← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 15506/21, 13/9/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 15506/21, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B26 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15506/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13/9/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ με κα Ε. Χριστοφορίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου με κα Xρ. Αθανασίου (κ. Χρ. Χ'Ελευθερίου για να ακούσει την απόφαση για την κα Νεοφύτου). Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι ότι, στη Λεμεσό, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στη θυγατέρα του Α.Α., γεννηθείσα την 22/2/2011, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με αυτήν και πιο συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2016 και 2017, έβαλε την Α.Α. να τον αυνανίσει με το χέρι της (κατηγορία 1) και ότι κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία αλλά σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, έγλυψε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. (κατηγορία 2). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 8 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα που αφορούν τις οπτικογραφημένες καταθέσεις της παραπονούμενης, τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και την παραλαβή και διακίνηση τεκμηρίων της υπόθεσης. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 6/7/2023, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Α.Α., ήτοι η ανήλικη παραπονούμενη. Στη δια ζώσης μαρτυρία της η Α.Α. αναφέρθηκε στη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο πατέρα της και αρνήθηκε υποβολές ότι αυτά αποτελούν προϊόν της φαντασίας της, ότι οφείλονται στην ενασχόληση της με ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons και ότι προέβη σε ψευδή καταγγελία εναντίον του πατέρα της επειδή αυτός της απαγόρευσε να ασχολείται με τα εν λόγω ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Λοχ.1798 Δημήτρης Χρίστου. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις συνθήκες και στους λόγους που οδήγησαν στο να ληφθεί κατάθεση από τον αδελφό της παραπονούμενης (Τεκμήριο 17) σχετικά με εναντίον του διερευνώμενη υπόθεση παράλειψης και προώθηση καταγγελίας, κατά παράβαση του άρθρου 30

(1)του Νόμου 91(Ι)/
  1. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα όσα του είπε η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.6) αναφορικά με δηλώσεις που της έκανε ο κατηγορούμενος (με τις οποίες φέρεται να παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α.), τα οποία ο μάρτυρας κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 18). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες που έγιναν για να ληφθεί κατάθεση από τη Μ.Κ.6 σε σχέση με τα προαναφερόμενα και στους λόγους που δεν λήφθηκε κατάθεση για αυτά από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Α/Αστ.2298 Σάββας Αδάμου. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη ως ο ανακριτής της υπόθεσης και ως χειριστής των μηχανημάτων κατά τη λήψη των οπτικογραφημένων καταθέσεων της Α.Α. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες και στους λόγους που οδήγησαν στο να ληφθεί κατάθεση από τον αδελφό της Α.Α καθώς και στους λόγους που δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκε δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση από την Α.Α. και δεύτερη και τρίτη κατάθεση από τη Μ.Κ.6 καθώς και στους λόγους που δεν λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τα όσα η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι της είπε ο κατηγορούμενος, με τα οποία φέρεται να παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Γεωργία Ιορδάνου Θεοδοσίου, η υπεύθυνη δασκάλα της τάξης στην οποία φοιτούσε, τη σχολική χρονιά 2021-2022, η Α.Α. (Ε΄ Τάξη δημοτικού σχολείου στη Λεμεσό). Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α, στις 15/11/2021, της αποκάλυψε τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από το πατέρα της και στα όσα της είπε σχετικά καθώς και στη συμπεριφορά της Α.Α. κατά την περίοδο που η μάρτυρας ήταν υπεύθυνη δασκάλα αυτής. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Φυτούλλα Νεοφύτου, Διευθύντρια του σχολείου στο οποίο φοιτούσε η Α.Α., κατά τα έτη 2020-
  2. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε από τη Μ.Κ.4 τα όσα η Α.Α. της αποκάλυψε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της, καθώς και στις σχετικές ενέργειες στις οποίες προέβη στη συνέχεια. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα όσα η ίδια αντιλήφθηκε σχετικά με τη συμπεριφορά της Α.Α. στο σχολείο και στα όσα η Μ.Κ.6 της ανέφερε σε σχέση με τη συμπεριφορά της Α.Α. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η μητέρα της παραπονούμενης. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε ότι είναι σε διάσταση με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο συμβίωνε για 25 χρόνια και μαζί απέκτησαν την παραπονούμενη Α.Α. και τον αδελφό αυτής. Κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της, στην ψυχολογική κατάσταση της ιδίας και της Α.Α. και στη σχετική καταγγελία που έγινε στην Αστυνομία. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες υπό τις οποίες εντόπισε τα σημειώματα της Α.Α. (Τεκμήρια 7Α1, 7Β1 και 7Γ1) και στις ενέργειες που έκανε σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω αναφέρθηκε στον λόγο που αρχικά δεν πίστεψε την Α.Α. και στο πως μεταπείστηκε, όταν βασικά ο κατηγορούμενος της ομολόγησε πως τα λεγόμενα της Α.Α. ήταν αλήθεια. Αναφέρθηκε επίσης στα όσα είπε με τον γιο της σχετικά με τα λεγόμενα της Α.Α. και περιέγραψε τη σχέση της με την Α.Α., τη συμπεριφορά της Α.Α. στο σχολείο και στο σπίτι και την ενασχόληση της Α.Α. με ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε η Νατάσα Παπαμάρκου, κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού, στον Οργανισμό Hope for Children. Η μάρτυρας αυτή κατά τη μαρτυρία της εξήγησε, μεταξύ άλλων, τις ενδείξεις ότι ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, τις συνέπειες της σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από οικείο στο παιδί πρόσωπο, τη συμπτωματολογία που δυνατό να εκδηλωθεί, τη διαδικασία αποκάλυψης της σεξουαλικής κακοποίησης και τους παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά στο να αποκαλύψει ένα παιδί τη σεξουαλική κακοποίηση του. Περαιτέρω, υιοθέτησε και ανέλυσε την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε σε σχέση με την Α.Α. (Τεκμήριο 26), τον τρόπο διεξαγωγής της αξιολόγησης και τα εργαλεία που χρησιμοποίησε καθώς και τα κλινικά ευρήματα και τα συμπεράσματα της. Παρέπεμψε δε σε βιβλιογραφία (Τεκμήριο 27) για να επεξηγήσει τη διαπίστωση της ότι η Α.Α. παρουσίασε μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, στη βάση διαγνωστικών κριτηρίων, η οποία όπως διευκρίνισε δεν είναι πλήρης διάγνωση και ανέλυσε ποια από τα διαγνωστικά κριτήρια πληρούνταν και ποια όχι στη περίπτωση της Α.Α. Απάντησε επίσης στο κατά πόσο ήταν πιθανό η Α.Α. να δημιουργήσει εικόνες στο μυαλό της, όπως τα καταγγελλόμενα περιστατικά και στο κατά πόσο αυτές οι εικόνες μπορεί να οφείλονται στην ενασχόληση της Α.Α. με ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε η Ηλιάνα Νικολάου, κοινωνική λειτουργός στον Οργανισμό Hope for Children, στο Σπίτι του Παιδιού. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στα καθήκοντα και στην εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις γραπτές συγκαταθέσεις που λήφθηκαν από τη Μ.Κ.6 για να ληφθούν οι οπτικογραφημένες καταθέσεις από την Α.Α. στις 16/11/2021 και 30/3/
  3. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι στις 15/11/2021 συνομίλησε με την Α.Α. αναφορικά με την καθημερινότητα της, τις ασχολίες της και της επεξήγησε τις διαδικασίες που θα γίνουν σχετικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αναφέρθηκε επίσης στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τη Μ.Κ.6 και στις κατ' οίκον επισκέψεις στον χώρο όπου διέμεναν οι Μ.Κ.6 και η Α.Α. Ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω περιέγραψε τη σχέση του με την Α.Α. και τον αδελφό της, την έγγαμη συμβίωση του με τη Μ.Κ.6 και τις κατά καιρούς διαστάσεις που επήλθαν στον γάμο τους. Αναφέρθηκε επίσης στην ενασχόληση της Α.Α. με ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons και στη δική του στάση σε σχέση με αυτό. Αρνήθηκε δε τα όσα του καταλογίζει η Α.Α., ότι δηλαδή την κακοποίησε σεξουαλικά καθώς και ότι παραδέχθηκε το γεγονός αυτό στη Μ.Κ.6 και έδωσε τις δικές του θέσεις. Αρνήθηκε επίσης ότι, πριν φύγει από το σπίτι όπου διέμενε με τη λοιπή οικογένεια του, είπε στην Α.Α. να πει στην Αστυνομία ότι τα όσα κατήγγειλε είναι ψέματα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o. ν. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Μ.Κ.4 μας άφησε θετική εικόνα. Η μάρτυρας αυτή με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσε στο Δικαστήριο όσα περιήλθαν στην αντίληψη της ως δασκάλα της Α.Α. και όσα η Α.Α. της αποκάλυψε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ως προς το τι ανέφερε η Α.Α. στη Μ.Κ.4 και τη σχετική θέση της Υπεράσπισης, ήτοι ότι η Α.Α. προέβαλλε διαφορετικές εκδοχές σε διαφορετικά πρόσωπα, αναφορά θα γίνει κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Ως εκ των άνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή και αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Η Μ.Κ.4 ήταν η υπεύθυνη δασκάλα της τάξης στην οποία φοιτούσε, τη σχολική χρονιά 2021-2022, η Α.Α. (Ε΄ Τάξη δημοτικού σχολείου στη Λεμεσό). Στις 15/11/2021, κατά την ώρα του πρώτου διαλείμματος, γύρω στις 09:05 π.μ. και ενώ στην τάξη βρίσκονταν μόνο η Μ.Κ.4 και η Α.Α., η τελευταία φορτισμένη και αναστατωμένη, πλησίασε τη Μ.Κ.4 και με δυσκολία της είπε ότι δεν είναι καλά και ότι θέλει να κλαίει. Ακολούθως η Α.Α. είπε στη Μ.Κ.4 ότι ο πατέρας της, πριν από καιρό, ένα βράδυ, έπιασε το χέρι της και το έβαλε στα γεννητικά του όργανα, υποδεικνύοντας της τι κινήσεις να κάνει και να σκύψει και να το βάλει στο στόμα της. Η Α.Α. κατά τον χρόνο που έλεγε αυτά άρχισε να κλαίει και συνέχισε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος, μια άλλη φορά, έσκυψε στα πόδια της και έγλυψε τα γεννητικά της όργανα. Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.4 ότι το πρώτο περιστατικό έγινε όταν ήταν 5 χρονών ενώ το άλλο δεν το ξεκαθάρισε. Η Α.Α. ανέφερε επίσης στη Μ.Κ.4 ότι τα βράδια φοβόταν να κοιμηθεί στο δωμάτιο μόνη της και έτσι κοιμόταν με τη μητέρα της ενώ ο πατέρας της κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο. Περαιτέρω η Α.Α. είπε στη Μ.Κ.4 ότι φοβόταν να το πει στη μητέρα της διότι νόμιζε ότι δεν θα την πιστέψει. Η Μ.Κ.4 ρώτησε την Α.Α. εάν θέλει να το αναφέρει αυτή στη μητέρα της και η Α.Α. συμφώνησε. Μετά από αυτό η Α.Α. σταμάτησε να κλαίει, ηρέμησε και βγήκε έξω για διάλειμμα. Όμως μετά την επιστροφή της στην τάξη δεν ήταν συγκεντρωμένη και ήταν αναστατωμένη. Ακολούθως, η Μ.Κ.4 ενημέρωσε σχετικά τη Μ.Κ.
  1. Η Μ.Κ.4 πρόσεξε ότι η Α.Α., τη σχολική χρονιά 2021-2022, ήταν κλειστού χαρακτήρα, δεν ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακή, ήταν συγκρατημένη στα συναισθήματα της, ήταν πολύ αφηρημένη, κοιμόταν και ήταν αργοπορημένη τις περισσότερες φορές. Η Μ.Κ.5 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια όσα περιήλθαν στην αντίληψη της, ως Διευθύντρια του Δημοτικού σχολείου όπου φοιτούσε η Α.Α., αναφορικά με τη συμπεριφορά της τελευταίας στο σχολείο και εξιστόρησε τα όσα της είπε η Μ.Κ.4 ότι της ανέφερε η Α.Α. για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της. Ως εκ των άνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή και αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Η Μ.Κ.5 ήταν η Διευθύντρια στο δημοτικό σχολείο όπου φοιτούσε η Α.Α. από τη Δ΄ τάξη και δύο φορές την εβδομάδα έκανε μάθημα στην τάξη της Α.Α. όταν η τελευταία φοιτούσε στην Δ΄ τάξη. Στις 15/11/2021 η Μ.Κ.5 πληροφορήθηκε από τη Μ.Κ.4 ότι η Α.Α. προσέγγισε τη Μ.Κ.4 στο διάλειμμα και της είπε ότι θέλει να κλαίει και ότι θέλει να της πει κάτι και ακολούθως της είπε ότι ένα βράδυ, ενώ ξάπλωνε, ο πατέρας της μπήκε στο δωμάτιο, της έπιασε το χέρι και το έβαλε στα γεννητικά του όργανα, ότι σε άλλο περιστατικό ενώ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ο πατέρας της την πλησίασε και έσκυψε ανάμεσα στα πόδια της και ότι φοβάται να το πει στη μητέρα της γιατί φοβάται ότι δεν θα την πιστέψει. Η Μ.Κ.5, τις σχολικές χρονιές 2020-2021 και 2021-2022 καλούσε τηλεφωνικά τη Μ.Κ.6 και τη ρωτούσε γιατί δεν κοιμόταν η Α.Α. στο σπίτι και η Μ.Κ.6 της έλεγε ότι η Α.Α. έπαιζε βιντεοπαιχνίδια μέχρι το πρωί. Επίσης η Μ.Κ.6 είπε στη Μ.Κ.5 ότι η Α.Α. της ζητούσε να κοιμάται μαζί της. Η Μ.Κ.5 παρατήρησε από τη σχολική χρονιά 2020-2021 ότι η Α.Α. πήγαινε καθημερινά στο σχολείο άυπνη και κοιμόταν στο θρανίο, ήταν μοναχική και ανοιγόταν μόνο για να συζητήσει για βιντεοπαιχνίδια. Την ίδια σχολική χρονιά η Α.Α. συχνά προφασιζόταν ή ένιωθε πραγματικά πονοκεφάλους και πόνο στην κοιλιά και προς τούτο η Μ.Κ.5 τηλεφωνούσε στους γονείς της Α.Α. αλλά μόνο η Μ.Κ.6 πήγαινε ενώ ο κατηγορούμενος ουδέποτε πήγε στο σχολείο παρά τις εκκλήσεις της Μ.Κ.
  2. Η Μ.Κ.5 προέβη σε παραινέσεις προς την Α.Α., μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2021, για να κοιμάται και να προσέρχεται νωρίς στο σχολείο και η Α.Α της είπε ότι θέλει να κοιμάται με τη μητέρα της και ότι παίζει παιγνίδια και προσπαθεί να κοιμηθεί. Μετά από 2-3 εβδομάδες από τη μέρα που η Α.Α. αποκάλυψε στη Μ.Κ.4 τη σεξουαλική κακοποίηση της, άρχισε να γίνεται πιο κοινωνική και να μην κοιμάται τόσο συχνά στο θρανίο. O Μ.Κ.2 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Αναφέρθηκε με σαφήνεια και πληρότητα στις ενέργειες στις οποίες προέβη και στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεν διώχθηκε ποινικά ο αδελφός της Α.Α., σε σχέση με το ότι δεν ανέφερε το γεγονός της σεξουαλικής κακοποίησης της Α.Α. παρά το ότι αυτή του το αποκάλυψε, ως επίσης για τους λόγους που δεν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με το ότι σύμφωνα με τη Μ.Κ.6 παραδέχθηκε σε αυτήν ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α., ο Μ.Κ.2 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνώριζε και παρέπεμψε στη Νομική Υπηρεσία και στον Μ.Κ.3, ανακριτή της υπόθεσης. Αναφορικά δε με τον χρόνο που παρήλθε από την ενημέρωση που του έγινε από τη Μ.Κ.6 αναφορικά με τις δηλώσεις που της έκανε ο κατηγορούμενος μέχρι την ημέρα που της έλαβε σχετική κατάθεση, ο μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι μίλησαν με τη Μ.Κ.6, διευθετήθηκε αυτή να πάει να δώσει κατάθεση στη Λευκωσία και ότι δεν ήταν εφικτό να της ληφθεί κατάθεση νωρίτερα. Σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι η πλευρά της Yπεράσπισης κατά την αντεξέταση του δεν έθεσε με οποιονδήποτε τρόπο εν αμφιβόλω την αξιοπιστία του Μ.Κ.2 ή την αντικειμενικότητα των ενεργειών του. Ως εκ των άνω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή και αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Ο Μ.Κ.2, στις 18/11/2021 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον αδελφό της Α.Α. (Τεκμήριο 17, ημερομηνίας 18/11/2021) σχετικά με εναντίον του διερευνώμενη υπόθεση παράλειψης προώθησης καταγγελίας, κατά παράβαση του άρθρου 30
(1)του Νόμου 91(Ι)/2014, στη βάση του ότι η Α.Α. στην οπτικογραφημένη κατάθεση της (Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 16/11/2021) ανέφερε ότι είπε στον αδελφό της για τη σεξουαλική κακοποίηση της, πριν κάνει αναφορά για αυτήν στη Μ.Κ.4. Περαιτέρω, στις 2/3/2022, η Μ.Κ.6 επικοινώνησε με τον Μ.Κ.2 και του ανέφερε ότι την Κυριακή 27/2/2022, ενώ βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στο μαγαζί τους, ο τελευταίος της ανέφερε ότι «Το μωρό έχει δίκιο» και ότι αυτός φταίει για όλα. Περαιτέρω η Μ.Κ.6 είπε στον Μ.Κ.2 ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο αν πείραζε «το μωρό τους» και εκείνος της είπε «Ναι» και ότι το έκανε αυτό γιατί έπαιρνε ναρκωτικά». Στη βάση αυτών, ο Μ.Κ.2 προέβη την ίδια ημέρα σε σχετική καταχώρηση σε ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 18). Στις 30/3/2022 ο Μ.Κ.2, έλαβε σχετική κατάθεση από τη Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 23Α-Β). Ο Μ.Κ.3 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Επεξήγησε με λεπτομέρεια και πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε ενώ για όσα θέματα δεν θυμόταν παρέπεμπε στον φάκελο της υπόθεσης. Ήταν δε ειλικρινής ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τα όσα η Μ.Κ.6 ανέφερε σε δική της κατάθεση (ότι δηλαδή της παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α.), ήταν ότι η υπόθεση είχε ήδη καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ζήτησε σχετικές οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία, η δε θέση του κατηγορουμένου ήταν ήδη γνωστή, δηλαδή αρνείτο τη διάπραξη των αδικημάτων και θεωρήθηκε από την Αστυνομία ότι τέτοια κατάθεση δεν θα άλλαζε τη θέση του. Το κατά πόσο αυτό αποτελεί παράλειψη ή πλημμέλεια στη διερεύνηση της υπόθεσης και το κατά πόσο αυτό επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο θα εξετασθεί κατωτέρω. Αρκεί στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο Μ.Κ.3 - και γενικότερα η Αστυνομία - «προαποφάσισε» ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, ως η θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Κ.3 στην αντεξέταση - και ουσιαστικά επαναλαμβάνεται ως γενική θέση στην αγόρευση της Υπεράσπισης - ή ότι ήταν λόγω της ύπαρξης αλλότριων κινήτρων που ο Μ.Κ.3 θεώρησε άσκοπο να ληφθεί τέτοια κατάθεση από τον κατηγορούμενο και να μην ζητήσει οδηγίες για αυτό από τη Νομική Υπηρεσία. Αναφορικά δε με την εισήγηση του Μ.Κ.3, στη Νομική Υπηρεσία (η οποία εισήγηση έγινε δεκτή), για μη ποινική δίωξη του αδελφού της Α.Α. σχετικά με την εναντίον του διερευνώμενη υπόθεση παράλειψης προώθησης καταγγελίας, κρίνουμε λογική και πειστική την εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας, ότι δηλαδή αυτή εδράστηκε στη σχέση της Α.Α. με τον αδελφό της και κατ' επέκταση στην πιθανότητα λόγω αυτής, η Α.Α. να μην κατέθετε στο Δικαστήριο σε περίπτωση που διωκόταν ποινικά ο αδελφός της καθώς και στο νεαρό της ηλικίας του τελευταίου. Ως εκ των άνω, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.8 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Επεξήγησε με απλότητα τα καθήκοντα της ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού και ανέφερε με ειλικρίνεια όσα σχετικά με την υπόθεση περιήλθαν στην αντίληψη της. Η μαρτυρία της παρέμεινε δε αναντίλεκτη εφόσον δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.8 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.7 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονταν της ειδικότητας της. Η εμπειρογνωμοσύνη της και συγκεκριμένα το ότι είναι κλινική ψυχολόγος που έχει τύχει ειδικής και συγκεκριμένης εκπαίδευσης και είναι ειδική στις αξιολογήσεις σεξουαλικώς κακοποιημένων παιδιών, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Δεν μας διαφεύγει ότι, ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou ανωτέρω και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχουμε κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Turner
(1975)Q.B. 834 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2/5/2018. Έχουμε επίσης υπόψη ότι, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του, παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Περαιτέρω μπορεί να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων και ειδικότερα μικρών παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η Μ.Κ.7 μας άφησε θετική εικόνα. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική αντικειμενικότητα και επάρκεια και χωρίς να διστάσει να πει ότι κάποια πράγματα δεν τα γνώριζε. Διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την Α.Α. και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό, τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση, το ιστορικό που έλαβε υπόψη της και παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα σχετικά ευρήματα της, στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία την οποία κατέθεσε, για διάφορα θέματα όπως τη διαδικασία αποκάλυψης από ένα παιδί όταν έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, τις ενδείξεις που υπάρχουν ότι ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά και τις συνέπειες αυτής της κακοποίησης. Όταν ρωτήθηκε εάν στα πλαίσια της αξιολόγησης της Α.Α. εντόπισε ενδείξεις υπόκρισης της, υπεύθυνα ανέφερε ότι δεν ήταν έργο δικό της να διερευνήσει εάν η Α.Α λέει αλήθεια ή ψέματα καθότι η ίδια δεν προβαίνει σε δικανική συνέντευξη αλλά σε κλινική αξιολόγηση. Ξεκαθάρισε ότι δεν διερευνά κατά πόσο ένα παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, αλλά αυτό που εξετάζει είναι η ψυχική κατάσταση ενός παιδιού μετά από αναφορά ότι υπέστη κάτι τέτοιο. Τόνισε δε ότι η Α.Α. μπορούσε να διαχωρίσει τη φαντασία από την πραγματικότητα και την αλήθεια από το ψέμα. Να λεχθεί περαιτέρω ότι η αξιοπιστία της Μ.Κ.7 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της. Στα συμπεράσματα της έκθεση της (Τεκμήριο 26), η Μ.Κ.7 αναφέρει ότι κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της, η Α.Α.: «παρουσίαζε μερική συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού στρες (309.81) σύμφωνα με τα κριτήρια του εγχειριδίου DSM-V. Παρατηρήθηκε ότι η έντονη ενασχόληση της ανήλικης με τα ηλεκτρονικά παιγνίδια (π.χ. διαδίκτυο, ηλεκτρονικά παιγνίδια) λειτουργούσε ως μια προσπάθεια για διαχείριση αυτής της συμπτωματολογίας, ωστόσο φάνηκε να επιβαρύνει τη λειτουργικότητα της. Η ιδεοφυγή που παρουσίασε, η κοινωνική απομόνωση, η δυσκολία στη συγκέντρωση και ευερεθιστότητα κατά τη διακοπή της χρήσης, παραπέμπουν σε πιθανή εξάρτηση της Α.Α. από τα ηλεκτρονικά, η οποία πιθανόν να επικαλύπτει περαιτέρω συμπτωματολογία που αφορά τα καταγγελλόμενα περιστατικά». Ως προς το πιο πάνω, η Μ.Κ.7 εξήγησε, με παραπομπή στα σχετικά διαγνωστικά κριτήρια (του εγχειριδίου DSM-V - Τεκμήριο 27), ότι η Α.Α. παρουσίαζε μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες που συνδέεται με τα καταγγελλόμενα περιστατικά και μερική τέτοια συμπτωματολογία που μπορεί να αποδοθεί στην κατάχρηση ηλεκτρονικών μέσων και έτσι ήταν δύσκολο να ξεκαθαρισθεί εάν όλα τα διαγνωστικά κριτήρια που η Μ.Κ.7 εντόπισε, υπήρχαν λόγω των καταγγελόμενων περιστατικών ή λόγω της ενασχόλησης με τα ηλεκτρονικά. Ήταν έτσι η θέση της ότι δεν τέθηκε η διάγνωση του μετατραυματικού στρες, διότι ήταν τόσο μεγάλη η υπερεμπλοκή της Α.Α. με τα ηλεκτρονικά μέσα και κάποιες συνέπειες επηρέασαν τόσο πολύ τη λειτουργικότητα της, που δεν μπορούσε να φανεί καθαρά εάν ήταν συνέπεια των καταγγελλόμενων περιστατικών ή της εξάρτησης της από τα ηλεκτρονικά μέσα. Σε σχέση με τη χρήση ηλεκτρονικών παιγνιδιών και την παρακολούθηση cartoons, η Μ.Κ.7 είπε ότι η Α.Α. της ανέφερε ότι αυτή άρχισε όταν ήταν 7 ετών και τη συνέδεσε με μια προσπάθεια αποφυγής σκέψης - απώθησης, δηλαδή ανέφερε ότι για να μπορέσει να το διαχειριστεί και να ξεφεύγει το μυαλό της, να μην σκέφτεται, να μην θυμάται τα όσα της είχαν συμβεί, είχε έντονη την επιθυμία να παίζει ηλεκτρονικά παιγνίδια και να παρακολουθεί cartoons. Κατά την αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο, με βάση την πείρα της, η χρήση τέτοιων παιγνιδιών και η παρακολούθηση «Japanese cartoons», θα μπορούσε να δημιουργήσει στην Α.Α. την εικόνα ως προς τα περιστατικά που κατήγγειλε, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να αποκλείσει τίποτε διότι, ως είπε, αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Από το σύνολο όμως των όσων σχετικών είπε προκύπτει και άλλωστε το παραδέχθηκε στη συνέχεια, ότι αυτό δεν ήταν στη σφαίρα γνώσης της. Εξ ου και απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε σε σχέση με το επιστημονικό της υπόβαθρο, ότι δεν έχει συναντήσει και δεν γνωρίζει κατά πόσο τα «Japanese cartoons» περιέχουν σεξουαλικό προσανατολισμό, ήτοι κατά πόσο δείχνουν γυμνούς χαρακτήρες και χρησιμοποιούν σεξ. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει σύνδρομο με βάση το οποίο, όταν κάποιος βλέπει τέτοιου είδους cartoons, μπορεί να φανταστεί εικόνες ως πραγματικότητα, απάντησε γενικά ότι μπορεί να προτείνεται ένα σύνδρομο, αλλά να μην έχει αναγνωριστεί σαν διαταραχή στην Αμερικανική ψυχιατρική εταιρεία και στο εγχειρίδιο ICD. Διευκρίνισε δε ότι δεν γνωρίζει πληροφορίες για τέτοιο σύνδρομο, ούτε γνωρίζει κατά πόσο υπάρχουν μελέτες που να δείχνουν ότι μπορεί κάποιος να φανταστεί εικόνες ένεκα της μεγάλης ενασχόλησης του με ηλεκτρονικά παιγνίδια και cartoons. Εδώ να σημειωθεί ότι πέραν των ως άνω ερωτήσεων, καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει την ύπαρξη τέτοιου συνδρόμου και σε κάθε περίπτωση το πως αυτό συνδέεται με την Α.Α. και την παρούσα υπόθεση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.7 γίνεται δεκτή και αποδεχόμαστε τα εξής: · Οι συνέπειες της σεξουαλικής κακοποίησης διαφέρουν αναλόγως του ατόμου. Πολλά παιδιά δεν εμφανίζουν συμπτωματολογία μετά από σεξουαλική κακοποίηση ενώ κάποια άλλα την εμφανίζουν ακριβώς μετά και άλλα στην ενήλικη ζωή τους. Πολλές φορές περνά απαρατήρητο από το περιβάλλον του παιδιού και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά. Ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση δυσκολεύονται αρκετά συναισθηματικά, αναπτύσσοντας είτε διάφορες δυσκολίες στην κοινωνική συμπεριφορά και ελλιπή ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, εμφάνιση διαταραχής μετατραυματικού στρες, διαταραχές στον ύπνο, προβλήματα γνωστικών λειτουργιών. Ο φόβος της απώλειας ή η πραγματική απώλεια του προσώπου προσκόλλησης και προστασίας, στην περίπτωση που αυτό είναι ο δράστης, υπονομεύει την αίσθηση ασφάλειας, δημιουργώντας στο παιδί έντονα αισθήματα προδοσίας, σύγχυσης και απελπισίας. · Όταν ο θύτης σεξουαλικής κακοποίησης είναι οικείο πρόσωπο / φροντιστής / πατέρας του παιδιού και παρέχει στο παιδί ασφάλεια και φροντίδα, προκαλείται στο παιδί μια αμφιθυμία, ήτοι από τη μια υπάρχουν οι θετικές εμπειρίες που έχει δημιουργήσει το παιδί με τον φροντιστή του, ενώ από την άλλη προκαλούνται στο παιδί δυσάρεστα συναισθήματα. Συχνά τα παιδιά εκφράζουν τη λύπη τους για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης. Έρευνα κατέδειξε ότι τα μισά παιδιά-θύματα των γονέων τους, παρά τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν, δήλωσαν ότι εξακολουθούν να νιώθουν συναισθήματα αγάπης για τον δράστη και την ανάγκη να τα φροντίζει. Η σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού από τον γονέα του, είναι τραύμα υψηλής προδοσίας και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συναισθηματικού «μουδιάσματος» και την επιθυμία για απώθηση. Το θύμα, συνειδητοποιώντας ότι διακινδυνεύει τόσο τη σχέση με το πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται, όσο και την ψυχική του υγεία παγιδεύεται και τελικά εισέρχεται σε μια φάση αποφυγής και επιλέγει ως έξοδο φυγής την απώθηση. Παιδιά που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, στην ανάγκη τους να διαφύγει η σκέψη τους από τα όσα υπέστησαν, να διαχειριστούν τα συναισθήματα τους και να αυτοπροστατευθούν, είναι δυνατό να έχουν ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιγνίδια και να παρακολουθούν cartoons. · Το θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, παραδομένο σε υπερβολικό άγχος, ζει υπό καθεστώς διαρκούς και αυξημένης εγρήγορσης, που ακυρώνει οποιαδήποτε προσπάθεια αντιμετώπισης της κατάστασης, επηρεάζοντας συγχρόνως την αναπτυξιακή του διαδικασία σε όλους τους τομείς. Κάποια παιδιά παρουσιάζουν νευρικότητα, επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, σύγχυση πραγματικότητας και φαντασίας, προβλήματα στο σχολείο (π.χ. εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς). · Η μέση καθυστέρηση στην αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης κυμαίνεται από 13 έως 18 χρόνια. Τα θύματα καθυστερούν σημαντικά να αποκαλύψουν τη σεξουαλική κακοποίηση όταν φοβούνται για τις συνέπειες της αποκάλυψης τους, ιδίως στην περίπτωση που ο δράστης είναι ο γονιός. Το κακοποιημένο παιδί, προκειμένου να αντέξει την προδοσία και να επιβιώσει ψυχικά, προσπαθεί να απωθήσει από τη μνήμη του το τραυματικό συμβάν. Οι αναμνήσεις απωθούνται αλλά τα συναισθήματα επανεμφανίζονται, συχνά χωρίς προφανή αιτία. Πολλές φορές τα θύματα επιθυμούν, σχεδόν λαχταρούν, να αντιληφθεί κάποιος το πρόβλημα τους και να τα βοηθήσει, από την άλλη όμως φοβούνται μήπως κατηγορηθούν ή θεωρηθούν αναξιόπιστα από την οικογένεια τους. Έρευνες επιβεβαιώνουν αυτούς τους φόβους, αποδεικνύοντας ότι περίπου μόνο ένα στα δύο παιδιά γίνεται πιστευτό από τον άλλο γονέα. Στην πλειονότητα τα θύματα αποκαλύπτουν με μεγάλη δυσκολία και αοριστία την εμπειρία τους, με σημαντική καθυστέρηση και συχνές επανατοποθετήσεις και ανακλήσεις των λεγόμενων τους. Οι παράγοντες που μπορούν να λειτουργήσουν ανασταλτικά στο να αποκαλύψει ένα παιδί τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη είναι μεταξύ άλλων η ηλικία του θύματος, η σχέση θύτη - θύματος και ιδιαίτερα εάν ο θύτης είναι ο φροντιστής του ανήλικου, ο φόβος αντιποίνων, το άγχος για την ύπαρξη αρνητικών αντιδράσεων από τους γονείς, το συναίσθημα συνενοχής και ευθύνης. Στα μικρότερα παιδιά, όπως σε παιδιά ηλικίας 5 ετών, οι σημαντικές γνωστικές λειτουργίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί και στερούνται ειδικών γνώσεων σε θέματα που αφορούν τη σεξουαλικότητα και τη γενετήσια συμπεριφορά των ενηλίκων. Παιδιά τέτοιας ηλικίας που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά, μπορεί να νιώσουν κάτι άβολο που δεν ξανασυνέβηκε, κάτι παράξενο, να νιώσουν περίεργα, να νιώσουν διάφορα συναισθήματα τα οποία δεν θα λεκτικοποιήσουν με τη σκέψη. Η μνήμη αναπτύσσεται σταδιακά κατά την παιδική ηλικία και στην ηλικία των 12 ετών ο όγκος των πληροφοριών της ελεύθερης ανάκλησης των παιδιών είναι τόσο ικανοποιητικός, όσο και των ενηλίκων. Η περιορισμένη γλωσσική ικανότητα αποτελεί επιπρόσθετο εμπόδιο στην αποκάλυψη τέτοιας κακοποίησης. · Η Μ.Κ.7 είχε ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις με την Α.Α. στις 2/12/2021, 6/12/2021 και 9/12/
  1. Κατά τις συναντήσεις αυτές η Α.Α. είχε καλή μνημονική ικανότητα και η σκέψη της ήταν απαλλαγμένη από παραληρηματικές και άλλες παθολογικές ιδέες. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχε δυσκολία στον περιγραφικό λόγο και χρησιμοποιούσε εκφράσεις στην αγγλική γλώσσα. Οι συναισθηματικές της αντιδράσεις ήταν σύντονες με το περιεχόμενο του λόγου της, ήτοι ήταν σε επαφή με το βίωμα που περιέγραφε και μπορούσε να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Κατά τις συναντήσεις, η Α.Α. είχε δυσκολία στον προσανατολισμό του χρόνου και σε κάποια χρονικά ορόσημα, μπορούσε όμως να προσδιορίσει χρονικά σε σχέση με κάποια ορόσημα, όπως π.χ. διακοπές, όταν ήταν στην Α' τάξη δημοτικού και σε σχέση με σημαντικά μεγάλα γεγονότα. Στις συναντήσεις δεν ζητήθηκε από την Α.Α. να περιγράψει τα καταγγελλόμενα περιστατικά, γνώριζε όμως τον λόγο που ήταν εκεί και η Α.Α. αναφέρθηκε σε «sexual abuse». · Κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της, η Α.Α. παρουσίαζε ιδεοφυγή, κοινωνική απομόνωση, δυσκολία στη συγκέντρωση και ευερεθιστότητα κατά τη διακοπή της χρήσης, στοιχεία που παραπέμπουν σε πιθανή εξάρτηση της από τα ηλεκτρονικά μέσα. · Η Μ.Κ.7 δεν κατέληξε σε διάγνωση ότι η Α.Α. παρουσίαζε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού στρες, εφόσον διαπίστωσε ότι μερική τέτοια συμπτωματολογία συνδεόταν με τα καταγγελλόμενα περιστατικά και άλλη τέτοια συμπτωματολογία μπορεί να αποδοθεί στην κατάχρηση ηλεκτρονικών μέσων, διότι ήταν τόσο μεγάλη η υπερεμπλοκή της Α.Α. με τα μέσα αυτά και κάποιες συνέπειες επηρέασαν τόσο πολύ τη λειτουργικότητα της, που δεν μπορούσε να φανεί καθαρά εάν ήταν συνέπεια των καταγγελλόμενων περιστατικών ή της εξάρτησης της από τα ηλεκτρονικά μέσα. · Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.7 ότι η ενασχόληση της με ηλεκτρονικά παιγνίδια άρχισε όταν ήταν 7 ετών. Οι μνήμες των καταγγελλόμενων περιστατικών επανέρχονταν κατά διαστήματα και για αυτό απασχολούσαν το μυαλό της Α.Α. Η Α.Α. συνέδεσε τη χρήση ηλεκτρονικών παιγνιδιών και την παρακολούθηση cartoons με μια προσπάθεια αποφυγής σκέψεων - απώθησης δηλαδή ανέφερε στη Μ.Κ.7 ότι για να μπορέσει να το διαχειριστεί και να ξεφεύγει το μυαλό της, να μην σκέφτεται, να μην θυμάται τα όσα της είχαν συμβεί, είχε έντονη την επιθυμία να παίζει ηλεκτρονικά παιγνίδια και να παρακολουθεί cartoons. · Σε μια εκ των συναντήσεων, η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.7 ένα περιστατικό στο οποίο άκουσε τους συμμαθητές της να συζητούν για το σεξ, χωρίς να συμμετέχει η ίδια στη συζήτηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Α.Α. να φορτιστεί και να θυμηθεί τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Πήγε στην τουαλέτα και έπλυνε το πρόσωπο της. Εξέφρασε δε την επιθυμία να μην τα θυμάται πλέον, λέγοντας στη Μ.Κ.7 «Εν να ήθελα να υπάρχει ένα mute να μην ακούω τίποτε, να μην βλέπω, να μην τα θυμάμαι». · Σε σχέση με τον πατέρα της, η Α.Α. περιέγραψε τη σχέση της ως πολύ θετική, ότι της έλειπε πάρα πολύ και ότι δεν ήθελε να πάει ο πατέρας της στη φυλακή. · Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.7 ότι αισθανόταν άβολα κατά την περίοδο που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της, όμως το γεγονός ότι στο δωμάτιο βρισκόταν και η μητέρα της, με την οποία η Α.Α. κοιμόταν, της προσέδιδε ασφάλεια, την έκανε να είναι ήρεμη και να μπορεί να το διαχειριστεί. Ως προς τη Μ.Κ.6 επισημαίνουμε κατ' αρχάς ότι έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα αυτή και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία της έχοντας υπόψη την ιδιότητα της ως μητέρα της Α.Α. και εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορουμένου. Δέον όπως λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι η μάρτυρας αυτή μας άφησε θετική εικόνα. Η συναισθηματική φόρτιση της κατά το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της κρίνουμε ότι ήταν πηγαία και γνήσια, χωρίς υπερβολές και οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Η μάρτυρας, με τη δική της ιδιοσυγκρασία και ψυχοσύνθεση, έδωσε τη μαρτυρία της με ειλικρίνεια, απλότητα και χωρίς περιστροφές, ξετυλίγοντας το κουβάρι των συναισθημάτων που βίωσε από τη καταγγελία της υπόθεσης και εντεύθεν. Δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει την ύπαρξη εκδικητικής στάσης εκ μέρους της έναντι του κατηγορούμενου. Ήταν δε σταθερή και συνεπής στις θέσεις της και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια αναφέρθηκε στη συμπεριφορά και τις συνήθειες της Α.Α. στο σπίτι και στο σχολείο και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει προσπάθεια της να ψευστεί ή να αλλοιώσει την πραγματικότητα. Δεν μας διαφεύγει ότι περιέγραψε την Α.Α. ως ένα παιδί πολύ κοινωνικό, σε αντίθεση δηλαδή με τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.4 και
  2. Αυτό όμως δεν επηρεάζει, κατά την κρίση μας, την αξιοπιστία της καθότι φαίνεται ότι αυτή ήταν η προσωπική αντίληψη της για το παιδί της. Άλλωστε η ίδια κατονόμασε μόνο δύο παιδιά με τα οποία η Α.Α. είχε φιλικές σχέσεις, με το ένα εκ των δύο να είναι η καλύτερη φίλη της Α.Α. Αποδεχόμαστε δε την αναφορά της ότι η Α.Α. άρχισε να παρακολουθεί cartoons και να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια όταν ήταν σε ηλικία 7 ετών, ήτοι γύρω στο 2018 και ότι αυτή η ενασχόληση της κορυφώθηκε το 2020 κατά την περίοδο του «Covid». Η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως γονιός ήταν λίγο πιο αυστηρός από την ίδια, διευκρινίζοντας ότι αυτή ήταν πιο συγκαταβατική. Είπε επίσης ότι η περίοδος που η Α.Α. «ήταν top» δηλαδή που δεν μπορούσε να σταματήσει να ασχολείται με τα ηλεκτρονικά παιγνίδια και να παρακολουθεί cartoons (έτρωγε μπροστά στην οθόνη) ήταν η περίοδος του 2020, όταν τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο λόγω του «Covid». Αναφορικά με την αυστηρότητα του κατηγορούμενου, όταν ρωτήθηκε, είπε ότι αυτός τότε θύμωσε στην Α.Α. μόνο μια ή δύο φορές. Δέχθηκε επίσης ότι η Α.Α. αργούσε να πάει στο σχολείο γιατί δεν κοιμόταν νωρίς και είπε ότι η ίδια της θύμωνε αλλά δεν δέχθηκε ότι η ίδια έλεγε στον κατηγορούμενο να θυμώσει στην Α.Α. για να πάει να κοιμηθεί, γιατί η Α.Α. δεν την άκουγε. Δεν δέχθηκε επίσης ότι το σαββατοκύριακο πριν η Α.Α. αποκαλύψει τη σεξουαλική κακοποίηση της στη Μ.Κ.4, η Α.Α. καθόταν πολύ αργά και έπαιζε ηλεκτρονικά παιγνίδια και παρακολουθούσε cartoons και ο κατηγορούμενος ξύπνησε, της θύμωσε πολύ έντονα, της έβαλε τις φωνές και της είπε «Πήγαινε κοιμήθου. Θα σου τα κόψω όλα, τέλος» δηλαδή της έδωσε να καταλάβει ότι δεν θα ξαναπαίξει και δεν θα ξαναπαρακολουθήσει τέτοια. Είπε μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ και πάρα πολύ για τα παιδιά του. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο τον Νοέμβριο του 2021 προσπάθησαν η Α.Α. να μειώσει τη χρήση των ηλεκτρονικών παιγνιδιών και την παρακολούθηση cartoons, είπε ότι «μετά το Covid», σιγά σιγά, με προσπάθεια κατάφερε η Α.Α. να μειώσει τη χρήση. Είπε ότι η προσπάθεια αυτή έγινε γιατί μίλησαν στην Α.Α. (δεν θυμόταν πότε έγινε και εάν μίλησαν στην Α.Α. μαζί με τον κατηγορούμενο ή ξεχωριστά) και όχι γιατί της φώναζε ή της θύμωσε ο κατηγορούμενος. Ανέφερε όμως ότι δεν θυμάται αυτό να έγινε τον Νοέμβριο του 2021 καθώς, ως είπε, δεν νομίζει να μπορεί κάποιος να καταφέρει κάτι τέτοιο μέσα σε ένα μήνα. Σε υποβολή ότι τον Νοέμβριο του 2021 αυτή μαζί με τον κατηγορούμενο είπαν στην Α.Α. ότι θα μειωθούν οι ώρες και ότι μάλιστα ήταν ο κατηγορούμενος που έκανε πιο πολύ αυτή τη συζήτηση, απάντησε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια και διευκρίνισε ότι της πήραν το τηλέφωνο και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μετά την κατάθεση της Α.Α. γιατί και η ίδια η μάρτυρας νόμιζε ότι η Α.Α. έλεγε αυτά που έλεγε για αυτό τον λόγο. Είπε όμως ότι αυτό έγινε όταν ο κατηγορούμενος δεν έμενε πλέον μαζί τους, κάτι που έγινε μετά την καταγγελία. Πειστική ήταν και η μαρτυρία της Μ.Κ.6 ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. της ανέφερε για τη σεξουαλική κακοποίηση της, την ψυχική κατάσταση της Α.Α. όταν της έλεγε αυτά και τον τρόπο που αντέδρασε η μάρτυρας. Συγκεκριμένα, αποδεχόμαστε ότι στις 15/11/2021, μετά που η Μ.Κ.6 την παρέλαβε από το σχολείο και επέστρεψαν στο σπίτι, η Α.Α. της είπε ότι θα της τηλεφωνήσει η δασκάλα της για να τη ρωτήσει κάτι. Η Α.Α. ήταν ανήσυχη όταν κτυπούσε το τηλέφωνο αλλά η δασκάλα της Α.Α. δεν τηλεφώνησε. Τότε η Μ.Κ.6 μίλησε με την Α.Α. και η τελευταία της ανέφερε ότι είπε στη δασκάλα της ότι όταν ο πατέρας της την έπαιρνε από την Πάφο στη Λεμεσό, της είπε να φιλήσει το γεννητικό του όργανο και επειδή του είπε όχι, αυτός την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο. Η Μ.Κ.6 σοκαρίστηκε όταν άκουσε αυτά, δεν ρώτησε κάτι άλλο και πήγαν μαζί με την Α.Α. στην Αστυνομία και τα ανέφεραν. Δεν αμφισβητήθηκε κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 ότι, όταν αυτή ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο, ήτοι την περίοδο Αυγούστου 2016 - Αυγούστου 2017, η Μ.Κ.6 διέμενε στην Πάφο με τα παιδιά τους ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να διαμένει στην ίδια οικία όπου διέμενε όλη η οικογένεια πριν τη διάσταση του ζεύγους. Κατά την ως άνω περίοδο της διάστασης, η Α.Α. διέμενε κάποια σαββατοκύριακα με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω οικία στη Λεμεσό και ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που την έπαιρνε από την Πάφο και ακολούθως την επέστρεφε στη Μ.Κ.6 στην Πάφο. Επίσης κατά τη διάρκεια της διάστασης αυτής, ο κατηγορούμενος σύναψε σχέση και συμβίωνε με άλλη γυναίκα, η οποία είχε μια ανήλικη θυγατέρα. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι μετά τη λήξη της πιο πάνω αναφερόμενης διάστασης και μέχρι τον χρόνο που έγινε η καταγγελία εις βάρος του κατηγορουμένου για την παρούσα υπόθεση, ήτοι τις 16/11/2021, όλη η οικογένεια διέμενε μαζί στην ίδια οικία στη Λεμεσό. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν πληροφορήθηκε για την καταγγελία τη μέρα που αυτή έγινε και ότι σε κάποιο χρόνο μετά την καταγγελία, του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο όροι να μη διαμένει στην εν λόγω οικία και να μην πλησιάζει την Α.Α. Αποδεχόμαστε επίσης τη θέση της Μ.Κ.6 ότι με την Α.Α. δεν είχε μιλήσει για το σεξ, ακόμα και όταν η Α.Α. ήταν 9 χρονών και ότι το μόνο που της είπε είναι ότι δεν πρέπει να ακουμπά στο σώμα άλλα παιδιά και ότι δεν πρέπει να την ακουμπά άλλος παρά μόνο αν είναι ο γιατρός. Η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι ρώτησε τον γιο της κατά πόσο η Α.Α. του ανέφερε ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον πατέρα τους και εκείνος της απάντησε αρνητικά, ότι η Α.Α. δεν της είπε κατά πόσο ανέφερε οτιδήποτε για τη σεξουαλική κακοποίηση σε φίλες της στο διαδίκτυο και ότι δεν θυμόταν κατά πόσο η Α.Α. της ανέφερε αν οι συμμαθητές της μιλούσαν για σεξ. Εδώ δέον όπως λεχθεί ότι τα πιο πάνω θα εξετασθούν κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Ειλικρινής και πειστική ήταν η Μ.Κ.6 και ως προς την αλλαγή της πεποίθησης της ότι η Α.Α. δεν έλεγε την αλήθεια ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο. Ήταν ως προς τούτο η θέση της Μ.Κ.6 ότι αρχικά δεν πίστεψε την Α.Α. Ως λογικά και πειστικά ανέφερε, από τη συμπεριφορά της Α.Α. και από αυτά που της είπε όταν ήταν οι γιορτές των Χριστουγέννων του 2021 (τότε η Α.Α. έκλαιγε συνέχεια και ζητούσε τον κατηγορούμενο και όταν η Μ.Κ.6 της είπε ότι αυτός δεν μπορούσε να πάει στο σπίτι γιατί απαγορευόταν και η Α.Α. της είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν της έκανε τίποτα) και από το περιεχόμενο των χειρόγραφων σημειωμάτων της Α.Α. που βρήκε η Μ.Κ.6 (Τεκμήρια 7Α1, 7Β1 και 7Γ1: το Τεκμήριο 7Β1 το βρήκε στις 3/12/2021 πάνω στον πάγκο του γκαράζ της οικίας της, το Τεκμήριο 7Α1 το βρήκε στις αρχές Ιανουαρίου 2022 κάτω από το κρεβάτι της Α.Α. και ήταν σε κομμάτια που η Μ.Κ.6 ένωσε και το Τεκμήριο 7Γ1 της το έδωσε η Α.Α. το βράδυ της 18/1/2022 - αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α.), πίστευε ότι όσα είπε η Α.Α. για τον κατηγορούμενο ήταν ψέματα αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο. Αυτός ήταν και ο λόγος που έδωσε δεύτερη κατάθεση στις 19/1/2022 και αναφέρθηκε στα πιο πάνω. Ως επίσης πειστικά εξήγησε, η ως άνω πεποίθηση της ανατράπηκε μόνο όταν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην ίδια ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α. Συγκεκριμένα, ως είπε, μια εβδομάδα μετά τα γενέθλια της Α.Α. (που ήταν στις 22/2/2022), όταν ο κατηγορούμενος μετέβη στο σπίτι όπου διέμενε η Μ.Κ.6 και η Α.Α., μετά που του το ζήτησε τηλεφωνικώς η Μ.Κ.6 καθότι ήταν άρρωστη και μπορεί να χρειαζόταν να την έπαιρνε στο νοσοκομείο, στο πλαίσιο συζήτησης για διάφορα θέματα, ο κατηγορούμενος είπε στη Μ.Κ.6 «Το μωρό έχει δίκαιο» και όταν η Μ.Κ.6 τον ρώτησε τι θέλει να πει, της είπε ξανά ότι «Το μωρό έχει δίκαιο» και τότε κατάλαβε η Μ.Κ.6 ότι εννοούσε για την καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης που έκανε η Α.Α. Τότε η Μ.Κ.6 σηκώθηκε να φύγει γιατί δεν ήθελε να μιλήσει άλλο μαζί του αλλά ο κατηγορούμενος της φώναξε και αυτή επέστρεψε. Τον ρώτησε αν πείραξε «το μωρό» και εκείνος της απάντησε καταφατικά και της είπε ότι εκείνη την περίοδο έπαιρνε ναρκωτικά και δεν ήξερε τι έκανε. Ως προς τη θέση της για την ως άνω παραδοχή του κατηγορούμενου πρέπει να λεχθεί ότι η Μ.Κ.6 παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της και σε συνδυασμό με το ότι η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στη λογική και συνάδει με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων αλλά και το ότι δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η αλλαγή αυτή στην πεποίθηση και στάση της Μ.Κ.6 οφειλόταν σε κάποιον άλλο λόγο ή αλλότριο κίνητρο, γίνεται δεκτή. Χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας της Μ.Κ.6 είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κυρίως εξέταση της, όταν υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση, ανέφερε «είναι δύσκολο να πιστεύεις ότι ένας άνθρωπος με τον οποίο ζούσες για 25 χρόνια μπορεί να κάνει αυτό που έκανε στο δικό μου το παιδί, 6 μήνες ήμουν δίπλα του και τον υποστήριξα χωρίς να ξέρω ότι η [Α.Α.] στην τελική έλεγε την αλήθεια». Το ίδιο καταδεικνύει και το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα σημειώματα (Τεκμήρια 7Α1, 7Β1 και 7Γ1): «Αισθάνθηκα. γιατί δεν μπορώ να πιστεύω ότι πειράζει την ίδια την κόρη του. Έξι μήνες στάθηκα δίπλα του, βουρούσα τους Δικαστές για να τους πω ότι δεν φταίει, βουρούσα τα όλα, δεν θέλω να πω πολλά που πρέπει να πω γιατί δεν του αξίζει. Κατέστρεψε μας τους ούλλους [ ] δεν μπορείς, δεν περνά που τον νου σου, τον ανθρώπινο, δεν μπορείς σαν μητέρα να πιστέψεις κάτι τέτοιο, νόμιζα ότι κάτι έχει γίνει με το παιδί μου στη τελική τόσο καιρό έλεγε την αλήθεια». Εύλογη κρίνεται και η αντίδραση της Μ.Κ.6 μετά από την παραδοχή αυτή. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε, δεν άντεξε με αυτά που άκουσε, σηκώθηκε και είπε στον κατηγορούμενο ότι τελείωσαν, ότι δεν θέλει να τον δει ξανά και να μείνει μακριά από τα παιδιά τους και έφυγε. Πειστική ήταν και ως προς το πως ένιωσε εκείνη την ημέρα. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ούτε θέλω να ξέρεις τι ένιωσα και μακάρι να μην νιώσει καμία μάμμα τι ένιωσα αυτήν την ημέρα, sorry». Μάλιστα με χαρακτηριστική ειλικρίνεια ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος της παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α., ήθελε να τον σκοτώσει και για αυτό έφυγε. Σε αυτό το σημείο επισημαίνουμε ότι η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε το γεγονός της εν λόγω συνάντησης, αλλά τον τόπο της συνάντησης και το ότι κατά τη διάρκεια αυτής ο κατηγορούμενος προέβη στην προαναφερόμενη παραδοχή. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στη Μ.Κ.6, κάτι που αυτή αρνήθηκε, ότι συναντήθηκαν σε περίπτερο πλησίον της οικίας της και ο κατηγορούμενος της είπε ότι η Α.Α. στα σημειώματα (Τεκμήρια 7Α1, 7Β1 και 7Γ1) ζητά συγγνώμη και ζητά να πάει ο ίδιος πίσω και κάλεσε τη Μ.Κ.6 να τον πιστέψει ότι δεν κακοποίησε την Α.Α. Της υποβλήθηκε, και επίσης αρνήθηκε ότι τότε αυτή, άρχιζε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος έφυγε. Κρίνεται δε πειστική η θέση της ότι ο τόπος της συνάντησης τους ήταν έξω, στο γκαράζ της οικίας όπου αυτή διέμενε με την Α.Α. στη Λεμεσό, αργά τη νύκτα. Το ότι η συνάντηση έγινε στη Λεμεσό τέλη Φεβρουαρίου του 2022 και όχι στην Πάφο, (ως ο κατηγορούμενος προέβαλε στη δια ζώσης μαρτυρία του) επιβεβαιώνεται άλλωστε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, σύμφωνα με την οποία η Α.Α. και συνεπώς και η Μ.Κ.6 μετακόμισαν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2022-2023 δηλαδή μετά τον Σεπτέμβριο του
  3. Αποδεχόμαστε επίσης τη θέση της Μ.Κ.6 ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στον εν λόγω χώρο, μέχρι που βρήκε ο κατηγορούμενος άλλον χώρο για την εργασία του. Ήταν άλλωστε πειστική και δεν διαψεύστηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.6 ότι στον εν λόγω χώρο εργαζόταν και μετά την καταγγελία της υπόθεσης, η ίδια με τον κατηγορούμενο, όταν η Α.Α. ήταν στο σχολείο τα πρωινά και ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος πήγαινε εκεί τα απογεύματα, καθότι ο κατηγορούμενος είχε και άλλη εργασία με βάρδιες, τότε η Μ.Κ.6 και η Α.Α. έλειπαν από το σπίτι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη Μ.Κ.8, σύμφωνα με την οποία η Μ.Κ.6 της είπε ότι είχε συναντήσεις με τον κατηγορούμενο όσον αφορά τη δουλειά και ότι μέχρι κάποιο διάστημα ο κατηγορούμενος εργαζόταν στο μαγαζί που διατηρούσαν στον χώρο του σπιτιού, οπόταν βρίσκονταν καθημερινά σε επικοινωνία με τη Μ.Κ.
  4. Πειστική ήταν και η εξήγηση που έδωσε η Μ.Κ.6 ότι ο λόγος που αποδέχθηκε να γίνονται τα πιο πάνω, ήτοι οι συναντήσεις τους στο γκαράζ της οικίας της, παρά την καταγγελία που έγινε εις βάρος του κατηγορουμένου, ήταν επειδή τότε δεν πίστευε η ίδια ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος και ότι κράτησε μακριά την Α.Α. από τον κατηγορούμενο επειδή έτσι της είπαν οι αστυνομικοί και επειδή αυτό απαγορευόταν. Ακολούθησε την εν λόγω παραδοχή του κατηγορούμενου, στις 30/3/2022 η λήψη σχετικής κατάθεσης από τη Μ.Κ.
  5. Το γεγονός ότι η κατάθεση αυτή δόθηκε ένα περίπου μήνα μετά, ουδόλως καταδεικνύει ότι η Μ.Κ.6 ψευδόταν. Κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, η Μ.Κ.6 επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε το συμβάν, το οποίο ο Μ.Κ.2 κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας, στις 2/3/2022, δηλαδή 3 μέρες μετά που αυτό έλαβε χώραν (στις 27/2/2022). Η Μ.Κ.6 με πειστικότητα ανέφερε τι ενέργειες έκανε για να ενημερώσει σχετικά τη Μ.Κ.8 και την Αστυνομία και ότι η κατάθεση της έγινε κατορθωτό να δοθεί ένα μήνα περίπου μετά, καθότι απουσίαζαν πολλοί αστυνομικοί επειδή ασθενούσαν με κορωνοϊό. Άλλωστε το γεγονός ότι η κατάθεση δεν μπορούσε να ληφθεί νωρίτερα επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.2, ο οποίος είπε ότι διευθετήθηκε η Μ.Κ.6 να πάει να δώσει κατάθεση στη Λευκωσία και ότι δεν ήταν εφικτό να της ληφθεί κατάθεση νωρίτερα. Πειστική και λογική ήταν και η θέση της Μ.Κ.6 ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο ξανά, τρεις εβδομάδες πριν να δώσει τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο αφού, ως είπε, ο λόγος της συνάντησης τους ήταν το ότι ο κατηγορούμενος χρειαζόταν τη βοήθεια της για ένα μηχάνημα που δεν ήξερε να χειρίζεται και η ίδια χρειαζόταν τα χρήματα για τα παιδιά της αφού ο γιος της επωμίστηκε οικονομικά τη συντήρηση τους. Αυτή η θέση της συνάδει και με την αναφορά της ότι δεν εργάζεται, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Πειστική είναι και η αναφορά της Μ.Κ.6 ότι στη συνάντηση τους αυτή ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι προσπαθεί να κόψει τα ναρκωτικά, ότι έχει αγοράσει αλλά δεν τα πήρε γιατί προσπαθεί να «τα διακόψει». Εδώ να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση επιχείρησε να κλονίσει την αξιοπιστία της Μ.Κ.6 επί του ότι δεν είναι λογικό να γίνεται η εν λόγω συνάντηση μετά από όσα προηγήθηκαν (δηλαδή μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου στη Μ.Κ.6), με βάση πάντα τη θέση της Μ.Κ.
  6. Η μάρτυρας, συναισθηματικά φορτισμένη και κλαίγοντας, κάτι που δείχνει κατά την κρίση μας την ειλικρίνεια της, ανέφερε ότι «Αυτό έγινε πέρσι. Πέρασε ένας χρόνος, Μάρτιο πέρσι, μέσα σε αυτό το χρόνο έχω περάσει πάρα πολλά στάδια από θυμό, έκλαψα για αυτόν γιατί έζησα μαζί του 25 χρόνια. Γιατί έκανε; Τα έχω περάσει όλα τα στάδια και σιγά - σιγά δεν είναι ότι ξεχνάς, γιατί δεν μπορείς να ξεχνάς, προσπαθείς όσο μπορείς να συγχωρέσεις αλλά παραπάνω για τον δικό σου τον εαυτό και εγώ ακόμα ελπίζω και θέλω να ακούει ότι ακόμα ελπίζω ότι κάπου μέσα του έχει και κάτι άλλο» και στη συνέχεια «Από πέρσι το Μάρτιο, όταν μου είπε την αλήθεια ότι όντως το έκανε, πέρασα όλα τα στάδια και σιγά σιγά κάπως προσπαθώ να γιατρευτώ και να έχω μια φυσιολογική ζωή, όχι για εμένα, για τα παιδιά μου. Είμαι βάρος για τον γιο μου, που με συντηρεί ο [ ] και όχι εμένα μόνο και την αδελφή του. Μου προσφέρθηκε για να έχω λεφτά για να ταΐσω τα μωρά μου, το έκανα». Τέλος, η γνησιότητα των συναισθημάτων της Μ.Κ.6, η ειλικρίνεια της αλλά και η έλλειψη οποιονδήποτε αλλότριων κινήτρων ή εκδίκησης κατά του κατηγορούμενου προκύπτουν και από το ότι ερωτηθείσα πως νιώθει σήμερα για την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία, απάντησε «Αν θα τιμωρηθεί ή όχι δεν μπορώ να σας πω ότι δεν με ενδιαφέρει, εγώ ξέρω όμως ότι έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω για το παιδί μου και ότι την κατέστρεψε». Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή. Στο σημείο αυτό θα προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ανήλικης παραπονούμενης Α.Α. Λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για παιδί, την ηλικία της κατά τον επίδικο χρόνο, την ηλικία της όταν έδινε τις οπτικογραφημένες της καταθέσεις και κατά τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα της, το οικογενειακό της υπόβαθρο, τα βιώματα της καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, ως όλα αυτά έχουν προαναφερθεί. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε βέβαια υπόψη και τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.7, εμπειρογνώμονα κλινικής ψυχολόγου, την οποία δεχθήκαμε. Περαιτέρω, έχουμε υπόψη τις νομολογιακές αρχές ως προς την προσέγγιση της μαρτυρίας της Α.Α. ως παιδιού, η οποία πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της (όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά) και με λογική προσέγγιση, χωρίς να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε επουσιώδεις λεπτομέρειες (βλ. A.F.K. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/18, ημερ. 6/12/2019 και Σ.Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 468). Σύμφωνα δε πάντα με τη νομολογία κάποιο παιδί, όπως ένας ενήλικας, μπορεί να δώσει ακριβή μαρτυρία ενώ άλλο όχι και η μαρτυρία ενός παιδιού δεν πρέπει να προσεγγίζεται όπως ενός ενήλικα. Ένα παιδί το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι λογικό πως διακατέχεται από φόβο, άγχος, αμηχανία και διστακτικότητα κατά τη μαρτυρία του, ειδικότερα όταν πρόκειται για μαρτυρία που αφορά σε γεγονότα σεξουαλικής κακοποίησης, τα οποία βίωσε (βλ. Κ. Χ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 272/17, ημερ. 26/9/2019 και R. v. B.
(2010)EWCA Crim 4). Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι πλέον αποδεκτό το γεγονός της μη άμεσης αποκάλυψης, από ανήλικα θύματα, σεξουαλικής κακοποίησης τους (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/18, ημερ. 19/11/2019 και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 5/20, ημερ. 30/7/2021). Όπως αναφέρεται στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766: «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» Σημειώνουμε επίσης ότι η νομολογία αναγνωρίζει και τη δυσκολία ή αδυναμία χρονικού προσδιορισμού γεγονότων σε τέτοιες υποθέσεις (βλ. Γ. Ι. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/19, ημερ. 18/9/2020 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/5/2022). Σε αυτό το σημείο δέον όπως υπομνήσουμε ότι η Α.Α. έδωσε τη δια ζώσης μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας (με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης). Ως προς τούτο πρέπει να τονίσουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τις διαδικασίες κατά τις οποίες ο μάρτυρας καταθέτει με φυσική παρουσία στο Δικαστήριο. Είχαμε έτσι την ίδια ευχέρεια να παρακολουθήσουμε και παρακολουθήσαμε, με ιδιαίτερη προσοχή, τη μαρτυρία της Α.Α., τον τρόπο που κατέθεσε και τις αντιδράσεις της. Η Α.Α. μας άφησε θετική εικόνα. Κατά την ανώμοτη μαρτυρία της, απαντούσε με απλότητα, με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, ήταν σταθερή στην εκδοχή της αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά, απέρριπτε τις υποβληθείσες θέσεις που της έγιναν και επέμενε στη θέση της ότι αυτά που έλεγε ήταν αλήθεια. Από το σύνολο της μαρτυρίας της και λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχουμε αναφέρει ανωτέρω, έχουμε πειστεί ότι η Α.Α. παρέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση της. Δεν έχουμε εντοπίσει δε οποιανδήποτε ουσιαστική αντίφαση που να κλονίζει την αξιοπιστία της ούτε και οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να διαψεύδει την εκδοχή της. Με σταθερότητα και συνέπεια η Α.Α. αναφερόταν στον κατηγορούμενο ως το άτομο που την κακοποίησε σεξουαλικά και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε αυτό. Υπέδειξε μάλιστα και τον τρόπο που ο κατηγορούμενος της ζήτησε να το κάνει, περιέγραψε το πέος του και υπέδειξε το μέρος του σώματος της που ο κατηγορούμενος την έγλειψε, δηλαδή την περιοχή των γεννητικών οργάνων της. Παρακολουθώντας με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή την Α.Α. τόσο μέσα από τα όσα εξιστόρησε στις οπτικογραφημένες καταθέσεις της (οι οποίες κατατέθηκαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης), όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία της, διαπιστώσαμε ότι υπήρχε δυσκολία στον περιγραφικό της λόγο και στη σύνταξη των προτάσεων της στα ελληνικά. Συγκεκριμένα, από την πρώτη της κατάθεση (Τεκμήριο 3) φαίνεται ότι η Α.Α. είχε κάποια σχετική δυσκολία στο να περιγράψει τα διαδραματισθέντα. Χρειάστηκε δε όπως, το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση, προβεί σε διευκρινιστικές ερωτήσεις για να εξακριβωθεί τι ακριβώς ήθελε να πει η Α.Α. όπως π.χ. κατά πόσο η Α.Α. έγλυψε το πέος του κατηγορούμενου, με την Α.Α. να απαντά ξεκάθαρα πως ο κατηγορούμενος της το ζήτησε αλλά η ίδια δεν το έκανε. Πέραν τούτου, η Α.Α. στην εν λόγω κατάθεση, αλλά και στη δια ζώσης μαρτυρία της, αποσπασματικά χρησιμοποιούσε αγγλικές λέξεις και φράσεις για να εκφραστεί καλύτερα, εξ ου και ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης κλήθηκε και παρέστη κατά τη μαρτυρία της διερμηνέας στην αγγλική γλώσσα, προς μετάφραση αγγλικών λέξεων και φράσεων που χρησιμοποιούσε η Α.Α. Περαιτέρω, κρίνουμε ότι είναι απολύτως φυσικό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παιδί, να υπάρχουν αυτές οι ιδιαιτερότητες στον περιγραφικό της λόγο και γενικά στον τρόπο έκφρασης και αποτύπωσης των σκέψεων και βιωμάτων της. Είναι δε αναμενόμενο, ένα παιδί και δη η Α.Α., με τις δικές της ιδιαιτερότητες στον περιγραφικό λόγο, να μην αποτυπώνει με σταθερότητα και να μην χρησιμοποιεί το ίδιο λεξιλόγιο κάθε φορά για να περιγράψει τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη και να υπάρχει κάποια σύγχυση ως προς την οικία όπου αυτή έλαβε χώραν. Δεν μας διαφεύγει ότι ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση της η Α.Α. σε κάποιες ερωτήσεις δεν απαντούσε αμέσως είτε ζητούσε να επαναληφθούν και σε κάποιες απαντούσε ότι δεν θυμάται. Έχοντας όμως παρατηρήσει με προσοχή κάθε μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας της και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της Α.Α. ως προς τον περιγραφικό της λόγο καθώς και το ότι πρόκειται για παιδί (ήταν περίπου 12 χρονών και 4 ½ μηνών κατά τον χρόνο της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο) αλλά και το περιεχόμενο των απαντήσεων της, δεν έχουμε διαπιστώσει ότι η ως άνω συμπεριφορά της ήταν σκόπιμη δηλαδή, έπραξε έτσι ώστε να έχει περισσότερο χρόνο να σκεφτεί τι να απαντήσει στις ερωτήσεις, για να πείσει για μια εκδοχή που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ως ουσιαστικά προβάλλει η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση. Ως προς τούτο πρέπει να λεχθεί ότι καθ' όλη τη μαρτυρία της η Α.Α. παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της, εξιστορώντας τη φύση και την έκταση των δύο ξεχωριστών σεξουαλικών κακοποιήσεων που υπέστη από τον πατέρα της. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ των διαδραματισθέντων και της πρώτης κατάθεσης της Α.Α. Συγκεκριμένα τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν όταν η Α.Α. ήταν 5 ετών ενώ η πρώτη της κατάθεση δόθηκε στις 16/11/2021, όταν δηλαδή ήταν 10 χρονών και 9 μηνών περίπου. Είναι δε λογικό και αναμενόμενο, ενόψει της παρόδου του ως άνω χρόνου σε συνδυασμό με την ηλικία της Α.Α. κατά τον χρόνο που σύμφωνα με αυτήν έλαβαν χώραν τα επίδικα περιστατικά, κατά τις οπτικογραφημένες καταθέσεις της και τη δια ζώσης μαρτυρία της, η Α.Α. να μην είναι σε θέση να θυμάται για να απαντήσει με λεπτομέρεια σε όλα όσα ερωτάτο. Σε σχέση με αυτά λάβαμε υπόψη και τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.7 σχετικά με την καθυστέρηση των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης και ιδιαίτερα παιδιών να αποκαλύψουν τα όσα υπέστησαν, ιδίως στην περίπτωση που ο δράστης είναι ο γονιός καθώς και τον τρόπο που προβαίνουν σε αυτήν. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι παρακολουθώντας την Α.Α. με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της και εξετάζοντας αυτή στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά δεν διαπιστώσαμε ότι αυτή ψευδόταν ή ότι προσπαθούσε να διατηρήσει αλώβητη την εκδοχή της με το να επικαλείται την έλλειψη μνήμης. Η εκδοχή της Α.Α. ως προς τα επίδικα περιστατικά ήταν η ακόλουθη: Το 2016, όταν ήταν 5 χρονών η Α.Α., αργά ένα βράδυ που διανυκτέρευε στην οικία όπου διέμενε ο πατέρας της στη Λεμεσό, ενώ αυτή βρισκόταν στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα γυμνός, άνοιξε την κουρτίνα του μπάνιου και της είπε να κάνει «rub το πιπί του». Εξήγησε ότι με αυτό εννοούσε «να το κάνω πάνω κάτω έτσι» και έδειξε τη σχετική κίνηση με το δεξί της χέρι, κατά τρόπο ώστε να φαίνεται ότι έκανε αυτό κρατώντας το πέος του κατηγορούμενου, το οποίο και περιέγραψε. Η Α.Α. ξαφνιάστηκε επειδή ο κατηγορούμενος ήταν γυμνός και δεν τον είχε δει ξανά προηγουμένως γυμνό. Η Α.Α. δεν καταλάβαινε γιατί το ήθελε αυτό ο κατηγορούμενος αλλά έκανε αυτό που της ζήτησε με το χέρι της. Δεν θυμάται εάν σταμάτησε από μόνη της να το κάνει, ούτε πόση ώρα διήρκησε αυτό. Στη συνέχεια η Α.Α. φόρεσε ττόρο, νομίζει ότι και ο κατηγορούμενος φόρεσε ττόρο και πήγαν στο δωμάτιο όπου θα κοιμούνταν. Εκεί, στο κρεβάτι και πριν η Α.Α. προλάβει να ντυθεί, ο κατηγορούμενος όντας γυμνός της είπε να του γλύψει το πέος του («να κάνω suck το πιπί του», «να βάλει το penis του στο στόμα», «να τον γλυφίσω»). Η Α.Α. αρνήθηκε επειδή ένιωθε άβολα διότι δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο κατηγορούμενος αυτή να κάνει και τότε ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο κρεβάτι, ο κατηγορούμενος έγλυψε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. («και δεν το έκανα και το έκανε και μου είπε σαν έτσι και έκανε suck το δικό μου πιπί», «Γλύφισε τα δικά μου γεννητικά όργανα» και εξήγησε τι εννοούσε και έδειξε την περιοχή των γεννητικών της οργάνων). Καθώς της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα, η Α.Α. του είπε να σταματήσει αλλά ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν η Α.Α. του είπε για δεύτερη φορά να σταματήσει. Μετά τα πιο πάνω η Α.Α. και ο κατηγορούμενος κοιμήθηκαν γυμνοί στο ίδιο κρεβάτι. Δεν μας διαφεύγει ότι η περιγραφή που έκανε η Α.Α. στη Μ.Κ.4 αναφορικά με το περιστατικό που, μετά που της το ζήτησε ο κατηγορούμενος, η Α.Α. έπιασε το πέος του και το έκανε «πάνω κάτω», δεν συνάδει πλήρως με την περιγραφή που έδωσε στη δια ζώσης μαρτυρία της η Α.Α. Αυτό όμως, κατά την κρίση μας, ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της Α.Α., ούτε καταδεικνύει προσφυγή της στο ψεύδος. Το ίδιο ισχύει και ως προς το ότι η Μ.Κ.4, αντιλήφθηκε μέσα από τα λεγόμενα της Α.Α. ότι ήταν δύο χρονικά ξεχωριστά συμβάντα. Αυτό καθότι, ως η Μ.Κ.4 ανέφερε, όταν η Α.Α. της εξιστορούσε τα διαδραματισθέντα, κατά την ώρα του διαλείμματος, ήταν πολύ αναστατωμένη και με δυσκολία της είπε ότι δεν είναι καλά. Δεν αναμένεται δε λογικά κάτω από τέτοιες συνθήκες, με συναισθηματική φόρτιση, με στενότητα χρόνου, ένα παιδί ηλικίας 10 ετών, να παραθέσει με λεπτομέρειες και ακρίβεια όσα βίωσε 5 χρόνια πριν. Ως δε ανέφερε άλλωστε η Μ.Κ.7, τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, στην πλειονότητα τους αποκαλύπτουν με μεγάλη δυσκολία και αοριστία την εμπειρία τους, με σημαντική καθυστέρηση και συχνές επανατοποθετήσεις και ανακλήσεις των λεγόμενων τους. Πέραν δε των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι η Α.Α. δεν αντεξετάσθηκε σχετικά με τις δηλώσεις που έκανε στη Μ.Κ.4 ούτως ώστε να τοποθετηθεί σχετικά και οι θέσεις της να αξιολογηθούν και στη βάση αυτή. Ως προς τις δηλώσεις της Α.Α. σε άλλα πρόσωπα, δεν μας διαφεύγει ούτε το ότι σύμφωνα με τη μητέρα της (Μ.Κ.6), η Α.Α. της είπε μόνο για ένα περιστατικό, ήτοι ότι ο πατέρας της της ζήτησε να του φιλήσει το γεννητικό του όργανο και επειδή η Α.Α. του είπε όχι, αυτός την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο. Δηλαδή, σύμφωνα με τη Μ.Κ.6, η Α.Α. δεν της ανέφερε ότι έπιασε το πέος του και το έκανε «πάνω κάτω», ούτε ότι ο κατηγορούμενος της έγλυψε τα γεννητικά της όργανα. Αυτό όμως και πάλι δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση μας, ότι η Α.Α. είπε ψέματα στις καταθέσεις της και στο Δικαστήριο, εφόσον η ίδια η Μ.Κ.6 ανέφερε στη δια ζώσης μαρτυρία της ότι μέχρι και σήμερα δεν συζήτησε περαιτέρω και με λεπτομέρειες με την Α.Α. τα όσα η τελευταία βίωσε, στην δε κατάθεση της (Τεκμήριο 21Α-Β) ανέφερε ότι η ίδια σοκαρίστηκε με τα λεγόμενα της Α.Α. και δεν τη ρώτησε κάτι άλλο σχετικό. Πέραν δε των πιο πάνω και τα όσα, ως προαναφέρθηκε, προκύπτουν από τη σχετική με την αποκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης, μαρτυρία της Μ.Κ.7, πρέπει και πάλι να λεχθεί ότι η Α.Α. δεν αντεξετάσθηκε σχετικά με τις δηλώσεις που έκανε στη μητέρα της ούτως ώστε να τοποθετηθεί σχετικά και οι θέσεις της να αξιολογηθούν και στη βάση αυτή. Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι ως προς τον χώρο που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, η Α.Α. τελούσε σε κάποια σύγχυση στο να περιγράψει, στην πρώτη κατάθεση της, σε ποια οικία έγιναν. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αυτά έλαβαν χώραν στο σπίτι που έμενε η φίλη της με τη μητέρα της και ότι εκεί διανυκτέρευσε και ο πατέρας της Α.Α. Ούτε αυτό όμως δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της Α.Α. εφόσον αποτέλεσε βασικά κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι κατά το χρονικό διάστημα της διάστασης του κατηγορούμενου με τη σύζυγο του, μεταξύ Αυγούστου 2016 και Αυγούστου 2017, η τελευταία με την Α.Α. και τον αδελφό της διέμεναν στην Πάφο και ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. από εκεί για να διανυκτερεύσει στο σπίτι όπου αυτός διέμενε στη Λεμεσό, που ήταν και το σπίτι όπου διέμενε όλη η οικογένεια πριν επέλθει η διάσταση και όχι πουθενά αλλού. Αναφορικά με τη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο συμβάντων σεξουαλικής κακοποίησης της που περιέγραψε η Α.Α., ξεκαθάρισε τόσο στην πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση της, όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία της, ότι αυτά έγιναν την ίδια νύκτα. Η όλη περιγραφή αμφοτέρων των συμβάντων από την Α.Α. δεν αφήνει καμία αμφιβολία περί τούτου. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της Α.Α ότι το πρώτο συμβάν έγινε στον χώρο του μπάνιου και το δεύτερο στο δωμάτιο όπου θα κοιμούνταν. Στο άλλο δε δωμάτιο τη οικίας κοιμούνταν η φίλη της Α.Α. με τη μητέρα της, τότε συμβία του κατηγορούμενου. Ως προς τούτο, η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβήτησε τις θέσεις της Α.Α., προβάλλοντας τη θέση ότι, λόγω της εγγύτητας των δύο δωματίων και του ότι αυτά είχαν πόρτες που στο πάνω μέρος ήταν από γυαλί και του ότι θα πρέπει κάποιος, για να πάει από το δωμάτιο στο μπάνιο, να διανύσει τον διάδρομο που χωρίζει τα δύο δωμάτια, οι κινήσεις της Α.Α. και του κατηγορουμένου και γενικά τα διαδραματισθέντα θα γίνονταν αντιληπτά από τη φίλη της Α.Α. και τη μητέρα της, που βρίσκονταν στο άλλο δωμάτιο. Ούτε ως προς τούτο έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το μη πειστικό στην εκδοχή της Α.Α. Δεν είναι άλλωστε εκτός λογικής, με δεδομένο το πότε και πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, σύμφωνα με την Α.Α., αυτά να μην έγιναν αντιληπτά από τα άλλα δύο πρόσωπα που βρίσκονταν στο σπίτι εφόσον αυτά έγιναν αργά το βράδυ, σε άλλο δωμάτιο και τα εν λόγω πρόσωπα κοιμούνταν σε άλλο, έστω κοντινό, δωμάτιο. Το ίδιο ισχύει και για το ότι τα πρόσωπα αυτά δεν άκουσαν οτιδήποτε όταν η Α.Α. είπε στον πατέρα της δύο φορές να σταματήσει, όταν της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα. Δεν ανέφερε άλλωστε η Α.Α. ότι είτε η ίδια είτε ο κατηγορούμενος φώναξαν ή έκαναν θόρυβο σε οποιοδήποτε στάδιο, ώστε τα άλλα δύο πρόσωπα να ξυπνήσουν και να αντιληφθούν οτιδήποτε. Απόλυτα πειστική είναι και η αναφορά της Α.Α. στην κατάθεση της για το πως ένιωσε όταν έπιασε το πέος του κατηγορούμενου και το έκανε «πάνω κάτω». Συγκεκριμένα ανέφερε «τζαι το έκανα γιατί δεν καταλάβαινα γιατί το ήθελε γι' αυτό το έκανα». Σταθερή επί αυτού του θέματος παρέμεινε και στη δια ζώσης μαρτυρία της. Η ηλικία της Α.Α. τη δεδομένη στιγμή που έγιναν τα συμβάντα (5 χρόνων), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Μ.Κ.6 δεν της είχε μιλήσει για το σεξ, δικαιολογούν την άγνοια της φύσης των όσων η Α.Α. βίωσε από τον πατέρα της. Αυτή η άγνοια ήταν και ο λόγος που η Α.Α., ως ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση, δεν ανέφερε τότε σε κάποιον τα όσα έγιναν, θέση η οποία κρίνεται λογική και πειστική. Πειστική είναι επίσης η αναφορά της Α.Α. ότι για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, ένιωσε «uncomfortable και λυπημένη». Τα πιο πάνω συνάδουν άλλωστε και με τα όσα σχετικά ανέφερε η Μ.Κ.
  1. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι η Α.Α. στην οπτικογραφημένη κατάθεση της (Τεκμήριο 3 - ημερομηνίας 16/11/2021) ανέφερε ότι ένιωθε «πολύ uncomfortable» (αφορούσε τον χρόνο που έδιδε την κατάθεση της) που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της και ότι δεν ήθελε να κοιμάται με τον πατέρα της, ο οποίος κοιμόταν σε ξεχωριστό κρεβάτι από αυτό που κοιμόταν η ίδια με τη μητέρα της, ενώ η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η Α.Α. της είπε ότι φοβόταν να κοιμάται τα βράδια μόνη της στο δωμάτιο της και έτσι κοιμάται με τη μητέρα της και ότι αυτό την έκανε να νιώθει καλά και ο πατέρας της κοιμόταν σε άλλο, ξεχωριστό δωμάτιο. Το ότι όμως η Α.Α. ανέφερε στην δασκάλα της (Μ.Κ.4) ότι ο πατέρας της κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο, κρίνουμε ότι είναι επουσιώδες και συναφώς δεν κλονίζει την αξιοπιστία της Α.Α. Άλλωστε τόσο η Μ.Κ.6 αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, αναφέρουν ότι ο τελευταίος κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με την Α.Α. και τη Μ.Κ.6, αλλά μόνος του σε ξεχωριστό κρεβάτι. Πέραν δε των πιο πάνω, πρέπει να λεχθεί ότι η Α.Α. δεν είπε στη Μ.Κ.4, ότι φοβόταν τον πατέρα της ή να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με αυτόν ούτως ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για προσπάθεια δημιουργίας οποιονδήποτε εντυπώσεων εκ μέρους της Α.Α. Εκείνο που έχει σημασία για την υπόθεση είναι ο λόγος για τον οποίο ένιωθε άβολα να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της που, ως είπε, ήταν γιατί όταν πήγαν πίσω στο σπίτι, σκεφτόταν τι της έκανε ο πατέρας της. Το γεγονός ότι το βράδυ μετά την καταγγελία στην Αστυνομία η Α.Α. δεν είπε στη μητέρα της ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο επίσης δεν μεταβάλλει τα πράγματα. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι όταν η Α.Α. ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση είπε ότι ένιωθε άβολα, όπως δηλαδή ένιωθε πριν, κάτι που είναι λογικό εάν ληφθούν υπόψη το ότι η Α.Α. κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της για 5 και πλέον χρόνια μετά την κακοποίηση που υποστηρίζει ότι υπέστη (μέχρι την αποκάλυψη της) και τα όσα η Μ.Κ.7 παρέθεσε σχετικά με τα συναισθήματα που έχουν τα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης έναντι του θύτη όταν αυτός είναι γονέας τους. Ήταν η θέση της Α.Α., ουσιαστικά ότι πρώτα ανέφερε στις διαδικτυακές φίλες της για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη. Συγκεκριμένα είπε ότι όταν έπαιζε κάποιο διαδικτυακό ηλεκτρονικό παιγνίδι, το είπε στις φίλες της «στο online». Ως εξήγησε στη συνέχεια, το έγραψε σε μήνυμα στα αγγλικά (το οποίο μεταφράζεται) «Όταν ήμουν 5 ετών, ήμουν σε φιλικό σπίτι, δεν ήταν κατ' ακρίβεια το σπίτι της, ήταν το σπίτι μου το προηγούμενο και ένα βράδυ τότε μου είπε ο παπάς μου να του τρίψω το πέος του και το έκανα, δεν ξέρω γιατί. Μετά βγήκαμε από το ντους, μετά πήγαμε στο υπνοδωμάτιο και ήθελα να αλλάξω, μετά ο παπάς μου ανέβηκε στο κρεβάτι και μου είπε να γλύψω το πέος του αλλά δεν το έκανα, έτσι το έκανε μέσα στον κόλπο μου». Τότε οι φίλες της της είπαν να το πει σε κάποιο που μπορεί να της «εξηγήσει καθαρά τι είναι» και έτσι η Α.Α. το είπε στον αδελφό της. Δεν μας διαφεύγει ότι η εν λόγω θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία της και ότι στην πρώτη της οπτικογραφημένη κατάθεση, όταν ερωτήθηκε σχετικά εάν έχει αναφέρει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πέραν των όσων ανέφερε στη κατάθεση της, για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, έδωσε αρνητική απάντηση. Αυτό όμως κρίνουμε ότι δεν καταδεικνύει πρόθεση της να ενισχύσει την εκδοχή της με προσφυγή στο ψέμα. Αυτό καθότι δεν αναμένεται ένα παιδί να ανακαλέσει στη μνήμη του τα πάντα και με ακρίβεια την κάθε δεδομένη στιγμή και ιδιαίτερα στα πλαίσια μιας διαδικασίας όπως η λήψη μιας οπτικογραφημένης κατάθεσης. Η αποκάλυψη δε αυτού κατά την κυρίως εξέταση της έγινε μετά από ερωτήσεις αναφορικά με το γιατί δεν αποφάσισε να μιλήσει πιο νωρίς, δηλαδή πριν το πει στον αδελφό της, ως ανέφερε στην κατάθεση της, οπόταν απάντησε ότι ήταν μικρή και δεν μπορούσε να το εξηγήσει καθαρά και μόνο όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια τι έγινε όταν ήταν 8-9 χρονών και αποφάσισε να μιλήσει, είπε ότι ανέφερε τα πιο πάνω στις διαδικτυακές της φίλες. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι δεν προκύπτει να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος η Α.Α. να εφεύρει ένα τέτοιο γεγονός για να ενισχύσει τη θέση της. Αντίθετα ήταν λογική η θέση της, με δεδομένη τη συχνή τότε ενασχόληση της με ηλεκτρονικά παιγνίδια, ότι ανέφερε πρώτα στις διαδικτυακές της φίλες για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη και μετά που εκείνες της είπαν να το πει σε κάποιον που θα μπορεί να της το εξηγήσει καθαρά, το αποκάλυψε στον αδελφό της. Το γεγονός ότι ανέφερε στις διαδικτυακές φίλες της ψέματα σε σχέση με την ηλικία της, ουδόλως επισκιάζει, ούτε αφήνει αμφιβολίες ως προς την αλήθεια των λεγομένων της. Αυτό καθότι ως η ίδια πειστικά ανέφερε, παρουσιάστηκε ως παιδί μεγαλύτερης ηλικίας «για να έχει φίλες» και για να μην την κοροϊδεύουν στο παιγνίδι. Αναφορικά δε με τη θέση της ότι αποκάλυψε στη συνέχεια στον αδελφό της τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, επισημαίνουμε τα ακόλουθα. Δεν μας διαφεύγει ότι η μητέρα της Α.Α. (η Μ.Κ.6) ανέφερε ότι, όταν ρώτησε τον γιο της (αδελφό της Α.Α.) κατά πόσο η Α.Α. του ανέφερε κάτι σχετικό με τη σεξουαλική κακοποίηση της, αυτός της απάντησε αρνητικά. Την ίδια στάση κράτησε ο αδελφός της Α.Α. στην κατάθεση του ημερομηνίας 18/11/2021 (Τεκμήριο 17). Όσον αφορά τον λόγο που τελικά δεν διώχθηκε ποινικά ο αδελφός της Α.Α. έγιναν δεκτά τα όσα ανέφερε σχετικά ο Μ.Κ.3 και τα οποία ασφαλώς δεν είχαν να κάνουν με το ότι η Α.Α. είπε ψέματα και συναφώς με την αξιοπιστία της. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως υπομνήσουμε ότι ο αδελφός της Α.Α. δεν κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο και συναφώς τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Λαμβάνοντας δε υπόψη το γεγονός αυτό, τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι το πρόσωπο που έκανε τις δηλώσεις αυτές δεν κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο, τη σημασία τους αλλά και το γεγονός ότι η όποια παραδοχή του εν λόγω προσώπου στην ως άνω αναφερθείσα κατάθεση του, ότι δηλαδή πράγματι η Α.Α. του αποκάλυψε τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον πατέρα τους, θα συνιστούσε ουσιαστικά ομολογία εκ μέρους του στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα. Ήταν δε η θέση της Α.Α. ότι όταν αυτή ήταν ηλικίας 8-9 χρονών είπε στον αδελφό της ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα τους. Ως προς το χρονικό αυτό διάστημα, η Υπεράσπιση υπέβαλε στην Α.Α. τη θέση (που προέβαλε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του) ότι ο αδελφός της τότε απουσίαζε στο εξωτερικό και συνεπώς δεν ήταν δυνατό να του κάνει την εν λόγω αποκάλυψη. Ο ίδιος όμως ο κατηγορούμενος εν τέλει στην αντεξέταση του, αποδέχθηκε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δηλαδή πιθανότατα ο γιος του να ήταν στη Κύπρο τη δεδομένη χρονική στιγμή ενώ δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να δείχνει το αντίθετο. Δεν μας διαφεύγει δε ότι η Α.Α. ανέφερε ότι «το σκέφτεται ότι το είπε στον αδελφό της» και όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της τι εννοεί, δηλαδή εάν το είπε ή εάν το φαντάστηκε ότι το είπε, απάντησε ότι δεν ξέρει ποιο από τα δύο. Περαιτέρω δεν μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με τη Μ.Κ.7, είναι αναμενόμενο κάποιες φορές, παιδιά που υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση, να παρουσιάζουν σύγχυση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Παρόλα αυτά όμως, η Α.Α. με τις δικές της ιδιαιτερότητες στον περιγραφικό λόγο, έπεισε ότι πράγματι έκανε αυτές τις αναφορές στον αδελφό της. Συγκεκριμένα έπεισε με την αναφορά της ότι ο αδελφός της της είπε ότι αυτό που του περιέγραψε ήταν «sexual abuse», όρο που χρησιμοποίησε η Α.Α. τόσο στην πρώτη της οπτικογραφημένη κατάθεση όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία της. Εδώ να σημειωθεί ως προς την πειστικότητα της θέσης της και το ότι αυτή δεν περιορίσθηκε στο να αναφέρει ότι αποκάλυψε τη σεξουαλική κακοποίηση της στον αδελφό της αλλά έδωσε και λογική εξήγηση γιατί ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο τελευταίος δεν αποκάλυψαν το γεγονός σε κάποιον άλλο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο αδελφός της της είπε να μην πει τίποτε διότι θα είχαν καβγά με τον κατηγορούμενο και μπορούσε να τους διώξει και να μην έχουν λεφτά και της είπε να περιμένει 1-2 χρόνια για να αγοράσει ένα σπίτι για να μην είναι με τον πατέρα τους και μετά να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση της Α.Α. για τα όσα της είπε ο αδελφός της αναφορικά με την αγορά νέου σπιτιού επιβεβαιώνεται αφού κάτι τέτοιο έγινε πράγματι αργότερα. Μάλιστα αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος σε υποβολή στην αντεξέταση ότι ο λόγος που ο γιος του δεν ενημέρωσε τη Μ.Κ.6 για τα όσα η Α.Α. του ανέφερε σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση της, ήταν λόγω των οικονομικών θεμάτων και επειδή ήθελε να αποκτήσει περισσότερα χρήματα για να συντηρήσει τη Μ.Κ.6 και την Α.Α., απάντησε «Είχαμε ψάξει και ένα σπίτι για να αγοράσει σπίτι ο [ ] είχαμε βρει τα χαρτιά, τους τα δώσαμε στη τράπεζα, έβαλα εγώ €20.000 για να βοηθήσω τον [ ] μέχρι που είχε τα λεφτά 200.000 και πήγαν πισώπλατα μου και σταμάτησαν αυτό το σπίτι και αγόρασαν στη Πάφο, χωρίς να γνωρίζω τίποτα, ήθελαν να φύγουν μακριά, πάλι το ίδιο, γιατί μαλώναμε τον τελευταίο καιρό». Αναφορικά με τα χειρόγραφα σημειώματα που η Α.Α. συνέταξε (Τεκμήρια 7Α1-Γ1) δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Μελετήσαμε με προσοχή το περιεχόμενο αυτών και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά. Στο Τεκμήριο 7Β1, το οποίο έχει συνταχθεί πρώτο χρονικά (3/12/2021), η Α.Α. γράφει στον κατηγορούμενο - πατέρα της, ότι η ίδια και η Μ.Κ.6 τον πεθύμησαν, ότι βελτιώθηκε στα μαθηματικά και στον γραφικό της χαρακτήρα και ελπίζει να είναι και ο ίδιος καλά. Ως πολύ πειστικά εξήγησε η Α.Α., ο λόγος που τα έγγραψε αυτά είναι επειδή πεθύμησε τον πατέρα της. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποκλείει το γεγονός ότι η Α.Α. κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο, καθότι σύμφωνα με τη Μ.Κ.7, παιδιά τα οποία έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον γονέα τους, είναι δυνατό να αναπτύσσουν αμφιθυμικά συναισθήματα, όπως π.χ. από τη μια να θέλουν να τον απωθήσουν, να νιώθουν άβολα και από την άλλη να τον πεθυμούν και να έχουν θετικά συναισθήματα για αυτόν. Έτσι δεν ήταν παράλογο ή αφύσικο η Α.Α. να αναφέρει στο εν λόγω σημείωμα ότι πεθύμησε τον κατηγορούμενο ενώ από την άλλη στην πρώτη της κατάθεση είπε ότι ένιωθε λύπη και κατά τη μαρτυρία της ότι ένιωθε αηδία για αυτά που έζησε από τον πατέρα της. Στο δεύτερο χρονικά σημείωμα, ήτοι το τεκμήριο 7Α1, το οποίο συντάχθηκε αρχές Ιανουαρίου 2022, η Α.Α. αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αισθάνεται «useless» και ότι μετά που μίλησε με τη γυναίκα αστυνομικό δεν θυμάται τι έγινε και τι είπε. Αναφέρει επίσης ότι έχει συνήθεια από την ηλικία που ήταν 5 χρονών να λέει ψέματα και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να λέει ψέματα στο «discord» και στη ψυχολόγο και χρειάζεται σοβαρά να σταματήσει αυτή τη συνήθεια. Γνωρίζει πόσο ανησυχεί η μητέρα της και ότι η ίδια είναι ο λόγος που η οικογένεια της είναι «ruined». Η πλευρά της Υπεράσπισης επικαλέστηκε το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η Α.Α. ψεύδεται για τα όσα καταλογίζει στον πατέρα της και αντεξέτασε εκτεταμένα την Α.Α. επί τούτου. Οι απαντήσεις που έδωσε η Α.Α. ήταν όμως λογικές και πειστικές. Ως δε πειστικά εξήγησε, τα ψέματα που λέει στο «discord» είναι τα ψέματα που έλεγε στο διαδίκτυο με τις φίλες της σε σχέση με την ηλικία της και όχι για τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση της. Όταν δε ρωτήθηκε για ποια ψυχολόγο αναφέρεται στο σημείωμα της και κατά πόσο πρόκειται για τη Νατάσα (Μ.Κ.7) η Α.Α. δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί και αναρωτήθηκε κατά πόσο είναι αυτή με τα «πορτοκαλιά μαλλιά». Διευκρίνισε όμως με ειλικρίνεια και απλότητα ότι τα ψέματα για τα οποία κάνει αναφορά, είναι τα ψέματα για να μην πηγαίνει στη γιαγιά της και να φεύγει από το σχολείο. Περαιτέρω, σε σχέση με το Τεκμήριο 7Α1, με δεδομένο ότι η Α.Α. δεν αρνήθηκε ότι ήταν αυτή που το έγγραψε κρίνουμε επουσιώδες το ότι ανέφερε ότι το πέταξε στον κάλαθο, χωρίς να θυμάται το λόγο, ενώ η μητέρα της (Μ.Κ.6) ανέφερε ότι το βρήκε κάτω από το κρεβάτι της Α.Α. και ήταν σε κομμάτια τα οποία ένωσε. Στο τρίτο και τελευταίο χρονικά σημείωμα, ήτοι το Τεκμήριο 7Γ1, το οποίο συντάχθηκε στις 18/1/2022, η Α.Α. γράφει στον κατηγορούμενο: «Γειά σου μπαμπά, ελπίζω να είσαι καλά. Σιγνόμη πολη. Η μαμά της [ ] με χτίπισε πολύ δυνατά στο κεφάλη και μου είπαι ότι είμαι μια άδαχτη κορούα». Εδώ να σημειωθεί ότι η μητέρα της [ ] στην οποία αναφέρεται η Α.Α. διευκρινίσθηκε ότι είναι η πρώην συμβία του κατηγορούμενου. Η πλευρά της Υπεράσπισης επικαλέστηκε το περιεχόμενο και αυτού του σημειώματος για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η Α.Α. ψεύδεται για τα όσα καταλογίζει στο πατέρα της και ότι αυτός είναι ο λόγος που του ζητά συγγνώμη. Από το σύνολο όμως των όσων είπε προκύπτει ότι και ως προς τούτο η θέση της ήταν πειστική. Συγκεκριμένα: Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήριο 10), όταν ρωτήθηκε γιατί έγγραψε το εν λόγω σημείωμα ανέφερε «Ήθελα να του πω συγγνώμη και ήθελα να του δώκω κάποια λεφτά». Όταν ρωτήθηκε γιατί ήθελε να του πει συγγνώμη, είπε «Γιατί ήξερα ότι, ήξερα ότι ήταν κάπως σαν λάθος, γιατί τώρα είναι μόνη του και γι' αυτό». Ρωτήθηκε τι ήταν το λάθος και απάντησε «Ήταν λάθος γιατί η μάμα είναι πολύ σαν sad τώρα γι' αυτό». Ανέφερε επίσης ότι «Ήταν, ήταν αλήθεια που μου έκανε, αλλά κάποιες φορές νομίζω ήταν ψεύτικο» και ακολούθως ανέφερε «Σαν κάποιες φορές το κεφάλι μου λέει ότι ήταν ψεύτικο ή κάποιες φορές μου λαλεί είναι αλήθεια». Όταν ρωτήθηκε γιατί ζητά συγγνώμη, αρχικά ανέφερε ότι δεν ξέρει αλλά στη συνέχεια διευκρίνισε ότι αυτά που έκανε ο κατηγορούμενος είναι αλήθεια. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε σχετικά ότι ο λόγος που ζήτησε συγγνώμη ήταν επειδή «Ο παπάς μου, μου έλεγε να πω της Αστυνομίας ότι ήταν ψέματα αλλά ήταν αλήθεια και νόμιζα ότι ήταν ψέματα και του είπα συγγνώμη πολύ». Διευκρίνισε δε ότι ο κατηγορούμενος της είπε να πει στην Αστυνομία ότι ήταν ψέματα τα όσα κατάγγειλε ότι της έκανε, ενώ αυτά ήταν αλήθεια. Επεξηγώντας περαιτέρω τον λόγο που έγγραψε «Σιγνόμη πολη» είπε «Γιατί ο παπάς μου, μου είπε να πω στην Αστυνομία ότι ήταν ψέματα και σκέφτηκα μετά ότι ήταν ψέματα» προσθέτοντας όμως ότι «Ναι, τώρα ξέρω πια ότι είναι αλήθεια» και «Γιατί το ξέρω. Γιατί δεν ξέρω πως το ξέρω αλλά το ξέρω». Εδώ να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, κάποια παιδιά συγχύζουν το φανταστικό με το πραγματικό. Όμως, στην τελική, η Α.Α. ξεκαθάρισε στο μυαλό της και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτά που περιέγραψε ήταν αληθινά, θέση την οποία και αποδεχόμαστε ως πειστική. Όταν δε στην αντεξέταση της υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος που έγγραψε το «Σιγνόμη πολη» είναι επειδή ξέρει ότι αυτό που είπε είναι ψέμα, εμμένοντας σταθερά στη θέση της απάντησε «Όι, ο παπάς μου, μου είπε να πω της Αστυνομίας ότι ήταν ψέματα και σκέφτηκα ότι ήταν ψέματα και του έγγραψα συγγνώμη πολύ». Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην Αστυνομία ή όταν έδινε την οπτικογραφημένη της κατάθεση, ότι ο κατηγορούμενος της είπε να πει ότι είναι ψέματα αυτά που είπε, ανέφερε «Δεν θυμάμαι γιατί δεν της είπα ότι ο παπάς μου, μου είπε να πω ότι είπα ψέματα. Άρα ήταν αλήθεια τα περιστατικά που μου έκανε ο παπάς, ήταν αλήθεια». Το Τεκμήριο 7Γ1 η Α.Α. το έγραψε στις 18/1/
  2. Ως προς το πότε ο κατηγορούμενος είπε στην Α.Α. να πει στην Αστυνομία ότι εκείνη είπε ψέματα, προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία της ότι αυτό δεν έγινε το βράδυ μετά την καταγγελία στην Αστυνομία δηλαδή στις 15/11/2021 αλλά αργότερα, όταν ακόμη ο κατηγορούμενος διέμενε μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια του στο ίδιο σπίτι και ως ανέφερε η Α.Α. ήταν «πριν το Δικαστήριο που είπε ότι δεν μπορούμε να δούμε τον παπά ξανά». Από τον κατηγορούμενο λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στις 18/11/2021 (Τεκμήριο 5). Από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται δε ότι αυτή καταχωρήθηκε, προς παραπομπή στο Κακουργιοδικείο στις 24/11/2021 και την ίδια ημέρα τέθηκε ως όρος στον κατηγορούμενο, όπως μην πλησιάζει την Α.Α. σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων και όπως μην διαμένει στην ίδια οικία με την Α.Α. Προκύπτει λοιπόν ότι η Α.Α. έγραψε το εν λόγω σημείωμα μετά από 2 περίπου μήνες από τότε που της είπε ο πατέρας της να πει ψέματα. Ούτε η πάροδος τέτοιου χρόνου μπορεί, κατά την κρίση μας, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η Α.Α. έλεγε ψέματα και ότι το «Σιγνόμη πολη» που έγραψε στο σημείωμα αποτελούσε απολογία της στον κατηγορούμενο γιατί είπε ψέματα για τα επίδικα περιστατικά, ως της υποβλήθηκε. Άλλωστε η Α.Α. δεν αντεξετάσθηκε ως προς το γιατί έγραψε αυτό δύο μήνες μετά ούτως ώστε να έχουμε τη θέση της και να μπορέσουμε να την αξιολογήσουμε και με βάση αυτή. Λαμβάνοντας δε υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας της Α.Α., την εξέλιξη και την αλληλουχία των γεγονότων από τον χρόνο που έλαβαν χώραν τα επίδικα περιστατικά μέχρι την αποκάλυψη και την καταγγελία τους και τα όσα ακολούθησαν, την ηλικία της Α.Α. κατά τον χρόνο που κατέθετε στο Δικαστήριο και τις ιδιαιτερότητες της, τα διαφορετικά συναισθήματα που ένιωθε λόγω των όσων βίωσε από τον πατέρα της και τα όσα σχετικά ανέφερε η Μ.Κ.7 για τα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, κρίνεται ότι το γεγονός ότι η Α.Α. ανέφερε για πρώτη φορά τον ως άνω λόγο στο Δικαστήριο δεν συνιστά εκ των υστέρων σκέψη της για να ενισχύσει την εκδοχή της αλλά ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε σχέση με τη θέση της Α.Α. ότι δεν θυμάται τους συμμαθητές της να μιλούν για σεξ επισημαίνουμε τα ακόλουθα. Δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.7 ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι η Α.Α. της είπε ότι άκουσε τους συμμαθητές της να μιλούν για σεξ και ότι αυτό την αναστάτωσε, την έκανε να θυμηθεί τη σεξουαλική της κακοποίηση, με αποτέλεσμα να πάει στη τουαλέτα να πλύνει το πρόσωπο της. Η Μ.Κ.7 ανέφερε περαιτέρω ότι η Α.Α. της είπε «Εν να ήθελα να υπάρχει ένα mute να μην ακούω τίποτε, να μην βλέπω, να μην τα θυμάμαι». Το ότι η Α.Α. ανέφερε ότι δεν θυμόταν τους συμμαθητές της να μιλούν για σεξ, κρίνουμε ότι δεν είναι στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία της γιατί σε κάθε περίπτωση δεν είναι ουσιώδες αφού αφορούσε τα όσα είπε στη Μ.Κ.7 για το πως ένιωθε. Περαιτέρω αποδεχόμαστε τη θέση της Α.Α. ότι άρχισε να παίζει ηλεκτρονικά παιγνίδια με άλλα παιδιά από την ηλικία των 7 ετών (έπαιζε όμως μόνη της με το κινητό της μητέρας της από την ηλικία των 5). Απόλυτα πειστική είναι και η αναφορά της ότι όταν άρχισε να σκέφτεται τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της, άρχιζε να παίζει πιο πολύ για να το βγάλει από το μυαλό της, ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αυτό είναι κάτι που είπε και στη Μ.Κ.7 και συνάδει με τη μαρτυρία της τελευταίας, ότι δηλαδή παιδιά που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, στην ανάγκη τους να διαφύγει η σκέψη τους από τα όσα υπέστησαν, να διαχειριστούν τα συναισθήματα τους και να αυτοπροστατευθούν, είναι δυνατό να έχουν ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιγνίδια και να παρακολουθούν cartoons. Πειστική είναι και η αναφορά της Α.Α. ότι ο λόγος που ανέφερε στη δασκάλα της για τη σεξουαλική κακοποίηση είναι επειδή «ήθελε να το βγάλει από μέσα της». Με απλότητα και πειστικότητα δε, απέρριψε τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι δηλαδή προέβη στην αποκάλυψη στη Μ.Κ.4, επειδή το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε, ο κατηγορούμενος της θύμωσε επειδή έπαιζε πολλές ώρες στα παιγνίδια και επειδή έβλεπε cartoons πολλές ώρες και της είπε ότι δεν θα την αφήσει ξανά να ασχοληθεί με αυτά. Πειστική ήταν και η απάντηση της ότι δεν θα έλεγε τέτοιο ψέμα για τον πατέρα της, διότι λογικά δεν αναμένεται ένα παιδί να πει ένα τόσο μεγάλο και σοβαρό ψέμα επειδή ο γονιός του του έκανε έντονη παρατήρηση για κάτι τέτοιο. Υποβλήθηκε στην Α.Α., κατά την αντεξέταση της, ότι τα παιγνίδια που έπαιζε και τα cartoons που έβλεπε είχαν εικόνες με σεξ και ότι έχει επηρεαστεί πολύ από αυτά και επειδή ο πατέρας της τα απαγόρευσε, αποφάσισε να πει ψέματα ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από αυτόν. Και πάλι η Α.Α. με σταθερότητα στην εκδοχή της ανέφερε με ειλικρίνεια ότι δεν θα έλεγε ψέματα για τον πατέρα της και ότι η εκδοχή της είναι αληθινή. Άλλωστε ρητά ανέφερε ότι τα παιγνίδια αυτά δεν έχουν τέτοιες σκηνές με σεξ, παρά μόνο κάποια έχουν σκηνές βίας. Δεν προσκομίστηκε δε άλλη αντίθετη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα εν λόγω παιγνίδια και cartoons έχουν σκηνές με σεξ και ότι δυνατό να επηρεάσουν ένα παιδί στο να πει ψέματα ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά. Τέλος δέον όπως αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στο Νόμο αυτό, όπως τα επίδικα, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Επιπρόσθετα με βάση το άρθρο 9 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ως έχει τροποποιηθεί, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού (βλ. Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020 και Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 61/20 και 64/20, ημερ. 14/7/2022). Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί στην προκειμένη ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Α.Α. είναι μάρτυρας της αλήθειας και την ποιότητα της μαρτυρίας της, κρίνουμε ότι μπορούμε χωρίς δισταγμό, με ασφάλεια να στηριχτούμε σε αυτήν χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, η οποία σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της Α.Α. γίνεται δεκτή. Mε ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα παρακολουθήσαμε και τον κατηγορούμενο κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του. Πρέπει ευθύς εξ αρχής να αναφέρουμε ότι αυτός δεν μας άφησε θετική εικόνα. Προσεκτική μελέτη της κατάθεσης, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης και της δια ζώσης μαρτυρίας του, καταδεικνύει ότι κάποιες εκ των θέσεων του δεν έχουν συνοχή μεταξύ τους, ούτε λογική, άλλες διαψεύδονται ή έρχονται σε αντίθεση με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, ενώ άλλες προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Πέραν δε των πιο πάνω ήταν εμφανής και μη πειστική η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα καλό πατέρα που ενδιαφερόταν πολύ για τα παιδιά του και ήταν αυστηρός μαζί τους και να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για την εν διαστάσει σύζυγο του (Μ.Κ.6). Συγκεκριμένα: Ήταν η βασική του θέση, την οποία προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι η Α.Α. ψευδώς τον κατάγγειλε, λόγω του ότι το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε της αποκάλυψης της στη Μ.Κ.4 και κατ' επέκταση της καταγγελίας στην Αστυνομία, βρήκε την Α.Α. να ασχολείται μέχρι τις πρώτες πρωινές (04:00 π.μ.) με ηλεκτρονικά παιγνίδια και να βλέπει cartoons. Τότε αυτός της έκανε μεγάλη επίθεση και της είπε «Κομμένα όλα, computer, μαζεύονται όλα, τηλεόραση, όλα τέρμα, όλα, ως εδώ» και αφαίρεσε όλον τον σχετικό εξοπλισμό. Ανέφερε επίσης ότι ήταν πάρα πολύ αυστηρός τόσο έναντι της Α.Α. όσο και έναντι του αδελφού της για τα μαθήματα τους στο σχολείο και για τα παιγνίδια τους ήθελε να υπάρχουν ώρες. Ειδικότερα σε σχέση με την Α.Α. υποστήριξε ότι, όταν η οικογένεια έζησε ξανά μαζί το 2017, ήταν πάρα πολύ αυστηρός μαζί της διότι ήξερε ότι σπαταλούσε πάρα πολλές ώρες στα computer και δεν σταματούσε. Για τους λόγους όμως που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια η ως άνω θέση του κατηγορούμενου δεν γίνεται δεκτή. Αυτό καθότι ανέφερε για πρώτη φορά τα πιο πάνω κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ενώ στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 18/11/2021 (Τεκμήριο 5), μόνο όταν στο τέλος αυτής ρωτήθηκε εάν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε για το οποίο ρωτήθηκε ή δεν ρωτήθηκε, έδωσε μια διαφορετική εικόνα για τη στάση του έναντι της Α.Α., λέγοντας «Να σου πω ότι τις νύκτες αργά, όταν ξυπνήσω επειδή εγώ κοιμούμαι στο ίδιο δωμάτιο που κοιμάται η [Μ.Κ.6] και η [Α.Α.] αλλά σε ξεχωριστό κρεβάτι μόνος μου, βλέπω την [Α.Α.] που δεν κοιμάται, επειδή παίζει ηλεκτρονικά παιγνίδια συνέχεια στο κινητό και το λάπτοπ. Εγώ συμβουλεύω την κόρη μου να κοιμηθεί επειδή το πρωί έχει σχολείο». Δηλαδή σε αντίθεση με τη μαρτυρία του, στην κατάθεση του δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως πολύ αυστηρό έναντι της Α.Α. σε σχέση με την ενασχόληση αυτής με ηλεκτρονικά παιγνίδια και άλλα σχετικά, λέγοντας ότι απλά τη συμβούλευε. Όταν δε εύλογα ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, τι ακριβώς έλεγε στην Α.Α. όταν την συμβούλευε, μη πειστικά και με προφανή σκοπό να προσαρμόσει τη μαρτυρία για να πείσει για τη θέση που υποστήριξε στο Δικαστήριο, ανέφερε «Της θύμωνα, της έλεγα κλείσ' το, θα σου βγάλω το σύρμα, να πάεις να ξαπλώσεις, να τζοιμηθείς για να πάεις το πρωί στο σχολείο». Είναι άλλο όμως ο θυμός και η αυστηρή υπόδειξη («κλείστο», «να πάεις να ξαπλώσεις, να τζοιμηθείς») και προειδοποίηση («θα σου βγάλω το σύρμα») και άλλο η συμβουλή στην Α.Α. να κοιμηθεί επειδή έχει σχολείο το πρωί. Σε άλλο δε σημείο στην αντεξέταση του, όταν μάλιστα ρωτήθηκε γιατί δεν το ανέφερε αυτό στην κατάθεση του, και πάλι προφανώς για να προσαρμόσει τη μαρτυρία του ώστε να μην φαίνεται αντιφατική και υπεκφεύγοντας, ανέφερε κάτι άλλο που αποκλείει τη θέση του ότι ήταν πάντα πολύ αυστηρός και συγκεκριμένα είπε ότι «πολλές φορές μιλούσα και με καλό τρόπο, αφού δεν έβγαινε με τον αυστηρό τρόπο προσπάθησα με αγάπη». Στην εύλογη ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση του το περιστατικό που ανέφερε ότι έγινε με την Α.Α. το σαββατοκυρίακο πριν την καταγγελία, που περιττό να λεχθεί ότι ήταν ουσιώδες για την υπεράσπιση του, υποστήριξε ότι το είπε και δεν γνωρίζει εάν ο Μ.Κ.3 απόφυγε να το γράψει. Πρόκειται όμως για θέση που πέραν του ότι δεν είναι πειστική, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.3, ώστε να τοποθετηθεί και η θέση του να αξιολογηθεί. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του για ποιο λόγο δεν το ανέφερε στην κατάθεση του, προέβαλε άλλη δικαιολογία και δη, ως είπε «Δεν θεώρησα ότι είναι αυτός ο λόγος, λέω ότι ήταν ψέματα, δεν γίνεται κάτι τέτοιο, γίνεται φάρσα, κάτι άλλο, δεν γίνεται». Ήταν επίσης η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν είναι δυνατόν να έγιναν αυτά που του καταλογίζει η Α.Α. λόγω του ότι θα γίνονταν αντιληπτά από την τότε συμβία του και την κόρη της από το άλλο δωμάτιο. Η θέση όμως αυτή δεν γίνεται δεκτή, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Μη αποδεκτή είναι και η θέση του κατηγορούμενου ότι η Α.Α. ψεύδεται και ότι αυτό επιβεβαιώνεται από τα σημειώματα της ίδιας (Τεκμήρια 7Α1 7Β1 και 7Γ1). Ως προς τούτο, έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της Α.Α. και επί αυτού του σημείου σε σχέση με τις συνθήκες και τους λόγους που την οδήγησαν να συντάξει τα εν λόγω σημειώματα και τι εννοούσε με τα γραφόμενα της σε αυτά. Σε σχέση με τη θέση της Α.Α. ότι έπιασε το πέος του κατηγορούμενου και το έκανε «πάνω κάτω» στον χώρο του μπάνιου, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι αυτός έκανε μπάνιο την Α.Α. όταν ήταν 5-6 χρονών επειδή ήταν μικρή και έκανε κακά πάνω της και μόνο δύο φορές έκανε μπάνιο μόνη της. Στην αντεξέταση του όμως προσπάθησε να αποκλίνει από αυτή τη θέση, λέγοντας βασικά ότι ποτέ η Α.Α. δεν έκανε μπάνιο μόνη της, ότι πάντα ο ίδιος την έκαμνε μπάνιο και ότι κάποιες φορές την έβαζε να κάτσει στη μπανιέρα, όμως αυτός την έβγαζε από το μπάνιο και τη στέγνωνε. Περαιτέρω επιχείρησε κατά τη μαρτυρία του να διαψεύσει τη Μ.Κ.6 ότι σε συνάντηση που είχαν περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2022, της παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α. και ότι το έκανε επειδή έπαιρνε ναρκωτικά. Όταν αντεξεταζόταν η Μ.Κ.6, της υποβλήθηκε η θέση ότι στη συνάντηση που είχαν με τον κατηγορούμενο σε περίπτερο πολύ κοντά στην οικία της, αυτός της είπε «στα σημειώματα η Α.Α. μου ζητά συγγνώμη, η Α.Α. ζητά να έρθω πίσω, άρα πίστεψε με ότι δεν έκανα τούτο το πράγμα του μωρού» και τότε η Μ.Κ.6 θύμωσε, άρχισε να φωνάζει και τότε ο κατηγορούμενος έφυγε. Στην κυρίως εξέταση του όμως ο κατηγορούμενος έδωσε μια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με το τι διημείφθη και έλαβε χώραν κατά την εν λόγω συνάντηση. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 τον κατηγόρησε, είχαν μια πολύ έντονη, άγρια συζήτηση και αυτός της είπε «με αυτούς τελείωσα, ότι έχουν να πιάσουν είναι μέσω διατροφής μόνο» (εδώ να λεχθεί ότι στην αντεξέταση του είπε ότι εννοούσε μόνο τη Μ.Κ.6). Ως προς το αντικείμενο της συζήτησης, ενώ ουσιαστικά δέχθηκε ότι η συνάντηση έγινε με αφορμή το ότι η Μ.Κ.6 είχε κάποιο πρόβλημα υγείας, από τα όσα ανέφερε σχετικά προκύπτει ότι «η έντονη, άγρια συζήτηση» που είχαν σχετιζόταν με την ενόχληση της Μ.Κ.6 σε σχέση με το δεσμό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος με άλλη γυναίκα. Ήταν επίσης η θέση του ότι αυτή η συνάντηση έγινε στην Πάφο. Η όλη θέση τού όμως δεν είναι πειστική και δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι πέραν του ότι δεν τέθηκε, ως την έθεσε ο ίδιος, στη Μ.Κ.6 στην αντεξέταση της, διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία και δη από αυτήν της Μ.Κ.4, σύμφωνα με την οποία, κατά τον χρόνο που τοποθετείται η εν λόγω συνάντηση, η Α.Α. ακόμη φοιτούσε σε σχολείο στη Λεμεσό και άρα η συνάντηση δεν μπορεί να έγινε στην Πάφο. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε και το εξής. Οι θέσεις της Υπεράσπισης που ως πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας είναι προφανώς ουσιώδεις. Ως λέχθηκε στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ. 1060, αποτελεί υποχρέωση της υπεράσπισης να υποβάλει τέτοιες θέσεις στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ώστε να τους δώσει τη δυνατότητα να αντικρούσουν αυτές και παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις (βλ. και Σιακαλλής ν.Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Ως θέσεις λοιπόν ουσιώδεις για την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου, οι οποίες, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν ώστε να αξιολογηθούν, είναι έκθετες σε απόρριψη. Πειστική δεν ήταν ούτε η προσπάθεια του κατηγορούμενου να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό της Μ.Κ.6 ότι η ίδια τον βοήθησε στην εργασία του, τρεις εβδομάδες πριν αυτή δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, και κατ' επέκταση την αναφορά της ότι τότε της ανέφερε ότι προσπαθεί να κόψει τα ναρκωτικά, ότι έχει αγοράσει αλλά δεν τα πήρε γιατί προσπαθεί «να τα διακόψει». Εδώ να σημειωθεί ότι η προσκόμιση εκ μέρους της Υπεράσπισης της κατάστασης από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 30) ουδόλως προσθέτει οτιδήποτε, ούτε ενισχύει τη θέση του κατηγορούμενου, ούτε διαψεύδει τη θέση της Μ.Κ.6 γιατί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε υπαλλήλους δεν αναιρεί από μόνο του το ότι ζήτησε από τη Μ.Κ.6 να τον βοηθήσει στην εργασία και εκείνη για τους λόγους που εξήγησε κατά τη μαρτυρία της το έπραξε. Να υπομνήσουμε δε ότι ως προς το θέμα αυτό, για τους λόγους που εξηγήσαμε, έγινε δεκτή η αντίθετη θέση της Μ.Κ.
  1. Παρουσίασε δε τον εαυτό του ότι ουσιαστικά αυτός μεγάλωσε την Α.Α. και περνούσε πολύ χρόνο μαζί της όταν σχόλανε, με τη Μ.Κ.6 να είναι απούσα. Η θέση του όμως ότι «αυτός μεγάλωσε την Α.Α.» και ότι αυτός ήταν ο γονέας που ενδιαφερόταν για τα παιδιά του και ιδιαίτερα για την Α.Α., περιλαμβανομένων των σχολικών επιδόσεων αυτής διαψεύδεται βασικά από το ότι, ως ο ίδιος είπε, αναφερόμενος στα είδη και τις πολλές ώρες εργασίας του (δούλευε και με βάρδιες) ότι ακόμα και σήμερα κοιμάται μόλις τρεις ώρες την ημέρα αλλά και από το ότι σύμφωνα με τη Μ.Κ.5, διευθύντρια του σχολείου της Α.Α., παρά το ότι κάλεσε τηλεφωνικώς και τους δύο γονείς της Α.Α. (κατά τη διάρκεια της Δ' τάξης αλλά και αρχές της χρονιάς της Ε' τάξης) καθότι η τελευταία μερικές φορές δεν πήγαινε στο σχολείο, κάποιες φορές πήγαινε στο μέσο της ημέρας και όταν πήγαινε συχνά προφασιζόταν ή ένιωθε πραγματικά πονοκεφάλους και πονούσε την κοιλιά της, μόνο η Μ.Κ.6 πήγαινε στο σχολείο. Η θέση του κατηγορουμένου ως προς τούτο κάθε άλλο παρά πειστική είναι. Επιχείρησε να αποδώσει τη μη μετάβαση του στο σχολείο της Α.Α., στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όταν όμως εύλογα ρωτήθηκε γιατί, ενώ σχόλανε η ώρα 2:00-2:30, δεν διευθέτησε έστω μια φορά να φύγει πιο νωρίς από την εργασία του για να πάει στο σχολείο, προέβαλε τη μη πειστική δικαιολογία ότι δήθεν γνώριζε τι θα ακούσει και μάλιστα ενώ ήταν γενικά η θέση του ότι η Μ.Κ.6 δεν μπορούσε να πειθαρχήσει την Α.Α. (της επέρριψε ευθύνες ότι πολλές φορές υποστήριζε την Α.Α. και «δεν τη σήκωνε που τα computer») υποστήριξε ότι δήθεν ανέθεσε σε αυτήν την όλη ευθύνη να πάει στο σχολείο. Οι ως άνω θέσεις του κατηγορουμένου κρίνονται λοιπόν ως μη πειστικές και προφανώς τις έθεσε για να δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις για τον ίδιο και αρνητικές για τη Μ.Κ.6 και να πείσει για την εκδοχή του. Ήταν για πρώτη φορά κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του που ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Α.Α. είχε εμμονή με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από την ηλικία των 3 ετών. Αυτή δε του η θέση, πέραν του ότι κρίνεται υπερβολική, ουδέποτε υποβλήθηκε στην Α.Α. ή στη Μ.Κ.6, σύμφωνα με την οποία η ενασχόληση αυτή της Α.Α. άρχισε από την ηλικία των 7 ετών και κορυφώθηκε το
  2. Προέβαλε δε στην κατάθεση του τη θέση ότι η Α.Α. είχε πάντοτε πρόβλημα εγκόπρισης, ακόμη και στην ηλικία των 5-6 ετών. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε βασικά ότι αυτό γινόταν από την ηλικία των 3 μέχρι των 11 ετών. Πέραν όμως από αυτήν την επίσης υπερβολή, η εν λόγω θέση του διαψεύδεται από τη Μ.Κ.6, η οποία είπε ότι ήταν το 2020, όταν κορυφώθηκε η μανία της Α.Α. να βλέπει cartoons και να παίζει ηλεκτρονικά (όταν δηλαδή ήταν 9 ετών), που η Α.Α. «έκανε κακά πάνω της». Το αντιφατικό των εκδοχών του κατηγορούμενου καταδεικνύεται και από τα όσα είπε αναφορικά με τη γνώση του ότι η τέως συμβία του κτυπούσε την Α.Α. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του αρχικά ανέφερε ότι γνώριζε το γεγονός αυτό αλλά όταν εύλογα ρωτήθηκε γιατί τότε δεχόταν να διαμένει με αυτήν από τη στιγμή που αγαπά τα παιδιά του, για να δικαιολογήσει αυτή την ασυνέπεια, προέβαλε διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι απλά υποψιάστηκε κάτι και ότι το έμαθε μέσα από το σημείωμα της Α.Α. (Τεκμήριο 7Γ1). Ανέφερε επίσης, κατά την αντεξέταση του για πρώτη φορά, ότι «φαίνεται πολύ στημένο το παιγνίδι» και ότι η Α.Α. ανέφερε στο Δικαστήριο ότι «τον παπά της τον νιώθει σαν μια αηδία» επειδή «σαν ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί αυτό εκπαιδεύουν τα μωρά να λέν για τους παπάες τους;». Η θέση αυτή, παρά το ότι δεν εξηγήθηκε, προφανώς αφήνει υπονοούμενα σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης και δη της Α.Α. από τις αρμόδιες υπηρεσίες μετά την καταγγελία. Πρόκειται όμως και πάλι για όψιμη θέση που έθεσε ο κατηγορούμενος για να δημιουργήσει εντυπώσεις, για την οποία καμία ερώτηση ή υποβολή έγινε στις Μ.Κ.7 και 8 ή σε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα κατηγορίας για να τοποθετηθεί. Πριν ολοκληρώσουμε την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου κρίνουμε ότι θα πρέπει να εξετάσουμε τη θέση της Υπεράσπισης, περί παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου να έχει δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα, στην τελική της αγόρευση η Υπεράσπιση, υποστηρίζει ότι η παράλειψη λήψης κατάθεσης από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την θέση - κατάθεση της Μ.Κ.6 ότι αυτός της παραδέχθηκε ότι κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α., αποστέρησε από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα να δώσει, κατά το στάδιο που υπήρξε αυτός ο ισχυρισμός, τη δική του εκδοχή και να παραπέμψει τις ανακριτικές αρχές σε μάρτυρες γνώστες των γεγονότων, που θα ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το ανακριτικό έργο σε όλες του τις ουσιώδεις πτυχές. Εξετάζοντας το θέμα, δέον όπως εισαγωγικά αναφερθεί ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη θα πρέπει να απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολό της γιατί μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν υπήρξε δίκαιη. Δεν μπορεί να εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως των ειδικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Προς στοιχειοθέτηση ισχυρισμού μη δίκαιης δίκης πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Yaacoub ν. Δημοκρατίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 165). Δυσμενής επηρεασμός έχει σχέση με το δίκαιο της δίκης και υφίσταται όταν δημιουργούνται συνθήκες μη δίκαιης δίκης (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143). Ως λέχθηκε στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 376, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus, App. No. 4268/04, ημερ. 11/13/2008). Στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (βλ. Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Sofri a.ο. v. Italy [2004] Crim. L.R. 846). Το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Monat v. DPP [2001] 2 Cr. App.R.23). Η τελική αξιολόγηση των όποιων παραλείψεων των Ανακριτικών Αρχών επαφίεται στο Δικαστήριο, το οποίο εξετάζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 327, ημερ. 29/9/2020). Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Έλληνας κ.ά., του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, με Αρ. 2282/16, ημερ. 15/5/2019, το Δικαστήριο, με αναφορά σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία (βλ. R v. Trustham, ημερ. 27/11/1997, μη δημοσιευμένη, Southwark Crown Court, στην οποία γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα των David Young, Mark Summers and David Corker, Abuse of Process in Criminal Proceedings (3rd edition) καθώς και σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Salduz v. Turkey, App. No. 36391/02, ημερ. 27/11/2008), αποφάσισε ότι η παράλειψη να κατηγορηθούν γραπτώς οι κατηγορούμενοι για τα αδικήματα που αντιμετώπιζαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Στο σύγγραμμα, όπου γίνεται παραπομπή στην εν λόγω υπόθεση, αναφέρεται ότι στην Trustham, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, κρίθηκε ότι η μη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο του αποστέρησε από του να θέσει με την πρώτη ευκαιρία την υπεράσπιση του, κάτι που θεωρήθηκε μη δίκαιο, εφόσον αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσε κατά την επακόλουθη δίκη του να αναφερθεί στο τι είπε αμέσως μετά τη σύλληψη του ώστε να υποστηρίξει τη θέση του. Προσεκτική μελέτη της υπόθεσης Έλληνας κ.ά. ανωτέρω καταδεικνύει, κατ' αρχάς, ότι τα δεδομένα της διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά της παρούσας τόσο ως προς τη φύση των αδικημάτων όσο και ως προς την πολυπλοκότητα και χρονική έκταση των κατηγοριών εφόσον εκεί υπήρχε τεράστιος αριθμός κατηγοριών που αφορούσαν οικονομικής φύσεως αδικήματα και για αυτό κρίθηκε ότι η πληροφόρηση των κατηγορουμένων θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη και επιβεβλημένη αφού τα θέματα που εγείρονταν (οικονομικής φύσης) ήταν ιδιαίτερα περίπλοκα και οι κρίσιμοι χρόνοι ήταν από το 2006 μέχρι το 2009 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε το
  1. Στα πλαίσια αυτά κρίθηκε εκεί ότι οι παραλείψεις της Αστυνομίας, είχαν άμεσο αντίκτυπο στη διερεύνηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση στην παρουσίαση της ενώπιον του Δικαστηρίου σε βαθμό που το Δικαστήριο δεν είχε ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης πραγμάτων και το κενό που διαπιστώθηκε στη μαρτυρία δεν θα έπρεπε να καλυφθεί από τους κατηγορουμένους. Έτσι το Δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορούμενους στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης λόγω και της εν λόγω παραβίασης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Το θέμα δε των παραλείψεων των ανακριτικών αρχών εξετάζεται όχι γενικά και αφηρημένα αλλά στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη πράγματι δεν λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο για το συγκεκριμένο θέμα. Δεν έχουμε όμως διαπιστώσει ότι υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή αλλότριο κίνητρο από πλευράς της Αστυνομίας προς τούτο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα μόνο 2 κατηγορίες, οι οποίες είναι συναφείς μεταξύ τους τόσο από άποψη αντικείμενου όσο και χρονικά και τοπικά. Η υπόθεση και το υπό αναφορά θέμα δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη περιπλοκότητα. Ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο σε όλα τα στάδια της υπόθεσης από δικηγόρο. Φαίνεται δε ότι όλο το μαρτυρικό υλικό, περιλαμβανομένης της σχετικής κατάθεσης της Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 23Α-Β - ημερομηνίας 30/3/2022) παραδόθηκε στην Υπεράσπιση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η πλευρά της Υπεράσπισης, είχε την ευχέρεια να αντεξετάσει και αντεξέτασε επαρκώς τους μάρτυρες κατηγορίας που κλήτευσε η Κατηγορούσα Αρχή ήτοι τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αλλά και τη Μ.Κ.6 και για το υπό αναφορά θέμα. Προέβαλε δε με ευχέρεια στους μάρτυρες κατηγορίας όλες τις σχετικές θέσεις του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος και έτσι είχε την ευχέρεια και προέβαλε όπως επιθυμούσε τη σχετική με το θέμα θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία και αξιολογήθηκε. Η θέση του δε ότι θα μπορούσε να κλητεύσει μάρτυρες, παρέμεινε γενική και αόριστη. Σε κάθε περίπτωση κατά τη μαρτυρία του δεν επικαλέστηκε για το υπό αναφορά θέμα την παρουσία άλλων προσώπων κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση με τη Μ.Κ.6, ούτε και την ύπαρξη οποιασδήποτε μαρτυρίας από άλλο πρόσωπο που θα μπορούσε να αντικρούσει τα όσα ανέφερε σχετικά η Μ.Κ.
  2. Στο τέλος δε της μαρτυρίας του, ζήτησε και έλαβε ολιγόλεπτη διακοπή για να εξετάσει το ενδεχόμενο να παρουσιάσει μαρτυρία που να αντικρούει άλλη θέση της Μ.Κ.6, ήτοι τη θέση της ότι τρεις εβδομάδες πριν αυτή καταθέσει στο Δικαστήριο, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει στην εργασία του, με την Υπεράσπιση να δηλώνει ρητά ότι τελικά δεν θα παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία. Δεν έχει λοιπόν καταδειχθεί, από την Υπεράσπιση, η οποία ως προαναφέρθηκε, φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι η μη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο για το θέμα, έθεσε αυτόν σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής ή ότι επηρεάσθηκε δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του. Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι η υπό αναφορά παράλειψη της Αστυνομίας δεν είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν γίνεται δεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι κατηγορίες 1 και 2 εδράζονται ουσιαστικά στα εδάφια
(4)(α) και
(7)του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «6.
(4)Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν - (α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου, ..........................................
(7)Όποιος διαπράττει οποιοδήποτε από τα αδικήματα του παρόντος άρθρου και το θύμα είναι παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 91(Ι)/2014: «ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά
(17)ετών· «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» περιλαμβάνει - (α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή (β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙ (η υπογράμμιση δική μας) «κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση∙ «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών∙ «σεξουαλική εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση παιδιού» περιλαμβάνει τη συμπεριφορά όπως αυτή αναφέρεται στα άρθρα 6 μέχρι 10 του παρόντος Νόμου∙ «σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται - (α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική∙ Καθορίζοντας ο νομοθέτης ως κατηγορία προσώπων που τελούν σε «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» (βλ. υπογράμμιση ανωτέρω), με βάση τη συγγένεια μέχρι του τρίτου βαθμού, έθεσε ως μόνη προϋπόθεση τη συγγένεια μέχρι τρίτου βαθμού. Συνεπώς από τον βαθμό συγγένειας και μόνο, ακόμα και εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού, ο νομοθέτης τεκμαίρει θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/2017, ημερ. 24/10/2018). ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγουμε στα ακόλουθα: Η Α.Α. γεννήθηκε στις 22/2/2011 και είναι παιδί που απέκτησαν στον γάμο τους ο κατηγορούμενος με τη Μ.Κ.
  1. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του Αυγούστου 2016 και Αυγούστου 2017, ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε διάσταση με τη Μ.Κ.6 και η Α.Α., ο αδελφός της και η Μ.Κ.6 διέμεναν στην Πάφο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να διαμένει στην οικία όπου διέμενε προηγουμένως η οικογένεια, στη Λεμεσό. Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, κάποια σαββατοκύριακα η Α.Α. διανυκτέρευε στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό. Για τον σκοπό αυτό, ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. από την Πάφο και ακολούθως την επέστρεφε στη Μ.Κ.6 στην Πάφο. Το 2016, όταν ήταν 5 χρονών η Α.Α., αργά ένα βράδυ που διανυκτέρευε στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, ενώ η Α.Α. βρισκόταν στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα γυμνός, άνοιξε την κουρτίνα του μπάνιου και της είπε να πιάσει με το χέρι της το πέος του και να το κινήσει πάνω κάτω, κατά τον τρόπο δηλαδή που διενεργείται αυνανισμός. Η Α.Α. ξαφνιάστηκε επειδή ο κατηγορούμενος ήταν γυμνός και δεν τον είχε δει ξανά προηγουμένως γυμνό. Η Α.Α. δεν καταλάβαινε γιατί το ήθελε αυτό ο κατηγορούμενος αλλά έπιασε το πέος του με το χέρι της και έκανε αυτό που της ζήτησε. Δεν θυμάται εάν σταμάτησε από μόνη της να το κάνει αυτό, ούτε πόση ώρα διήρκησε. Στη συνέχεια η Α.Α. φόρεσε ττόρο και πήγαν με τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο όπου θα κοιμούνταν. Εκεί, στο κρεβάτι και πριν η Α.Α. προλάβει να ντυθεί, ο κατηγορούμενος όντας γυμνός της είπε να του γλύψει το πέος του. Η Α.Α. αρνήθηκε επειδή ένιωθε άβολα διότι δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο κατηγορούμενος αυτή να κάνει και τότε ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο κρεβάτι, ο κατηγορούμενος έγλυψε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. Καθώς της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα, η Α.Α. του είπε να σταματήσει αλλά ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν η Α.Α. του είπε για δεύτερη φορά να σταματήσει. Μετά τα πιο πάνω η Α.Α. και ο κατηγορούμενος κοιμήθηκαν γυμνοί στο ίδιο κρεβάτι. Η Α.Α. είχε πλήρη άγνοια για το τι είναι το σεξ και δεν αντιλαμβανόταν τη φύση αυτών που της ζήτησε ο κατηγορούμενος να κάνει, που του έκανε και της έκανε ακολούθως. Εκείνη τη βραδιά, σε άλλο δωμάτιο της οικίας, βρίσκονταν η τότε συμβία του κατηγορούμενου με την ανήλικη θυγατέρα της, οι οποίες κοιμούνταν και δεν αντιλήφθηκαν τα πιο πάνω διαδραματισθέντα. Από τα πιο πάνω προκύπτει αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε δύο διαφορετικές σεξουαλικές πράξεις με την Α.Α. δηλαδή με παιδί που δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης. Με βάση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας της Α.Α. δηλαδή έχουν μεταξύ τους συγγένεια πρώτου βαθμού, τεκμαίρεται και δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο αυτό, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος κατείχε θέση εξουσίας, εμπιστοσύνης και επιρροής σε σχέση με την Α.Α. Έχοντας δε κατά τον επίδικο χρόνο την πεντάχρονη κόρη του (Α.Α.), υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του, μόνη της μακριά από τη μητέρα της, στον δικό του χώρο διαμονής, ο κατηγορούμενος καταχρώμενος την ως άνω θέση του, συμμετείχε στις προαναφερόμενες σεξουαλικές πράξεις με την Α.Α., η οποία δεν αντιλαμβανόταν τη φύση των πράξεων που της ζήτησε να του κάνει, της πράξη που του έκανε και της πράξης που της έκανε ο κατηγορούμενος και δεν είχε άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση. Ως εκ των άνω, κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και
  2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και
  3. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.