← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 2194/21, 22/5/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 2194/21, 22/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:20 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2194/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/5/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα (για να ακούσει την απόφαση η κα Λ. Σϊγαρ). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε στην παρούσα 15 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/

  1. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, στις 30/3/2023, ανέστειλε την ποινική δίωξη αναφορικά με την κατηγορία 4 και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε αυτή. Το ίδιο έγινε και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ήτοι στις 5/5/2023, όσον αφορά τις κατηγορίες 9 και
  2. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι ότι σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2016, στη Λεμεσό: · Καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στην Α.Α., γεννηθείσα στις 24/3/2011 και με τη χρήση εξαναγκασμού, έβαλε το δάκτυλο του στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 1), έβαλε το δάκτυλο του στον πρωκτό της (κατηγορία 2), έγλυψε τα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 3), άγγιξε και έγλυψε το στήθος της (κατηγορία 5). · Καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στον Β.Β., γεννηθέντα στις 4/7/2009 και με τη χρήση εξαναγκασμού, έγλυψε το γεννητικό όργανο του Β.Β. (κατηγορία 6), έβαλε τον Β.Β. να γλύψει τα γεννητικά του όργανα (κατηγορία 8), έβαλε το δάκτυλο στον πρωκτό του Β.Β. (κατηγορία 10), έβαλε το χέρι του και χάιδεψε την περιοχή των γεννητικών οργάνων του Β.Β. σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις (κατηγορίες 12 και 13). · Προκάλεσε ώστε η Α.Α., γεννηθείσα στις 24/3/2011, να γίνει μάρτυρας της σεξουαλικής κακοποίησης που αναφέρεται στις κατηγορίες 6 και 10 (κατηγορίες 7 και 11 αντίστοιχα). · Προκάλεσε παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή τον Β.Β., γεννηθέντα στις 4/7/2009, να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν δεν συμμετείχε σε αυτή, δηλαδή να γίνει μάρτυρας της κακοποίησης που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 μέχρι 5 (κατηγορία 14). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 19 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 5/4/2023, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και ακολούθως κάλεσε 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ.1202 Κυριάκος Ευγενίου. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τα καθήκοντα που εκτέλεσε ως χειριστής των μηχανημάτων κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Α.Α. στις 21/11/2019 καθώς και αναφορικά με την οπτικογραφημένη κατάθεση που ο ίδιος έλαβε από τον Β.Β. στις 31/1/
  3. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Α/Αστ.4484 Μαρία Κουντούρη, η μαρτυρία της οποίας αφορούσε τον χειρισμό εκ μέρους της των μηχανημάτων κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον Β.Β. στις 31/1/
  4. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Μυριάνθη Φράγκου, ιδρυματική λειτουργός στην Παιδική Στέγη Λεμεσού από το
  5. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στα καθήκοντα και γενικά στις ενέργειες που η ίδια προβαίνει από το 2017 μέχρι σήμερα, ως η ιδρυματική λειτουργός του Β.Β. Αναφέρθηκε ειδικότερα στη κατάσταση του Β.Β., όταν αυτός και η αδερφή του, Α.Α. εισήχθησαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού τον Ιούνιο του 2017 και στις ενέργειες που έγιναν αναφορικά με τον Β.Β. για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες και οι ιδιαιτερότητες που αυτός αντιμετώπιζε τότε ως και αυτές που αντιμετωπίζει σήμερα. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε τα όσα είπαν, σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο, τόσο ο Β.Β. όσο και η Α.Α., στην ίδια και σε άλλους λειτουργούς της Παιδικής Στέγης. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Αστ.4875 Χρυστάλλα Ιωάννου. Η μάρτυρας ανέφερε τις ενέργειες που η ίδια προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων της από τον Νοέμβριο του 2019 και γενικά τις ενέργειες που έγιναν προς διερεύνηση της υπόθεσης. Ειδικότερα έκανε αναφορά στο πως ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης (μετά από επιστολή από τον Οργανισμό Hope For Children ημερ. 14/11/2019 - Τεκμήριο 14) και τι ακολούθησε. Αναφέρθηκε επίσης στην καταγγελία που έγινε στις 9/10/2016 από την μητέρα των Β.Β. και Α.Α. εναντίον του κατηγορουμένου για σεξουαλική κακοποίηση, η οποία όμως αρχειοθετήθηκε, μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, επειδή οι Β.Β. και Α.Α. δεν ήταν σε θέση να καταθέσουν. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η Μαρία Νικολάου, ιδρυματική λειτουργός, η οποία από το 2017 είναι τοποθετημένη στην Παιδική Στέγη. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στα καθήκοντα που εκτελεί γενικά και ειδικότερα ως ιδρυματική λειτουργός της Α.Α., η οποία βρίσκεται στην Παιδική Στέγη Λεμεσού από τις 29/6/
  6. Περιέγραψε την κατάσταση τόσο της Α.Α. όσο και του Β.Β. όταν μεταφέρθηκαν στην Παιδική Στέγη και την εν γένει συμπεριφορά και ιδιομορφία τους, δίνοντας περαιτέρω λεπτομέρειες για την Α.Α. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στα λεγόμενα και στις περιγραφές της Α.Α. που σχετίζονται με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη αυτή και ο αδερφός της από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η κοινωνική λειτουργός Ανθή Παρή. Η μάρτυρας αυτή έκανε αναφορά στην κατάσταση των Β.Β. και Α.Α., στη συμπεριφορά τους, στην απασχόληση τους καθώς και στα όσα τα δύο παιδιά ανέφεραν σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις συνθήκες και στους λόγους που ο Β.Β. και η Α.Α. και η οικογένεια τους μεταφέρθηκαν προσωρινά στο σπίτι του κατηγορουμένου, καθώς επίσης στις συνθήκες και στους λόγους για τους οποίους, σε μεταγενέστερο χρονικά σημείο, τέθηκαν υπό την φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (στο εξής «οι Υ.Κ.Ε.»). Περιέγραψε επίσης την κατάσταση των παιδιών όταν μεταφέρθηκαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού και τη «σεξίζουσα» συμπεριφορά τους. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε η Α.Α., ανήλικη παραπονούμενη. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι τα όσα είπε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της είναι αλήθεια. Αναγνώρισε την οικία του κατηγορουμένου όταν της υποδείχθηκαν φωτογραφίες από το Τεκμήριο 19 και αναφέρθηκε στις σεξουαλικές κακοποιήσεις που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο, η ίδια και ο αδερφός της, Β.Β. Έκανε επίσης αναφορά στα άτομα που διέμεναν μαζί τους στο σπίτι του κατηγορουμένου. Αρνήθηκε δε υποβληθείσες θέσεις ότι τα όσα ανέφερε περί σεξουαλικής κακοποίησης της ίδιας και του αδερφού της από τον κατηγορούμενο αποτελούν προϊόν της φαντασίας της. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Αστ.1807 Μαρίνος Περικλέους. Ο μάρτυρα αυτός αναφέρθηκε στην προφορική καταγγελία που έκανε η μητέρα των ανήλικων παραπονουμένων (η Μ.Υ.1) στις 9/10/2016, σχετικά με σεξουαλική κακοποίηση τους καθώς και στις ενέργειες που έλαβαν χώρα στη συνέχεια και στους λόγους που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε η κοινωνική λειτουργός Παναγιώτα Παναγιώτου. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην επίβλεψη που έκανε αναφορικά με την οικογένεια των ανήλικων παραπονουμένων, από τον Ιούλιο του 2016 μέχρι τον Μάρτιο του
  7. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η οικογένεια μεταφέρθηκε στην οικία του κατηγορούμενου και στις συνθήκες που η ίδια διαπίστωσε ότι επικρατούσαν εκεί. Έκανε δε αναφορά και στη μετάβαση του κατηγορούμενου στο Γραφείο Ευημερίας για να δώσει τις θέσεις του αναφορικά με την καταγγελία που έγινε εις βάρος του από την Μ.Υ.
  8. Περαιτέρω, η μάρτυρας, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην αντίληψη της οι αναφορές των Β.Β. και Α.Α. σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο, στην αντίδραση των παιδιών, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα παιδιά μεταφέρθηκαν για εξέταση και στους λόγους που ο Β.Β. δεν εξετάστηκε. Ως M.K.10 κατέθεσε η Χλόη Τρύφωνος, κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας (στο Τμήμα Παιδιών και Εφήβων). Η μάρτυρας, ως ανέφερε, μετά από αίτημα της Αστυνομίας, τον Δεκέμβριο του 2016 ή τον Ιανουάριο του 2017, προέβη σε κλινική αξιολόγηση του Β.Β. και ετοίμασε σχετική έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 22/6/
  9. Στην έκθεση και στη διά ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην ενημέρωση που έλαβε σχετικά με το ιστορικό του Β.Β. και της οικογένειας του, στις συναντήσεις που είχε με τον Β.Β. και τη μητέρα του (Μ.Υ.1) και στις διαπιστώσεις της σχετικά με την κλινική εικόνα του Β.Β., το οικογενειακό και λοιπό υπόβαθρο καθώς και στη συμπεριφορά του Β.Β. και της μητέρας του κατά τη διάρκεια των συναντήσεων. Ως Μ.Κ.11 κατέθεσε ο Β.Β., ανήλικος παραπονούμενος. Στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε και αυτός με τη σειρά του στη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη αυτός και η αδερφή του, Α.Α. από τον κατηγορούμενο. Έδωσε εξηγήσεις για τους λόγους που τον οδήγησαν στο να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και για τους λόγους που κάποια γεγονότα, ως αυτά τέθηκαν στη δια ζώσης μαρτυρία του, δεν περιέχονται στις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις του. Αρνήθηκε δε υποβληθείσες θέσεις ότι τα όσα ανέφερε περί σεξουαλικής κακοποίησης του ιδίου και της αδερφής του από τον κατηγορούμενο αποτελούν προϊόν της φαντασίας του. Ως Μ.Κ.12 κατέθεσε ο Τσαμπίκος Γεωργαλλής, κλινικός ψυχολόγος, ο οποίος το 2019 εργαζόταν ως ειδικευόμενος κλινικός ψυχολόγος στον οργανισμό Hope for Children. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. προέβη, κατά τη διάρκεια συνεδρίας που είχε μαζί της στις 14/11/2019, σε αναφορές και περιγραφές σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν η ίδια και ο αδερφός της. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τις πιο πάνω αναφορές της Α.Α. αποστάληκε την ίδια ημέρα σχετική επιστολή στον υπεύθυνο του Γραφείου για Θύματα Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις συνεδρίες που είχε με την Α.Α. κάνοντας ειδική αναφορά στο «προβολικό παιχνίδι» που χρησιμοποιήθηκε κατά την κλινική αξιολόγηση της ανήλικης και στα σχετικά συμπεράσματα του. Υποστήριξε δε ο μάρτυρας ότι η Α.Α. ήταν σε θέση να διαχωρίσει το πραγματικό από τη φαντασία. Ως Μ.Κ.13 κατέθεσε η κλινική ψυχολόγος Μαρία Γεωργίου. Η μάρτυρας αξιολόγησε την Α.Α. από τον Αύγουστο του 2017 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019 και ετοίμασε σχετικό ψυχολογικό σημείωμα, όπου καταγράφει ότι η Α.Α. της ανέφερε ότι, στη διαδρομή που διανύει με συνοδεία των λειτουργών της Παιδικής Στέγης για να πάει στο ραντεβού της με τη μάρτυρα, περνούν από τη γειτονιά που διαμένει κάποιος με το όνομα A.B.. Η Α.Α. ισχυρίστηκε επίσης ότι το εν λόγω πρόσωπο κακοποιούσε σεξουαλικά την ίδια και τον αδερφό της, Β.Β., όταν πήγαιναν σπίτι του και ότι η μητέρα και η θεία της τον γνωρίζουν. Οι δηλώσεις της Α.Α. συνοδεύονταν από έντονη συναισθηματική αναστάτωση και εκδήλωσε σεξουαλική ενασχόληση μέσα από το συμβολικό παιχνίδι. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη χρονική περίοδο που παρακολουθούσε την Α.Α. και στις δηλώσεις της που είχαν ως αντικείμενο την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη η ίδια και ο αδερφός της. Ως Μ.Κ.14 κατέθεσε ο Πυθαγόρας Αβραάμ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα του ως συνοδός ανηλίκων προσώπων και ειδικότερα του Β.Β. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέγγισε τον Β.Β. και στην ενημέρωση που έλαβε από λειτουργούς της Παιδικής Στέγης σε σχέση με σεξουαλικές παρενοχλήσεις του Β.Β. απέναντι στα παιδιά και στους λειτουργούς. Έδωσε επίσης λεπτομέρειες αναφορικά με τα λεγόμενα του Β.Β., τη στάση του και ειδικότερα τις αναφορές του Β.Β. ως προς το λόγο που τον ωθούσε να προβαίνει σε τέτοιες συμπεριφορές. Παρέθεσε λεπτομερώς και τα λεγόμενα του Β.Β. σε σχέση με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο και στη βοήθεια που αναζήτησε ο Β.Β. από τον μάρτυρα ώστε να σταματήσει να προβαίνει σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις στο προσωπικό και στα παιδιά της Παιδικής Στέγης. Αναφέρθηκε επίσης στη κατάσταση του Β.Β. όταν αρχικά ανέλαβε ο ίδιος ως συνοδός του και στην πρόοδο που έγινε στην πορεία του χρόνου σε σχέση με τη συμπεριφορά, τις διατροφικές τους συνήθειες και την κοινωνικοποίηση του. Ως M.K.15 κατέθεσε o Λοχ.1798 Δημήτρης Χρίστου. H μαρτυρία αυτού περιστράφηκε γύρω από τις υποδείξεις σκηνών της οικίας του κατηγορουμένου, που έκαναν οι Α.Α. και Β.Β. στις 4/11/
  10. Ως Μ.Κ.16 κατέθεσε η κλινική ψυχολόγος Νατάσα Παπαμάρκου. Η μάρτυρας αξιολόγησε την Α.Α. τον Δεκέμβριο του 2019 μέχρι τον Ιανουάριο του 2020 και ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία υιοθέτησε και επεξήγησε. Περαιτέρω αναφέρθηκε στους παράγοντες ρίσκου δηλαδή παράγοντες ευαλωτότητας που μπορεί να καταδείξουν ότι ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά και περιέγραψε τις συνέπειες που έχει ένα παιδί που υπέστη σεξουαλική κακοποίηση καθώς και το προφίλ του θύτη. Ως Μ.Κ.17 κατέθεσε η παιδοψυχίατρος Παναγιώτα Συκιώτη. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην παρακολούθηση του Β.Β., από το καλοκαίρι του 2020 και της Α.Α., από το τέλος του 2020, στους λόγους που τα δύο παιδιά παραπέμφθηκαν για αξιολόγηση, στις συναντήσεις που είχε με τα παιδιά, στην εικόνα που παρουσίασαν και στην φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν. Ήταν δε η θέση της ότι τόσο ο Β.Β. όσο και η Α.Α. μπορούν να ξεχωρίσουν το φανταστικό από το πραγματικό. Ως Μ.Κ.18 κατέθεσε η κλινική ψυχολόγος Ιωάννα Δρουσιώτη, η οποία εργάζεται στον Οργανισμό Hope for Children. Η μάρτυρας, μεταξύ άλλων, επεξήγησε τους παράγοντες κινδύνου που καταδεικνύουν ότι ένα παιδί δυνατό να κακοποιηθεί σεξουαλικά και τις ενδείξεις που υποδηλώνουν τέτοια κακοποίηση. Περιέγραψε επίσης τη διαδικασία αποκάλυψης, από ένα παιδί, σεξουαλικής του κακοποίησης καθώς και το προφίλ ενός θύτη σεξουαλικής κακοποίησης. Η μάρτυρας προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση του Β.Β. στο Σπίτι του Παιδιού και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία ανέλυσε. Αναφέρθηκε στις συνεδριάσεις που είχε με τον Β.Β., στο ιστορικό που έλαβε από λειτουργό των κοινωνικών υπηρεσιών και από τον συνοδό/μέντορα του. Αναφέρθηκε επίσης στη συμπεριφορά του Β.Β. κατά τις συναντήσεις που είχε μαζί του και εξήγησε πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Β.Β. μπορούσε να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό και την αλήθεια από το ψέμα. Αναφέρθηκε επίσης στο συμβολικό παιχνίδι που είχε ο Β.Β. και στη συμπεριφορά του όταν προέβαινε σε συγκεκριμένες αναφορές. Ανέλυσε επίσης τη συμπτωματολογία της σύνθετης διαταραχής μετατραυματικού στρες και εξήγησε πως διαγνώστηκε ότι ο Β.Β. παρουσιάζει αυτή τη διαταραχή. Περιέγραψε επίσης τους παράγοντες ρίσκου και επικινδυνότητας και ευαλωτότητας σε σχέση με τον Β.Β. και ανέφερε ότι υπάρχει κίνδυνος επαναθυματοποίησης ή αυτοκαταστροφικότητας. Παρέθεσε επίσης τους παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα μνήμης των ανήλικων μαρτύρων και επεξήγησε τους λόγους και τους παράγοντες που δικαιολογούσαν τη δυσκολία του Β.Β. να προβεί σε οπτικογραφημένη κατάθεση. Ως Μ.Κ.19 κατέθεσε η ιατροδικαστής Δρ. Αγγελική Παπέττα. Η μάρτυρας κατέθεσε, υιοθέτησε και ανέλυσε την έκθεση της, την οποία ετοίμασε κατόπιν ιατροδικαστικής εξέτασης που διενήργησε στην Α.Α. στις 3/1/2017 και στην οποία καταγράφονται οι διαπιστώσεις της. Επιπρόσθετα, στη μαρτυρία της απάντησε σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και από τις δύο πλευρές που αφορούσαν τη δυνατότητα να διαπιστωθούν ή όχι συγκεκριμένα κλινικά ευρήματα. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Εγώ προσπαθώ να είμαι πάντα έντιμος άνθρωπος όπως τζιαί η οικογένειά μου. Έτυχε χώρισα πριν 12 χρόνια. Έτυχε και γνωριστήκαμε με τη [Μ.Υ.1] κάτω από αντίξοες συνθήκες, δούλευε σε νυχτερινό club και όπου σύχναζα και εγώ τα βράδια εκεί και γνωριστήκαμε. Η [Μ.Υ.1] είναι η μάμα των μωρών. Με τη [Μ.Υ.1] κρατήσαμε ορισμένες σχέσεις, μείναμε λλίον τζιαιρό μαζί, μετά έφυε μετά ξαναήρτε τζιαί όπου γέννησε και τα δύο παιδάκια στο σπίτι μου όπου ενοικίαζα και έμενα στη [ ], τον [Β.Β.] τζιαί τη [Α.Α.]. Με τη [Μ.Υ.1] προσπάθησα να μείνουμε μαζί, προσπάθησα εγώ δηλαδή, διότι δεν μπορούσε να μείνει μαζί μου για κάποιους λόγους τους οποίους δεν ξέρω τζιαί γνωριστήκαμε τζιαί με το σπίτι της, με την οικογένειά της, με τη μάμα της σχετικά, διότι ήταν χωρισμένη τζιαί η μάμα της, ήταν παντρεμένη με έναν Τουρκοκύπριο και χωρίσασιν. Λοιπόν, κάτω που διάφορα αυτά προχωρούσαμε, εφτάσαμε στη μέρα που χάλασε το σπίτι τους. Για να μην σας καθυστερώ, κύριε Πρόεδρε, Εντιμότατοι Δικαστές, μου ζήτησε για να μετακομίσουν να μείνουν τζιαμέ σπίτι μου, μετά που εκάμαν προσπάθειες τζιαί δεν έβρισκαν σπίτι. Στις προσπάθειες βοήθουν τους τζιαί εγώ, εγώ τους έπαιρνα για να έβρουν κάπου να μείνουν τζιαί δυστυχώς όπου πηαίναμεν ήταν αρνητικό. Τελικά ήρτασιν μια νύχτα με τα μωρά, έπιαεν τζιαί τα μωρά η μάμα της, τζιαί τα 5 μωρά, διότι εν τω μεταξύ έκαμεν 5 μωρά με διάφορους, έπιαεν τα μια νύχτα τζιαί ήρταν τζιαμέ σπίτι, τώρα τι να κάμω εγώ; Αναγκάστηκα τζιαί τους άφησα να μείνουσιν, παρόλο που το σπίτι μου ήταν μικρό, ήταν δύο μικρά δωμάτια, πολύ μικρά, δεν τους χωρούσε δια κανένα λόγο αλλά εθέλαν να μείνουν. Εμείνασιν με τη μάμα της. Προσπάθουν τζιαί εγώ όπως μπορούσα, διότι δούλευα το βράδυ, εγώ ήμουν οδηγός, επαγγελματίας οδηγός ταξιτζής τζιαί λεωφορείου, ερχόμουν το πρωί για να πέσω να ξεκουραστώ, πράγμα που δεν μπορούσα, διότι η φασαρία, ήταν διάφοροι λόγοι, τέλος πάντων. Στους 3 μήνες που εμείναν τζιαμέ τζιαί παραπάνω τους ζήτησα να φύουσιν, να έβρουν τρόπο να φύουσιν διότι τζιαί το σπίτι τους σχεδόν ήταν τελειωμένο, πέρασα εγώ ο ίδιος προσωπικά τζιαί είδα τζιαί ήταν τελειωμένο το σπίτι σχεδόν. Η μάμα της έστησεν πόι, εν ήθελεν να φύει, διότι οικονομικά υποστήριζα τους, η αλήθεια εβοήθουν τους με ό, τι μπορούσα και εγώ είμαι του Ε.Ε και προσπαθώ και ό,τι μπορούσα εβοήθουν τους. Τώρα πώς εγινήκαν τούτες οι παρεξηγήσεις δεν κατάλαβα ούτε εγώ καλά, καλά. Μια μέρα ένα πρωί που ήρτα που τη δουλειά μου είπε να με πάρει στην Αστυνομία. Τη ρωτώ «γιατί κύρια [ ] να με πάρεις; Τι έκαμα;» «Εν να σε πάρω Αστυνομία» τζιαί εγέλαν. Επήρεν με. Νομίζω, τότε, εμένα δεν με ενόχλησεν καθόλου η Αστυνομία ή το Γραφείο για οιονδήποτε λόγο για αρκετό καιρό όπου πρόσφατα μου τηλεφώνησε η Αστυνομία τζιαί λαλεί μου «πρέπει να έρτεις να δώκεις μια κατάθεση», ήταν το ότι τζιείνες τις ημέρες έκαμα τζιαί εγχείρηση ανοικτής καρδίας και δεν ήμουν πολλά καλά. Τους είπα τα γεγονότα τζιαί είπαν τα πλάσματα να με βοηθήσουν να με πάρουν κάτω, ήρταν τζιαί με επήραν τζιαί έδωσα την κατάθεσή μου. Εγώ όταν τα άκουσα για πρώτη φορά τα αρνήθηκα τζιαί δεν κατάλαβα πώς δημιουργήθηκαν αυτά τα πράγματα, όλα αυτά που λέει η Κατηγορούσα Αρχή και επιμένει. Τα μωρά τα αγαπούσα και τα 5 και τα 5 γεννήθηκαν κάτω, τα γνώριζα και τα 5, γεννήθηκαν μετά που γνωριστήκαμε με τη [Μ.Υ.1] γι΄ αυτό και όπως είπα έφυεν, ξαναήρτεν, έφυεν, ξαναήρτεν, τα μωρά τα έβλεπε η μάμα της κατ΄ ακρίβεια. Το σπίτι τους δεν μπορούσε να το διατηρήσει πριν πέσει και τόσο καθαρό και είχα ειδοποιήσει και το Γραφείο ότι δεν μπορούν να μείνουν τα μωρά τζιαμέ πολύ τζιαιρό για τους λόγους ότι δεν μπορούσα, δεν ήταν κανένας του σχολείου, δεν εμεινίσκαν σπίτι οι κορούες για να θκιεβάσουν των μωρών. Όποτε μιλούσαν, μιλούσαν με άσχημο τρόπο, εννοώ με λόγια τα οποία δεν έπρεπε να τα λέσιν μπροστά στα μωρά. Μετά συνέβη το περιστατικό όπως είπα και μετακόμισαν τζιαμέ σπίτι μου. Το σπίτι μου δεν υπάρχει τρόπος να γενεί αυτό που ισχυρίζονται τα μωρά τζιαί βέβαια πιστεύω ότι για να ισχυριστούν αυτά τα πράγματα τα μωρά πρέπει από κάποιους να τα βοηθούσαν να είπασιν, να πουν έτσι τα μωρά, διότι δεν πιστεύω να είπαν τα μωρά διότι αγαπούσαν με τα μωρά. Το σπίτι μου επειδή ήταν γωνιακό δεν υπάρχει αυτό το θέμα με την τουαλέτα. Θα ήθελα να τονίσω η τουαλέτα είναι μες την κουζίνα, ακριβώς απέναντι, ανοίγει η πόρτα, είναι μια μικρή τουαλέτα και ήταν εξάλλου ούλλη μέρα η μάμα τους σπίτι στις αρχές που μάχουντον να σάσουν το σπίτι. Εν ολίγοις αυτά έχω να πω». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η μητέρα των Β.Β. και Α.Α. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε μαζί τα παιδιά της στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι φοβήθηκε με τα όσα της είπε η Α.Α. Συμφώνησε δε με το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Τεκμήριο 33 ημερ. 10/2/2020), όπου αναφέρονται τα όσα της είπαν οι Β.Β. και Α.Α. ότι δηλαδή, μια μέρα, όταν σχόλασαν και επέστρεψαν στο σπίτι, η Α.Α. της είπε ότι θέλει να της πει κάτι αλλά να μην το πει του A.B. Η Α.Α. της είπε ότι ο A.B. πειράζει το «πουττούι» της και εκείνη την ώρα ο Β.Β. της είπε ότι και αυτού του πειράζει την «πουλλού» του. Η Μ.Υ.1 ανέφερε δε στο Δικαστήριο ότι δεν πιστεύει ότι τα παιδιά της παρενοχλήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι πήγαν στο σπίτι του κατηγορουμένου επειδή έπεσε το ταβάνι του σπιτιού που έμεναν και ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να τους φιλοξενήσει. Είπε επίσης ότι μόνο για μια στιγμή, όταν πήγε στο περίπτερο, άφησε τα παιδιά μόνα τους και αυτό έγινε την ημέρα της καταγγελίας ενώ καμία άλλη φορά δεν έμειναν μόνα τους τα παιδιά με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι τα παιδιά της λένε ψέματα, υποστηρίζοντας, κατ' επέκταση, ότι αυτά που αποδίδονται στον κατηγορούμενο είναι ψευδή και χαρακτηριστικά ανέφερε ότι η ίδια δεν θέλει να έχει βάρος στη συνείδηση της. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η θεία των παιδιών και αδερφή της Μ.Υ.
  11. Η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο λόγος που πήγαν τα παιδιά στο σπίτι του κατηγορουμένου ήταν επειδή δεν είχαν που να μείνουν και δεν είχαν βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας. Ως προς την αρχική καταγγελία που έγινε εναντίον του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι πήγαν στην Αστυνομία για κατάθεση επειδή φοβήθηκαν και «πάγωσαν» με τα όσα ανέφεραν τα παιδιά ότι δηλαδή, αρκετές φορές, ο κατηγορούμενος πείραζε την Α.Α. στο «πουττάκι» και στα «βυζάκια» και τον Β.Β. στην «πουλλού» του. Περαιτέρω η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι και τα δύο παιδιά λένε ψέματα και ότι δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος τα «πείραξε». Συμφώνησε δε ότι η ίδια είχε καταγγείλει τον κατηγορούμενο στο παρελθόν επί του ότι την «πείραξε» και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Κ. Ν.. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι είναι φίλος του κατηγορουμένου και ότι κατά τη διάρκεια που παρέμειναν τα παιδιά μαζί του, δεν τον άφηναν να κοιμηθεί και ανέβαιναν πάνω του για να παίξουν. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε τα όσα του καταλογίζονται και ότι το μόνο που έκανε, αγγίζοντας τα παιδιά, ήταν να παίξει μαζί τους. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στην οικία του κατηγορουμένου συνεχώς και δεν γνώριζε τι γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες και ούτε γνωρίζει αν δεν ήταν τα παιδιά μόνα τους με τον κατηγορούμενο. Επέρριψε δε ευθύνη στο Γραφείο Ευημερίας επί του ότι δεν βρήκε κατάλληλη οικία για την οικογένεια. Ανέφερε επίσης ότι μια φορά που ήταν στο σπίτι του κατηγορουμένου αντιλήφθηκε παρεξήγηση μεταξύ αυτού και της γιαγιάς των παιδιών και ότι αυτή είπε τότε στον κατηγορούμενο, με λίγο απότομο ύφος, «Εν να σε κανονίσω» αφού προηγουμένως του ζήτησε χρήματα και αυτός της απάντησε ότι δεν κρατούσε ή δεν είχε να της δώσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o ν. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Ο Μ.Κ.1 μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με απλότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτέλεσε τα καθήκοντα του ως χειριστής των μηχανημάτων κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Α.Α. στις 21/11/2019 και τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον Β.Β. στις 31/1/
  1. Έχουμε πειστεί για το ενδεδειγμένο των ενεργειών του και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στις διαδικασίες που ακολούθησε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.2 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με απλότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση του Β.Β. στις 31/1/2020, κατά την οποία η ίδια ήταν η χειριστής των μηχανημάτων. Δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Στην αντεξέταση υποβλήθηκε δε στη μάρτυρα ότι ο Μ.Κ.1 πίεσε τον Β.Β. να δώσει την οπτικογραφημένη κατάθεση ημερ. 31/1/2020, ότι κατά τη λήψη αυτής ο Β.Β. ήταν απρόθυμος να δώσει τέτοια κατάθεση και ότι ήθελε να φύγει «άρον άρον». Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή το περιεχόμενο της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει τα πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι η ως άνω θέση δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 που ήταν το άτομο που έλαβε την εν λόγω οπτικογραφημένη κατάθεση, ώστε να απαντήσει και να αξιολογηθεί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.3 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης της για κάθε θέμα που απαντούσε και δεν δίσταζε να αναφέρει ότι κάτι δεν το γνώριζε ή δεν το γνώριζε επαρκώς. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως η ιδρυματική λειτουργός του Β.Β. από τον Ιούνιο του 2017 μέχρι σήμερα και έπεισε για την επάρκεια, αποτελεσματικότητα και γενικά το ενδεδειγμένο των ενεργειών της σε σχέση με την ευημερία, ασφάλεια, φροντίδα και κάλυψη των προσωπικών αναγκών του Β.Β. καθώς και για το ότι αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των ικανοτήτων, δεξιοτήτων και γενικά της όλης κατάστασης του Β.Β. Έχουμε επίσης πειστεί ότι η μάρτυρας είπε την αλήθεια σε σχέση με τις αυθόρμητες αναφορές που ο Β.Β. και η Α.Α. προέβησαν στην ίδια και σε άλλους λειτουργούς της Παιδικής Στέγης, σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο. Δεν έχουμε εντοπίσει δε οποιαδήποτε προσπάθεια της μάρτυρος να μεροληπτήσει υπέρ των Β.Β. και Α.Α. ή εναντίον του κατηγορούμενου, ούτε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει προσυνεννόηση της μάρτυρος με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ως προς το τι θα πει στο Δικαστήριο. Εδώ να λεχθεί ότι ζητήθηκε από τη μάρτυρα κατά την αντεξέταση, να προσκομίσει τις σχετικές αναφορές, ως αυτές είναι καταχωρημένες στον προσωπικό φάκελο του Β.Β., σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθούν τα λεγόμενα της. Η συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ορίστηκε σε νέα δικάσιμο με σκοπό την προσκόμιση των εν λόγω αναφορών, κάτι που η μάρτυρας έπραξε, επιβεβαιώνοντας έτσι τα λεγόμενα και γενικά την φιλαλήθεια της. Δέον δε όπως σημειωθεί ότι παρά το ότι αυτά ζητήθηκαν από την Υπεράσπιση, τελικά δεν ζητήθηκε από την τότε συνήγορο του κατηγορούμενου να κατατεθούν. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Όταν ο Β.Β. μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη Λεμεσού τον Ιούνιο του 2017, ήταν σχεδόν 8 χρονών, ήταν ξυπόλυτος, φορούσε ακόμα πανί για τις προσωπικές του ανάγκες, καθότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί στο αποχωρητήριο, ήταν βρώμικος, ατημέλητος, με ψείρες και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει μαχαιροπίρουνο. Όταν έγινε προσπάθεια από λειτουργούς να βγάλουν το πανί, ο Β.Β. λέρωνε με κόπρανα τους τοίχους του αποχωρητηρίου και είχε νυκτερινή ενούρηση. · Τόσο ο Β.Β. όσο και η Α.Α. ήταν μαθημένοι να τρώνε συνέχεια λιχουδιές και τις ζητούσαν συνέχεια. Την πρώτη μέρα που πήγαν στη Στέγη, ενώ οι λειτουργοί τους έδωσαν οδοντόπαστα και τους εξήγησαν πως να την χρησιμοποιούν, εντούτοις την έφαγαν. Ο Β.Β. και η Α.Α. την ώρα του μπάνιου, μύριζαν το μαλακτικό και το έτρωγαν και ανέφεραν ότι το έτρωγαν και στο σπίτι. Τόσο ο Β.Β. όσο και η Α.Α. δεν έκαναν σχεδόν κανένα εμβόλιο μέχρι την εισαγωγή τους στην Παιδική Στέγη και με την είσοδο τους εκεί και μετά έτυχαν εμβολιαστικής κάλυψης. Στις πρώτες μέρες που τα παιδιά μεταφέρθηκαν στη Στέγη ήταν φοβισμένα, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο και ήθελαν κάποιο μέλος του προσωπικού να είναι κοντά τους. · Η λεκτική ικανότητα του Β.Β. ήταν τότε πολύ περιορισμένη, παρουσίαζε δυσαρθρία, συνήθως απαντούσε μονολεκτικά και γενικά η επικοινωνία μαζί του ήταν πολύ δύσκολη. Προς τούτο ακολούθησε λογοθεραπεία, η οποία τερματίστηκε το
  2. Επιπρόσθετα παρακολουθείτο από ψυχολόγο, παιδοψυχίατρο, νευρολόγο και έκανε εργοθεραπεία. Με βάση το Τεκμήριο 11 ημερ. 26/4/2022 (πρόκειται για ιατρική βεβαίωση της Ειδικής Παιδιάτρου Δρος Αιμιλίας Αθανασίου) ο Β.Β. παρουσιάζει ιδιωτικά χαρακτηριστικά, διαταραχές συμπεριφοράς και μαθησιακές δυσκολίες, στη γενετική διερεύνηση παρουσιάζει κάποια πρόδρομα ευρήματα για τα οποία χρειάζεται οικογενειακή μελέτη, η τελειωτική διάγνωση είναι δυσχερής λόγω και άγνωστων περιβαλλοντικών και εξωγενών παραγόντων, χρήζει συστηματικής εξιδεικευμένης παρακολούθησης από παιδονευρολόγο, παιδοψυχίατρο, παρεμβάσεων με εργοθεραπεία, ειδική εκπαίδευση, ψυχολογική στήριξη, ενδυνάμωση και επιτήρηση στο σχολείο. Η μητέρα και η αδερφή της μητέρας του δεν συνεργάζονταν στο να διερευνηθούν περαιτέρω τα πρόδρομα σύνδρομα που παρουσιάζει. · Ο Β.Β. παρουσίαζε επιθετική και έντονη σεξίζουσα συμπεριφορά από την πρώτη μέρα εισαγωγής του στην Παιδική Στέγη, τόσο σε παιδιά όσο και σε λειτουργούς της Παιδικής Στέγης άλλα και σε παιδιά στο σχολείο και σε εξωτερικό παιχνιδότοπο. Συγκεκριμένα άρχισε να φιλά τα παιδιά και τους λειτουργούς στην Παιδική Στέγη, τους άγγιζε «σε επίμαχα σημεία», χρησιμοποιούσε το δάκτυλο του στα οπίσθια τους, έγλυφε το σώμα των άλλων και τους θώπευε. Χρησιμοποιούσε χυδαίο λεξιλόγιο όπως «εν να σου βάλω δάκτυλο», «εν να σε γαμήσω», «εν να σε βιάσω». Υπήρχαν περιπτώσεις που ο Β.Β. επιτέθηκε και κτύπησε με βιαιότητα παιδιά και λειτουργούς της Παιδικής Στέγης, ιδίως όταν οι τελευταίοι προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν και να του κάνουν παρατήρηση σε περίπτωση που παρουσίαζε σεξίζουσα συμπεριφορά σε άλλα παιδιά. Ο Β.Β. έτυχε να επιτεθεί και να κτυπήσει την Α.Α. και να εκδηλώσει σε αυτήν σεξίζουσα συμπεριφορά. Σήμερα η επιθετική του συμπεριφορά βελτιώθηκε, όμως η σεξίζουσα συμπεριφορά του είναι σε έξαρση. · Τις πρώτες ημέρες που ο Β.Β. μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη και συγκεκριμένα δύο περίπου εβδομάδες μετά, πολλές φορές έκανε αναφορές στη Μ.Κ.3 και σε άλλους λειτουργούς της Στέγης ότι τόσο αυτός, όσο και η αδερφή του, Α.Α., δέχθηκαν κάποια παρενόχληση από πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ως «ο A.B., ο πασιής, ο ταξιτζής». Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τους έβαζε δάκτυλο και ότι κλείδωνε αυτόν και την αδερφή του στη τουαλέτα, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει χρονικά πότε γίνονταν αυτά. Αυτές οι αναφορές γίνονταν από τον Β.Β. σε ανύποπτο χρόνο ενώ έπαιζε, την ώρα του μπάνιου, την ώρα του ύπνου, χωρίς να δίδει περισσότερες λεπτομέρειες επειδή ντρεπόταν και «κλεινόταν». Ο Β.Β. προέβη σε κάποιες γενικές αναφορές στη Μ.Κ.3 για το μπάνιο, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος τον πείραζε εκεί, χωρίς όμως λεπτομέρειες, παρόλο που ρωτήθηκε σχετικά από τη Μ.Κ.
  3. · Σύμφωνα με αναφορά που υπάρχει στον προσωπικό φάκελο του Β.Β. (δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο), περί τα τέλη Ιουλίου 2017, ο Β.Β. ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον πείραζε στο μπάνιο, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Υπάρχει επίσης αναφορά (στον ίδιο φάκελο) στις 17/8/2017, ότι ο Β.Β. ξύπνησε έντρομος δύο φορές το βράδυ και ρωτούσε λειτουργό της Στέγης εάν ο A.B. γνώριζε που μένουν και εάν θα πάει να τους πιάσει. Στον προσωπικό φάκελο του Β.Β., στις 3/7/2017, υπάρχει αναφορά ότι η Α.Α., παρόντος και του Β.Β., ανέφερε ότι όταν έμεναν μόνοι τους στο σπίτι με τον κατηγορούμενο, αυτός τους κατέβαζε τα ρούχα και τους άγγιζε στα γεννητικά τους όργανα. Χαρακτηριστικά η Α.Α. έκανε κάποια κυκλική κίνηση με το δάκτυλο και ανέφερε ότι μετά όταν τελείωνε αυτή τη πράξη ο κατηγορούμενος τους χαστούκιζε και τους έλεγε να μην πουν κάτι και ότι αυτό «είναι το μυστικό μας». Επιπρόσθετα η Α.Α. ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος «άνοιγε την πουλλού» του ΒΒ. Υπάρχει επίσης αναφορά, ότι στις 17/7/2017, ενώ οι Β.Β. και Α.Α. ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος τους παρενοχλούσε, σε ερώτηση των λειτουργών για το τι ακριβώς έκανε ο κατηγορούμενος στον Β.Β., ο Β.Β. είπε «μου έβαζε το δάκτυλο του στον πισινό». · Στη συνέχεια ο Β.Β. σταμάτησε να μιλά για το θέμα αυτό, ενώ η Α.Α. μιλούσε για αυτό. Όσες φορές ήταν και τα δύο παιδιά στον ίδιο χώρο και η Α.Α. έλεγε περιστατικά που συνέβησαν και η Μ.Κ.3 ρωτούσε τον Β.Β. εάν έτσι έγινε, ο Β.Β. κουνούσε το κεφάλι του προς τα κάτω ενώ κάποιες φορές, όταν πέρασε και άλλος χρόνος, ο Β.Β. έκλεινε το στόμα της αδερφής του να μην μιλά ή της έλεγε «Σταμάτα». Ο Β.Β. δεν είχε ανοιχθεί ξανά για αυτό το θέμα, μέχρι το 2021, οπόταν προσλήφθηκε ο συνοδός του (Μ.Κ.14). Μετά από ένα έντονο περιστατικό, όταν ο Β.Β. προσπάθησε να παρενοχλήσει ένα παιδάκι στη Στέγη, την επόμενη ημέρα ο συνοδός του συζήτησε το περιστατικό με τον Β.Β. και ο συνοδός είπε στην Μ.Κ 3 ότι ο Β.Β. του είπε ότι έκανε αυτά που προσπάθησε να κάνει στο άλλο παιδάκι γιατί «του τα έκανε και αυτού ο A.B.». Η Μ.Κ.4 μας άφησε επίσης θετική εικόνα. Περιέγραψε με λεπτομέρεια και διαφάνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη αναφορικά με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Οι απαντήσεις της ήταν λογικές και πειστικές και η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση της. Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια η μαρτυρία της Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή. Η μάρτυρας επεξήγησε πλήρως και πειστικά και το πως ξεκίνησε η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μετά από τη λήψη της αναφοράς από τον οργανισμό Hope For Children, ημερ. 14/11/2019 (Τεκμήριο 14). Αποδεχόμαστε ως ορθές και αληθείς τις αναφορές της σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 15, ημερ. 10/9/2020) , χωρίς να εντοπίσουμε οτιδήποτε το επιλήψιμο ή που να καταδεικνύει χρονοτριβή. Αποδεχόμαστε τη θέση της μάρτυρος ότι ο λόγος που λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 10 μήνες μετά την παραλαβή της ως άνω αναφοράς, οφειλόταν στη πανδημία του κορωνοϊού και στην εγχείρηση που υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος. Αποδεχόμαστε συναφώς ως λογική τη θέση της μάρτυρος ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε κατάθεση από την γιαγιά των ανηλίκων, είναι λόγω του ότι αυτή απεβίωσε 5 μήνες πριν, ήτοι στις 16/6/2019 (βλ. Τεκμήριο 16) και ότι συνεπώς δεν θα μπορούσαν να διερευνηθούν συγκεκριμένοι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Αποδεχόμαστε επίσης τη θέση της μάρτυρος ότι λόγω ακριβώς της κατάστασης της υγείας του κατηγορουμένου, η Αστυνομία μετέφερε αυτόν στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει την κατάθεση του. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως σημειωθεί ότι, στην κατάθεση του κατηγορούμενου, ο ανακριτής ρώτησε αυτόν εάν είναι σε θέση να δώσει κατάθεση και ο κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Περαιτέρω, αποδεχόμαστε ως αληθείς τις αναφορές της μάρτυρος ως προς τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν τον Β.Β. να δώσει τη δεύτερη οπτικογραφημένη του κατάθεση στις 9/8/2022 (Τεκμήριο 13). Ως προς την υποβολή που τέθηκε στη μάρτυρα ότι ο Β.Β. έδωσε την εν λόγω κατάθεση υπό καθεστώς πίεσης, πέραν του ότι η μάρτυρας δεν το δέχθηκε, πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Αποδεχόμαστε ως πειστικές και τις αναφορές της μάρτυρος ότι ο λόγος που δεν έγινε ιατροδικαστική εξέταση του Β.Β. είναι επειδή κρίθηκε από την ίδια και τα άτομα που κατονόμασε ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού να υποβληθεί σε τέτοια διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, επί αυτού του θέματος, έδωσε απαντήσεις και η Μ.Κ.19, η μαρτυρία της οποίας αξιολογείται πιο κάτω. Έχουμε επίσης πειστεί ότι οι υποδείξεις της οικίας του κατηγορουμένου από τους Β.Β. και Α.Α. στις 4/11/2022 (βλ. Τεκμήρια 18 και 19) έγιναν μετά από επιθυμία των δύο ανηλίκων, χωρίς καμία πίεση και ότι αυτοί ήταν που καθοδηγούσαν τον Μ.Κ.15 για να μεταβεί στη συγκεκριμένη οικία. Οι υποδείξεις έγιναν στην παρουσία των Μ.Κ.6 και 15 και κλινικής ψυχολόγου από το Σπίτι του Παιδιού. Δεν έχουμε δε εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι, πέραν του ότι τα παιδιά υπέδειξαν το ίδιο μέρος, μετέβηκαν εκεί ξεχωριστά. Πειστική είναι και η αναφορά της μάρτυρος ότι η Α.Α. όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να προβεί στην υπόδειξη της οικίας αναστατώθηκε και επειδή ήταν φοβισμένη δεν ήθελε να πάει πιο κοντά. Ούτε έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο εκ του γεγονότος ότι δεν έγινε αυτοψία στο εσωτερικό της οικίας. Επί τούτου, αποδεχόμαστε τη θέση της μάρτυρος ότι θα έπρεπε να ληφθεί σχετική συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο ενώ σε κάθε περίπτωση, κρίνουμε ότι η οποιαδήποτε αυτοψία δεν θα μετέβαλλε οτιδήποτε και η απουσία της δεν εμπόδισε τον κατηγορούμενο να προβάλει τις οποιεσδήποτε σχετικές θέσεις του. Τέλος η Μ.Κ.4 τήρησε υπεύθυνη στάση, παραπέμποντας ουσιαστικά στον Μ.Κ.8 για τα όσα έλαβαν χώρα σχετικά με την καταγγελία που έγινε στις 9/10/2016 από την μητέρα των Β.Β. και Α.Α. Η Μ.Κ.5 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα τα καθήκοντα που εκτέλεσε και εκτελεί ως η ιδρυματική λειτουργός της Α.Α. και διαφώτισε πλήρως και με κάθε λεπτομέρεια την κατάσταση της Α.Α. και του Β.Β. όταν μεταφέρθηκαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού, καθώς επίσης τη μετέπειτα πορεία τους, ιδίως της Α.Α. Η μάρτυρας έπεισε με τις αναφορές της ως προς το τι περιήλθε στην αντίληψη της, τόσο μέσα από τη δική της εμπλοκή και τις συζητήσεις που είχε με την Α.Α., όσο και από ενημέρωση που έτυχε, αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης της, σε σχέση με την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη η Α.Α. από τον κατηγορούμενο. Πειστική κρίνεται και η αναφορά της ότι η Α.Α. προέβαινε, σε ανύποπτο χρόνο, σε αναφορές που παραπέμπουν σε σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη η ίδια και ο αδερφός της, Β.Β. και ότι αυτές οι αναφορές συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ως προς τούτο, η πλευρά της Υπεράσπισης μέσω σχετικής υποβολής προς τη Μ.Κ.5, προώθησε τη θέση ότι η σεξίζουσα συμπεριφορά των παιδιών οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτά βρίσκονταν υπό την εποπτεία και επίδραση της γιαγιάς τους, η οποία απεβίωσε. Η μάρτυρας επί τούτου υπήρξε συνεπής και σταθερή στην εκδοχή της, λέγοντας ότι οι αναφορές της Α.Α. έχουν μια συνέπεια και το μόνο άτομο που κατονόμασε η Α.Α. είναι ο κατηγορούμενος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Η Α.Α. και ο Β.Β. μεταφέρθηκαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού στις 29/6/2017, όταν η Α.Α. ήταν 6 χρονών και 3 μηνών. Η Α.Α. φορούσε πανί, ήταν ατημέλητη, με πολλές δυσκολίες στην αυτοεξυπηρέτηση, δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο μόνη της, δεν μπορούσε να συνευρεθεί με άλλα παιδάκια, είχε τάσεις φυγής και γενικά δεν μπορούσε να ενταχθεί σε σύνολο, δεν ήταν εύκολη η συζήτηση μαζί της, ούτε να συμμετέχει σε διάλογο με ερωταπαντήσεις, αδυνατούσε να κατανοήσει κάποια πράγματα και κάποιες φορές όταν βρισκόταν σε αμηχανία απομονωνόταν. Όταν δε βρισκόταν σε δύσκολη συναισθηματική κατάσταση τραβούσε τα μαλλιά της, παρουσιάζοντας τριχοτιλλομανία, με το μπροστινό μέρος του τριχωτού της κεφαλής της να είναι μικρό. Ξεκίνησε λογοθεραπεία, έγινε παραπομπή της σε κέντρο εργοθεραπείας, παρουσίαζε ελλειμματική προσοχή, απόσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα. Έγινε παραπομπή της σε παιδοψυχολόγο στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και αργότερα στον Οργανισμό Hope for Children. · Η Α.Α. δεν μπορούσε να φάει, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει γεύσεις φαγητών, ήταν δύσκολο να φάει με το πιρούνι και μέχρι σήμερα προτιμά να τρώει με το κουτάλι, ως ήταν μαθημένη. Αν και είχε ανάγκη από αγκαλιά και χάδι, εν τούτοις αυτό δεν το δεχόταν από λειτουργούς της Παιδικής Στέγης για 1 ½ - 2 χρόνια. Ήταν όμως ευάλωτη, διότι αρχικά, όταν μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη, λόγω της ανάγκης της για συναισθηματική στήριξη, αγάπη και ασφάλεια, δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει εάν κάποιος ήταν άγνωστος ή μέλος του προσωπικού ή η δασκάλα της. · Η Α.Α. είχε πολύ σεξίζουσα συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, άγγιζε κάποια αγοράκια και κοριτσάκια στο σχολείο σε σημεία του σώματος που δεν έπρεπε, όπως στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, με αποτέλεσμα να έχει συνοδό στο σχολείο. Δεν ήταν αποδεκτή στο σχολείο όπου εντάχθηκε αρχικά και έκανε μετεγγραφή σε άλλο σχολείο, όπου επανέλαβε την Α΄ τάξη Δημοτικού χωρίς να παρουσιάζονται προβλήματα. Ένα βράδυ, στην Παιδική Στέγη, η Α.Α. σηκώθηκε και μπήκε σε δωμάτιο με άλλο κοριτσάκι και ξάπλωσε. Όταν η Μ.Κ.5 επεξήγησε στην Α.Α., ότι δεν πρέπει να αγγίζει άλλα παιδάκια και να τα ενοχλεί, η Α.Α. της είπε «Γιατί είναι κακό κυρία; Ο συγκεκριμένος κύριος που τα έκανε σε εμάς δεν είναι φυλακή και μου είπε η μάμα μου ότι δεν είναι φυλακή, άρα, δεν είναι κακό». Αυτήν την αναφορά η Μ.Κ.5 την κατέγραψε στο φάκελο της και το ανέφερε στην παιδοψυχολόγο της Α.Α. για να το συζητήσουν μαζί. Η Α.Α. προέβαινε σε αναφορές στη Μ.Κ.5, που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση της ιδίας και του αδερφού της από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και κατονόμασε. Συγκεκριμένα ανέφερε στη Μ.Κ. 5 ότι η Α.Α. δέχθηκε σεξουαλική κακοποίηση με το δάκτυλο του κατηγορουμένου στο «πουλάκι» της, όπως και του αδερφού της, με αγγίγματα στο σώμα, κάποιες φορές ενώ οι Α.Α. και ο Β.Β. βρίσκονταν στην τουαλέτα, ο κατηγορούμενος έμπαινε στη τουαλέτα και τους έδινε ένα «πατσάκι» και τους έλεγε ότι αυτό ήταν το μυστικό τους. Η Α.Α. αναπαρέστησε στη Μ.Κ.5 τον τρόπο που ο κατηγορούμενος έβαζε το δάκτυλο στο στόμα του και ακολούθως έκανε κυκλικές κινήσεις με το δάκτυλο του στα γεννητικά της όργανα. Οι αναφορές αυτές γίνονταν σε ανύποπτο χρόνο και με πρωτοβουλία της Α.Α., αρκετές φορές, ιδίως τις πρώτες μέρες ένταξης της στην Παιδική Στέγη. Αυτές οι αναφορές επαναλαμβάνονται και σήμερα όταν η Α.Α. περνά έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου, οπόταν και αναστατώνεται. Σε αναφορές προβαίνει η Α.Α. και κάποια βράδια την ώρα που ετοιμάζεται για ύπνο. Τόσο η Α.Α. όσο και ο Β.Β. ανέφεραν στη Μ.Κ.5 ότι όταν λάμβαναν χώρα τα πιο πάνω, η μητέρα τους και η γιαγιά τους απουσίαζαν από το σπίτι. · Σήμερα είναι πιο εύκολο για την Α.Α. να καθίσει σε ομαδικό παιγνίδι και να ενταχθεί στο σύνολο και να συνευρεθεί με άλλα παιδιά. Με βάση τη βεβαίωση από το Νοσοκομείο Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, ημερ. 26/4/2022 (Τεκμήριο 22), η Α.Α. παρουσιάζει ιδιωτικά χαρακτηριστικά, διαταραχές συμπεριφοράς, συναισθηματική ευαλωτότητα, παρουσιάζει κάποια πρόδρομα ευρήματα τα οποία χρήζουν οικογενειακής μελέτης, η δε τελειωτική διάγνωση είναι δυσχερής, λόγω άγνωστων περιβαλλοντικών και εξωγενών παραγόντων. Χρήζει συστηματικής εξειδικευμένης ιατρικής παρακολούθησης από παιδοψυχίατρο, παρεμβάσεων με εργοθεραπεία, ειδική εκπαίδευση, ψυχολογική στήριξη και ενδυνάμωση και επιτήρηση στο σχολείο. Είναι ακόμα ευάλωτη αλλά όχι στο σημείο που ήταν όταν μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη. Η Μ.Κ.6 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τις θέσεις της, τα καθήκοντα της και γενικά ό,τι σχετίζεται με το οικογενειακό υπόβαθρο των Β.Β. και Α.Α., την κατάσταση που βρίσκονταν όταν μεταφέρθηκαν στην Παιδική Στέγη, τις συμπεριφορές που εκδήλωσαν, το πως αυτές αντιμετωπίστηκαν καθώς και στο πως οι Υ.Κ.Ε. αντιμετωπίζουν τις ανάγκες, τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες τους. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων της ή στη δια ζώσης μαρτυρία της. Η μάρτυρας ανέφερε με ειλικρίνεια ότι ο λόγος που οι Υ.Κ.Ε. δεν έθεσαν πιο πριν υπό τη φροντίδα τους τα εν λόγω παιδιά, ήταν για να εξαλείψουν κάθε πιθανότητα βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους και ότι παρενέβησαν όταν δεν παρουσιάστηκε βελτίωση σε αυτές. Υπήρξε διαφωτιστική και ειλικρινής σε σχέση με το πως περιήλθαν εις γνώση της οι αναφορές του Β.Β. και της Α.Α. για την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο. Έχουμε πειστεί ότι αυτές οι αναφορές έχουν μεταφερθεί στο Δικαστήριο με ακρίβεια και ότι έγιναν σε ανύποπτους χρόνους και υπό διαφορετικές συνθήκες και αφορούσαν μόνο τον κατηγορούμενο. Επί τούτου, η μάρτυρας αντέκρουσε υποβληθείσα θέση της Υπεράσπισης ότι η συμπεριφορά των παιδιών δεν οφείλεται και δεν προέρχεται από τη σύντομη παραμονή τους στο σπίτι του κατηγορουμένου, εμμένοντας με συνέπεια στη θέση της, ότι οι αναφορές των παιδιών ήταν συνεχείς και αφορούσαν μόνο το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα εξής: · Ο Β.Β. γεννήθηκε στις 4/7/2009, η Α.Α. στις 24/3/2011, είναι αδέρφια και μητέρα τους είναι η Μ.Υ.
  4. Η εν λόγω οικογένεια ήταν πάντοτε υπό την επίβλεψη των Υ.Κ.Ε. Κατά τον χρόνο παραμονής της οικογένειας στο σπίτι του κατηγορουμένου, λειτουργοί των Υ.Κ.Ε. επισκέφθηκαν την οικογένεια μια φορά τον Σεπτέμβριο και μια τον Οκτώβριο του 2016 και πρότειναν στη Μ.Υ.1 να τοποθετηθεί φροντίστρια επειδή το επίπεδο καθαριότητας ήταν χαμηλό. Όταν έγινε η καταγγελία της Μ.Υ.1 στην Αστυνομία (στις 9/10/2016) αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν ο Β.Β. και η Α.Α. από τον κατηγορούμενο, ακολούθησε μια περίοδος που τα παιδιά δεν μιλούσαν για αυτό το θέμα. · Στις 29/6/2017, τα παιδιά τέθηκαν υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας των Υ.Κ.Ε. (βλ. Τεκμήριο 25) και τοποθετήθηκαν στην Παιδική Στέγη Λεμεσού. Ο λόγος ήταν οι σημαντικές δυσκολίες της Μ.Υ.1 να ασκήσει το γονικό της ρόλο. Οι Β.Β. και Α.Α. πριν παραληφθούν από τις Υ.Κ.Ε. ήταν άλουστοι, λερωμένοι, ανέδυαν δυσοσμία, ήταν απεριποίητοι, γεμάτοι ψείρες, χρησιμοποιούσαν πανί σε ηλικία που δεν έπρεπε και συνεπώς δεν μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν, δεν μπορούσαν να κάνουν μπάνιο, χρησιμοποιούσαν μπιμπερό στα οποία υπήρχε γάλα ημερών χωρίς να πλυθούν, τρέφονταν με πατατάκια και λιχουδιές, παρόλο που δόθηκε στη Μ.Υ.1 η δυνατότητα να έχει καθημερινό φαγητό μέσω της Μητρόπολης. Στο σπίτι που διέμεναν υπήρχε ακαθαρσία, στους πάγκους της κουζίνας υπήρχαν τρωκτικά και φαγητά πολλών ημερών που δεν μετακινήθηκαν. Η προστασία και η επίβλεψη των παιδιών από τη Μ.Υ.1 ήταν ελλιπής. · Με την εισδοχή των παιδιών στην Παιδική Στέγη, εξετάστηκε η υγεία τους και καλύφθηκαν εμβολιαστικά καθότι μέχρι τότε δεν είχαν τέτοια κάλυψη. Ακολούθως εντάχθηκαν σε προγράμματα εργοθεραπείας, λογοθεραπείας, μουσικοθεραπείας και άλλες επί μέρους θεραπευτικές παρεμβάσεις. Παράλληλα μετεγγράφηκαν σε άλλο σχολείο για να μην απωλεσθεί άλλος σχολικός χρόνος. · Η λεκτική τους ικανότητα ήταν σχεδόν μηδαμινή, εκφράζονταν με κραυγές, απαντούσαν μονολεκτικά πολλές φορές χωρίς να καταλαβαίνουν την ερώτηση, χωρίς οπτική επαφή με τους συνομιλητές τους. Λειτουργοί των Υ.Κ.Ε., σε παλαιότερες επισκέψεις τους στο σπίτι όπου διέμεναν τα παιδιά, αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους για να μπορέσουν τα παιδιά να αντιληφθούν τα λεγόμενα τους. Τα παιδιά δεν είχαν κοινωνικές δεξιότητες, δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν με συνομήλικους τους και να συμμετέχουν σε μάθημα ή άλλες δραστηριότητες και δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν. Ο Β.Β. το 2017 ενώ έπρεπε να φοιτά στη Β΄ Δημοτικού επαναλάμβανε την προδημοτική, ενώ η Α.Α. ενώ έπρεπε να φοιτά στη Α΄ Δημοτικού ήταν σε τάξη νηπιαγωγείου. Η φοίτηση τους στο σχολείο δεν ήταν συστηματική, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πολλές απουσίες. · Σήμερα η Α.Α. φοιτά καθημερινά στο σχολείο στη Δ΄ τάξη, ενώ κανονικά θα έπρεπε να φοιτά στη Στ΄ τάξη. Παρακολουθεί μέχρι την 4η ώρα της τάξης και έχει συνοδό. Εντάχθηκε στο σχολικό περιβάλλον. Σήμερα, υπάρχει σταθερή βελτίωση στη λεκτική ικανότητα της Α.Α., μπορεί να αρθρώνει προτάσεις, απαντά σε ερωτήσεις συγκεντρωμένη, έχει συνέχεια και συνέπεια η σκέψη της. Κέρδισε δε έπαινο σε σχολικό διαγωνισμό συγγραφής κειμένου που έγινε το 2021, στον οποίο κατέγραψε 4 προτάσεις. Σήμερα έχει συνδεθεί με φιλοξενούσες οικογένειες, είναι συνεργάσιμη με τον ανάδοχο της σε εξόδους σε πολυσύχναστους χώρους και εντάχθηκε σε όλες τις θεραπευτικές προσεγγίσεις χωρίς δυσκολία. · Ο Β.Β. παρακάθησε φέτος με επιτυχία σε εξετάσεις της Α΄ τάξης Γυμνασίου, την οποία αναμένεται να ολοκληρώσει, ενώ κανονικά θα έπρεπε να φοιτά στη Γ΄ τάξη. Στο σχολείο έχει συνοδό και είναι ενταγμένος στην ειδική εκπαίδευση. Η δασκάλα της Παιδικής Στέγης βοηθά τον Β.Β. τα απογεύματα να ολοκληρώσει τα μαθήματα του. Η λεκτική ικανότητα του Β.Β. είναι σήμερα βελτιωμένη. Εκφράζεται με ολοκληρωμένες προτάσεις, τα αντανακλαστικά και οι σκέψεις του είναι σε καλύτερη κατάσταση. Ασχολείται με ιπποθεραπεία, ποδόσφαιρο και στίβο. · Η Α.Α. παρουσιάζει δυσκολίες στο να συνεργαστεί με ένα συνομήλικο, ή ένα θεραπευτή, να ελέγξει το θυμό της, να οριοθετηθεί, έχει τάσεις φυγής, αυτοτραυματισμού και δεν μπορεί να διαχειριστεί το ξαφνικό. Σε σχέση με τη σεξίζουσα συμπεριφορά της Α.Α., αυτή χρησιμοποιούσε συχνά το παιχνίδι με σεξουαλικού περιεχομένου κινήσεις και τα λεγόμενα της περιλάμβαναν λέξεις, οι οποίες αφορούσαν σεξουαλική πράξη. Την ώρα του μπάνιου η Α.Α. λειτουργούσε ωσάν να συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με κραυγές και κινήσεις του σώματος, χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα που ήταν δίπλα της για να εκδηλώσει αυτή τη συμπεριφορά. Η σεξουαλικότητα της είναι ανεπτυγμένη. Η Α.Α. έκανε σε διάφορα πρόσωπα αναφορές σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση που υπέστη από τον κατηγορούμενο, σε διάφορους και ανύποπτους χρόνους, όπως στην ψυχολόγο της, στην προσωπική της λειτουργό ακόμη και κατά την ώρα του ύπνου. Οι εν λόγω αναφορές, αφορούσαν αγγίγματα, χαϊδέματα στο σώμα, αγγίγματα στα γεννητικά όργανα και ήταν παρούσα σε παρενόχληση του αδερφού της. Τις αναφορές αυτές η Α.Α. τις εκδήλωνε με τη στάση του σώματος, με ενέργειες, χειρονομίες και περιγραφές στο προσωπικό της Παιδικής Στέγης. · Η Α.Α. σε συνεργασία που είχε με ψυχολόγο ανέφερε για την κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο. Η ψυχολόγος, τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2018 ετοίμασε ψυχολογικό σημείωμα με το οποίο ενημέρωσε τις Υ.Κ.Ε. για αυτά που είπε το παιδί και ακολούθως οι Υ.Κ.Ε. αποτάθηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού για να λάβουν ενημέρωση για τις ενέργειες που έγιναν και για τα πορίσματα. Τον Οκτώβριο του 2018 υπήρξε απαντητική επιστολή από την Αστυνομία με την οποία αναφερόταν ότι δεν κατέστη δυνατή η λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από τα παιδιά, ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Γραφείο Διαχείρισης Περιστατικών Κακοποίησης και ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικές μαρτυρίες εναντίον του κατηγορουμένου. · Ο Β.Β. έχει έντονο στρες, δεν μπορεί να διαχειριστεί τον εαυτό του στη πολυκοσμία, αντιδρά με φυγές, δεν μπορεί να διαχειριστεί το ξαφνικό με αποτέλεσμα να αποδιοργανώνεται, κάνει διάφορες σπαστικές κινήσεις για να μπορέσει να εξισορροπήσει τον εαυτό του. Σε σχέση με τη σεξίζουσα συμπεριφορά του Β.Β., από την αρχή που μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη, ενοχλούσε τις δασκάλες και το προσωπικό στο στήθος και στα οπίσθια και αυτό γινόταν και σε άτομα που επισκέπτονταν τη Στέγη. Σήμερα έχει αυτή τη στάση σε συμμαθήτριες και καθηγήτριες του. Για αυτές του τις πράξεις ένιωθε ενοχή. Το χρονικό διάστημα όταν ενημερώθηκε ότι θα δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο Β.Β. παρουσίαζε έντονη σεξίζουσα συμπεριφορά στο σχολείο και στην Παιδική Στέγη. Τοποθετήθηκε άνδρας συνοδός (o Μ.Κ.14), μετά από αξιολόγηση της έντονης σεξίζουσας συμπεριφοράς του Β.Β. Ο Β.Β. συχνά νιώθει ντροπή για τα βιώματα που είχε με τον κατηγορούμενο, εκδηλώνοντας αδυναμία να οριοθετήσει και να διαχειριστεί τα συναισθήματα και το θυμό του. · Το 2021 εκδόθηκε διάταγμα επιβλεπόμενης επικοινωνίας της Μ.Υ.1 με τους Β.Β. και Α.Α. στο οποίο η Μ.Υ.1 δεν είναι συνεπής, με αποτέλεσμα οι Β.Β. και Α.Α. να είναι αναστατωμένοι, θυμωμένοι και απογοητευμένοι. Σε μια από αυτές τις επιβλεπόμενες επικοινωνίες, σε παιχνιδότοπο, η Μ.Υ.1 προέτρεψε την Α.Α. να μην ακούει τις οδηγίες των λειτουργών και σε μια άλλη επιβλεπόμενη επικοινωνία, στην Παιδική Στέγη, η Μ.Υ.1, κατά τον αποχαιρετισμό, έδωσε το τηλέφωνο της για να συνομιλήσει η Α.Α. με τρίτο πρόσωπο, το οποίο την ρώτησε κατά πόσο θα καταθέσει στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.8 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με ξεκάθαρο τρόπο τις συνθήκες υπό τις οποίες η Μ.Υ.1 προέβη σε προφορική καταγγελία στις 9/10/2016 σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση και επεξήγησε επακριβώς τους λόγους για τους οποίους δεν λήφθηκαν τότε οπτικογραφημένες καταθέσεις από τους Β.Β. και Α.Α. και τη μητέρα τους. Διαφώτισε το Δικαστήριο για τις ενέργειες που έγιναν τότε αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης και τους λόγους που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση της. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε, μέσω της αντεξέτασης, την αξιοπιστία του μάρτυρα. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ.8 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Η Μ.Υ.1, στις 9/10/2016 προέβη σε προφορική καταγγελία σχετικά με σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών της, Β.Β. και Α.Α. Δεν λήφθηκε γραπτή κατάθεση από τη Μ.Υ.1 διότι έπρεπε πρώτα να ληφθούν καταθέσεις από τα παιδιά. Δεν λήφθηκαν όμως οπτικογραφημένες καταθέσεις από αυτά, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από συγκεκριμένη αστυφύλακα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι τα παιδιά είχαν πρόβλημα επικοινωνίας, είχαν χαμηλό λεκτικό και δεν μπορούσαν να εκφραστούν σωστά. Τότε δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί κατάθεση ούτε από τη Μ.Υ.1, διότι δεν ήταν συνεργάσιμη και έλεγε ασυνάρτητα χρονικά κάποια γεγονότα. Η υπόθεση κρατήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και η Αστυνομία ήταν σε επικοινωνία με το Γραφείο Ευημερίας για το πως θα τύγχανε χειρισμού. Ακολούθως η υπόθεση στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία, οπόταν δόθηκαν οδηγίες όπως αρχειοθετηθεί, επειδή δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί μαρτυρία για το τι ακριβώς έγινε. Τα παιδιά κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης παραπέμφθηκαν σε ψυχολόγο. Η Μ.Κ.9 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως η επιβλέπουσα κοινωνική λειτουργός του Β.Β. και της Α.Α. την περίοδο Ιουλίου 2016 - Μαρτίου
  5. Η μάρτυρας έπεισε με τις λεπτομερείς αναφορές της ως προς το τι περιήλθε στην αντίληψη της σχετικά με τα λεγόμενα των Β.Β. και Α.Α., που αφορούσαν τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον κατηγορούμενο και τον τρόπο αντίδρασης των παιδιών όταν προέβαιναν στις εν λόγω αναφορές. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στις Υ.Κ.Ε. σχετικά με τη καταγγελία που προέβη εναντίον του η Μ.Υ.1 στις 9/10/
  6. Η μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Β.Β. και Α.Α. παραπέμφθηκαν για εξέταση σε παιδίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και ποιοι ήταν οι λόγοι που ο Β.Β. δεν εξετάστηκε. Επεξήγησε επίσης με λεπτομέρειες τις ενέργειες που έγιναν από τις Υ.Κ.Ε. για να εξασφαλιστεί κατοικία στην οικογένεια της Μ.Υ.1 λόγω της ανάγκης που προέκυψε για επιδιόρθωση της οικίας τους και τις ενέργειες που έγιναν για να τοποθετηθεί φροντίστρια στην οικία του κατηγορουμένου για όσο χρονικό διάστημα η οικογένεια της Μ.Υ.1 διέμενε εκεί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.9 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Στις 7/9/2016, σε συνάντηση που είχε η Μ.Κ.9 με τη Μ.Υ.1, ενημερώθηκε σχετικά με την ανάγκη μετακίνησης της οικογένειας της τελευταίας σε άλλη κατοικία προσωρινά ενόψει της επιδιόρθωσης της κατοικίας της οικογένειας από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, οι οποίες άρχισαν στις 6/9/
  7. Οι λόγοι που έπρεπε να επιδιορθωθεί η οικία της οικογένειας ήταν επειδή οι συνθήκες ήταν πολύ άσχημες, ήταν παλιά, επικίνδυνη για τα παιδιά και είχε πάρα πολλά τρωκτικά. Ενημερώθηκε σχετικά η Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για επισκευή της οικίας και η έγκριση ήρθε τον Σεπτέμβριο, χωρίς να ενημερωθούν οι Υ.Κ.Ε. και έπρεπε η οικογένεια να μετακινηθεί κάπου αλλού για να μπορέσουν να γίνουν άμεσα οι επιδιορθώσεις. · Δόθηκε συμβουλευτική καθοδήγηση στην οικογένεια ώστε να μετακινηθούν σε ενοικιαζόμενη κατοικία και να ενημερώσουν την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας για παροχή επιδόματος ενοικίου. Η Μ.Υ.1 αρχικά ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι επρόκειτο να φιλοξενηθεί μαζί με τα 5 της παιδιά, τη μητέρα και τον αδερφό της σε φίλη της στην Λεμεσό μέχρι να ενοικιάσουν κάποια κατοικία. Ωστόσο στη συνέχεια η Μ.Κ.9 διαπίστωσε ότι η Μ.Υ.1 της είχε πει ψέματα. Η οικογένεια από τις 7/9/2016 φιλοξενείτο στην οικία του κατηγορουμένου μέχρι τις 25/11/
  8. Όταν διέμεναν οι Β.Β. και Α.Α. στην οικία του κατηγορουμένου, μαζί τους διέμεναν η μητέρα τους με τα άλλα τρία αδέρφια τους, τη γιαγιά τους και τον θείο τους, δηλαδή τον αδερφό της μητέρας τους. Κατά την περίοδο που η οικογένεια έμεινε στην οικία του κατηγορουμένου υπήρχαν συγκρούσεις που αφορούσαν την παράταση διαμονής τους εκεί. Παράλληλα κατά την ίδια περίοδο, οι Υ.Κ.Ε. προέβησαν σε ενέργειες, με εθελοντικές οργανώσεις, με αρμόδιες υπηρεσίες για να μετακινηθεί η οικογένεια σε άλλο χώρο και υπήρξε επίσης συνεργασία με κτηματομεσιτικά γραφεία για να βρεθεί ενοικιαζόμενη κατοικία για να μετακινηθεί όλη η οικογένεια. Έγιναν ενέργειες και από τον Δήμο [ ] για να εξευρεθεί κατοικία στην περιοχή που ήταν τα σχολεία των παιδιών για να είναι πιο εύκολη η πρόσβαση τους στα σχολεία. Παράλληλα μέχρι να βρεθεί άλλη κατοικία προσωρινά, είχε ετοιμαστεί έκθεση γεγονότων, η οποία είχε προωθηθεί στη Νομική Υπηρεσία, έτσι ώστε να μετακινηθούν τα παιδιά με βάση την κείμενη νομοθεσία. Αυτοί ήταν οι λόγοι που οι Υ.Κ.Ε. δεν προέβησαν σε ενέργειες για να μετακινηθεί η οικογένεια από την οικία του κατηγορουμένου και λόγω και του ότι δεν υπήρχε ακόμη απόφαση του Δικαστηρίου για άμεση μετακίνηση τους. Έγιναν προσπάθειες να τοποθετηθεί οικιακή φροντιστήρια στην οικία του κατηγορουμένου ενόσω διέμενε η οικογένεια μαζί του. Παρά τις προσπάθειες εξεύρεσης κατοικίας αυτό δεν κατέστη δυνατό, μέχρι που η οικία επιδιορθώθηκε και η οικογένεια επέστρεψε σε αυτήν στις 25/11/
  9. Η οικία του κατηγορουμένου ήταν μικρή και υπήρχε στενότητα χώρου. Η Μ.Κ.9 σε επίσκεψη που διενήργησε στις 16/9/2016 διαπίστωσε ότι οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν πολύ άσχημες και συγκεκριμένα υπήρχε στενότητα χώρου, χαμηλού επιπέδου καθαριότητα και υγιεινή των παιδιών. Στις 20/9/2016 σε συνεργασία με τη Μ.Υ.1 το Γραφείο της Μ.Κ.9 επισήμανε στη Μ.Υ.1 την ανάγκη άμεσης μετακίνησης σε άλλη κατοικία, αφού όπως διαπιστώθηκε οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν πολύ άσχημες. · Στις 10/10/2016 ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε το γραφείο της Μ.Κ.9 για να αναφέρει ότι η Μ.Υ.1 μαζί με τη μητέρα της, τον κατάγγειλαν την προηγούμενη μέρα στην Αστυνομία ότι άγγιξε τα παιδιά (Β.Β. και Α.Α.) στα γεννητικά τους όργανα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έκανε κάτι για να βλάψει τα παιδιά της Μ.Υ.1 και ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κάποια από τα παιδιά της Μ.Υ.1, τουλάχιστον τα τρία μεγαλύτερα να είναι δικά του, καθώς την περίοδο που ήταν έγκυος σε αυτά διατηρούσε μαζί της ερωτικές σχέσεις. Επιρόσθετα, ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι η Μ.Υ.1 του συμπεριφέρεται με προκλητικό τρόπο και με άσεμνες χειρονομίες, δηλαδή ότι τον αγγίζει στα γεννητικά όργανα στην παρουσία των παιδιών, ενθαρρύνοντας παράλληλα με αυτόν τον τρόπο και τα μεγαλύτερα παιδιά να προβαίνουν σε παρόμοιες χειρονομίες. Επίσης ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι ο Β.Β. στην παρουσία της μητέρας του και της γιαγιάς του προσπάθησε να του κατεβάσει το παντελόνι του. Ο κατηγορούμενος εξέφρασε την άποψη ότι η ενέργεια της Μ.Υ.1 να τον καταγγείλει οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος συνεχώς τους ζητά να φύγουν από το σπίτι του και να βρουν άλλο χώρο διαμονής. Τέλος ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι είναι ο ίδιος που προθυμοποιήθηκε να τους φιλοξενήσει. · Η Μ.Κ.9 στις 13/10/2016 επισκέφθηκε το δημοτικό σχολείο όπου φοιτούσε ο Β.Β. καθώς και το δημόσιο νηπιαγωγείο όπου φοιτούσε η αδερφή του (Α.Α.) μαζί με λειτουργό των Υ.Κ.Ε. Εκείνη την ημέρα, κατά την ιδιαίτερη συνομιλία με τα παιδιά, δεν έγινε κατορθωτή η επιβεβαίωση της καταγγελίας. Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά δεν αισθάνονταν άνετα να μιλήσουν γι'αυτό το θέμα και οδηγούσαν τη συζήτηση σε άλλο θέμα. Τα παιδιά ήταν ανήσυχα. Ιδιαίτερα ο Β.Β. ήταν πάρα πολύ υπερκινητικός και δεν μπορούσε να επικεντρωθεί και να συζητήσουν το οτιδήποτε, ήταν αγχωμένος και δεν μπορούσε να περιοριστεί. Η Α.Α. ήταν πιο συνεργάσιμη αλλά δεν βγήκε κάτι από την συζήτηση τους, το δε λεξιλόγιο της Α.Α. ήταν φτωχό. Σε συνομιλία που είχε η Μ.Κ.9 με την τότε συνοδό του Β.Β. στο σχολείο, η τελευταία της ανέφερε ότι την ημέρα που έγινε το περιστατικό, η Μ.Υ.1 επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της για να τη συμβουλευτεί σχετικά με τα όσα της ανέφεραν τα δυο παιδιά και στη συνέχεια η συνοδός μίλησε στο τηλέφωνο αρχικά με τον Β.Β., ο οποίος της είπε «Κυρία Μαρία ο A.B. μου έπιασε την πουλλού μου». Στη συνέχεια η συνοδός μίλησε στο τηλέφωνο και με την Α.Α., η οποία της είπε ότι ο κατηγορούμενος της έπιασε το «πουλάκι» της. Ακολούθως η συνοδός επισκέφτηκε την οικογένεια στο σπίτι του κατηγορουμένου, στην απουσία του και μετέφερε τη Μ.Υ.1, τη μητέρα της και την Α.Α. στην Αστυνομία ενώ μαζί τους ήταν και η αδερφή της Μ.Υ.1, ήτοι η Μ.Υ.
  10. · Στα πλαίσια των καθηκόντων της, στις 18/10/2016, η Μ.Κ.9 μετέφερε τα 5 ανήλικα παιδιά της Μ.Υ.1 σε παιδίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για εξέταση. Ο Β.Β. και η Α.Α. ήταν πάρα πολύ υπερκινητικοί. Όταν έφτασε η σειρά του Β.Β. να εξεταστεί, αυτός ήταν πολύ ανήσυχος και δεν επέτρεψε στη γιατρό να του κατεβάσει το παντελόνι όταν του το ζήτησε ώστε να μπορέσει να εξετάσει τα γεννητικά του όργανα. Η Α.Α. κατά την εξέταση είχε κοκκινίσει, ήταν εμφανές στο πρόσωπο της ότι ντρεπόταν και όταν ο γιατρός επιχείρησε να την εξετάσει, αρχικά έβαλε τα χέρια της μπροστά από το εσώρουχο της αλλά στη συνέχεια επέτρεψε την εξέταση της. · Σε άλλη επίσκεψη στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου η Μ.Κ.9 μετέφερε την Α.Α. για προγραμματισμένη εξέταση με παιδοενδοκρινολόγο, η Α.Α. αισθανόταν άβολα την ώρα που η γιατρός της κατέβαζε το εσώρουχο. · Στις 20/12/2016 η διευθύντρια του νηπιαγωγείου όπου φοιτούσε η Α.Α. ανέφερε στις Υ.Κ.Ε. ότι πριν από ένα μήνα περίπου η Α.Α. της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κοιμόταν με τα παιδιά Β.Β. και Α.Α. και ότι τους άγγιζε πάνω στο «πουλάκι» τους. · Στις 21/12/2016 η Μ.Κ.9 επισκέφτηκε την Α.Α. στο σχολείο της και είχε συνάντηση μαζί της. Αφού η Α.Α. ένιωσε εμπιστοσύνη στο άτομο της Μ.Κ.9, ένεκα του ότι προηγήθηκαν αρκετές συναντήσεις τους, ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι μια μέρα που η μητέρα και η γιαγιά της έλειπαν από το σπίτι του κατηγορουμένου και η Α.Α. είχε μείνει εκεί με τον αδερφό της (Β.Β.), ο A.B. της χάιδεψε αρχικά το «πουλάκι» της (δείχνοντας στη Μ.Κ.9 -τοποθετώντας το ένα χέρι της μέσα στο εσώρουχο της). Όταν η Μ.Κ. 9 ρώτησε την Α.Α. αν έκανε κάτι άλλο ο A.B. που την έκανε να αισθανθεί άσχημα, η Α.Α. της ανέφερε ότι έγλειψε το δάχτυλο του, δείχνοντας στη Μ.Κ.9 τον δείκτη του χεριού της και το έβαλε στο «πουλάκι της», πράγμα που όπως της είπε την πόνεσε. Η Α.Α. ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά εκείνος συνέχισε. Την ίδια ημέρα ενώ τα παιδιά ήταν μόνα τους με τον A.B., σύμφωνα με την Α.Α., ο Β.Β. κατέβασε το παντελόνι του A.B. και το εσώρουχο του και του έγλειψε την «πουλλού» του. Επίσης ο A.B. δάγκωσε, σύμφωνα με την Α.Α., την «πουλλού» του αδερφού της (Β.Β.). Η Α.Α. μίλησε στη μητέρα της (Μ.Υ.1) μόλις πήγε σπίτι για το τι τους έκανε ο A.B. και εκείνη της είπε ότι «Τον έβαλε φυλακή». · Κατά τη διάρκεια που η Α.Α. ανέφερε τα πιο πάνω στη Μ.Κ.9, η Α.Α. ήταν κάπως αναστατωμένη. Κατά την περιγραφή που έκανε δεν μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά πότε ακριβώς έγιναν τα περιστατικά και πιο πολύ δείχνοντας με το χέρι, εξήγησε στη Μ.Κ.9, τι είχε συμβεί. Η Α.Α. εκείνη την περίοδο δεν μιλούσε πολύ καθαρά. Όταν η Μ.Κ.9 ρώτησε την Α.Α. πιο συγκεκριμένα, η Α.Α. ανέφερε ότι ο A.B. έγλειψε το δάχτυλο, δείχνοντάς της τον δείκτη του χεριού της, δεν μπορούσε να πει κάποια σύμφωνα, όμως ήταν κατανοητό τι έλεγε, πλην όμως η ομιλία της δεν ήταν καθαρή και φαινόταν από την περιγραφή της Α.Α. ότι ήταν κάτι που την ενόχλησε και την είχε αναστατώσει το όλο περιστατικό. · Μετά από τα πιο πάνω που της είπε η Α.Α., η Μ.Κ.9 επισκέφτηκε το σχολείο όπου φοιτούσε ο Β.Β. και έκανε προσπάθεια να συζητήσει μαζί του και να της πει κι αυτός τα γεγονότα. Ο Β.Β. απέφευγε να συζητήσει το συγκεκριμένο θέμα, αλλά όταν η Μ.Κ.9 του περιέγραψε αυτά που της είχε αναφέρει η αδερφή του, ο Β.Β. της επιβεβαίωσε ότι ο A.B. άγγιξε την αδερφή του στο «πουλάκι της» αλλά όχι τον ίδιο. Ο Β.Β. αισθανόταν άβολα και δεν ήθελε να της μιλήσει για το τι είχε συμβεί και γι' αυτό η Μ.Κ.9 δεν επέμενε. Ο Β.Β. ήταν πολύ αναστατωμένος μόλις ξεκίνησε η Μ.Κ.9 να του αναφέρει κάτι σχετικό και είχε θυμό και επιβαλλόταν στη Μ.Κ.9 να μην συνεχιστεί η συζήτηση, δεν ήθελε να του κάνει ερωτήσεις και ήταν αρκετά ανήσυχος και αναστατωμένος. Όταν η Μ.Κ.9 ανέφερε στον Β.Β. το τι έχει λεχθεί από την αδερφή του και όταν τον ρώτησε εάν ισχύουν αυτά που ανέφερε η αδερφή του, τότε ο Β.Β. συμφώνησε ότι έγινε στην αδερφή του αυτό που περιέγραψε αλλά ο ίδιος δεν είχε παραδεχτεί ότι τον άγγιξε με οποιοδήποτε τρόπο και απαίτησε θυμωμένα από τη Μ.Κ. 9 να μην του κάνει άλλες ερωτήσεις. · Ο Β.Β., την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2016 και Μαρτίου 2017, δεν είχε αποδεχτεί ούτε παραδεχτεί ότι υπήρξε κάποιου είδους σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο οπότε δεν υπήρχαν στοιχεία για να μπορέσουν να προχωρήσουν σε ιατροδικαστική εξέταση. · Μετά τον Μάρτιο του 2017 οι Β.Β. και Α.Α., είχαν συνεργασία με ψυχολόγο δηλαδή συνεχίστηκε η συνεργασία τους με το Τμήμα Παιδιών και Εφήβων. Μέχρι το 2017 η Μ.Κ.9 δεν έλαβε πληροφόρηση ότι τα παιδιά ήταν έτοιμα για να δώσουν οπτικογραφημένες καταθέσεις. Ο Μ.Κ.14 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με λεπτομέρεια τις συνθήκες υπό τις οποίες προσέγγισε τον Β.Β., ως συνοδός του και πώς κατάφερε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του ανήλικου που είχε ως αποτέλεσμα ο Β.Β. για πρώτη φορά, να ζητήσει βοήθεια για να μην προβαίνει σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις στα παιδιά ή σε λειτουργούς της Παιδικής Στέγης. Περαιτέρω ο μάρτυρας έδωσε πλήρη περιγραφή των όσων ο Β.Β. του ανέφερε σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο και τον τρόπο που αντιδρούσε ο Β.Β. όταν προέβαινε σε τέτοιες εξιστορήσεις. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, καθότι στην αντεξέταση, το μόνο που ερωτήθηκε, ήταν κατά πόσο μετά τις δηλώσεις του Β.Β. προχώρησαν σε παιδοψυχολόγο, με τον μάρτυρα να απαντά καταφατικά. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.14 γίνεται δεκτή και συναφώς δεχόμαστε τα ακόλουθα: · Ο Μ.Κ.14, από τις 24/4/2021 μέχρι σήμερα εκτελεί καθήκοντα συνοδού του Β.Β. Πριν αναλάβει τα καθήκοντα του ο Μ.Κ.14, ο Β.Β. ήταν μόνος του σε ένα δωμάτιο «Playroom» καθημερινά, δεν εμπιστευόταν κανέναν, όταν κάποιος τον άγγιζε γινόταν επιθετικός και δεν μπορούσε να ενταχθεί σε κοινωνικό σύνολο. Τις Κυριακές, που ήταν η μόνη μέρα που ο Μ.Κ.14 δεν ήταν μαζί του, ο Β.Β. προέβαινε σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις σε παιδιά και σε λειτουργούς της Παιδικής Στέγης και στο προσωπικό της κουζίνας. Συγκεκριμένα έτρεχε στα παιδιά να τους βάλει δάχτυλο και θώπευε τις κυρίες που εργάζονταν στην κουζίνα ενώ υπήρχε και λεκτική βία εκ μέρους του. · Όταν ο Μ.Κ.14 περί τον Ιούνιο του 2021 ρώτησε τον Β.Β. για τον λόγο που προέβη σε αυτές τις παρενοχλήσεις, ο Β.Β. απάντησε «Κύριε έκαμαν μου τα τζαι κάμνω τα». Τότε ήταν που για πρώτη φορά ο Β.Β. ζήτησε βοήθεια από τον Μ.Κ.
  11. Στη συνέχεια, μετά από αυτές τις αναφορές, ο Β.Β. αυτοτραυματιζόταν, χτυπούσε με το αριστερό του χέρι και έγδερνε τα χέρια και τα πόδια του και με το δεξί του χέρι γρονθοκοπούσε τα πόδια και το κεφάλι του. Τότε ο Μ.Κ.14 τον επανέφερε στην κατάσταση που ήταν. Ο Β.Β. κατονόμασε, στον Μ.Κ.14, τον κατηγορούμενο ως το άτομο που τον κακοποιούσε σεξουαλικά. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι τον έβαζε στην τουαλέτα και του έβαζε δάχτυλο ενώ η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μετά από αυτές τις αναφορές, δηλαδή μετά τον Ιούνιο του 2021, ο Β.Β. ανέφερε στον Μ.Κ.14 ότι έχει δει γεννητικά όργανα με άσπρες τρίχες. Ο Β.Β. ζητούσε τη βοήθεια του Μ.Κ.14 λέγοντάς του «Κύριε βοήθα με σε παρακαλώ δεν θέλω να τα κάνω αυτά». Περί τον Ιούνιο του 2022 ο Β.Β. ανέφερε στον Μ.Κ.14 ότι άγγιξε την γάμπα μιας κοπέλας και τη χάιδεψε και μετά από αυτό, ο Β.Β. ρώτησε τον Μ.Κ.14 τι μπορεί να κάνει για να ξεχάσει τι του συνέβη με τον κατηγορούμενο. · Ο Β.Β. στην αρχή της συνεργασίας του με τον Μ.Κ.14 δεν έκανε συχνά μπάνιο, έτρωγε μόνο λιχουδιές και ήταν πιο αντιδραστικός. Στην παρούσα φάση μπορεί πλέον να κάνει μπάνιο μόνος του, τρώει σωστά, έχει ψηλώσει, έχει αναπτυχθεί και εξελιχθεί σωστά. Σε σχέση με την κοινωνικοποίηση του άρχισε να θέλει και ο ίδιος ο Β.Β. να γίνεται αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο. · Ο Μ.Κ.14 όταν έδινε την κατάθεση του, δηλαδή τον Ιούνιο του 2022, εξήγησε στον Β.Β. ότι σε κάποια φάση θα πρέπει να μιλήσει στην Αστυνομία για το τι του έκανε ο κατηγορούμενος, έτσι ώστε να βοηθήσει κι άλλα μωρά που πιθανόν έχουν περάσει τα ίδια. Τότε ο Β.Β. δεν του απάντησε, όμως ήταν σκεφτικός όταν του το ανέφερε. Ο Μ.Κ.15 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Και αυτός με τη σειρά του έδωσε πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Β.Β. και Α.Α. προέβησαν σε υποδείξεις της οικίας του κατηγορουμένου. Έχουμε πειστεί επίσης για την αναφορά του μάρτυρα ότι η Α.Α. δεν επιθυμούσε να προσεγγίσει την οικία διότι, όπως ανέφερε, φοβόταν. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης, αφού ρωτήθηκε μόνο κατά πόσο η Α.Α. ανέφερε τον λόγο που φοβόταν. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Οι Μ.Κ.10, 12, 13, 16, 17, 18 και 19 κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία ως εμπειρογνώμονες σε θέματα που άπτονταν της ειδικότητας τους. Η εμπειρογνωμοσύνη των Μ.Κ.10, 17, 18 και 19 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ενώ αυτή των Μ.Κ.12, 13 και 16 δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς η μαρτυρία όλων αυτών των μαρτύρων θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou (ανωτέρω) και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχουμε κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, [26], [42], [44] και R. v. Turner
(1975)Q.B. 834, η οποία μνημονεύεται στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2/5/2018. Αντίθετα, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και τη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Περαιτέρω μπορεί να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων και ειδικότερα μικρών παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η Μ.Κ.10 μας άφησε θετική εικόνα. Διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με τον Β.Β. και την εικόνα που αυτός παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή που τον εξέταζε. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση και παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα, αντικειμενικότητα και επάρκεια τις διαπιστώσεις και τα σχετικά ευρήματα της. Ερωτώμενη κατά πόσο διερεύνησε εάν ο Β.Β. έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον κατηγορούμενο, απάντησε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, ότι η ίδια προβαίνει σε κλινικές αξιολογήσεις και όχι σε δικανικές αξιολογήσεις. Περαιτέρω έπεισε για τη θέση της ότι ο Β.Β., κατά το χρονικό διάστημα που τον αξιολογούσε, δεν ήταν σε θέση να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση λόγω της ψυχικής αναστάτωσης υπό την οποία τελούσε. Σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία της Μ.Κ.10, με την αντεξέταση της να περιορίζεται σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.10 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα εξής: · Η M.K.10 είχε συναντήσεις με τον Β.Β. στις 31/3/2017, 3/4/2017, 4/5/2017, 8/5/2017 και 11/5/
  1. Στις εν λόγω συναντήσεις διαφάνηκε ότι απουσίαζε συναισθηματικό δέσιμο του Β.Β. με τη μητέρα του, η οποία δεν έδειχνε ενδιαφέρον στον Β.Β. παρά την υπερκινητικότητα του και η μόνη αντίδραση της για να τον περιορίσει ήταν να του φωνάζει και να τον απειλεί ότι θα τον χτυπήσει. Η Μ.Υ.1 δεν ήταν συνεργάσιμη. Ο Β.Β. κατά τις συναντήσεις δεν απευθύνθηκε στη μητέρα του, ούτε παρουσίασε άγχος αποχωρισμού, παρά τη συναισθηματική αναστάτωση και υπερδιέγερση που τον διακατείχε. Δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε προσπάθεια του Β.Β. να καθησυχαστεί από τη μητέρα του και αυτό καταδεικνύει έντονα στοιχεία παραμέλησης και συναισθηματικής αποστέρησης. · Στις κλινικές συναντήσεις η Μ.Κ.10, εντόπισε στον Β.Β., σημαντικά στοιχεία υπερδιέγερσης, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας, τα οποία κάποιες φορές ο Β.Β. κατάφερνε να ελέγξει. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες συγκάλυψης στοιχείων που προηγουμένως είχε αναφέρει με τρόπο αυθόρμητο. Τα πιο πάνω στοιχεία ενισχύονταν τις στιγμές που ο Β.Β. σεξουαλικοποιούσε ερεθίσματα/παιχνίδια που βρίσκονταν στον χώρο διεξαγωγής των συναντήσεων. Στην πρώτη συνάντηση που είχε ο Β.Β. με τη Μ.Κ.10, αφού εντόπισε μια γυμνή κούκλα τύπου Barbie γένους αρσενικού την ονόμασε Ben, επέλεξε μία αντίστοιχη κούκλα τύπου Barbie γένους θηλυκού και αφού της αφαίρεσε τα ρούχα, τοποθέτησε το κεφάλι της στην γενετήσια περιοχή του Ben και στη συνέχεια μετακίνησε το κεφάλι της στο στόμα του σχολιάζοντας «φιλιούνται». Σε σχετική ερώτηση, ο Β.Β. ανέφερε ότι έχει δει τη μαμά του να κάνει κάτι τέτοιο ενώ στη συνέχεια σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις κατέφυγε στη σιωπή. Στη συνάντηση ωστόσο που ακολούθησε, ο Β.Β. επανέλαβε αυθόρμητα το ίδιο σενάριο παιχνιδιού, υποδεικνύοντας την ίδια σεξουαλική υπερδιέγερση. Είναι φυσικό είτε για ένα παιδί, είτε για ένα ενήλικα να κρατά μία αμυντική διεργασία, όπως έκανε ο Β.Β. ώστε να προστατευτεί από το να έρθει σε επαφή είτε από τη σκέψη, είτε από το συναίσθημα, με επώδυνες καταστάσεις. Ο Β.Β. παρουσίαζε τέτοιου αποφευκτικού τύπου συμπεριφορές για να μην έρθει σε μεγαλύτερη επαφή με μεγαλύτερη αναστάτωση. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σε θέματα σεξουαλικότητας, διαπιστώθηκε ότι ενισχυόταν η παρορμητικότητα και σεξουαλική υπερδιέγερσή του Β.Β. και επιζητούσε σωματική επαφή με τη Μ.Κ.10, όπως φιλιά στο μάγουλο και αγκαλιές, παρουσιάζοντας μειωμένες αναστολές. Ο Β.Β. προσπαθούσε να κατευνάσει την υπερδιέγερση που τον κατέβαλε σχολιάζοντας «εν αντροπή», εκδηλώνοντας αποφευκτικού τύπου συμπεριφορές. Δεν έγιναν οποιεσδήποτε αναφορές στη Μ.Κ.10 σχετικά με την ισχυριζόμενη καταγγελία. · Από την κλινική αξιολόγηση του Β.Β. εντοπίστηκαν στοιχεία που παραπέμπουν σε ενδεχόμενη έκθεση του Β.Β. σε ερεθίσματα σεξουαλικού περιεχομένου από το οικογενειακό του περιβάλλον. Η σεξουαλική ενασχόληση και υπερδιέγερση του, η εκδήλωση παρορμητικών συμπεριφορών και η τάση του να σεξουαλικοποιεί ερεθίσματα κατά την κλινική αξιολόγηση, η ανάγκη να αναπαραστήσει κατ΄ επανάληψή μέσα από το παιχνίδι σεξουαλικού περιεχομένου υλικό, παραπέμπουν σε παιδί που πιθανό να εκτίθεται σε ακατάλληλου περιεχομένου για την ηλικία του ερεθίσματα. · Ο Β.Β. δεν είχε λεκτική επικοινωνία με τη Μ.Κ.10 για να περιγράψει πράγματα. Ενώ μπορούσε, δεν το έκανε, λόγω της αναστάτωσης του. Ο Β.Β. εκδραμάτιζε στη Μ.Κ.10, δηλαδή έκανε πράξη μέσα από το παιχνίδι του ενδεχόμενα βιώματα και σκέψεις, τις οποίες κουβαλούσε. Η αναστάτωση του Β.Β. και το άγχος του υποδηλώνει ψυχικά ενδεχόμενο τραυματισμό που υπέστη και υποδηλώνει διέγερση σε ψυχικό επίπεδο. Η δομή της οικογένειας είχε σοβαρές ελλείψεις σε θέματα φροντίδας και συναισθηματικής ανάγκης σε όλα τα επίπεδα. Το γεγονός ότι ο Β.Β. ζούσε σε μια τέτοια οικογένεια, τον οδήγησε στο να μην μπορεί να νιώσει ασφάλεια, ούτε να αναπτύξει δεσμούς εμπιστοσύνης με το περιβάλλον του. Το γεγονός ότι ο Β.Β. συνέχισε να διαμένει με τον θύτη, ενδεχομένως ενίσχυαν το αίσθημα «αβίωτου» και το συναίσθημα «δεν μπορώ να εμπιστευτώ, δεν αλλάζει τίποτε, είτε πω είτε δεν πω για το τι με προβληματίζει και πως θα ανταποκριθεί η οικογένεια μου». Είναι σχεδόν αναμενόμενο να μην μιλήσει το παιδί για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, λαμβάνοντας υπόψη ότι ζούσε σε ένα περιβάλλον με τόσα ελλείματα, το γεγονός ότι η οικογένεια του δεν μετακινήθηκε και ο Β.Β. είχε τόσα προβλήματα να διαπραγματευθεί με τα μέσα του και τα έξω του. · Την περίοδο που η Μ.Κ.10 αξιολόγησε τον Β.Β., θα ήταν δύσκολο αυτός να μιλήσει με τρόπους πιο δομημένους, να ανταποκριθεί σε πιο ανοιχτού τύπου ερωτήσεις όπως συνηθίζεται να γίνεται στις καταθέσεις της Αστυνομίας, να έχει ένα πιο συγκροτημένο λόγο, λόγω της ψυχικής και συναισθηματικής αναστάτωσης υπό την οποία τελούσε. Ο Μ.Κ.12 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε κι αυτός με τη σειρά του και εξήγησε με αντικειμενικότητα και με την απαιτούμενη σαφήνεια και επάρκεια τα εργαλεία και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε κατά την κλινική αξιολόγηση της Α.Α. καθώς και τη συμπεριφορά της ανήλικης, τα όσα αυτή ανέφερε κατά την αξιολόγηση της και τα σχετικά ευρήματα του. Με αντικειμενικότητα ο μάρτυρας είπε ότι το κατά πόσο τα όσα του ανέφερε η Α.Α. είναι αλήθεια είναι θέμα που θα κρίνει το Δικαστήριο, χωρίς να μεταβάλλει τη θέση του ότι η Α.Α. μπορούσε να διαχωρίσει την πραγματικότητα από το φανταστικό. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν, κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.12 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Τον Σεπτέμβριο του 2019 παραπέμφθηκε σε αυτόν, από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, η Α.Α. για αξιολόγηση και στήριξη. Η παραπομπή έγινε λόγω σεξίζουσας συμπεριφοράς, δυσκολιών οριοθέτησης και ακολούθησης κανόνων και η ψυχολογική υποστήριξη ζητήθηκε λόγω του κακοποιητικού και παραμελητικού περιβάλλοντος της Α.Α. στο παρελθόν. · Στις 14/11/2019, κατά την τρίτη και τελευταία συνεδρία που είχε ο Μ.Κ.12 με την Α.Α., κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού με κουκλόσπιτο, ο Μ.Κ.12 ζήτησε από την Α.Α. να διαλέξει κούκλες που η καθεμία θα συμβόλιζε ένα άτομο από την οικογένεια της. Έπειτα ο Μ.Κ.12 της ζήτησε να διακοσμήσει το κουκλόσπιτο με όποιο τρόπο ήθελε και να ονομάσει τα δωμάτια του σπιτιού. Η Α.Α. επέλεξε πέντε κούκλες και όπως ανέφερε συμβόλιζαν τη μαμά της, τη γιαγιά της, τον κατηγορούμενο και τον αδερφό της, τον Β.Β. Έπειτα ο Μ.Κ.12 της ζήτησε να τοποθετήσει τις κούκλες σε μέρη του σπιτιού όπου και όπως ήθελε εκείνη για να του παρουσιάσει μία κανονική τυπική μέρα στο σπίτι. Η Α.Α. τότε τοποθέτησε όλα τα άτομα στο κρεβάτι. Η Α.Α. δήλωσε ότι κοιμόντουσαν όλοι μαζί. Στη συνέχεια τοποθέτησε τη γιαγιά της στην κουζίνα βγάζοντας τις κούκλες που συμβόλιζαν τη μαμά και τον Β.Β. από το κρεβάτι. Ακολούθως η Α.Α. αναπαράστησε τη διαδικασία μετακίνησης της από τον κατηγορούμενο, από το κρεβάτι στην τουαλέτα. Η Α.Α. τότε σταμάτησε και όταν ο Μ.Κ.12 τη ρώτησε «και μετά;» η Α.Α. του απάντησε ότι ο κατηγορούμενος θα της ζητήσει να γδυθεί και θα της γλείψει το στήθος, θα κατεβάσει το παντελόνι του και θα της τοποθετήσει δάκτυλο στην γενετήσια περιοχή της, «πουττί». · Κατόπιν αυτού η Α.Α. σταμάτησε το παιχνίδι και ξεκίνησε αυθόρμητα να μιλά αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος πριν χρόνια, χωρίς να αναφέρει πότε, την ξυπνούσε τα βράδια, την έπαιρνε στην τουαλέτα, όπου της κατέβαζε τα ρούχα της ή ζητούσε να τα κατεβάσει η ίδια, έβγαζε τα δικά του ρούχα και ξεκινούσε να της γλύφει το στήθος και το σώμα. Ο Μ.Κ.12 ρώτησε την Α.Α. κατά πόσο αυτά που λέει είναι συνέχεια του παιχνιδιού με το κουκλόσπιτο ή αν είναι πράγματα που έχουν γίνει στο παρελθόν και η Α.Α. του απάντησε ότι έχουν γίνει. Στη συνέχεια η Α.Α. ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τοποθετούσε το δάχτυλο του στη γενετήσια περιοχή της, στον πρωκτό της ή και στα δύο. Ανέφερε επίσης ότι ορισμένες φορές της ζητούσε να του γλείψει το πέος του ή της τοποθετούσε το κεφάλι προς το πέος του με σκόπο να το γλείψει. Αυτό γινόταν και όταν η Α.Α. πήγαινε τουαλέτα. Όταν ο Μ.Κ.12 τη ρώτησε να του πει ποιος ήταν αυτός ο κύριος, ανέφερε ότι ήταν ένας φίλος της γιαγιάς της, κατονομάζοντας τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε μείνει για καιρό στο σπίτι τους και κάποτε και εκείνοι έμειναν στο δικό του. Επίσης η ανήλικη του είπε ότι ο κατηγορούμενος της τοποθετούσε το πέος του στην γενετήσια περιοχή της και πονούσε πολύ. Η Α.Α. ανέφερε ότι αυτός ο κύριος βοηθούσε την οικογένεια τους, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τον τρόπο. Η Α.Α. δεν μπορούσε να πει στον Μ.Κ.12 τη συχνότητα για αυτά που συνέβαιναν, λέγοντας του ότι έγιναν πολλές φορές. Ο Μ.Κ.12 ρώτησε την Α.Α. αν για αυτά είχε μιλήσει στη γιαγιά ή στη μαμά της, αλλά η Α.Α. δεν του απάντησε. Στη συνέχεια, η Α.Α. συνέχισε αυθόρμητα να λέει στον Μ.Κ.12 ότι πολλές φορές έβλεπε τον κατηγορούμενο να κατεβάζει το παντελόνι του και να τοποθετεί το πέος του στο στόμα του αδερφού της και τα δάχτυλα του στο πρωκτό του. Η Α.Α. ανέφερε ότι αυτό συνέβαινε μέσα στο δωμάτιο όταν η ίδια ήταν ξαπλωμένη εκεί, όπως ο αδερφός της. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις επί τούτου, η Α.Α. δεν απάντησε σε καμιά και αυτό οφείλεται στο ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε μία ψυχική κατάσταση στην οποία ανέφερε κάτι ψυχοτραυματικό. · Η Α.Α. στο ιχνογράφημα, δηλαδή την ζωγραφιά, που είναι και αυτό ένα προβολικό παιχνίδι, μέσα από το οποίο ζητείται να αποτυπώσουν τα παιδιά κάτι από την πραγματικότητα τους, όταν της ζητήθηκε να αποδώσει με διαφορετικό χρώμα ότι ένα άτομο είναι καλό και ότι ένα άτομο είναι κακό, αναπαρέστησε τη μητέρα της ως άτομο καλό και κακό και τη γιαγιά της και τον κατηγορούμενο ως άτομα κακά. Η Α.Α. μπορούσε να διαχωρίσει στις περιγραφές που έκανε στον Μ.Κ.12, αν κάτι έγινε στην πραγματικότητα ή αν κάτι είναι φανταστικό. Εκείνη την περίοδο η Α.Α. είχε ένα σχετικά φτωχό γλωσσικό ρεπερτόριο, η βλεμματική της επαφή ήταν αποκλίνουσα με περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες σε σύγκριση με ένα παιδί της ηλικίας της. · Η σεξίζουσα συμπεριφορά σε ένα παιδί τείνει να παραπέμπει στο ότι έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Η Μ.Κ.13 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε και αυτή με τη σειρά της με σαφήνεια, αντικειμενικότητα και επάρκεια τα όσα διαπίστωσε κατά τις συναντήσεις που είχε με την Α.Α. και τις συνθήκες υπό τις οποίες η τελευταία προέβη αυθόρμητα στις αναφορές που είχαν ως αντικείμενο τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη η ίδια και ο αδερφός της. Σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την αξιοπιστία της Μ.Κ.
  2. Ως εκ των άνω η μαρτυρία αυτής γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα εξής: · Η Μ.Κ.13 παρακολούθησε την Α.Α. από τον Αύγουστο του 2017 μέχρι τον Φεβρουάριο του
  3. Στις περιγραφές της η Α.Α. χρησιμοποίησε λεξιλόγιο σεξουαλικού περιεχομένου, ασυμβίβαστο με την ηλικία της. Οι δηλώσεις του παιδιού συνοδεύονταν από έντονη συναισθηματική αναστάτωση και εκδήλωνε σεξουαλική ενασχόληση μέσα από το συμβολικό παιχνίδι. Το πρώτο διάστημα η Α.Α. δε συνεργαζόταν εύκολα με τη Μ.Κ.13 και φαινόταν ότι είχε παραμεληθεί, ήταν παιδί παλινδρομημένο, ασταθές, υπερκινητικό και δεν μπορούσε να υπάρξει διάλογος. Ήταν πολύ χειριστική και έγινε προσπάθεια οριοθέτησης της για να αρχίσει συνεργασία. Πριν από τη Μ.Κ.13, άλλη συνάδελφος της δεν μπόρεσε να συνεργαστεί με την ανήλικη, διότι αυτή ερχόταν μαζί με τη μητέρα και τη θεία της και γινόταν μεγάλη φασαρία μέσα στο οίκημα και έτρεχαν μέσα στο διάδρομο. Στην αρχή, η ικανότητα για συζήτηση της Α.Α. ήταν περιορισμένη, ήταν πολύ δύσκολο να καθίσει και να μπορέσει να δώσει κάποιες πληροφορίες, δεν μπορούσε να περιοριστεί, υπήρχε ένας εκνευρισμός, μία αστάθεια μία υπερκινητικότητα και μπαινοέβγαινε στο γραφείο. Μετά πάροδο 6-7 μηνών η Α.Α. μπορούσε να περάσει μεγαλύτερο χρόνο με τη Μ.Κ.13, να υπάρξει ένας διάλογος, μία ανταλλαγή πληροφοριών για το πως περνά την καθημερινότητα της. Ο λόγος που χρειάστηκε η πάροδος αυτού του χρόνου, ήταν επειδή η Α.Α. χρειάστηκε να προσαρμοστεί στην Παιδική Στέγη, να αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν ήταν πλέον στην οικογένεια της, να προσαρμοστεί στο νέο τρόπο ζωής, να ηρεμήσει και να δεχτεί τις θεραπείες και τη φροντίδα που της πρόσφεραν στο νέο πλαίσιο που είχε ενταχθεί, το οποίο είχε θετικό αντίκτυπο, αφού άρχισε λογοθεραπεία και άλλες δραστηριότητες. · Περί τον Μάρτιο του 2018, η Α.Α. πήγε πολύ ταραγμένη στο ραντεβού με τη Μ.Κ.13 και της μίλησε για κάποιο A.B. Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.13 ότι στη διαδρομή προς το γραφείο της, με τους λειτουργούς της Παιδικής Στέγης, πέρασαν κοντά από το σπίτι του A.B. και ότι αυτό το άτομο κακοποιούσε σεξουαλικά την ίδια και τον αδερφό της, τον Β.Β. όταν πήγαιναν σπίτι του και ότι η μητέρα και η θεία της το γνωρίζουν. Η Α.Α. ανέφερε αυτά με αναστάτωση, άγχος και εκνευρισμό. Η Α.Α. είχε προβεί σε αναφορές ότι ο A.B. την πείραζε σεξουαλικά και χρησιμοποιούσε λεξιλόγιο σεξουαλικού περιεχομένου ασυμβίβαστο για την ηλικία της, που υπό κανονικές συνθήκες ένα παιδί της ηλικίας της δε νοείται να γνωρίζει και να χρησιμοποιεί. Όταν η Α.Α. προέβαινε σε αναφορές για την κακοποίηση που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, είχε έντονο εκνευρισμό, θυμό, άγχος, αστάθεια υπερκινητικότητα και βρισκόταν σε μία διέγερση. Η Α.Α. εκδήλωσε σεξουαλική ενασχόληση μέσα από το συμβολικό παιχνίδι και συγκεκριμένα το κουκλόσπιτο με τις κουκλίτσες του. Συγκεκριμένα έγδυνε τις κούκλες Barbie και Βen, έδειχνε τα σεξουαλικά τους όργανα, κορόιδευε και υπήρξαν περιπτώσεις που άγγιξε και η ίδια τα σεξουαλικά της όργανα. Αυτές οι ενασχολήσεις της ήταν επαναλαμβανόμενες. Η σεξουαλική ενασχόληση μέσα από το συμβολικό παιχνίδι θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού και την έκθεση της σε σεξουαλική κακοποίηση του αδερφού της. · Στην πορεία της συνεργασίας της με τη Μ.Κ. 3, η Α.Α. ήταν πιο ήρεμη, μπορούσε να μείνει μέσα στην τάξη στο σχολείο, ήταν πιο σταθερή, δεν έσχιζε πλέον τις ζωγραφιές της αλλά τις τοιχοκολλούσε, μπορούσε να υπάρχει ανταλλαγή συζητήσεων και ανταλλαγή μέσα από το παιχνίδι. · Εκείνη την περίοδο που η Μ.Κ.13 παρακολουθούσε την Α.Α., θα ήταν δύσκολο για την Α.Α. να μπει σε διαδικασία λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης, λόγω της ηλικίας και της ψυχολογικής κατάστασης της και δεν θα μπορούσε να ενταχθεί σε διάλογο και να της υποβάλλονται ερωτήσεις για να απαντά. Η Μ.Κ.16 μας άφησε επίσης θετική εικόνα. Και αυτή με τη σειρά της, με τις εμπειρίες και γνώσεις που κατέχει, παρέθεσε και εξήγησε με επάρκεια τα όσα διαπίστωσε μέσα από τις συναντήσεις που είχε με την Α.Α. και τα σχετικά συμπεράσματα της αξιολόγησης που έκανε. Περαιτέρω υποστήριξε με παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία τις απόψεις της σχετικά με τη συμπεριφορά της Α.Α., τα λεγόμενα της, το προφίλ που μπορεί να έχει ένας θύτης και ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, τους παράγοντες ευαλωτότητας που μπορεί να έχει ένα θύμα, το πως μπορεί να δικαιολογηθεί μία σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά και τις συνέπειες που μπορεί να έχει σε ένα παιδί η σεξουαλική κακοποίηση. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.16 δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία αυτής γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα εξής: · Η Μ.Κ.16 είχε ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις με την Α.Α. στις 11/12/2019, 16/12/2019, 20/12/2019 και 23/1/
  4. Όταν γινόταν η αξιολόγηση της Α.Α. από τη Μ.Κ.16, είχε προηγουμένως γίνει σύνδεση της με ανάδοχη οικογένεια, η οποία δεν πέτυχε διότι η Α.Α. αντιμετώπιζε ζητήματα στην οριοθέτηση, ήταν ένα παιδί δύσκολο, πεισματάρικο και αντιδραστικό. Η Α.Α. πριν αξιολογηθεί από τη Μ.Κ.16 είχε δύο συναντήσεις με κλινικό ψυχολόγο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, αλλά η ψυχολογική αξιολόγηση διακόπηκε μετά από περιστατικό έντονης αντίδρασης από τη μητέρα και τη θεία της Α.Α. υπό το φόβο ότι θα της πάρουν τα παιδιά και χρειάστηκε η παρέμβαση της Αστυνομίας. Σύμφωνα με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, η Α.Α. ανέφερε συχνά το καταγγελθέν περιστατικό, επαναλαμβάνοντας τα ίδια γεγονότα και ότι κατά την ηλικία των 6-7 χρονών, όταν περνούσε από το σπίτι του φερόμενου ως δράστη, θυμόταν το περιστατικό και ανέφερε στους λειτουργούς ότι δεν επιθυμούσε να περνάει από εκεί. · Κατά την αξιολόγηση από τη Μ.Κ.16, η Α.Α. ήταν ένα παιδί ακατέργαστο κοινωνικά, ο προφορικός της λόγος ήταν περιορισμένος και ο περιγραφικός της λόγος δύσκολος και γενικά η λεκτική της ικανότητα ήταν κατώτερη του αναμενόμενου. Είχε ελλιπές απόθεμα γνώσης, παρουσίαζε δυσκολία στην τήρηση ορίων και στη συγκέντρωση, άλλαζε θέμα συζήτησης και διέκοπτε με τη δικαιολογία ότι πεινούσε και ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει διότι ήθελε να πάει τουαλέτα. Σε περίπτωση που δεν ικανοποιείτο κάποιο αίτημα της αντιδρούσε με άρνηση και θυμό, κρύβοντας τον εαυτό της πίσω από την πολυθρόνα. Όταν αναφερόταν σε ζητήματα που δεν επιθυμούσε να δώσει διευκρινίσεις ή περισσότερες πληροφορίες αρνιόταν τη συνεργασία, ενώ συχνά έκανε χρήση υβρεολόγιου. Μπορούσε να αναγνωρίσει τα μέρη του σώματος και ποια αγγίγματα δεν είναι επιτρεπτά καθώς και να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό και το ψέμα από την αλήθεια. · Επιπρόσθετα κατά την αξιολόγηση, η Α.Α. ανέφερε ότι δεν τη στεναχωρούσε και δεν τη σκεφτόταν πλέον (τη σεξουαλική κακοποίηση) και ότι ήταν χαρούμενη διότι η Αστυνομία της είπε ότι ο κύριος A.B. πήγε φυλακή. Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.16 ότι μετά το περιστατικό το είπε στην μητέρα και στη θεία της και η θεία της ανέφερε ότι θα τον καταγγείλουν και αν πει συγνώμη τότε θα βγει από την φυλακή. Επίσης ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να συζητάει για το περιστατικό, βρίζοντας τον φερόμενο ως δράστη που ενοχλούσε την ίδια και τον αδερφό της, Β.Β. Κατά την αξιολόγηση της Α.Α. οι γνωστικές ικανότητες κυμαίνονταν στα πλαίσια του κατώτερου φυσιολογικού. Παρουσίασε ψυχοσυναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες, δυσκολίες στην οριοθέτηση και στη δημιουργία λειτουργικών διαπροσωπικών σχέσεων, στη συναισθηματική έκφραση και αυτορρύθμιση με αποτέλεσμα να εκφράζεται σε κάποιες στιγμές με εκρήξεις θυμού και άρνηση για συνεργασία. Αυτές οι δυσκολίες πιθανόν να οφείλονται σε κακοποιητικό περιβάλλον και τις συνθήκες ακραίας παραμέλησης που η Α.Α. μεγάλωσε και που δεν ικανοποιούσε τις βασικές συναισθηματικές της ανάγκες για ασφάλεια, φροντίδα και σταθερότητα. · Η Α.Α. παρουσίαζε σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά που εκδηλωνόταν λεκτικά και μη λεκτικά, μέσω χειρονομιών, χωρίς να παρουσιάζει αναστολές σε σχέση με αυτή τη συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν η αναμενόμενη για την ηλικία της και γενικά τα λεγόμενα της. Κάποιες από τις λεκτικές εκφράσεις σεξουαλικού περιεχομένου ήταν ότι ο κύριος A.B. την άγγιξε «στα αρχίδια και τον πούττο» και ανέφερε ότι αυτές τις εκφράσεις της έμαθε από τον αδερφό της και κάποιες από τον κατηγορούμενο. Η συναισθηματική αντίδραση της Α.Α. φάνηκε να είναι ασυντόνιστη με τα λεγόμενα της, κάτι που παρουσιαζόταν και στις αναφορές της για το καταγγελθέν περιστατικό. Συγκεκριμένα η Α.Α. ανέφερε ότι πρόκειται για ένα «γέρο» A.B. με τον οποίο περνούσαν καλά μέχρι που ξεκίνησαν τα σεξουαλικά αγγίγματα. Ήταν περίπου πέντε χρονών όταν της «έκανε σεξ» στο σπίτι του χωρίς να θυμάται το λόγο που βρισκόταν εκεί. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι «ο A.B. έβγαλε τα παντελόνια του και έβγαλε τα παντελόνια μας και στο τέλος έγινε σεισμός» κάτι που την έκανε να λυπηθεί. Η σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά είναι δείκτης που λαμβάνεται υπόψη για να διαπιστωθεί ότι ένα παιδί έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Η Α.Α., όταν συζητούσε με τη Μ.Κ.16 για τα καταγγελλόμενα περιστατικά εξέφραζε θυμό προς τον κατηγορούμενο. Σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τις αναφορές της είχε ασύντονη συναισθηματική αντίδραση και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μπορεί αναπτυξιακά το παιδί να μην μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως την σοβαρότητα των αναφορών, στο γεγονός ότι πολύ συχνά εντοπίζεται μετά από τέτοιες αναφορές το θύμα να έχει μια αποφυγή, να επιστρατεύουν τα παιδιά μηχανισμούς άμυνας όπως είναι η μόνωση του συναισθήματος, δηλαδή να απομονώνεται το συναίσθημα από τα λεγόμενα. Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις όμως, αφαιρείται σιγά-σιγά η ψυχολογική ένταση, η οποία το συνοδεύει και επειδή αρκετές φορές το παιδί είχε αναφέρει στη Μ.Κ.16 τα συγκεκριμένα ζητήματα, η ένταση που το συνόδευε είχε μειωθεί. Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ασύντονη αντίδραση της ανήλικης, λόγω του ότι έκανε αναφορά για τη σεξουαλική κακοποίηση σε διάφορα πρόσωπα, όπως είναι η γιαγιά της, οι κλινικοί ψυχολόγοι, οι κοινωνικοί και ιδρυματικοί λειτουργοί. Όλα τα πιο πάνω μπορούσαν να δικαιολογήσουν και το γεγονός ότι η Α.Α. κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, σε ορισμένα σημεία γελούσε. Με βάση τη βιβλιογραφία, υπάρχουν παιδιά που εκδηλώνουν αυτά τα ασύντονα συναισθήματα. Ένα παιδί στην ηλικία και με τα χαρακτηριστικά της Α.Α. είναι δυνατό να μπερδευτεί για κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με το καταγγελθέν περιστατικό. · Υπάρχουν παράγοντες ρίσκου για θυματοποίηση ενός παιδιού που μεταξύ άλλων είναι το φύλο, το να είναι ασυνόδευτο, να υπάρχει ιστορικό κακοποίησης, φτώχεια, μονογονεϊκές οικογένειες, οικογένειες με κοινωνική απομόνωση και γονείς με εξάρτηση από αλκοόλ και ναρκωτικά. · Υπάρχουν παράγοντες ρίσκου ευαλωτότητας για σεξουαλική κακοποίηση ενός ανήλικου και μεταξύ άλλων είναι η μη συστηματική φοίτηση στο σχολείο, το ότι δεν φροντίζονται οι βασικές του ανάγκες και δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα παιδιά συνδέονται συναισθηματικά με τους θύτες όταν τους παρέχουν συναισθηματική κάλυψη κάποιων αναγκών ή επίδειξη σημασίας και φροντίδας. · Οι συνέπειες που μπορεί να έχει ένα παιδί που υπέστη σεξουαλική κακοποίηση είναι, μεταξύ άλλων, αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές στον ύπνο, διαταραχή μετατραυματικού στρες και δυσκολία να κάνει άλλες διαπροσωπικές σχέσεις. · Συνήθως οι θύτες είναι άτομα έμπιστα και γνωστά στην οικογένεια και η κακοποίηση φαίνεται να γίνεται μεθοδευμένα μέσα από μία σταδιακή σεξουαλικοποιημένη σχέση με το παιδί. Βρίσκουν συνήθως τα θύματα ευάλωτα τα οποία έχουν ανάγκη από προσοχή και φροντίδα. Συνήθως μπορεί να παρέχουν βοήθεια και υποστήριξη είτε στις οικογένειές τους, είτε στα παιδιά, με σκοπό να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους και σιγά-σιγά η σεξουαλική βία κλιμακώνεται. · Οι αποκαλύψεις παιδιών που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση γίνονται τυχαία και αυθόρμητα και στην προκειμένη περίπτωση η Α.Α. προέβη σε αυθόρμητες αναφορές για το περιστατικό όποτε περνούσε από το σπίτι του κατηγορουμένου. Η Α.Α. φάνηκε ότι δυσκολευόταν να οριοθετηθεί, δηλαδή μιλούσε και αναφερόταν όταν η ίδια επιθυμούσε και όταν της ζητείτο να πει περισσότερες λεπτομέρειες, σε τέτοιες συνθήκες, μπορούσε να επιλέξει να μην προβεί σε οποιεσδήποτε αναφορές. Οι τυχαίες αποκαλύψεις, οι αυθόρμητες αυτές αναφορές, δεν μπορούσαν να γίνουν μέσα στις συνθήκες μίας οπτικογραφημένης κατάθεσης, η οποία γίνεται από άγνωστα άτομα σε ένα ξένο περιβάλλον. Η απομάκρυνση όμως της ανήλικης από το οικογενειακό της πλαίσιο, η παροχή αρκετών παρεμβάσεων, όπως η εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και η ψυχολογική υποστήριξη, δημιούργησαν μία ρουτίνα στο παιδί που της προσέφερε περισσότερη ασφάλεια, κάτι που η Α.Α. αισθανόταν. Είχαν γίνει αρκετές παρεμβάσεις, η Α.Α. είχε αρχίσει να αναπτύσσεται γνωστικά, χρειάστηκε να οριοθετηθεί μέσα στα πλαίσια της τάξης και αυτό βοήθησε στο να δώσει την οπτικογραφημένη της κατάθεση. Ένα παιδί μπορεί να προβεί κάποιες φορές τυχαία και αυθόρμητα μετά από κάποια ερεθίσματα ή σκόπιμα σε αναφορές που αφορούν την σεξουαλική κακοποίηση ενώ μπορεί σε κάποιο άλλο άτομο να μην προβεί σε τέτοια αναφορά. · Υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν ένα παιδί στο να μην προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη όπως π.χ. εάν ένα παιδί αποκαλύψει στη μητέρα, στη γιαγιά του ή στο πρόσωπο που έχει την μέριμνα του και παρόλα αυτά το παιδί να μην απομακρύνεται από το κακοποιητικό περιβάλλον, αλλά συνεχίζει να παραμένει με τον φερόμενο θύτη. Τέτοιοι παράγοντες επηρεάζουν το αίσθημα ασφάλειας, το παιδί δεν νιώθει προστατευμένο, αισθάνεται φόβο ή μπορεί να φωνάζει με άλλους τρόπους με τη συμπεριφορά του, όπως είναι η σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά, να κλειστεί στον εαυτό του ή να είναι πιο επιθετικό, να είναι μη συνεργάσιμο για να μην μπορεί να οριοθετηθεί, να μην νιώθει εμπιστοσύνη με κάποια άτομα, ιδίως όταν τα άτομα του περιβάλλοντος του θα έπρεπε να του παρέχουν ασφάλεια και φροντίδα εντούτοις δεν το έπραξαν. · Η Α.Α. συνδέθηκε με ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού και συνεχίζεται μέχρι σήμερα η θεραπεία και αυτή η σταθερότητα λειτουργεί θετικά στη ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση. Αυτό μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν εκδηλώνονται πλέον ασυντόνιστες συμπεριφορές, όπως π.χ. να γελά κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Σήμερα μπορεί να αντιληφθεί με περισσότερη σοβαρότητα τον κακοποιητικό χαρακτήρα των πράξεων, το περιβάλλον όπου διέμενε και το πως λειτουργούσε αυτό αρνητικά στην ίδια. Η Μ.Κ.17 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Και αυτή η μάρτυρας με τη σειρά της ως εμπειρογνώμονας σε θέματα παιδοψυχιατρικής και στην αξιολόγηση ανηλίκων, επεξήγησε με πληρότητα και επάρκεια την εικόνα που παρουσιάζουν, από ψυχιατρικής απόψεως, οι Β.Β. και Α.Α. Επεξήγησε επίσης με λεπτομέρεια τον τρόπο που αξιολόγησε τους Β.Β. και Α.Α. και τις θεραπείες που λαμβάνουν. Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία ή τα ευρήματα της μάρτυρος, παρά μόνο στην αντεξέταση περιορίστηκε στο να τη ρωτήσει κατά πόσο μπορούσαν ο Β.Β. και η Α.Α. να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το φανταστικό, με τη μάρτυρα να πάντα καταφατικά. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.17 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Η Μ.Κ.17 παρακολουθεί τον Β.Β. από το καλοκαίρι του 2020 και την Α.Α. από το τέλος του
  5. Στην αρχή οι συναντήσεις με τον Β.Β. ήταν πιο αραιές, αλλά στη συνέχεια επειδή ο Β.Β. δυσκολευόταν πάρα πολύ στη σύναψη σχέσεων και δεν έβλεπε κάποιο παιδοψυχολόγο ή άλλο ειδικό, η συχνότητα παρακολούθησης του από μια φορά κάθε δύο με τρεις μήνες έγινε πιο συχνά, δηλαδή κάθε δύο βδομάδες. Ο λόγος που παραπέμφθηκε ο Β.Β. στη Μ.Κ.17, είναι διότι είχε αναπτύξει συμπεριφορές επιθετικού και σεξουαλικού τύπου, που δημιουργούσαν πολύ μεγάλο πρόβλημα στο σχολείο και στη ζωή του. Στην αρχή το ζητούμενο για τη Μ.Κ.17 ήταν να συνάψει σχέσεις εμπιστοσύνης με τον Β.Β. καθότι ήταν πολύ δύσκολο να γίνει οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Ο Β.Β. έχει μεγάλο πρόβλημα στη συγκέντρωση και οργάνωση του και γι' αυτό ακολουθεί εργοθεραπείες, παρουσιάζει δε μεγάλα προβλήματα στη σύναψη δεσμών. Η φαρμακευτική του αγωγή είχε ήδη αρχίσει πριν παραπεμφθεί στη Μ.Κ.17 για τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, την υπερκινητικότητα και την καταπολέμηση του άγχους. Ο Β.Β. δεν παρουσιάζει σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή ή άλλη ψυχωτική διαταραχή που αλλάζει την αντίληψη του για την πραγματικότητα. · Η Α.Α. παραπέμφθηκε στη Μ.Κ.17 για τα ίδια προβλήματα με τον Β.Β. Η Α.Α. περνάει περιόδους που είναι πολύ πιο ήρεμη, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για την ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα και για να ελεγχθεί η παρορμητικότητα και να βοηθηθεί στην οργάνωση και συγκέντρωση. Η ικανότητα της να οργανώνεται και να συγκεντρώνεται είναι πολύ καλύτερη από του Β.Β. Έγινε προσπάθεια να σταματήσει η φαρμακευτική αγωγή της Α.Α., αλλά διάφορα γεγονότα συνέβαλαν και δεν ανταποκρίθηκε καλά στη διακοπή της και έτσι η αγωγή ξεκίνησε εκ νέου. · Η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν ο Β.Β. και η Α.Α. είναι αγωγή που δίνεται ακόμα και όταν υπάρχει υποψία ότι τα συμπτώματα που παρουσιάζονται οφείλονται σε κακοποίηση και η αγωγή αυτή είναι βοηθητική. · Παιδιά που υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση δυνατόν να εκδηλώσουν ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα. Η Μ.Κ.18 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Η μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομερή τρόπο, σαφήνεια και επάρκεια τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε μετά από την κλινική αξιολόγηση του Β.Β. Επεξήγησε επίσης τις ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, τους παράγοντες επικινδυνότητας ώστε ένα παιδί να κακοποιηθεί σεξουαλικά και τους παράγοντες ευαλωτότητας, στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετικά συγγράμματα. Περιέγραψε επίσης με πληρότητα τη διαδικασία αποκάλυψης όταν πρόκειται για σεξουαλική κακοποίηση. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσον αυτά που ανέφεραν οι Β.Β. και Α.Α. τα είχαν στο μυαλό τους και δεν τους υποβλήθηκε κάτι άλλο, η μάρτυρας εξήγησε ότι η διαδικασία της αποκάλυψης είναι μία διαδικασία, η οποία έχει διάφορες δυσκολίες και ότι τα παιδιά συνήθως θα μπουν στη διαδικασία να αναφέρουν ένα κομμάτι, κάποιες φορές θα ανακαλέσουν, αργότερα ίσως να πουν κάτι περισσότερο και ότι αυτό, στη διαδικασία αποκάλυψης, δεν έχει να κάνει με την μνημονική τους ικανότητα. Αιτιολόγησε επίσης πλήρως και με επάρκεια τους παράγοντες που δικαιολογούν το πότε είναι δυνατόν τα λεγόμενα των παιδιών να έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις, αντιφάσεις ή αναιρέσεις. Σε κάθε περίπτωση, η αξιοπιστία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, η οποία, στο στάδιο της αντεξέτασης περιορίστηκε σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.18 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα εξής: · Ο Β.Β. παραπέμφθηκε στο Σπίτι του Παιδιού για ψυχολογική αξιολόγηση στις 9/9/
  6. Η Μ.Κ.18 πραγματοποίησε σειρά ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων με τον Β.Β. στις 13/9/2022, 15/9/2022, 19/9/2022 και 3/10/
  7. Ο Β.Β. είχε συχνές εναλλαγές στη διάθεση, υπερεπαγρύπνηση, έντονη κινητικότητα, υπερδιέγερση και ήταν μέτρια συνεργάσιμος. Υπήρχε δυσκολία στην άρθρωση κατά την ομιλία, η οποία είχε πολύ γρήγορο ρυθμό, ενώ ο περιγραφικός του λόγος δεν ήταν ανεπτυγμένος στα φυσιολογικά αναμενόμενα πλαίσια. Η συγκέντρωση και προσοχή του ήταν διασπώμενες, όμως υπήρχε συνοχή στον ειρμό της σκέψης του. Μπορούσε να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό και το ψέμα από την αλήθεια. Το συναίσθημα του ήταν σύντονο με το περιεχόμενο της συζήτησης. Χρησιμοποιούσε το συναίσθημα της βαρεμάρας ως δικαιολογία για να αποφύγει δραστηριότητες ή συζητήσεις, οι οποίες τον αναστατώνουν και αυτό είναι ένα σύμπτωμα το οποίο παρουσιάζεται σε άτομα τα οποία πιθανόν να έχουν κακοποιηθεί. Παρουσίαζε ψυχοκινητική ανησυχία και σε αυτές τις περιπτώσεις φάνηκε να υπήρχε μειωμένη ενσυναίσθηση, έντονη ανυπομονησία και παρορμητικότητα τα οποία προσπαθούσε να ελέγξει, κάποιες φορές επιτυχώς και κάποιες όχι, στη περίπτωση δε που δεν τα κατάφερνε, αργότερα ανέφερε ότι το μετάνιωνε. · Κατά τη διάρκεια της ψυχολογικής αξιολόγησης από τη Μ.Κ.18 δεν έγινε προσπάθεια να ανακαλέσει ο Β.Β. οποιαδήποτε μνήμη, η οποία δεν ήταν στο συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου του αλλά ήταν μνήμες και πληροφορίες τις οποίες είχε ξεκαθαρίσει στο μυαλό του και δεν έγινε χρήση οποιασδήποτε διαδικασίας ανάδυσης. Τα παιδιά κατά τη διαδικασία της αποκάλυψης, είναι δυνατό να έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις, αντιφάσεις ή αναιρέσεις, αλλά αυτό δεν σχετίζεται με τη μνημονική τους ικανότητα. · Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης, ο Β.Β. παρουσίαζε δυσκολίες στις κοινωνικές του δεξιότητες. Φαινόταν να υιοθετεί ένα προσωπείο δύναμης στην προσπάθεια του να καλύψει την ευαλωτότητα του και τα μη ευχάριστα συναισθήματα που ενδεχομένως βίωνε. Παρουσίαζε δυσκολία να εντοπίσει, να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του, ήθελε να σκιαγραφεί τον εαυτό του ως άτρωτο και ανεξάρτητο χωρίς να έχει την ανάγκη κανενός. Στην προσπάθειά του αυτή παρατηρήθηκαν στοιχεία έμμεσου εκφοβισμού και προσπάθησε να παρουσιάσει τις καταστάσεις στη ζωή του ως ιδανικές και αψεγάδιαστες. Με βάση τη βιβλιογραφία, το προσωπείο δύναμης είναι ένας τρόπος για να μπορέσει το παιδί να διαχειριστεί τα βιώματα, τις εμπειρίες και τις ψυχικές επιπτώσεις και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας μηχανισμός άμυνας ή προστασίας για να μπορέσει το παιδί να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητα. · Αναφορικά με την οικογένεια και τη ζωή του πριν την μετακίνηση του στην Παιδική Στέγη, ο Β.Β. ανέφερε ότι θυμάται λίγα πράγματα και πως δεν ήθελε να μιλήσει για αυτά επειδή του ήταν συναισθηματικά πολύ δύσκολο. · Μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, δηλαδή το κουκλόσπιτο, ο Β.Β. έβαλε αρκετές φιγούρες στην τουαλέτα και όταν ρωτήθηκε τι κάνουν και γιατί είναι τόσο πολλοί, ανέφερε πως «έτσι ήταν μαθημένοι» χωρίς να εξηγήσει ποιες ήταν οι φιγούρες. · Σχετικά με τα καταγγελλόμενα περιστατικά, ο Β.Β. ανέφερε ότι αφορούσαν τον εξαναγκασμό και σεξουαλική δραστηριότητα από τον A.B. «χοντροτζέφαλο πασιή» χωρίς ο Β.Β. να ήταν σε θέση να αρνηθεί. Ο Β.Β. δεν έδωσε λεπτομέρειες στη Μ.Κ.18 σε σχέση με τον εξαναγκασμό σε σεξουαλική δραστηριότητα. Αναφέρθηκε σε έντονη συναισθηματική ταραχή όταν του θυμίζουν τι συνέβη και πως προσπαθούσε να μην το σκέφτεται και να μη συζητά γι' αυτό. Μίλησε για το ότι θυμόταν αποσπασματικά τι συνέβαινε τότε. Μετά από τα αναφερόμενα περιστατικά και μέχρι την περίοδο της αξιολόγησης αισθανόταν συναισθήματα θυμού και ντροπής για ό,τι του είχε συμβεί, με αποτέλεσμα να συνδέει κάποια ξεσπάσματα θυμού του με αυτά. Έκτοτε ανέφερε πως ήταν προσεκτικός και επιφυλακτικός με τους γύρω του, με αποτέλεσμα να μην τα πηγαίνει καλά με άλλους ανθρώπους. Μίλησε για ετεροκαταστροφικές σκέψεις που είχε κατά διαστήματα εναντίον του κατηγορουμένου. Κατά τη συνομιλία για τα προαναφερόμενα παρουσίαζε έντονη ψυχική ενόχληση, σύντονο συναίσθημα και επιθετικότητα προς τα παιχνίδια στο δωμάτιο. · Όταν ο Β.Β. ανέφερε τα περιστατικά, είχε συναισθήματα θυμού και ντροπής και ένιωθε ότι ήταν έτοιμος να τσακωθεί. Όταν προέβαινε στις αναφορές αυτές στη Μ.Κ.18, είχε έντονη ψυχοκινητική ανησυχία, κρατούσε στο χέρι του ένα παιχνίδι, το οποίο έσφιγγε πιο έντονα και μετά το έριχνε κάτω και ήθελε να αλλάξει θέμα συζήτησης, η έκφραση του προσώπου του ήταν σκυθρωπή και το σώμα του μαζεμένο. Είχε εμφανίσει εκφράσεις απορρύθμισης του συναισθήματος και σε άλλες περιπτώσεις υπήρχε αποφυγή προς συζήτηση ή υπερεκτίμηση του για αυτά. · Όσον αφορά τα καταγγελλόμενα περιστατικά διαχρονικά υπήρχαν αναφορές για ιδιαίτερα εμφανείς εκφράσεις απορρύθμισης του συναισθήματος, οι οποίες κατέληγαν σε συγκεκριμένες σχετικές αναπαραστάσεις, ενώ σε άλλες περιστάσεις υπήρχε αποφυγή προς τη συζήτηση ή υπενθύμιση του για αυτά. Ο Β.Β. παρατηρήθηκε να έτρεφε έντονο εσωτερικευμένο θυμό προς τον κατηγορούμενο και μπορούσε να συνδέσει αλλαγές και επιβάρυνση στη ψυχική του υγεία μετά την έναρξη των καταγγελλομένων περιστατικών. · Από την κλινική ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση, παρατηρήθηκε ότι ο Β.Β. από πολύ μικρή ηλικία ήταν εκτεθειμένος για παρατεταμένες χρονικές περιόδους σε δυσμενείς συνθήκες ζωής. Ως αποτέλεσμα, φάνηκε να επηρεάστηκε και σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο από αυτά, αναπτύσσοντας σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες. Συγκεκριμένα, καλλιεργήθηκαν διάχυτες δυσκολίες ρύθμισης του συναισθήματος και δημιουργήθηκαν μηχανισμοί άμυνας, έτσι ώστε να καλύψει την χαμηλή αυτοεικόνα που είχε. Εμφανίστηκαν επίμονες δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση σχέσεων και στο να βιώσει συναισθηματική εγγύτητα με άλλα άτομα. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις νευροαναπτυξιακές δυσκολίες του τον κατατάσσουν ως υψηλού κινδύνου έφηβο για επαναθυματοποίηση, ετεροκαταστροφικότητα και αυτοκαταστροφικότητα. · Ένα από τα συμπτώματα σύνθετης διαταραχής μετατραυματικού στρες που παρουσιάζει ο Β.Β., είναι ο εσωτερικευμένος θυμός προς τον κατηγορούμενο που μπορούσε να συνδέσει αλλαγές και επιβάρυνση στη ψυχική του υγεία μετά την έναρξη των καταγγελλομένων περιστατικών, συνεχείς δυσκολίες να διατηρήσει σχέση με άλλους και να νιώσει συναισθηματική εγγύτητα. Άτομο με τέτοια διάγνωση μπορεί να έχει δυσκολίες στις γνωστικές του ικανότητες συγκριτικά με άλλα παιδιά, είναι πιθανό να επιδείξει συμπεριφορές αυτοτραυματισμού, να βάζει τον εαυτό του σε επικίνδυνες καταστάσεις για να προκαλέσει κακό σε κάποιο άλλο άτομο δηλαδή ετεροκαταστροφικότητα. Παιδιά όταν έμπαιναν σε διαδικασία να βιώσουν τα περιστατικά, ειδικά όταν έχουν διαταραχή μετατραυματικού στρες ή σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες, μπαίνουν σε μία συναισθηματική διαδικασία που τα επίπεδα άγχους τους αυξάνονται και επειδή υπάρχει δυσκολία στη ρύθμιση του συναισθήματος μπλέκονται σε συμπεριφορές, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυτοκαταστροφικές ή να εκφράσουν περισσότερη επιθετικότητα η θυμό. · Μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν την αποκάλυψη ενός τραυματικού γεγονότος είναι η ηλικία του θύματος, το φύλο, η σχέση με το θύμα, ο φόβος, το πολιτισμικό πλαίσιο, το άγχος για την ύπαρξη αρνητικών αντιδράσεων. Η διαδικασία αποκάλυψης ενός τραυματικού γεγονότος ή σεξουαλικής κακοποίησης είναι δυναμική και στην πορεία ένα παιδί μπορεί να αναιρέσει ή να λέει πιο λίγα πράγματα. Με βάση τη βιβλιογραφία, ένα αγόρι πιο δύσκολα προβαίνει σε αποκάλυψη ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, σε σύγκριση με τα κορίτσια. Οι λόγοι για τη δυσκολία αποκάλυψης των αγοριών είναι, μεταξύ άλλων, οι κοινωνικοί παράγοντες, δηλαδή δεν είναι τόσο κοινωνικά αναμενόμενο για ένα αγόρι να κακοποιηθεί, κοινωνικά είναι πιο δύσκολο να πιστέψουν ένα αγόρι και υπάρχει το στίγμα ότι εάν ένα αγόρι κακοποιηθεί, τότε είναι πιθανόν να έχει διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό στο μέλλον. Ανάμεσα στις δυσκολίες να προβεί ένα παιδί στην αποκάλυψη της κακοποίησης του είναι το να παραμένει στο κακοποιητικό περιβάλλον και είναι πιθανό να υπάρχει ο φόβος για αντίποινα και πως θα δημιουργηθούν περισσότερες δυσκολίες με το να συνεχίσει να επιμένει ως προς την αποκάλυψη. Επιπρόσθετα, τα παιδιά τα οποία προβαίνουν σε μία πρώτη αυθόρμητη αποκάλυψη και πιστεύουν ή νιώθουν πως δεν εισακούγονται ή δεν γίνεται κάτι για να προστατευτούν και γίνεται αντιληπτό ότι νιώθουν πως κανείς δεν τα πιστεύει, σταματούν τις προσπάθειες αποκάλυψης. · Βάση του ιστορικού που έλαβε ο Μ.Κ.18 από τους αρμόδιους, ο Β.Β. φάνηκε να ανταποκρίνεται στις διάφορες παρεμβάσεις, οι οποίες έγιναν μετά την απομάκρυνση του από την οικογένεια του και μπόρεσε να φτάσει σε ένα σημείο να κατακτήσει αρκετά από τα αναπτυξιακά ορόσημα στα οποία είχε καθυστέρηση, λόγω το συνθηκών του περιβάλλοντος του. Ένα παιδί όταν βρεθεί σε ένα ασφαλές περιβάλλον, είναι πιο εύκολο να μπορέσει να μιλήσει για κάτι που του συνέβαινε στο παρελθόν, αφού νιώθει ασφάλεια. Στην περίπτωση του Β.Β. επειδή αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες στον λόγο και στα ερεθίσματα γύρω του, οι παρεμβάσεις τον βοήθησαν να κατακτήσει αναπτυξιακά ορόσημα που πιθανό να τον βοήθησαν να μπορέσει να κάνει την αποκάλυψη, να αναπτύξει τον λόγο καλύτερα και μπορούσε να διαχειριστεί το συναίσθημα του καλύτερα. · Οι παράγοντες κινδύνου για να κακοποιηθεί σεξουαλικά ένα παιδί είναι, μεταξύ άλλων, η οικογενειακή κατάσταση, το κοινωνικοοικονομικό προφίλ, ατομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, οι νοητικές και αναπτυξιακές δυσκολίες. · Ενδείξεις που τείνουν να καταδείξουν ότι ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά είναι η έντονη παραβατική συμπεριφορά, η σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά, η κοινωνική απόσυρση, δυσκολίες με το κοινωνικό του περιβάλλον και την ανάπτυξη σχέσεων, απότομες αλλαγές στην εκπαιδευτική του επίδοση. · Ο θύτης, τις πλείστες φορές είναι άτομο του οικείου περιβάλλοντος του παιδιού, είτε άτομο που έχει συχνή επαφή με το παιδί και συνήθως χρησιμοποιείται η σχέση οικειότητας με το παιδί, η οποία ενισχύεται με διάφορους τρόπους, όπως είναι η συναισθηματική εμπερίεξη, αν κάτι λείπει από τους γονείς και μπορεί να βοηθά σε διάφορους τομείς με διάφορους τρόπους. · Όταν ένα παιδί καλείται να μπει σε μία διαδικασία να θυμηθεί ξανά γεγονότα κακοποιητικά, τότε ανεβαίνουν τα επίπεδα άγχους και τα συμπτώματα της σεξίζουσας συμπεριφοράς, τα οποία με την κατάλληλη στήριξη, συναισθηματική προετοιμασία και βοήθεια μπορούν να αντιμετωπιστούν και να μειωθούν. Με βάση τη βιβλιογραφία γίνεται αποδεκτό ότι τα παιδιά τα οποία βιώνουν επαναλαμβανόμενα γεγονότα τα ανακαλούν με διαφορετικό τρόπο και παρόλο που μπορούν να επαναφέρουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το πλαίσιο του γεγονότος, όταν είναι επαναλαμβανόμενο, προκαλεί σύγχυση όταν αναφέρονται σε επιμέρους λεπτομέρειες για την κάθε εμπειρία ξεχωριστά και κατά πόσο κάποιες λεπτομέρειες συνέβησαν σε ένα περιστατικό ή σε άλλο. Οι διαδικασίες των καταθέσεων δεν έχουν να κάνουν με ανάδυση πληροφοριών. Η Μ.Κ.19 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε και αυτή με τη σειρά της με λεπτομέρεια και επάρκεια τα ευρήματα της μετά από την ιατροδικαστική εξέταση που έκανε στην Α.Α. Περαιτέρω έδωσε σαφείς απαντήσεις σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν αναφορικά με το κατά πόσο ήταν δυνατό και δικαιολογείτο η ύπαρξη ή ανυπαρξία συγκεκριμένων κλινικών ευρημάτων στην Α.Α. και κατά πόσο θα ανευρίσκονταν ή όχι συγκεκριμένα κλινικά ευρήματα στον Β.Β. εάν αυτός υποβαλλόταν σε ιατροδικαστική εξέταση. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση όπου της υποβλήθηκαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.19 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Η Μ.Κ.19 εξέτασε ιατροδικαστικά την Α.Α. στις 3/1/
  8. Κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι στα γεννητικά όργανα της Α.Α. δεν υπήρχε κάποια κακοποίηση ή ρήξη παρθενικού υμένα που να υποδηλώνουν την πιθανή διείσδυση κάποιου αντικειμένου. Δεν υπήρχαν κακώσεις στα γεννητικά όργανα, όπως εκχυμώσεις, εκδορές, είτε στα εξωτερικά είτε στα εσωτερικά γεννητικά όργανα. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε κάκωση στην πρωκτική και περιπρωκτική χώρα. Όταν εξετάστηκε η Α.Α. το μόνο που θα μπορούσε να διαγνωστεί ήταν η ρήξη του παρθενικού υμένα, η οποία δεν επουλώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Είναι δυνατός ο μη εντοπισμός κακώσεων τη δεδομένη στιγμή που εξετάστηκε, εάν υπήρχαν μόνο αγγίγματα με το δάχτυλο εξωτερικά του αιδοίου ή γλείψιμο στη γεννητική περιοχή του αιδοίου ή αγγίγματα στον πρωκτό. Ο μη εντοπισμός τέτοιων κακώσεων και το άθικτο του παρθενικού υμένα δεν μπορεί να αποκλείσει τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α.. · Στις 3/1/2017 δεν αναμενόταν ιατροδικαστικά να εντοπιστεί οποιαδήποτε κάκωση σε περίπτωση που η σεξουαλική κακοποίηση του Β.Β. συνίστατο μόνο σε πεολειχία και αγγίγματα. Είναι ορθό να μην υποβληθεί ένα παιδί στη διαδικασία της ιατροδικαστικής εξέτασης, όταν αναμένεται ότι το μόνο που θα διαπιστωθεί είναι η ανυπαρξία οποιωνδήποτε κακώσεων. Αυτό συνεκτιμάται και ανάλογα με το τι καταγγέλλει το παιδί στην ηλικία του και τη συμβουλή ψυχολόγων. Με τα αγγίγματα, την πεολειχία και το γλείψιμο, ιατροδικαστικά, ακόμα και τις επόμενες ώρες να γινόταν ιατροδικαστική εξέταση στον Β.Β., δεν θα εντοπιζόταν πιθανώς κάποια κάκωση, εκτός εάν το παιδί έλεγε ότι αυτό έγινε με τη βία και ότι πόνεσε ή πιέστηκε. Εάν υπήρχε διείσδυση δαχτύλου ενήλικα στην πρωκτική χώρα ενός παιδιού της ηλικίας του Β.Β. και της Α.Α. το πιο πιθανό, λόγω του ότι το δάχτυλο δεν έχει το μέγεθος ενός γεννητικού οργάνου, να μην υπάρχει χάλαση του πρωκτικού δακτυλίου έτσι ώστε να είναι δυνατόν να εξαχθεί συμπέρασμα διείσδυσης του. Η Α.Α. κατά την ιατροδικαστική εξέταση, σε σχετική ερώτηση που της έκανε η Μ.Κ.19 ανέφερε ότι δεν υπήρχε διείσδυση. Το πιο πιθανόν, εάν υπήρχε διείσδυση δαχτύλου στα γεννητικά όργανα ενός ανήλικου κοριτσιού, είναι να υπήρχε ρήξη παρθενικού υμένα, χωρίς να αποκλείεται να μην υπήρξε ρήξη κι αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο πρωκτικός δακτύλιος εάν χαλάσει δεν επουλώνεται. Στο σημείο αυτό, αφού ήδη αξιολογήσαμε την υπόλοιπη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε, προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των ανήλικων παραπονουμένων Β.Β. και Α.Α. Λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για παιδιά, την ηλικία τους κατά τους επίδικους χρόνους αλλά και κατά τον χρόνο που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα εκάστου, το οικογενειακό τους υπόβαθρο, τα βιώματα τους καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, ως όλα αυτά έχουν αναφερθεί και έχουν γίνει αποδεκτά πιο πάνω. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε βέβαια υπόψη και τη μαρτυρία των διαφόρων ειδικών που εξέτασαν τα παιδιά, την οποία επίσης αξιολογήσαμε πιο πάνω. Περαιτέρω, έχουμε υπόψη τις νομολογιακές αρχές ως προς την προσέγγιση της μαρτυρίας των Β.Β. και Α.Α. ως παιδιών, η οποία πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της (όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά) και με λογική προσέγγιση, χωρίς να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε επουσιώδεις λεπτομέρειες (βλ. A.F.K. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/18, ημερ. 6/12/2019 και Σ.Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 468). Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι πλέον αποδεκτό το γεγονός της μη άμεσης αποκάλυψης, από ανήλικα θύματα, σεξουαλικής κακοποίησης τους (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.231/18, ημερ. 19/11/2019 και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.5/20, ημερ. 30/7/2021). Όπως αναφέρεται στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766: «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» Σημειώνουμε επίσης ότι η νομολογία αναγνωρίζει και τη δυσκολία ή αδυναμία χρονικού προσδιορισμού γεγονότων σε τέτοιες υποθέσεις (βλ. Γ. Ι. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/19, ημερ. 18/9/2020 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/5/2022). Σε αυτό το σημείο δέον όπως υπομνήσουμε ότι οι Β.Β. και Α.Α. έδωσαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους από το Σπίτι του Παιδιού, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας (με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης). Ως προς τούτο δέον όπως τονίσουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τις διαδικασίες στις ο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.