορίες 1, 2, 3 και 5). Πολλές φορές, ήταν στην παρουσία του Β.Β., ο οποίος και παρακολουθούσε, που ο κατηγορούμενος έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο της Α.Α, αφού προηγουμένως έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος προκάλεσε ώστε ο Β.Β. να γίνει μάρτυρας της εν λόγω σεξουαλικής κακοποίησης της Α.Α., η οποία αφορά την κατηγορία 1 (κατηγορία 14). Όσον αφορά τον Β.Β.: Ο κατηγορούμενος, πολλές φορές άγγιζε με το χέρι του τα γεννητικά όργανα του Β.Β., έβαζε δάκτυλο στην περιοχή του πρωκτού αυτού και του έγλειφε το γεννητικό του όργανο. Πέραν δε της κατάχρησης της εν λόγω θέσης του, ταυτόχρονα υπήρχε και εξαναγκασμός του Β.Β., εκ μέρους του κατηγορούμενου, να συμμετέχει σε αυτές τις σεξουαλικές πράξεις. Αυτό καθότι όταν του έκανε τα πιο πάνω, ο Β.Β. έλεγε στον κατηγορούμενο να σταματήσει, αλλά αυτός δεν σταματούσε. Περαιτέρω, σε μια περίπτωση, ο Β.Β. έγλυψε το γεννητικό όργανο του κατηγορούμενου, αφού προηγουμένως ο τελευταίος απείλησε τον Β.Β. ότι εάν δεν το κάνει θα τον δείρει (κατηγορίες 6, 8, 10, 12 και 13). Πολλές φορές, ήταν στην παρουσία της Α.Α., η οποία και παρακολουθούσε, που ο κατηγορούμενος έβαζε το δάκτυλο του στην περιοχή του πρωκτού του Β.Β. και που έγλυφε το γεννητικό όργανο του Β.Β. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος προκάλεσε ώστε η Α.Α. να γίνει μάρτυρας της εν λόγω σεξουαλικής κακοποίησης του Β.Β (κατηγορίες 7 και 11). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε κατ' αρχάς στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του σε συνδυασμό με την ηλικία του. Όσον αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο κ. Γαβριηλίδης υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα προβλήματα υγείας του πελάτη του αλλά και των δύο θυγατέρων αυτού. Περαιτέρω, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα και επισήμανε ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει άλλα αδικήματα. Τέλος, ο συνήγορος μετέφερε την υπόσχεση του πελάτη του ότι θα είναι πιο προσεκτικός και ότι δεν θα διαπράξει άλλα αδικήματα, ζήτησε κάθε δυνατή επιείκεια και κάλεσε το Δικαστήριο όπως εξετάσει και το θέμα αναστολής εκτέλεσης των ποινών που θα επιβληθούν. Τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού που ο κατηγορούμενος διέπραξε, κατά παράβαση των εδαφίων

(4)(α)(γ) και
(7)του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6, 8, 10, 12 και 13) ως επίσης δυνάμει του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου (κατηγορίες 7, 11 και 14), είναι αναμφίβολα σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται κατ' αρχάς μέσα από τις ποινές που ο νόμος προβλέπει. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά τις ποινές για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, στο Νόμο 91(Ι)/2014 υπάρχουν διαβαθμίσεις, ανάλογα με την ηλικία του θύματος. Στην προκειμένη, τόσο για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 5, 6, 8, 10, 12 και 13 (όπου ο κατηγορούμενος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί, όταν γίνεται κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής πάνω στο παιδί και χρήση εξαναγκασμού) όσο και για τα αδικήματα των κατηγοριών 7, 11 και 14 (όπου ο κατηγορούμενος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης γίνει µάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης), η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της δια βίου φυλάκισης, εφόσον οι παραπονούμενοι (Α.Α. και Β.Β.) κατά τον επίδικο χρόνο ήταν παιδιά ηλικίας κάτω των 13 ετών. Ο Νόμος 91(Ι)/2014, θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών και προπαντός προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας. Η προστασία των παιδιών, τα οποία αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον αυτής, αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεως του (βλ. Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 51/20, ημερ. 3/12/2020). Τα σεξουαλικά αδικήματα, ως εκ της φύσεως τους, μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του και τον ψυχικό του κόσμο (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 61/20 (Σχ. με 64/20), ημερ. 14/7/2022) ειδικά για τις περιπτώσεις όπου το θύμα είναι παιδί (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/5/2022). Ως επισημάνθηκε στην Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και σε αντίθεση με τους ενήλικες, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ' επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Εξ ου και ο Νόμος 91(Ι)/2014 έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και την φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 181/19, ημερ. 7/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:B312). Στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι λοιπόν η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/3/2017). Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί-θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού -οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 69/17, ημερ. 5/12/2017). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, από τη μελέτη της σχετικής νομολογίας προκύπτει και είναι άλλωστε λογικό, η ύπαρξη διαφοροποίησης ως προς το ύψος των ποινών που επιβάλλονται αναλόγως τους είδους της σεξουαλικής κακοποίησης των ανηλίκων. Έτσι μικρότερες ποινές επιβάλλονται όταν η σεξουαλική πράξη περιορίζεται σε αγγίγματα ή θωπείες στα σώματα των παιδιών, με τις ποινές να κλιμακώνονται και να γίνονται αυστηρότερες όταν υπάρχει συνουσία με τους ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα, προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται (βλ. Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφεση Αρ. 90/19, ημερ. 15/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:B353 και Γενικός Εισαγγελέας ν. S.J.L., Ποιν. Έφεση Αρ. 145/21 (σχ. με 129/21), ημερ. 27/10/2022). Εδώ να σημειωθεί ότι η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων προκύπτει αβίαστα τόσο από τη σχετική νομολογία όσο και από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η φύση των αδικημάτων, με τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από τέτοιες συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Το ίδιο το έγκλημα, η βαρύτητα των πράξεων και τα κατάλοιπα στο θύμα, είναι, στην απουσία εξαιρετικών άλλων περιστάσεων, τα κυρίαρχα στοιχεία στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 109/20, ημερ. 10/3/2021). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, δεδομένου ότι πολύ σπάνια εντοπίζεται ταυτοσημία στον βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την επιβολή παρόμοιας ποινής. Κατά συνέπεια, η αναφορά σε ποινές που έχουν επιβληθεί σε άλλες περιπτώσεις για το ίδιο ή συναφές αδίκημα μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο εφόσον τα γεγονότα προσομοιάζουν (βλ. Al Dhess ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/21, ημερ. 16/3/2022). Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης κατ' αρχάς προκύπτει από τη συχνότητα και τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στην Α.Α και στον Β.Β., οι οποίοι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων βρίσκονταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 5 και 7 χρονών αντίστοιχα και ήταν παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα σε σεξουαλική κακοποίηση και εκμεταλλευόμενος το ότι η μητέρα αυτών, έχοντας του εμπιστοσύνη, τα άφηνε μόνα τους μαζί του, ικανοποιούσε τις άρρωστες ορέξεις του, προβαίνοντας σε σειρά ειδεχθών σεξουαλικών πράξεων εναντίον τους. Το ευάλωτο του θύματος (βλ. Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 126/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B60, Μ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 48/20, ημερ. 29/7/2021 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 61/20 (Σχ. με 64/20), ημερ. 14/7/2022) ως επίσης η πολύ μικρή ηλικία του (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/20, ημερ. 28/1/2021 και Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 109/20, ημερ. 10/3/2021) αλλά και το γεγονός ότι ο θύτης διαμένει στον ίδιο χώρο με τα θύματα του (βλ. άρθρο 19(γ) του Νόμου 91(Ι)/2014), όπως στην προκειμένη, είναι επιβαρυντικοί παράγοντες. Περαιτέρω η σοβαρότητα της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου είναι εμφανής και από το ότι, πέραν της κατάχρησης της προαναφερόμενης θέσης του, ταυτόχρονα υπήρχε και εξαναγκασμός των δύο παιδιών, εκ μέρους του, να συμμετέχουν στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις. Συγκεκριμένα, παρά το ότι τα παιδιά του έλεγαν να σταματήσει, εν τούτοις συνέχιζε την κακοποιητική συμπεριφορά του. Επιπλέον, την Α.Α. τη χαστούκιζε στο μάγουλο και της έλεγε ότι αυτό είναι το μυστικό τους, τoν δε Β.Β. μια φορά τον απείλησε ότι θα τον δείρει εάν ο Β.Β. δεν του έγλειφε το γεννητικό του όργανο, πράγμα που ο ανήλικος αναγκάστηκε να πράξει. Ο εξαναγκασμός των ανήλικων θυμάτων αποτελεί δίχως άλλο επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Γεωργίου ανωτέρω). Εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι δεν μας διαφεύγει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν περιορίσθηκε σε απλά σεξουαλικά αγγίγματα αλλά περιλάμβανε και πεολειχία που ο κατηγορούμενος έκανε στον Β.Β., εξαναγκασμό του Β.Β. να κάνει πεολειχία στον ίδιο τον κατηγορούμενο καθώς και γλύψιμο των γεννητικών οργάνων της Α.Α. Δεν μας διαφεύγει ούτε το γεγονός ότι όταν ο κατηγορούμενος έτριβε με δύναμη, με το δάκτυλο του, το αιδοίο της, η Α.Α. πονούσε, ένιωθε λύπη και θυμό. Ως έχει νομολογηθεί, ο σωματικός πόνος και ο εξευτελισμός που προκαλεί ο θύτης στον ανήλικο επίσης αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 279/18, ημερ. 28/7/2020). Ο κατηγορούμενος δεν περιορίσθηκε όμως να προβαίνει στις άρρωστες πράξεις του εναντίον έκαστου των παραπονουμένων ξεχωριστά αλλά πολλές φορές προέβαινε σε αυτές στην παρουσία του άλλου παιδιού, προκαλώντας έτσι και τα δύο παιδιά να γίνουν μάρτυρες της σεξουαλικής κακοποίησης ο ένας του άλλου. Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και η μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε ο κατηγορούμενος με τους παραπονούμενους και συγκεκριμένα 51 χρόνια με την Α.Α. και 49 χρόνια με τον Β.Β. (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/3/2017 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ.Χ., Ποιν. ΄Εφεση Αρ.36/17, ημερ. 14/6/2017), ECLI:CY:AD:2017:B219. Η εν λόγω διαφορά ηλικίας, προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία, ώστε θα πρέπει αυτό να αντανακλάται και στο ύψος της ποινής (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 και Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57). Άλλος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η χρονική περίοδος που καλύπτει η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου, η οποία διήρκησε μεν ένα μήνα αλλά ήταν συνεχής αφού έγινε πολλές φορές στο διάστημα αυτό (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω, Μ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 48/20, ημερ. 29/7/2021 και Al Dhess ανωτέρω). Φαίνεται δε ότι η εγκληματική του δράση δεν σταμάτησε παρά μόνο μετά που ενημερώθηκε ότι έγινε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία. Δεν μπορεί δε να παραγνωρισθεί ούτε το γεγονός ότι, ως έχει προκύψει από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή, η όλη υπόθεση έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση και σοβαρές αρνητικές συνέπειες στους ανήλικους παραπονούμενους. Συγκεκριμένα και τα δύο παιδιά παρουσίαζαν σεξίζουσα συμπεριφορά έναντι του προσωπικού της Παιδικής Στέγης αλλά και άλλων παιδιών ενώ η οριοθέτηση τους και γενικά ο περιορισμός αυτής επιτεύχθηκε χάρην στην αποτελεσματική, θεραπευτική παρέμβαση ειδικών. Περαιτέρω, η Α.Α. ταραζόταν όταν περνούσε από το σπίτι του κατηγορουμένου ενώ ο Β.Β. όταν τοποθετήθηκε στην Παιδική Στέγη, λίγους μήνες μετά τα διαδραματισθέντα, ξυπνούσε έντρομος και ρωτούσε εάν γνωρίζει ο κατηγορούμενος που μένει και εάν θα πάει να τον πάρει. Ο Β.Β. έχει δε διαγνωστεί με σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες, ήταν κλεισμένος στον εαυτό του και δεν ήθελε να αποδεχθεί ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά. Τα πιο πάνω επίσης συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες (βλ. Γεωργίου ανωτέρω). Δεν μας διαφεύγει ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή μεταμέλεια για τα ως άνω αποτελέσματα των άνομων πράξεων του (βλ. Μ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 48/20, ημερ. 29/7/2021). Το γεγονός δε ότι δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες αποτελεί βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του, το οποίο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η μη παραδοχή του όμως είχε ως συνέπεια τη διεξαγωγή δίκης, η οποία έθεσε τους ανήλικους παραπονούμενους στη δεινή θέση να βιώσουν ξανά τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν παραδεχόταν, εφόσον κάτι τέτοιο θα καταδείκνυε και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Με άλλα λόγια με τη μη παραδοχή του απώλεσε το σχετικό ευεργέτημα, το οποίο θα οδηγούσε σε μείωση της ποινής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ.112/19, ημερ. 3/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412 και Σ.Λ. ανωτέρω). Αρνούμενος δε μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων, ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια για τις κολάσιμες πράξεις του (βλ. Α.Π. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 192/16, ημερ. 26/9/2019). Πάρα τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε υπόψην ότι ο κατηγορούμενος, παρά το ότι είναι σήμερα 63 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου και έντιμου πρότερου βίου, στοιχεία που του δίνουν δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψην τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου και από τα όσα σχετικά ανέφερε ο συνήγορος του και ιδιαίτερα ότι: · Φοίτησε μόνο μέχρι το Δημοτικό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. · Υπηρέτησε για 6 μήνες στην Εθνική Φρουρά και ακολούθως απαλλάγηκε λόγω προβλημάτων προσαρμογής που αντιμετώπιζε. · Σε ηλικία 29 ετών νυμφεύθηκε και χώρισε το 1999. · Από τον γάμο του απέκτησε δύο θυγατέρες, άγαμες, ηλικίας 45 και 43 ετών σήμερα, οι οποίες είναι λήπτριες Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος καθότι αντιμετωπίζουν πνευματική αναπηρία. Ο κατηγορούμενος διατηρεί στενές σχέσεις με τις θυγατέρες του και αυτές τον αγαπούν και τον θέλουν κοντά τους. · Εργάστηκε για 20 χρόνια ως οδηγός ταξί. · Έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα παρουσίαζει αναπηρία στο δεξί πόδι (το πόδι δεν λυγίζει κανονικά, δεν έχει επιγονατίδα και λείπει κομμάτι της μυϊκής μάζας) μετά από ατύχημα που είχε με μοτοσυκλέτα. Περαιτέρω πριν 1 ½ περίπου χρόνο υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας και λαμβάνει προς τούτο φαρμακευτική αγωγή. · Από το 2011 και μέχρι τον χρόνο που τέθηκε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας, ήταν λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και περαιτέρω, για σκοπούς στέγασης του, μέρος του ενοικίου καλυπτόταν από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε υπόψη ότι τυχόν στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου θα έχει επιπτώσεις στις θυγατέρες του, λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων που αυτές αντιμετωπίζουν και των στενών δεσμών που διατηρούν με τον πατέρα τους. Από την άλλη, ως έχει νομολογηθεί, τέτοιες επιπτώσεις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 146/20, ημερ. 22/12/2021). Δεν μας διαφεύγει δε η πάγια αρχή της νομολογίας ότι ακόμη και εκεί όπου διαπιστώνεται αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει, χωρίς όμως να ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15 ανωτέρω). Ως όμως, επίσης έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα αδικημάτων όπως τα επίδικα, η μεγάλη κοινωνική απαξία που αυτά ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, δευτερεύουσας σημασίας (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/17 ανωτέρω και Πατούρη ανωτέρω). Οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοια σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα, τα οποία, επαναλαμβάνουμε, δυστυχώς βρίσκονται σε έξαρση, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Όσον αφορά τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων, μέχρι σήμερα που καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, έχει νομολογηθεί, ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα εφόσον η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στα πλαίσια αυτά εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψην, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει ασφαλώς προς μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην προκειμένη τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ 7/9/2016 και 9/10/2016, οπόταν η μητέρα των ανηλίκων παραπονουμένων, κατήγγειλε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος έλαβε μεν γνώση αυτής της καταγγελίας εις βάρος του, αλλά όχι επίσημη, υπό την έννοια ότι δεν προερχόταν από την Αστυνομία. Τότε ο κατηγορούμενος δεν κλήθηκε να δώσει κατάθεση. Αυτό καθότι, τα παιδιά δεν ήταν σε θέση να δώσουν οπτικογραφημένη κατάθεση, λόγω του ότι η λεκτική τους ικανότητα και ο περιγραφικός τους λόγος ήταν περιορισμένος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η υπόθεση να αρχειοθετηθεί, μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας. Από τις 29/6/2017 τα παιδιά τοποθετήθηκαν στην Παιδική Στέγη. Έκτοτε, αφού απομακρύνθηκαν από το παραμελητικό τους περιβάλλον, είχαν τη θετική και αποτελεσματική υποστήριξη ειδικών, με αποτέλεσμα η λεκτική τους ικανότητα και ο περιγραφικός τους λόγος σταδιακά να βελτιωθεί. Αυτό είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα η Α.Α. να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση στις 21/11/2019, ο δε Β.Β. έδωσε την πρώτη του οπτικογραφημένη κατάθεση στις 31/1/2020. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ανακριτική κατάθεση, μετά τις ως άνω αναφερόμενες καταθέσεις των ανηλίκων, είναι επειδή ακολούθησε η πανδημία του κορωνοϊού και λόγω της κατάστασης της υγείας του, αφού υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Η κατάθεση του κατηγορουμένου κατέστη δυνατό να δοθεί τελικά στις 10/9/2020, όταν η Αστυνομία, λόγω της κατάστασης της υγείας του, τον μετέφερε για τον σκοπό αυτό σε Αστυνομικό Σταθμό. Υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος της καθυστέρησης, ο χρόνος θα πρέπει να υπολογισθεί από την ημέρα που ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει κατάθεση, οπόταν και έλαβε επαρκή και επίσημη πληροφόρηση για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι από τις 10/9/2020 (βλ. Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 31/3/2021 και παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με την πρώτη εμφάνιση να είναι στις 20/4/
  1. Ως προς τον χρόνο μέχρι την καταχώρηση της δεν μας διαφεύγει ότι παρήλθαν 6 και πλέον μήνες. Πρόκειται δε για καθυστέρηση για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση και αυτό λαμβάνεται βέβαια υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου, χωρίς φυσικά η καθυστέρηση αυτή να μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρη. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ζήτησε δύο φορές χρόνο για απάντηση και η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 27/9/
  2. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 19/10/
  3. Πριν από εκείνη την ημερομηνία, η υπόθεση αναβλήθηκε δύο φορές μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και τρεις φορές για λόγους που αφορούσαν το πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εγέρθηκε ζήτημα από την Υπεράσπιση σε σχέση με το νομότυπο της έγγραφης συγκατάθεσης προς λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από τους ανήλικους. Διεξήχθη ως προς τούτο δίκη εντός δίκης, στα πλαίσια της οποίας κατέθεσαν 3 μάρτυρες, το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 13/12/2022 και η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε την ίδια ημέρα. Μετά από τρεις δικασίμους και ενώ ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση της Μ.Κ.5, υπήρξε διαφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και της δικηγόρου του και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η τελευταία αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του κατηγορούμενου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η υπόθεση να αναβληθεί δύο φορές στη συνέχεια ώστε ο κατηγορούμενος να εξεύρει νέο δικηγόρο και για να προετοιμαστεί καταλλήλως ο τελευταίος για συνέχιση της ακρόασης. Από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, χρειάστηκαν 12 δικάσιμοι (κλήθηκαν 19 μάρτυρες κατηγορίας, με τους 7 εξ αυτών να είναι εμπειρογνώμονες). Μέχρι τότε, η υπόθεση αναβλήθηκε δύο φορές για λόγους υγείας. Η μια αφορούσε την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και η άλλη τη συνήγορο του κατηγορουμένου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ακολούθως, μετά από αίτημα της Υπεράσπισης, η υπόθεση αναβλήθηκε για να καλέσει τους τρεις μάρτυρες που παρουσίασε. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις και στις 22/5/2023 το Δικαστήριο εξέδωσε την τελική του απόφαση. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι μόνο για ένα μέρος της καθυστέρησης που παρουσιάστηκε στην ολοκλήρωση της υπόθεσης, φέρει ευθύνη ο κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται δεόντως υπόψην, όπως και το αντικειμενικό γεγονός ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο σήμερα, 6 χρόνια και 9 μήνες περίπου από τη διάπραξη των αδικημάτων και 2 χρόνια και 9 περίπου μήνες από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και έλαβε επίσημη γνώση όσων του αποδίδονται. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τη συχνότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης εις βάρος παιδιών, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες και ενδεδειγμένες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Ως εκ των άνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 7 ετών. · Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 9 ετών. · Στην κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 6: ποινή φυλάκισης 9 ετών. · Στην κατηγορία 7: ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Στην κατηγορία 8: ποινή φυλάκισης 11 ετών. · Στην κατηγορία 10: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 11: ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 12: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 13: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 14: ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και ο χρόνος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα, δηλαδή από τις 22/5/
  4. Περαιτέρω κρίνεται επιβεβλημένο, υπό τις ως άνω περιστάσεις, όπως εκδοθεί σειρά διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου 91(Ι)/2014, με τα οποία απαγορεύεται στον κατηγορούμενο, για τα επόμενα 15 έτη:
  5. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
  6. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
  7. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Επισημαίνονται στον κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστηµα 4 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. Τα έξοδα της υπόθεσης που ανέρχονται σε €825 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.