ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 13806/22, 29/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:23 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13806/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π. Π. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29/5/2023 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αρειστίδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Τιμοθέου). Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Λαβίθια. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε δύο κατηγορίες εμπρησμού, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στις 21/7/2022, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο κτίριο του Αστυνομικού Σταθμού Πλατρών (κατηγορία 1) και σε αστυνομικό όχημα (κατηγορία 2), τα οποία αποτελούν περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί, έχουν ως ακολούθως: Στις 21/07/2022 και περί ώρα 10 μ.μ. ο κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει στις Πλάτρες, μετέβη με το αυτοκίνητο του, σε πρατήριο βενζίνης στο συγκεκριμένο χωριό και γέμισε ένα μπιτόνι που είχε στην κατοχή του με βενζίνη. Ακολούθως και περί ώρα 10:30 μ.μ. μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πλατρών και χρησιμοποιώντας τη βενζίνη περιέλουσε το έδαφος δίπλα από το σταθμευμένο περιπολικό και ακολούθως έθεσε φωτιά με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά, η οποία επεκτάθηκε και προκάλεσε ζημιά τόσο στο αστυνομικό όχημα όσο και στον κομπρεσόρο, ο οποίος εφαπτόταν στον τοίχο του Αστυνομικού Σταθμού. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε εγκαίρως από μέλη του Αστυνομικού Σταθμού. Προκλήθηκε ωστόσο ζημιά, η οποία εκτιμήθηκε στα €1.000, όσον αφορά τον κομπρεσόρο και στα €650, όσον αφορά τη ζημιά στο περιπολικό όχημα. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 22/07/2022 και αμέσως σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Στη συνέχεια παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τις 29/07/
- Η συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού και εξατομίκευσης της ποινής αναφέρθηκε κατ' αρχάς στην παραδοχή του πελάτη της στο Δικαστήριο καθώς και στη συνεργασία του με την Αστυνομία, ως στοιχεία που καταδεικνύουν και τη μεταμέλεια του. Περαιτέρω μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του πελάτη της και το γεγονός ότι έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Ως στοιχείο μεταμέλειας, η συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε τη Δημοκρατία για τις ζημιές που επέφεραν οι παράνομες πράξεις του, καταβάλλοντας το σχετικό ποσό. Περαιτέρω η κα Λαβίθια αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, στις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός διέπραξε τα επίδικα αδικήματα καθώς και στο ότι έκτοτε δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα, καλώντας το Δικαστήριο να προσεγγίσει την επίδικη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Η συνήγορος Υπεράσπισης έκανε αναφορά και στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου και υπέδειξε ότι οι περιστάσεις αυτές έχουν μεταβληθεί άρδην από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Τέλος η κα Λαβίθια κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει τον κατηγορούμενο με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια και εισηγήθηκε όπως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου, αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης σε αυτόν καθότι κάτι τέτοιο θα αντέστρεφε τη θετική πορεία της ζωής του. Ήταν διαζευκτικά η εισήγηση της συνηγόρου όπως, ενόψει των προαναφερόμενων παραγόντων, δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να συνεχίσει τη θετική πορεία της ζωής του, αναστέλλοντας οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης του επιβληθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα του εμπρησμού είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, που είναι αυτή της ποινής φυλάκισης των 14 ετών. Η σοβαρότητα του αδικήματος του εμπρησμού έχει τονισθεί επανειλημμένα και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 λέχθηκε ότι το εν λόγω αδίκημα πάντα εθεωρείτο απεχθές λόγω των καταστροφικών του συνεπειών και ιδιαίτερα, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης αυτών εφόσον εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να προβλεφθούν με ακρίβεια όταν ξεσπάσει μια φωτιά. Ο δράστης σε τέτοια περίπτωση αναλαμβάνει ένα υπολογίσιμο ρίσκο όσον αφορά την ασφάλεια των γειτόνων και της περιουσίας αυτών. Ως λέχθηκε στην Μελανίτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος βρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Ως έχει δε σημειωθεί δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα. Η ανάγκη προστασίας του κοινού από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας, τονίσθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125. Στην Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424, αφού επιβεβαιώθηκε η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και έγινε αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, επαναλήφθηκε η ύπαρξη ανάγκης επιβολής αποτρεπτικών ποινών, προς ανακοπή της έξαρσης εγκληματικών ενεργειών αυτής της φύσεως, σημειώνοντας ότι είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια των Δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που επιβάλλουν, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι τέτοια αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση για τούτο, τόσο από τον αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης, που καταχωρούνται ενώπιον του αλλά και από τη σχετική νομολογία (βλ. Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ. 854). Στην Μελανίτης (ανωτέρω), λέχθηκε ότι αδικήματα τέτοιας φύσης βρίσκονται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια και ότι διαπράττονται σχεδόν καθημερινά (βλ. και την πιο πρόσφατη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 2/2019, ημερ. 25/2/2021). Συνακόλουθα δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η αποτρεπτικότητα δε μιας ποινής, έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη δε περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Θα αναφερθούμε στη συνέχεια στις επιβληθείσες, στις προαναφερόμενες αλλά και σε άλλες υποθέσεις, ποινές. Αυτό όχι βέβαια ως δεσμευτικό προηγούμενο, εφόσον κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη, αλλά ως ενδεικτικό του μέτρου τιμωρίας τέτοιων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100): · Στην Papas v. Republic
(1970)2 C.L.R. 89, ο κατηγορούμενος έθεσε φωτιά σε κατάστημα που χρησιμοποιούσε συγγενικό του πρόσωπο. Το κίνητρο του ήταν να εκδικηθεί τον παραπονούμενο για κάποια βλάβη που θεωρούσε ότι του επέφερε. Το περιεχόμενο του υποστατικού ήταν ασφαλισμένο. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα, μετά από ακροαματική διαδικασία, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών σε κατηγορία εμπρησμού και σε κατηγορία ότι έθεσε φωτιά σε αγαθά. Κατ' έφεση η ποινή μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών συνδυασμένη με διάταγμα αποζημίωσης Λ.Κ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή λαμβάνοντας υπόψην το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν 25 ετών, αρραβωνιασμένος καθώς και τον κίνδυνο να απωλέσει την εργασία του στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. · Στην Fournides ανωτέρω, για τα αδικήματα του εμπρησμού κτιρίου βάσει του άρθρου 315(α) και του περιεχομένου του βάσει του άρθρου 319 του Ποινικού Κώδικα, είχαν επιβληθεί πρωτόδικα στον κατηγορούμενο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών. Το κτίριο ήταν στην κατοχή της οικογενειακής επιχείρησης του εφεσείοντα και χρησιμοποιείτο για την αποθήκευση και πώληση φαρμάκων. Ο εφεσείων ήταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Το περιεχόμενο του κτιρίου ήταν ασφαλισμένο για Λ.Κ.25.000, ποσό διπλάσιο της αξίας του. Λίγο μετά την φωτιά ο εφεσείων αξίωσε κάλυψη της ζημιάς από την ασφάλεια, δηλώνοντας ως αξία των καταστραφέντων τις Λ.Κ.30.
- Κρίθηκε πρωτόδικα ως ιδιαίτερα σοβαρής μορφής διάπραξη τέτοιου αδικήματος λόγω του προσχεδιασμού αλλά και της αδιαφορίας του εφεσείοντα, ο οποίος έδρασε με μόνο σκοπό το κέρδος, για την ασφάλεια των προσώπων που διέμεναν πάνω από το υποστατικό. Οι ποινές μειώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 4 χρόνια μόνο λόγω του ότι η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου ήταν πολύ χειρότερη από αυτήν που τέθηκε πρωτόδικα. · Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, ο εφεσίβλητος ηλικίας 56 ετών καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής του, για εμπρησμό του φωτογραφείου του, το οποίο ενοικίαζε για σκοπούς της εργασίας του. Οι ζημιές στο κτίριο υπολογίστηκαν στις Λ.Κ.3.
- Κίνητρο του εφεσίβλητου ήταν η είσπραξη από την ασφάλεια ποσού Λ.Κ.63.000 με το οποίο ήταν ασφαλισμένη η επιχείρησή του, για επίλυση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ο εφεσίβλητος προσχεδίασε και μεθόδευσε τον εμπρησμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο κίνητρο του σημείωσε ότι ήταν το χειρότερο στοιχείο που μπορεί να φανταστεί κάποιος και συγκεκριμένα να προκαλέσει ζημιά όχι μόνο στην δική του περιουσία αλλά και στην περιουσία άλλων, με την πιθανότητα ακόμη να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα, απλώς για να εισπράξει την ασφάλεια, καταδολιεύοντας μάλιστα την ασφαλιστική εταιρεία, αν δεν αποκαλυπτόταν το έγκλημα. Η ποινή φυλάκισης 20 μηνών με αναστολή, που του είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο, αυξήθηκε σε άμεση ποινή φυλάκισης 3 ετών. Να σημειωθεί πως στις πιο πάνω υποθέσεις, η προβλεπόμενη ανώτατη ποινή για το αδίκημα του εμπρησμού ήταν αυτή της φυλάκισης διά βίου. Όσον αφορά τη νομολογία μετά την τροποποίηση του ύψους της ποινής ως έχει σήμερα: · Στην Μελανίτης ανωτέρω, επικυρώθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στο νεαρό εφεσείοντα για το αδίκημα του εμπρησμού. Αυτός κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του και αντικείμενο του εμπρησμού ήταν σταθμευμένο αυτοκίνητο. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε από τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου πριν επεκταθεί, με αποτέλεσμα η ζημιά να ανέλθει στις Λ.Κ.
- Το κίνητρο του εφεσίβλητου ήταν η εκδίκηση. Ο παραπονούμενος δεν αποζημιώθηκε. Ο εφεσίβλητος βαρυνόταν με 3 προηγούμενες καταδίκες για διαρρήξεις γραφείων και καταστημάτων και κλοπές και κακόβουλης ζημιάς. · Στην Αναστασίου ανωτέρω, ο εφεσίβλητος, χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος κατέβαλλε προσπάθεια απεξάρτησης και ήταν άτομο με ψυχολογικά προβλήματα, κατόπιν προσχεδιασμού με σκοπό την γενική καταστροφή, έβαλε φωτιά σε εργοστάσιο επίπλωσης προκαλώντας ζημιά ύψους Λ.Κ.1.390.950 ενώ 4 μήνες μετά αποπειράθηκε να βάλει φωτιά σε υπεραγορά και προξένησε κακόβουλη ζημιά σε ρουχισμό της υπεραγοράς ύψους Λ.Κ.21.
- Και στις τρεις περιπτώσεις συνήργησε με άλλο πρόσωπο. Κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για εμπρησμό και του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή σε 5 χρόνια φυλάκισης αφού θεώρησε πως αυτή ήταν έκδηλα ανεπαρκής. · Στην Gaprindashvili ανωτέρω, ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορία εμπρησμού αυτοκινήτου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο παρόλο που έκρινε την ποινή αυστηρή, εντούτοις την επικύρωσε. · Στην Μιχαηλίδης ανωτέρω, ο 47χρονος εφεσείοντας, καταδικάστηκε, μετά από παραδοχή, σε ποινή φυλάκισης 6 ετών, για το ότι εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά σε πλυντήριο αυτοκινήτων, μαζί με άλλο άτομο, κατόπιν υποκίνησης τρίτου και έναντι αμοιβής €
- Εκ του εμπρησμού προκλήθηκαν ζημιές ύψους €88.
- Λήφθηκαν υπόψην και άλλες εκκρεμείς υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, κλεπταποδοχή, επίθεση εναντίον οργάνου της τάξης, μεταφορά κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια και κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης. Περαιτέρω ο εφεσείων είχε 2 προηγούμενες καταδίκες. Προέβαλε ότι τέλεσε το έγκλημα γιατί είχε ανάγκη από λεφτά για τη δόση του και ότι ήταν κάτω από την επήρεια ναρκωτικών ή υπό συναισθηματική φόρτιση ενεργώντας ερασιτεχνικά. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επαναλάβουμε ότι δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά υπάρχει διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Στην προκειμένη η σοβαρότητα της υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα από το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα από το κίνητρο και την επικινδυνότητα των πράξεων του αλλά και τις συνέπειες αυτών και εξηγούμε. Ο κατηγορούμενος απροσδόκητα και χωρίς να διστάσει, αφού προμηθεύτηκε λίγο πριν βενζίνη, κατά τη διάρκεια της νύχτας, έθεσε φωτιά σε Αστυνομικό Σταθμό, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιές στον Σταθμό αλλά και σε άλλη κρατική περιουσία και δη σε αστυνομικό όχημα που ήταν σταθμευμένο εκεί, συνολικού ύψους €1.
- Δεν μας διαφεύγει φυσικά ότι οι προκληθείσες ζημιές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Από την άλλη όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι με τις πράξεις του αυτές ο κατηγορούμενος έθεσε σε άμεσο κίνδυνο ανθρώπινες ζωές εφόσον εντός του Σταθμού βρίσκονταν αστυνομικοί, οι οποίοι εκτελούσαν το καθήκον τους. Η μη εξάπλωση δε της φωτιάς και κατ' επέκταση το ότι δεν υπήρξε περαιτέρω κίνδυνος καταστροφής κρατικής περιουσίας αλλά το σημαντικότερο το ότι δεν υπήρξε περαιτέρω κίνδυνος τραυματισμού ή ακόμη και απώλειας ανθρώπινων ζωών, ήταν αποτέλεσμα του ότι ευτυχώς η φωτιά έγινε εγκαίρως αντιληπτή και κατασβέστηκε από μέλη του Αστυνομικού Σταθμού. Πάρα τα πιο πάνω, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Ιδιαίτερα λαμβάνουμε υπόψην την άμεση και πλήρη συνεργασία του κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη σύλληψη του, σε θεληματική κατάθεση του παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και προέβη σε υποδείξεις σκηνών, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει τεκμήρια (το μπιτόνι εντοπίσθηκε στο όχημα του), οδηγώντας έτσι την υπόθεση σε διαλεύκανση ενώ απολογήθηκε και δήλωσε ότι δεν είχε οτιδήποτε προσωπικό με τους αστυνομικούς. Η συμβολή του στη διερεύνηση της υπόθεσης φαίνεται ότι πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 119 και G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66. Λαμβάνουμε επίσης υπόψην την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, η οποία εάν και δεν έγινε εξ αρχής όταν κατηγορήθηκε, έγινε πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία, στην προκειμένη, ότι ενόψει της παραδοχής του, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Έχουμε δε πάντα κατά νου ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66). Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του, εφόσον του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η συνήγορος του κατηγορούμενου, αφού επισήμανε ότι η όλη συμπεριφορά του ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, ανέφερε τα ακόλουθα: Αμέσως πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος είχε τσακωθεί με την έγκυο συμβία του λόγω των οικονομικών τους προβλημάτων και της οικονομικής ανέχειας τους και κατανάλωσε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και έκανε χρήση κάνναβης. Ευρισκόμενος υπό την επήρεια των ως άνω ουσιών, γεγονός που μείωσε τον αυτοέλεγχο και τις αντιστάσεις του αλλά και υπό συναισθηματική φόρτιση λόγω του τσακωμού με τη συμβία του ενόψει και των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε αφού οι εργασίες του οικογενειακού εστιατορίου του είχαν μειωθεί αισθητά λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, ανέφερε στη συμβία του «Θα ακούσεις κάτι, θα μάθεις κάτι που θα ακούσεις στις ειδήσεις» και στη συνέχεια προχώρησε στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Έδρασε δε στρεφόμενος κατά του Αστυνομικού Σταθμού, αφού ένιωθε έντονα ότι για τα οικονομικά προβλήματα του και το ότι λόγω αυτών δεν μπορούσε να προσφέρει οτιδήποτε στη συμβία του που ήταν έγκυος, ευθυνόταν η Πολιτεία, εφόσον αυτά ήταν αποτέλεσμα των διαταγμάτων που η Πολιτεία εξέδωσε στα πλαίσια αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού και θεώρησε τον εν λόγω Σταθμό σαν αντιπρόσωπο της Πολιτείας. Ως προς τα πιο πάνω πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ασφαλώς λαμβάνουμε υπόψη, έχοντας ως δεδομένο το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου αλλά και το ότι, μετά από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα, ότι πρόκειται για μια μεμονωμένη εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη λαμβάνουμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα και δη ότι λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ και ουσιών είχαν μειωθεί ο αυτοέλεγχος και οι αντιστάσεις του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιόλη
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417) αλλά και το γεγονός ότι βρισκόταν, λόγω του τσακωμού του με την έγκυο συμβία του, κάτω από συναισθηματική φόρτιση, η οποία επίσης είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των μηχανισμών αυτοελέγχου του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, Kyprianou v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 158, Katsiaris v. Republic
(1975)2 C.L.R. 17, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 231 και Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Θα πρέπει όμως ταυτόχρονα να λεχθεί ότι, η διάπραξη των πολύ σοβαρών επίδικων αδικημάτων, κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα και αν ειδωθεί, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Αντίθετα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έφερε τον εαυτό στην εν λόγω κατάσταση, μετά από την κατανάλωση αλκοόλ και παράνομων ουσιών και στη συνέχεια, όντας σε τέτοια κατάσταση, χωρίς να αναλογισθεί τις οποιεσδήποτε ενδεχόμενες και απρόβλεπτες συνέπειες των πράξεων του, επέδειξε μια πολύ σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά. Έδρασε δε στην ουσία εκδικητικά, εκδηλώνοντας το μένος του για τα προσωπικά και οικονομικά του προβλήματα, που πίστευε ότι του προκάλεσε η Πολιτεία (η οποία αναγκάσθηκε άλλωστε να λάβει γενικής ισχύος μέτρα, όπως τα προαναφερόμενα διατάγματα, για λόγους που αφορούσαν την προστασία της δημόσιας υγείας), εναντίον αυτής, μέσω της Αστυνομίας, που είναι η εκ του Νόμου επιφορτισμένη Αρχή τήρησης της τάξης αλλά και προστασίας του πολίτη από εγκληματικές ενέργειες όπως η επίδικη. Πρόκειται για μια πρωτοφανή, αδικαιολόγητη και εμφανώς επικίνδυνη συμπεριφορά, η οποία, στρεφόμενη εναντίον της ίδιας της Πολιτείας, προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών αφού μεταξύ άλλων δημιουργεί και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας και συναφώς πρέπει, για σκοπούς αποτροπής, να τύχει της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Από την άλλη λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε την Πολιτεία για τις ζημιές που της προκάλεσε από τη διάπραξη των αδικημάτων, καταβάλλοντας το ποσό των €1.650 (στο οποίο αντιστοιχούσαν οι εν λόγω ζημιές). Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη επίσης ως ένδειξη της μεταμέλειας του. Ως προς το στοιχείο αυτό σημειώνουμε περαιτέρω ότι, ως λέχθηκε στην Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252, η «επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του». Από την άλλη δεν μας διαφεύγει ότι η αποζημίωση σε σοβαρές υποθέσεις όπως η παρούσα, λαμβάνεται μεν υπόψην ως μετριαστικός της ποινής παράγοντας, δεν αποτελεί όμως βαρυσήμαντο στοιχείο αφού η αποτρεπτική πτυχή πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου άλλως Μαλέκκου
(2003)2 Α.Α.Δ 50 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 46). Στην προκειμένη δίδουμε λοιπόν στον παράγοντα της αποζημίωσης τη δέουσα βαρύτητα. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ως φαίνονται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και από τα όσα συμπληρωματικά παρέθεσε η συνήγορος του και ιδιαίτερα: · Ότι είναι ηλικίας 31 ετών και άγαμος. · Είχε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Συγκεκριμένα γεννήθηκε στην Κρήτη και από την ηλικία των 5 ετών βρίσκεται στην Κύπρο, όπου μετακόμισε η οικογένεια του. Όταν ήλθε στην Κύπρο, λόγω της διαφορετικής προφοράς του υπέστη «bullying», από τους συμμαθητές του. Ήθελε να ενσωματωθεί μαζί τους αλλά άλλαζε συνέχεια περιβάλλον, πριν καταλήξει με την οικογένεια του στις Πλάτρες. Όταν προσπαθούσε να δημιουργήσει φιλίες αμέσως έφευγε και έπρεπε να γνωρίζει άλλα άτομα. · Ο πατέρας του ασκούσε λεκτική και σωματική βία στη μητέρα του, κάτι που ο κατηγορούμενος βίωσε σαν παιδάκι και επίσης τον επηρέασε. · Τα πιο πάνω και ιδιαίτερα η συναισθηματική αστάθεια στη ζωή του, τον οδήγησαν αργότερα στη χρήση ναρκωτικών. · Αποφοίτησε από το λύκειο και στη συνέχεια υπηρέτησε για έξι μήνες στην Εθνική Φρουρά. · Ξεκίνησε να εργάζεται από νεαρή ηλικία στο οικογενειακό εστιατόριο. · Φοίτησε για τρία χρόνια σε κολλέγιο και εξασφάλισε δίπλωμα στη μαγειρική. · Οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός ήταν 23 ετών. · Πριν από δύο χρόνια γνωρίστηκε με κοπέλα με την οποία συμβίωνε. · Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων εργαζόταν ως μάγειρας στην οικογενειακή επιχείρηση - εστιατόριο, στις Κάτω Πλάτρες. · Μετά τη σύλληψη του για την παρούσα, το ως άνω εστιατόριο παρέμεινε κλειστό και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος είχε οικονομικές δυσκολίες · Πριν από ένα περίπου χρόνο παρουσίασε κατάθλιψη λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε αλλά και λόγω των προβλημάτων στη σχέση με τη συμβία του. · Απέκτησε με τη συμβία του ένα παιδί, σήμερα ηλικίας 8 μηνών. Η απόκτηση του παιδιού του τον άλλαξε ως άνθρωπο και επιθυμεί να αποτελεί πρότυπο για το παιδί του. Του έδωσε δε και κίνητρο να απέχει από τις ναρκωτικές ουσίες. · Εδώ και έξι μήνες παρακολουθείται από κυβερνητικό ψυχίατρο λόγω της κατάθλιψης που παρουσίασε και ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή. · Σύμφωνα με πιστοποιητικό του Δρα Νικολαίδη, νευρολόγου - ψυχίατρου (Τεκμήριο Β - ημερ. 6/4/2023), ο οποίος τον παρακολούθησε τακτικά από τις 13/3/2023 μέχρι και τις 24/3/2023, ο κατηγορούμενος είναι: «Άτομο με σοβαρές διαταραχές διαχείρηση του άγχους και των προβλημάτων του στα πλαίσια διαταραχών προσωπικότητας. Έκανε ΗΕΓ που δείχνει ελαφρά διάχυτη βλάβη χωρίς επιληπτικά στοιχεία αλλά δεν ξεκινά το πρόβλημα του βασικά από αυτό. Ελαφρά νοητική έκπτωση. Καχύποπτος αντικοινωνικός η χρήση ουσιών επιδεινώνει την όλη κατάσταση. Η όλη κατάσταση τώρα έχει βελτιωθεί και μείωσεν πολύ τις ναρκωτικές ουσίες. Κάνουν μαζί θεραπεία στα πλαίσια couple therapy. Ο βαθμός δυσκολίας για την θεραπεία μεγάλος αλλά αξίζει να τους δοθεί μια ευκαιρία. Έχουν ένα αγγελούδι 4 μηνών. Το γεγονός με την πυρπόληση του αυτοκινήτου της αστυνομίας τον περασμένο Ιούλιο έγινε υπό την χρήση αλκοόλ και προφανώς και χασιής. Δεν εμφανίζει ψυχωσικά στοιχεία. Προσπαθούν να λειτουργήσουν ένα εστιατόριον στις Πλάτρες με την σύζυγον του. Πρέπει να τους δοθεί μια ευκαιρία. Τυχόν ποινή φυλάκιση θα έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στη θετική πορεία της ζωής τους. · Εργάζεται τώρα στην οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ανέκαμψε και αποτελεί τον μόνο πόρο εισοδήματος του. · Αφιερώνει όλο του τον χρόνο στο να συντηρήσει την οικογένειά του. · Εδώ και μερικές εβδομάδες είναι σε διάσταση και δεν διαμένει πλέον με τη συμβία του. Αυτή διαμένει με το παιδί τους και ο κατηγορούμενος τους συντηρεί οικονομικά, εφόσον είναι ο μόνος που εργάζεται. Λαμβάνουμε επίσης δεόντως υπόψη και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει επιτύχει, με τη βοήθεια ψυχιάτρου, να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, ως καταδεικνύουν οι αναλύσεις που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο Α (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας
(2016)2Α Α.Α.Δ. 364). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί, σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένων φυσικά των ψυχολογικών προβλημάτων που παρουσιάζει αλλά και των όποιων συνεπειών στην οικογένεια του από την ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισής, ότι αυτά αποτελούν παράγοντες που συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Chocami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189). Σε σοβαρά όμως αδικήματα, όπως στην παρούσα, όπου λόγω της συχνότητας διάπραξης τους προβάλει επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 382, Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 670 και Cristinel v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742). Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα της εγκληματικής του συμπεριφοράς και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή αλλά και χωρίς να μας διαφεύγουν οι ως άνω αναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, περιλαμβανομένων των προσωπικών, οικογενειακών και λοιπών περιστάσεων του κατηγορούμενου αλλά και της μετά τη διάπραξη των αδικημάτων μεταμέλειας και εν γένει συμπεριφοράς του, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι και το είδος της ποινής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα καταστρατηγούσε, κατά την κρίση μας, τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. · Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Με δεδομένο ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενόψει της εισήγησης της συνηγόρου του, κατά πόσο οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τέθηκαν σε σωρεία νομολογίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω άσκηση δεν περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη σε αυτούς που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει σημασία και να επηρεάσει την απόφαση για αναστολή. Ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται ενδεικτικά, η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας του, τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, οι προσωπικές και σε ορισμένες περιπτώσεις οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο καθώς και το κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως έχει νομολογηθεί η εξέταση του θέματος συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση τόσο του αδικήματος όσο και των περιστάσεων του δράστη και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» στους παράγοντες - επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς. Για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B24. Το θέμα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, πρέπει να λεχθεί ότι μας έχει προβληματίσει ιδιαίτερα. Στα πλαίσια αυτά έχουμε εξετάσει με προσοχή τις περιστάσεις της υπόθεσης και λάβαμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το ότι αυτές έχουν μεταβληθεί εφόσον έχει γίνει πρόσφατα πατέρας, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη μεταμέλεια που επέδειξε καθώς και κάθε άλλο σχετικό με το θέμα παράγοντα που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος απροσδόκητα, χωρίς να διστάσει και χωρίς να αναλογισθεί τις οποιεσδήποτε ενδεχόμενες και απρόβλεπτες συνέπειες των πράξεων του, που έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και προκάλεσαν υλικές ζημιές σε κρατική περιουσία, έδρασε στην ουσία εκδικητικά, εκδηλώνοντας το μένος του για τα προσωπικά και οικονομικά του προβλήματα εναντίον της Αστυνομίας και μέσω αυτής εναντίον της ίδιας της Πολιτείας. Πρόκειται για μια πρωτοφανή, αδικαιολόγητη και εμφανώς επικίνδυνη και απαράδεκτη εγκληματική συμπεριφορά, η οποία, στρεφόμενη εναντίον της ίδιας της Πολιτείας, προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Συναφώς κρίνουμε ότι η συμπεριφορά αυτή θα πρέπει να τύχει της ανάλογης μεταχείρισης για σκοπούς όχι μόνο γενικής αποτροπής δηλαδή προς αποτροπή άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά για αποτροπή και του ίδιου του κατηγορούμενου. Όλοι δε οι παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον μας, λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί, προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος των ποινών και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Δεν δικαιολογείται λοιπόν η έκδοση διαταγής αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν και συναφώς κρίνουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοση τέτοιας διαταγής. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο