Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 21868/19, 19/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21868/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ -------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα.Ντ.Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορούμενο: κ.Κ.Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Κεφ.154 και των άρθρων 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος ο κατηγορούμενος την 14/03/2019 στη συμβολή των οδών Αγίας Φυλάξεως και Κρήτης, στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το όχημα Α, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο τρίτου προσώπου. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης τα επίδικα θέματα περιορίστηκαν εφόσον κατατέθηκαν ως παραδεκτά έγγραφα και καταθέσεις μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου. Επιπλέον εκ συμφώνου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη όλων των Τεκμήριων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση σε αυτά, πλην σε ότι αφορούσε στις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Είναι Νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα παραδεκτά αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, αναγόμενα ουσιαστικά σε δεδομένα (βλ.Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2ΑΑΔ143 και ΜΑΡΙΟΣ ΑΣΠΡΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Εφ.39/2022, 04/04/2023, ECLI:CY:AD:2023:B129) και θα αναφερθώ σε αυτά κατωτέρω στο βαθμό και στην έκταση όπου χρειάζεται. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Τον Αναπληρωτή Υπ/μο Τ.Θ. (MK1) εξεταστή της υπόθεσης και τον Αστ. Κ.Α (ΜΚ2). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου- Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση, ενώ κάλεσε ως ΜΥ2 τον Λοχ.Τροχονομίας του Δήμου Λεμεσού Γ.Π.. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. ΜΚ1 Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι υπηρετεί στο τμήμα τροχαίας Λεμεσού και έχει καθήκοντα διοικητικά και εποπτικά, καθώς και ανακριτικά αναφορικά με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων (στο σημείο αυτό η υπεράσπιση ανέφερε ότι τα προσόντα του ΜΚ1 δεν αμφισβητούνται). Υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής δυστυχήματος ως Τεκμήριο 2, το σχέδιο επί κλίμακας ως Τεκμήριο 3, τον χάρτη όπου φαίνεται ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα και τα υποστατικά από τα οποία λήφθηκαν καταγραφές του δυστυχήματος από κλειστά κυκλώματα ως Τεκμήριο 4Α και την μεγέθυνση του εν λόγω χάρτη ως Τεκμήριο 4Β, την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ.15/03/19 ως Τεκμήριο 5, δέσμη φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος ως Τεκμήριο 6, δέσμη φωτογραφιών της νεκροψίας και νεκροτομής του θύματος ως Τεκμήριο 7, το dvd από την κάμερα του internet cafe «GIOCO LIBERO» ως Τεκμήριο 8, το dvd από την κάμερα του φαρμακείου «ΛHΔΑ» ως Τεκμήριο 9 και το dvd από την κάμερα του κομμωτηρίου «Inspiration by TASOS» ως Τεκμήριο
- Επεξήγησε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 3, 4Α και 4Β, καθώς και τις φωτογραφίες στο Τεκμήριο
- Η άποψη του ΜΚ1 ήταν ότι μόλις αντιλήφθηκε τον κίνδυνο το θύμα, έχασε τον έλεγχο, έπεσε και κτύπησε πάνω στο όχημα Α. Αναφέρθηκε στις ζημιές των 2 ενεχόμενων οχημάτων και παρέπεμψε στις σχετικές φωτογραφίες επί του Τεκμηρίου
- Προχώρησε σε επεξήγηση του πως έγινε η αναπαράσταση του δυστυχήματος και ανέφερε ότι με τη βοήθεια του τεχνικού (η κατάθεση του οποίου έγινε παραδεκτή ως ΠΕ13) παρακολουθώντας το Τεκμήριο 10 και αντιπαραθέτοντας το με τη ζωντανή εικόνα της αναπαράστασης και απομονώνοντας τα «frames», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μοτοσυκλέτα Α κινείτο με 65,448χαω. Περαιτέρω αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο υπολόγισαν την ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος και κατέληξε ότι η μοτοσυκλέτα Α μπορούσε να γίνει ορατή από τον κατηγορούμενο όταν αυτή διερχόταν μπροστά από το αρτοποιείο «ΖΟΡΠΑΣ», το οποίο βρισκόταν σε απόσταση 228 μέτρων από το όχημα Α. Συμπλήρωσε ο ΜΚ1 ότι υπήρχε ορατότητα πάντα εξαρτώμενη από την τροχαία κίνηση που υπήρχε εκείνη τη στιγμή στο δρόμο. Ακολούθως αναφέρθηκε στις ενέργειες που όφειλε να κάνει ο κατηγορούμενος πριν στρίψει στην οδό Κρήτης και προχώρησε σε επεξήγηση των Τεκμηρίων 8, 10 και 9 κατά την διάρκεια προβολής τους που έγινε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι με βάση τα Τεκμήρια 8,9 και 10 φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε και αν έλεγχε το δρόμο έπρεπε να δει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας Α που ερχόταν από απέναντι, ενώ φαίνεται ότι δεν τον είδε καθόλου από τον ισχυρισμό του στην κατάθεση του- Τεκμήριο 5 ότι αντιλήφθηκε ένα κτύπημα στην αριστερή πλευρά του οχήματος Α. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια στον τρόπο υπολογισμού της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας Α μέσω των «frames» του Τεκμηρίου 10, ενώ ανέφερε ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν υπήρξε επιτάχυνση της μοτοσυκλέτας Α, από το σημείο όπου υπολογίστηκε η ταχύτητα της μέχρι το σημείο σύγκρουσης και ότι είναι 50 μέτρα πριν το δυστύχημα ο υπολογισμός των 65χαω. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει διάβαση πεζών μπροστά από το Λύκειο Πέτρου και Παύλου που βρίσκεται βορειότερα της συμβολής, η οποία είναι υπερυψωμένη και η απόσταση της μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι γύρω στα 100 μέτρα, ενώ ο «ΖΟΡΠΑΣ» είναι ακόμη πιο πάνω (200 μέτρα και από το σημείο). Πρόσθεσε περαιτέρω ότι μπροστά από το Λύκειο το όριο ταχύτητας είναι 30χαω μέχρι και τη Λεωφόρο Μακαρίου. Ακολούθως η υπεράσπιση υπέβαλε την θέση της ότι λόγω της κλίσης του δρόμου, μία μοτοσυκλέτα που έρχεται μπορεί να μην είναι ορατή από το όχημα που έπεται και λόγω της κατωφέρειας ένα προπορευόμενο όχημα πιθανόν να αποκλείσει την ορατότητα με βάση την κατωφέρεια και την κλίση του δρόμου. Στην υποβολή αυτή ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στιγμιαία να κρύφτηκε η μοτοσυκλέτα Α πίσω από το προπορευόμενο όχημα. Αναφορικά με τον οδικό φωτισμό, ανέφερε ότι άλλαξε από το δυστύχημα μέχρι σήμερα, τότε ήταν πορτοκαλί φωτισμός τώρα είναι LED, ενώ δεν γνώριζε πόσα ήταν τα LUX με βάση τις προδιαγραφές το Μάρτιο του 2019 και πόσα είναι σήμερα. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 6- φωτογραφία 78 είπε ότι το πρώτο σημείο επαφής των 2 οχημάτων ήταν στο μπροστινό αριστερό φτερό στην αριστερή εξωτερική γωνία και ακολούθως συνεχίζονται τα γδαρσίματα μέχρι και το πισινό αριστερό φτερό του οχήματος Α. Ο λόγος είναι διότι το όχημα Α δεν μπήκε με 90 μοίρες στην οδό Κρήτη αλλά λοξώς και η μοτοσυκλέτα Α τρίφτηκε στην πλευρά του. Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι η μοτοσυκλέτα λόγω του μικρού όγκου που καταλαμβάνει, αναλόγως με το δρόμο την ανωφέρεια, την κατωφέρεια, αν είναι στροφή ή όχι, σε κάποιο χρόνο στιγμιαία υπάρχει πιθανότητα η μοτοσυκλέτα να καλυφθεί από το προπορευόμενο όχημα. ΜΚ2 Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων (στο σημείο αυτό η υπεράσπιση ανέφερε ότι είναι παραδεκτή η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΚ2). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την κατάθεση του, ως Τεκμήριο 12 την αρχική κατάθεση που πήρε από τον κατηγορούμενο, αναγνώρισε και υιοθέτησε τα Τεκμήρια 2 και 3 ως αληθή και επεξήγησε το Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι διενέργησε έλεγχο άλκοολτεστ στον κατηγορούμενο με μηδενική ένδειξη. Κατέληξε ότι με βάση το Τεκμήριο 3 ο οδηγός του οχήματος Α έστριψε δεξιά, με αποτέλεσμα αυτός να ανακόψει την ευθεία πορεία της μοτοσυκλέτας Α. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η οδός Αγίας Φυλάξεως έχει μια πολύ ελαφριά στροφή προς τα βόρεια, ότι ο φωτισμός του δρόμου ήταν μέτριος, ενώ δεν γνώριζε εάν έγιναν συζητήσεις για βελτίωση. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, στην οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα είναι ως αναφέρονται στην κατάθεση του- Τεκμήριο 5 και διευκρίνισε ότι μετά που πέρασαν τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση και διαπίστωσε ότι δεν έρχονταν άλλα οχήματα, άρχισε να στρίβει μετά που πέρασε το τελευταίο όχημα και δυστυχώς μέχρι να στρίψει η μοτοσυκλέτα Α, την οποία δεν είχε προσέξει, κτύπησε στο αριστερό πλευρό του οχήματος του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ελάττωσε σχεδόν μηδενική ταχύτητα, αφού πέρασε το αυτοκίνητο που κινείτο και ήταν καθαρός ο δρόμος, κοίταξε δεξιά‑αριστερά και αφού ήταν καθαρός ο δρόμος έστριψε δεξιά προς την οδό Κρήτης. Ανέφερε ότι ξέρει εκείνον τον δρόμο, σχεδόν ελάττωσε εντελώς, είδε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και έστριψε αφού είδε και από το καθρεφτάκι του, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του - Τεκμήριο
- Αναφορικά με την ορατότητα του ανέφερε ότι απέναντι του ο δρόμος ήταν καθαρός και υπήρχε ορατότητα που μπορούσε να δει το δρόμο απέναντι του. ΜΥ2 Ο ΜΥ 2 ανέφερε ότι είναι Λοχίας στην τροχονομία του Δήμου Λεμεσού και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και κατέθεσε το Τεκμήριο 14 προς τούτο. Κατέθεσε επιπλέον τα Τεκμήρια 15-22 τα οποία είναι διάφορα έγγραφα (πρακτικά συνεδριάσεων επιτροπής τροχαίας Λεμεσού, πρακτικά συνεδριάσεων δημοτικού συμβουλίου Λεμεσού, επιστολές, υπηρεσιακά σημειώματα) τα οποία αναφέρονται στη εν λόγω συμβολή και στις συζητήσεις και αποφάσεις για λήψη μέτρων κυκλοφοριακής ύφεσης. Τέλος ανέφερε ότι το όριο ταχύτητας στη συμβολή είναι 30χαω και διευκρίνισε ότι τα έγγραφα που κατατέθηκαν δεν αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη σκηνή που έγινε το δυστύχημα και ότι στις συνεδριάσεις συζητούνται πολλά θέματα που αφορούν την τροχαία κίνηση. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κ.Ευσταθίου κατέθεσε γραπτή αγόρευση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν αναφέρει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητούνται, ούτε η πρόκληση του δυστυχήματος, ούτε τα ευρήματα των Αστυνομικών στο χώρο, ούτε η πρόκληση θανάτου συνέπεια του δυστυχήματος, ούτε και το οπτικοακουστικό υλικό. Η θέση της υπεράσπισης είναι ότι η οδός Αγίας Φυλάξεως έχει κατωφέρεια προς το νότο και παρουσιάζει κλίση κατά τρόπο ώστε για κλάσματα δευτερολέπτου ο κατηγορούμενος εμποδιζόταν στην πλήρη παρατήρηση και εκτίμηση της τροχαίας κίνησης όλων των οχημάτων που διέρχονταν την οδό Αγίας Φυλάξεως. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις ενέργειες του κατηγορούμενου, καθώς και σε ανάλυση της μαρτυρίας και των Τεκμηρίων, καταλήγοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο εφόσον δεν αποδεικνύεται επικίνδυνη ή αλόγιστη πράξη ή συμπεριφορά από την οδήγηση του. Στην αγόρευση της η κα.Χατζηκωνσταντίνου ανέφερε ότι η μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθεί. Ανέφερε αναλύοντας τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στη συμβολή χωρίς να σταματήσει και δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον οδηγό παρά μόνο μετά το κτύπημα. Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος φέρει ακέραια την ευθύνη του δυστυχήματος, ενώ στο Τεκμήριο 13 απολογείται για την απροσεξία του. Συμπερασματικά, κατέληξε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, σύμφωνα με τις συνθήκες και τη μαρτυρία που υπάρχει, την ευθύνη την φέρει ο κατηγορούμενος, ο οποίος έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει, υπήρχε άπλετος φωτισμός και ορατότητα πέραν των 200 μέτρων, η μοτοσυκλέτα είχε τα φώτα της αναμμένα και το θύμα έφερε κράνος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα τους (βλ.C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έκαστου εξ' αυτών, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης τους, τη μνήμη τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (βλ.Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (βλ.Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ.Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών της μαρτυρίας δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (βλ.Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία μάρτυρα (βλ.Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2),
(2009)1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (βλ.Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148). Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση έκαστου μάρτυρα θα πρέπει να αναφέρω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση των γεγονότων από οποιαδήποτε πλευρά. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι ενέργειες του κατηγορούμενου ως κατωτέρω θα αναφερθούν, στοιχειοθετούν ή όχι την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τούτων εκτεθέντων προχωρώ στα ακόλουθα. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψήγμα ψέματος ή πρόθεσης επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Γενικά στην όλη του μαρτυρία ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες προέβη αναφορικά με το δυστύχημα και κατέθεσε τα σχετικά Τεκμήρια. Δείγμα της ειλικρινούς καταθέσεως του ήταν και η παραδοχή του στη σχετική θέση της υπεράσπισης ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στιγμιαία να κρύφτηκε η μοτοσυκλέτα Α πίσω από το προπορευόμενο όχημα. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Τα ίδια ισχύουν και για τον ΜΚ
- Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, μου άφησε την εντύπωση μάρτυρα αληθείας, ενός μάρτυρα που κατέθεσε τα όσα έπραξε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος και στις ενέργειες στις οποίες προέβη. Απάντησε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Σημείο που δεικνύει την ειλικρίνεια του ήταν και το ότι ανέφερε ότι ο φωτισμός του δρόμου ήταν μέτριος. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Η όλη παρουσία του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, μου άφησε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που έγιναν όπως τα έζησε. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν αμφισβήτησε τα όσα τέθηκαν από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψέμα ή πρόθεση επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Στη γραπτή του δήλωση-Τεκμήριο 13 προσπάθησε να διευκρινίσει κάποια σημεία της κατάθεσης του, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν σταμάτησε τελείως το όχημα Α όταν θα έστριβε, αλλά ελάττωσε σε σχεδόν μηδενική ταχύτητα, ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι αυτή του η απροσεξία θα τον καταδιώκει σε ολόκληρη του τη ζωή. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Και η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΥ2 ήταν θετική. Η μαρτυρία του αφορούσε τα όσα μελετούνται και συζητούνται από τους διάφορους φορείς και αρχές για λήψη μέτρων κυκλοφοριακής ύφεσης της συμβολής. Επιπλέον διευκρίνισε ότι το όριο ταχύτητας στη συμβολή είναι 30χαω. Ως εκ των ανωτέρω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία ανωτέρω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Την 14/03/2019 και περί ώρα 21:15, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα Α επί της οδού Αγίας Φυλάξεως στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Στη συμβολή με την οδό Κρήτης, ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα με σκοπό να στρίψει δεξιά. Η ορατότητα του ήταν περίπου 200 μέτρα και ο φωτισμός του δρόμου ήταν μέτριος, πορτοκαλί χρώματος. Ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά για να εισέλθει στην οδό Κρήτης και να κατευθυνθεί ανατολικά, χωρίς να κάνει 90 μοίρες γωνία, αλλά εισήλθε λοξώς, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας Α η οποία κινείτο με ταχύτητα 65,448χαω, ενώ το όριο ταχύτητας είναι 30χαω, με αναμμένα φώτα και η οποία ανατράπηκε στην άσφαλτο και προσέκρουσε στο όχημα Α. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο θάνατος του οδηγού της μοτοσυκλέτας Α, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο φορούσε κράνος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπει: «
- Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Αν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος ακόμη και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088). Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο της Νομολογίας και έχει Νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ.Σάββα Στέλιος ν. Αστυνομίας
(2000)2ΑΑΔ115), ενώ δεν αρκεί μόνο η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, στοιχείο το οποίο είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά. Για να αποδειχθεί η επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ.Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2ΑΑΔ233, Σάββα Στέλιος ν. Αστυνομίας
(2000)2ΑΑΔ115 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ18). Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Απόφαση Σαζός ανωτέρω) και αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια, η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ.Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ.5.44, σελ. 423). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την αμελή οδήγηση, όπου αναζητείται το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας του μέσου συνετού οδηγού. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Περαιτέρω στην Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2ΑΑΔ233, ως προς τον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Στην Απόφαση Σάββα Στέλιος ν. Αστυνομίας
(2000)2ΑΑΔ115, το ΑΔ ανέφερε ότι: «.δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη.» Στην ίδια Απόφαση μνημονεύοντας και πάλι την R. v. Gosney επεξηγείται και η έννοια του σφάλματος ως ακολούθως: «Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 224. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.".» Στο σύγγραμμα «Blackstone's Criminal Practice 2017», PART C ROAD TRAFFIC OFFENCES, C3.10, σελ.33, ένα πρόσωπο θεωρείται ότι οδηγεί επικίνδυνα αν: (α) ο τρόπος που οδηγεί υπολείπεται κατά πολύ αυτού που αναμένεται από ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό, και (β) θα ήταν προφανές σε ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι η οδήγηση με αυτόν τον τρόπο θα ήταν επικίνδυνη. Άρα το επίπεδο οδήγησης του κατηγορούμενου πρέπει και να είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που αναμένεται από έναν ικανό και προσεκτικό οδηγό και πρέπει να είναι προφανές σε έναν ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι ο τρόπος οδήγησης του κατηγορούμενου είναι επικίνδυνος και η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει σωρευτικά και τα δύο αυτά στοιχεία για να αποδειχθεί η επικίνδυνη οδήγηση (βλ.Blackstone's ανωτέρω,C3.11,σελ.34). Στο ανωτέρω σύγγραμμα (βλ.C3.12,σελ.34) παρατίθενται και τα ακόλουθα παραδείγματα που μπορεί να θεωρηθούν ως επικίνδυνη οδήγηση: - αγωνιστική ή ανταγωνιστική οδήγηση, - ταχύτητα που είναι πολύ ακατάλληλη για τις επικρατούσες οδικές ή κυκλοφοριακές συνθήκες, - επιθετική οδήγηση, όπως ξαφνικές αλλαγές λωρίδας, κόψιμο σε γραμμή οχημάτων ή οδήγηση πολύ κοντά στο προπορευόμενο όχημα, - αγνόηση των φωτεινών σηματοδοτών και άλλων οδικών πινακίδων, η οποία σε μια αντικειμενική ανάλυση φαίνεται να είναι σκόπιμη, - παράβλεψη προειδοποιήσεων από συνεπιβάτες, - προσπέραση που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια, - οδήγηση οχήματος με φορτίο που παρουσιάζει κίνδυνο για άλλους χρήστες του δρόμου, - όπου ο οδηγός έχει μειωμένες ικανότητες, όπως να έχει μέσα σε γύψο ένα χέρι ή πόδι ή να έχει μειωμένη όραση, - οδήγηση όταν είσαι πολύ κουρασμένος για να μείνεις ξύπνιος, - οδήγηση ενός οχήματος γνωρίζοντας ότι έχει ένα επικίνδυνο ελάττωμα, - χρησιμοποιώντας κινητό τηλέφωνο ή άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό όταν αυτό αποσπά την προσοχή του οδηγού, - διαβάζοντας μια εφημερίδα/χάρτη, - μιλώντας και κοιτάζοντας έναν επιβάτη όπου ο οδηγός αποσπάστηκε με τρόπο αποτρεπτικό και επικίνδυνα από αυτό, - την επιλογή και το άναμμα ενός τσιγάρου. Στην Απόφαση Ζυπιτής Κώστας κ.α. ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2ΑΑΔ220 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους.» Άρα «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική και «απερίσκεπτη» κάθε πράξη που υποδηλώνει αδιαφορία για την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» Γ.Μπαμπινιώτη, Β'έκδοση, σελ.127, η λέξη «αλόγιστος,-η,-ο» αναφέρεται «(για ενέργεια ή κατάσταση) που δεν στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού». Στην Πέτρου ανωτέρω, η «απερίσκεπτη» οδήγηση ορίστηκε ως ακολούθως: «Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2ΑΑΔ473, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση.» Στην Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2ΑΑΔ69, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τους βαθμούς της αμέλειας: «Η ποινική αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil negligence). Η αμέλεια του Άρθρου 205, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 3/62 απαιτεί -ψηλότερο βαθμό αμέλειας. Η υπαίτιος αμέλεια του άρθρου αυτού, εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Η έννοια της αλόγιστης πράξης εισήχθη και στο Άρθρο 210, με την τροποποίηση του από το Άρθρο 3 του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 1989, (Ν. 111/89). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για τεκμηρίωση αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 236 του Κεφ. 154, αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια. Η αμέλεια του άρθρου αυτού συνίσταται στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη και είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν. 86/72). Ο βαθμός αμέλειας αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου.» Η Νομολογία μας έχει διαβαθμίσει τους βαθμούς αμέλειας ως ανωτέρω και ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για καταδίκη βάσει του άρθρου 210 του Κεφ. 154 είναι αυτός της ποινικής αμέλειας (criminal negligence). Η ποινική αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης του άρθρου 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας (άρθρο 205 Κεφ.154), αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 Ν.86/1972) αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence) (βλ.Rayas v. The Police 19CLR308, ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποιν.Εφ.145/2013, 19/12/2014, ΜΑΡΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποιν.Εφ.140/2014, 08/04/2015). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με τα ευρήματα μου καταλήγω στα ακόλουθα. Οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά αποτελούν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 210 Κεφ.154 (βλ.Ζυπιτής ανωτέρω), ενώ οι έννοιες «αλόγιστη» και «απερίσκεπτη» έχουν ερμηνευτεί ότι έχουν ουσιαστικά το ίδιο νόημα (βλ.Μαυρομμάτης ανωτέρω). Ως προανέφερα για να αποδειχθεί η επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, εν προκειμένω η επικίνδυνη οδήγηση, θα πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού ιδωμένης αντικειμενικά (βλ.Πέτρου, Σάββα και Σαζός ανωτέρω). Το επίπεδο της οδήγησης του κατηγορούμενου πρέπει να πολύ χαμηλότερο από αυτό που αναμένεται από έναν ικανό και προσεκτικό οδηγό και πρέπει να είναι προφανές σε έναν ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι ο τρόπος οδήγησης είναι επικίνδυνος (βλ.Blackstone's ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα με σκοπό να στρίψει δεξιά και ενώ είχε δει και αντιληφθεί (εσφαλμένα) ότι ο δρόμος απέναντι του ήταν άδειος, εισήλθε λοξώς στην οδό Κρήτης χωρίς να κάνει 90 μοίρες γωνία, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας Α και να προκαλέσει το δυστύχημα. Το ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα Α είναι ένα στοιχείο που θα κρίνει την οδήγηση του, όμως η όλη του οδηγική συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με βάση τα ανωτέρω ως επικίνδυνη. Θα προχωρήσω να εξετάσω εάν όμως η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα μπορούσε να κριθεί ως αλόγιστη ή απερίσκεπτη. Για να θεωρηθεί η οδήγηση του κατηγορούμενου ως τέτοια θα πρέπει να οδηγεί κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή κίνδυνο για τρίτα πρόσωπα ή περιουσία, χωρίς να έχει στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα τέτοιου κινδύνου ή εάν τον αναγνώρισε εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο (βλ.Αντώνη Χρυσοστόμου και ΜΑΡΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ανωτέρω). Επίσης για να στοιχειοθετηθεί η απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης από το μέσο συνετό και σώφρονα οδηγό και η στοιχειοθέτηση αυτή είναι άμεσα συναρτώμενη προς τη συγκεκριμένη ενέργεια που κρίνεται (βλ.Αντώνη Χρυσοστόμου ανωτέρω). Η ενέργεια εν προκειμένω του κατηγορούμενου να μην σταματήσει τελείως και να στρίψει χωρίς να κάνει 90 μοίρες σε συνδυασμό με το ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα Α να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση σίγουρα δεικνύει αμέλεια από μέρους του η οποία εκφεύγει σίγουρα του μέτρου του μέσου σώφρονα και συνετού οδηγού. Είναι όμως τέτοιου βαθμού ούτως ώστε να θεωρηθεί ως ποινική αμέλεια και η όλη συμπεριφορά του ως αλόγιστη ή απερίσκεπτη; Στο ανωτέρω ερώτημα υπεισέρχονται θεωρώ και οι εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Συγκεκριμένα και με βάση τα ευρήματα μου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι ο φωτισμός στο δρόμο ήταν μέτριος, ο δρόμος εξ' αντιθέτου του κατηγορούμενου έχει κατωφέρεια και το θύμα κινείτο με ταχύτητα 65,448χαω αντί 30χαω που ήταν το όριο. Επιπρόσθετα ο ΜΚ1 ανέφερε στην μαρτυρία του ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στιγμιαία να κρύφτηκε η μοτοσυκλέτα Α πίσω από το προπορευόμενο όχημα, θέση την οποία προώθησε η υπεράσπιση. Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν αλόγιστη ή απερίσκεπτη. Αυτό για το οποίο έχω καταλήξει, είναι ότι η οδηγική του συμπεριφορά εκφεύγει αυτής του μέσου σώφρονα και συνετού οδηγού, εφόσον εάν σταματούσε τελείως το όχημα του ούτως ώστε να εισέλθει με γωνία 90 μοίρες στην οδό Κρήτης το δυστύχημα δεν θα επεσυνέβαινε. Με βάση τα όσα έχω καταλήξει θα προχωρήσω να εξετάσω εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155, ούτως ώστε να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο με την προσθήκη της κατηγορίας της αμελούς οδήγησης. Στην Ανδρέας Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2ΑΑΔ458 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δε θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του.» Οι πρώτες 2 προϋποθέσεις πληρούνται ως έχω ανωτέρω επεξηγήσει. Αναφορικά με την 3η προϋπόθεση πληρείται και αυτή, εφόσον το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/1972) πριν αυτό τροποποιηθεί με τον Ν.129(Ι)/2020 ανέφερε τα ακόλουθα αναφορικά με την προβλεπόμενη ποινή: «Αμελής οδήγησις 8. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τέλος, αναφορικά με την 4η προϋπόθεση δεν θεωρώ ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται από την τροποποίηση, εφόσον η υπερασπιστική γραμμή του δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική σε περίπτωση που αντιμετώπιζε ευθύς εξ' αρχής το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να τροποποιηθεί το ενώπιον μου κατηγορητήριο με την προσθήκη 2ης κατηγορίας για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Συνακόλουθα προστίθεται 2η κατηγορία με τις ακόλουθες λεπτομέρειες: «Ο κατηγορούμενος την 14/03/2019 στη συμβολή των οδών Αγίας Φυλάξεως και Κρήτης, στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KTV904, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα επιφέροντας το θάνατο του Χρίστου Αρτεμίου τέως από τη Λεμεσό» Ως εκ τούτου η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, ενώ έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία και κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία. (Υπ.) .............................. Κ. Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο