← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 15506/21, 28/9/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 15506/21, 28/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:30 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15506/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28/9/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κα Χ. Αθανασίου και κ. Χ. Χ'Ελευθερίου (για να ακούσει την ποινή και για την κα Μ. Νεοφύτου). Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) O κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 6

(4)(α),
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1 και 2). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση μας ημερομηνίας 13/9/
  1. Τα παραθέτουμε συνοπτικά για σκοπούς της παρούσας: Η παραπονούμενη Α.Α., γεννήθηκε στις 22/2/2011 και είναι παιδί που απέκτησαν στον γάμο τους ο κατηγορούμενος με τη Μ.Κ.
  2. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του Αυγούστου 2016 και Αυγούστου 2017, ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε διάσταση με τη Μ.Κ.6 και η Α.Α., ο αδελφός της και η Μ.Κ.6 διέμεναν στην Πάφο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να διαμένει στην οικία όπου διέμενε προηγουμένως η οικογένεια, στη Λεμεσό. Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, κάποια σαββατοκύριακα η Α.Α. διανυκτέρευε στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό. Για τον σκοπό αυτό, ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. από την Πάφο και ακολούθως την επέστρεφε στη Μ.Κ.6 στην Πάφο. Το 2016, όταν ήταν 5 χρονών η Α.Α., αργά ένα βράδυ που διανυκτέρευε στην οικία του κατηγορούμενου στη Λεμεσό, ενώ η Α.Α. βρισκόταν στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα γυμνός, άνοιξε την κουρτίνα του μπάνιου και της είπε να πιάσει με το χέρι της το πέος του και να το κινήσει πάνω κάτω, κατά τον τρόπο που διενεργείται ο αυνανισμός. Η Α.Α. ξαφνιάστηκε επειδή ο κατηγορούμενος ήταν γυμνός και δεν τον είχε δει ξανά προηγουμένως γυμνό. Η Α.Α. δεν καταλάβαινε γιατί το ήθελε αυτό ο κατηγορούμενος αλλά έπιασε το πέος του με το χέρι της και έκανε αυτό που της ζήτησε. Δεν θυμάται εάν σταμάτησε από μόνη της να το κάνει αυτό, ούτε πόση ώρα διήρκησε. Στη συνέχεια η Α.Α. φόρεσε ττόρο και πήγαν με τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο όπου θα κοιμούνταν. Εκεί, στο κρεβάτι και πριν η Α.Α. προλάβει να ντυθεί, ο κατηγορούμενος όντας γυμνός της είπε να του γλύψει το πέος του. Η Α.Α. αρνήθηκε επειδή ένιωθε άβολα διότι δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο κατηγορούμενος αυτή να κάνει και τότε ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο κρεβάτι, ο κατηγορούμενος έγλυψε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. Καθώς της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα, η Α.Α. του είπε να σταματήσει αλλά ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν η Α.Α. του είπε για δεύτερη φορά να σταματήσει. Μετά τα πιο πάνω η Α.Α. και ο κατηγορούμενος κοιμήθηκαν γυμνοί στο ίδιο κρεβάτι. Η Α.Α. είχε πλήρη άγνοια για το τι είναι το σεξ και δεν καταλάβαινε τη φύση των πράξεων που της ζήτησε ο Κατηγορούμενος να κάνει και των πράξεων που ακολούθησαν. Ο κ. Χ'Ελευθερίου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε κατ' αρχάς στην ηλικία του κατηγορούμενου και στο λευκό ποινικό του μητρώο. Όσον αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο συνήγορος υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Περαιτέρω, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, το 2016 δημιούργησε ομάδα για ανεύρεση ανηλίκου προσώπου το οποίο είχε απαχθεί και το οποίο ανευρέθηκε από την εν λόγω ομάδα. Για την ενέργεια του αυτή, ο κατηγορούμενος έλαβε τιμητική έπαινο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού που ο κατηγορούμενος διέπραξε, είναι αναμφίβολα σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται κατ' αρχάς μέσα από την ποινή που ο Νόμος προβλέπει, που στην προκειμένη είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Ο Νόμος 91(Ι)/2014, θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών και προπαντός προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας. Η προστασία των παιδιών, τα οποία αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον αυτής, αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεως του (βλ. Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 51/20, ημερ. 3/12/2020). Τα σεξουαλικά αδικήματα, ως εκ της φύσεως τους, μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος και στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του και τον ψυχικό του κόσμο (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 61/20 (Σχ. με 64/20), ημερ. 14/7/2022) ειδικά για τις περιπτώσεις όπου το θύμα είναι παιδί (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/5/2022). Ως επισημάνθηκε στην Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και σε αντίθεση με τους ενήλικες, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ' επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Εξ ου και ο Νόμος 91(Ι)/2014 έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 181/19, ημερ. 7/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:B312). Στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι λοιπόν η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/3/2017). Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη ότι οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το Νόμο είναι ότι όταν το παιδί-θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού - οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 69/17, ημερ. 5/12/2017). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, από τη μελέτη της σχετικής νομολογίας προκύπτει και είναι άλλωστε λογικό, η ύπαρξη διαφοροποίησης ως προς το ύψος των ποινών που επιβάλλονται και ανάλογα με το είδος της σεξουαλικής κακοποίησης των ανηλίκων. Έτσι μικρότερες ποινές επιβάλλονται όταν η σεξουαλική πράξη περιορίζεται σε αγγίγματα ή θωπείες στα σώματα των παιδιών, με τις ποινές να κλιμακώνονται και να γίνονται αυστηρότερες όταν υπάρχει συνουσία με τους ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα, προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται (βλ. Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφεση Αρ. 90/19, ημερ. 15/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:B353 και Γενικός Εισαγγελέας ν. S.J.L., Ποιν. Έφεση Αρ. 145/21 (σχ. με 129/21), ημερ. 27/10/2022). Εδώ να σημειωθεί ότι η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων προκύπτει αβίαστα τόσο από τη σχετική νομολογία όσο και από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η φύση των αδικημάτων, με τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από τέτοιες συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Το ίδιο το έγκλημα, η βαρύτητα των πράξεων και τα κατάλοιπα στο θύμα, είναι, στην απουσία εξαιρετικών άλλων περιστάσεων, τα κυρίαρχα στοιχεία στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 109/20, ημερ. 10/3/2021). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, δεδομένου ότι πολύ σπάνια εντοπίζεται ταυτοσημία στον βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την επιβολή παρόμοιας ποινής. Κατά συνέπεια, η αναφορά σε ποινές που έχουν επιβληθεί σε άλλες περιπτώσεις για το ίδιο ή συναφές αδίκημα μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο εφόσον τα γεγονότα προσομοιάζουν (βλ. Al Dhess ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/21, ημερ. 16/3/2022). Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τη φύση όσο και από τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ως επίσης από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας της ανήλικης παραπονούμενης. Φυσικοί και ανθρώπινοι νόμοι εναποθέτουν την προστασία των παιδιών στους γονείς τους. Ο κατηγορούμενος, αντί να ενεργεί ως προστάτης της θυγατέρας του, για να ικανοποιήσει τα ζωώδη ένστικτά του, καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε ως πατέρας (της Α.Α.) ενός παιδιού που έχρηζε ιδιαίτερης προστασίας αφού βρίσκονταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 5 ετών και είχε άγνοια για το σεξ και τη φύση των σεξουαλικών πράξεων που της ζήτησε να του κάνει. Ενώ φυσιολογικά θα αναμενόταν, ο κατηγορούμενος να αξιοποιήσει τον χρόνο που κάθε τόσο (κάποια σαββατοκυρίακα) είχε την ευκαιρία να είναι κοντά στην Α.Α. (αφού βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του), ώστε να διατηρήσει και να εμβαθύνει τη σχέση και το δεσμό με το ανήλικο τέκνο του, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι πήρε την Α.Α. για διανυκτέρευση στον δικό του χώρο διαμονής, μακριά από τη μητέρα της και προέβηκε σε δύο διαφορετικές και διαδοχικές σεξουαλικές πράξεις εναντίον της Α.Α. Προέβη δε στη δεύτερη σεξουαλική πράξη, δηλαδή στο να γλύψει τα γεννητικά όργανα της θυγατέρας του, αφού απέτυχε προηγουμένως η προσπάθεια του να πείσει αυτήν να γλύψει τα δικά του γεννητικά όργανα και δεν σταμάτησε την εν λόγω πράξη του παρά μόνο αφού του το ζήτησε η Α.Α. για δεύτερη φορά. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδρασε αργά το βράδυ, πριν βάλει την Α.Α. να κοιμηθεί και παρά τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτός εφόσον σε πολύ κοντινό δωμάτιο βρίσκονταν η τότε συμβία του με τη θυγατέρα της. Οι ποινικά κολάσιμες πράξεις του κατηγορούμενου εναντίον της, παρά το ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τη φύση τους, προκάλεσαν στην Α.Α. λύπη και την έκαναν να νιώσει άβολα. Η πολύ μικρή ηλικία της Α.Α. (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/20, ημερ. 28/1/2021 και Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 109/20, ημερ. 10/3/2021) αλλά και η στενή συγγενική σχέση μεταξύ του κατηγορούμενου και της Α.Α. (σχέση γονέα - παιδιού) (βλ. άρθρο 19(γ) του Νόμου 91(Ι)/2014 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21 ανωτέρω), αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι δεν μας διαφεύγει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν συνίστατο σε απλά αγγίγματα και θωπείες αλλά σε σοβαρότερες σεξουαλικές πράξεις και συγκεκριμένα σε πράξη (στο πέος του κατηγορούμενου) που γίνεται κατά τον τρόπο που διενεργείται ο αυνανισμός και σε γλύψιμο γεννητικών οργάνων (της Α.Α.). Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και η μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα αναφέρουμε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, η Α.Α. ήταν 5 ετών ενώ ο κατηγορούμενος ήταν 45 ετών (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/3/2017 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ.Χ., Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 36/17, ημερ. 14/6/2017), ECLI:CY:AD:2017:B219, διαφορά που προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία, ώστε θα πρέπει να αντανακλάται και στο ύψος της ποινής (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 και Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57). Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες αποτελεί βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του, το οποίο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η μη παραδοχή του όμως είχε ως συνέπεια τη διεξαγωγή δίκης, η οποία έθεσε την ανήλικη παραπονούμενη θυγατέρα του στη δεινή θέση να βιώσει ξανά τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν παραδεχόταν, εφόσον κάτι τέτοιο θα καταδείκνυε και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Με άλλα λόγια με τη μη παραδοχή του απώλεσε το σχετικό ευεργέτημα, το οποίο θα οδηγούσε σε μείωση της ποινής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ.112/19, ημερ. 3/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412 και Σ.Λ. ανωτέρω). Αρνούμενος δε μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων, ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια για τις κολάσιμες πράξεις του (βλ. Α.Π. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 192/16, ημερ. 26/9/2019). Πάρα τα πιο πάνω, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε υπόψην ότι ο κατηγορούμενος, παρά το ότι είναι σήμερα 52 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40) καθώς και το ότι το 2016 έλαβε τιμητική έπαινο από την Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον η ομάδα που δημιούργησε για ανεύρεση ανηλίκου προσώπου που είχε απαχθεί, πέτυχε να εντοπίσει τον ανήλικο. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, παρά το ότι δεν έχουν τεθεί κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη ότι: · Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε βία ούτε απείλησε την Α.Α. για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε ότι η Α.Α. στην ηλικία που βρισκόταν (5 ετών), δεν είχε αντίληψη της φύσης των σεξουαλικών πράξεων που της ζήτησε να του κάνει - και που του έκανε και της έκανε - και συνεπώς δεν αντιστάθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να χρειαστεί η άσκηση βίας ή απειλής εκ μέρους του κατηγορούμενου για να πετύχει τον άρρωστο σκοπό του. · Τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν σε σύντομο χρόνο μεταξύ τους, το ίδιο βράδυ και δεν επαναλήφθηκαν έκτοτε δηλαδή η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις της συνεχούς και επανειλημμένης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, παρά το ότι ούτε αυτό τέθηκε κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής, ότι ευτυχώς δεν διαφάνηκε από τη διάπραξη των αδικημάτων η Α.Α., πέραν του ότι, ως είπε, νιώθει άβολα και αηδία για τα όσα βίωσε από τον κατηγορούμενο, να υπέστη οποιαδήποτε ψυχολογική ή άλλη βλάβη. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψην τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ιδιαίτερα ότι: · Προέρχεται από χαμηλής εισοδηματικής τάξης οικογένεια. · Μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον χωρίς θαλπωρή και προσοχή προς τα παιδιά. Υπήρξε συστηματικά θύμα ενδο-οικογενειακής βίας (σωματικής βίας) από το οικογενειακό του περιβάλλον και εκδήλωσε σημάδια αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην εφηβική του ηλικία. · Αποφοίτησε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με αρκετές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της φοίτησης του εν όψει του ότι δεν ακολούθησε τις φιλοδοξίες του και τον Κλάδο που επιθυμούσε. · Είναι πατέρας ενός ενήλικου παιδιού, ηλικίας 23 ετών και της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία σήμερα είναι 12 ετών. · Εργάζεται από μικρή ηλικία και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε προβλήματα στην επαγγελματική του πορεία. Μέχρι την ημερομηνία προφυλάκισης του εργαζόταν σε εταιρεία ανακύκλωσης και παράλληλα διατηρούσε δική του βιοτεχνία. Δεν μας διαφεύγει δε η πάγια αρχή της νομολογίας ότι ακόμη και εκεί όπου διαπιστώνεται αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει, χωρίς όμως να ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15 ανωτέρω). Ως όμως, επίσης έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα αδικημάτων όπως τα επίδικα, η μεγάλη κοινωνική απαξία που αυτά ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, δευτερεύουσας σημασίας (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/17 ανωτέρω και Πατούρη ανωτέρω). Οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοια σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα, τα οποία, επαναλαμβάνουμε, δυστυχώς βρίσκονται σε έξαρση, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Τέλος, παρά το ότι ούτε το ζήτημα του χρόνου που διέρρευσε μέχρι σήμερα, εγέρθηκε κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής, εντούτοις κρίνουμε ορθό όπως το εξετάσουμε και το λάβουμε υπόψην για σκοπούς επιβολής της ποινής. Έχει νομολογηθεί, ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα εφόσον η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψην, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει ασφαλώς προς μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην προκειμένη τα αδικήματα διαπράχθηκαν το
  1. Η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε από την παραπονούμενη στις 16/11/2021, ημερομηνία κατά την οποία η παραπονούμενη έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει ανακριτική κατάθεση στις 18/11/
  2. Υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε λοιπόν ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος της καθυστέρησης, ο χρόνος θα πρέπει να υπολογισθεί από την ημέρα που ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει κατάθεση, οπόταν και έλαβε επαρκή και επίσημη πληροφόρηση για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι από τις 18/11/2021 (βλ. Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 24/11/2021 και παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με την πρώτη εμφάνιση να είναι στις 14/1/
  1. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, στις 14/1/2022, ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για απάντηση και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 18/2/2022, οπόταν και απάντησε στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Έκτοτε και μέχρι τις 3/7/2023, που άρχισε η ακροαματική διαδικασία, η υπόθεση αναβλήθηκε, για σκοπούς ακρόασης, 6 φορές. Οι πέντε εκ των ως άνω αναφερόμενων αναβολών ήταν κατόπιν αιτημάτων της Υπεράσπισης και η έκτη κατόπιν κοινού αιτήματος των δύο πλευρών για σκοπούς ετοιμασίας παραδεχτών γεγονότων. Από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, χρειάστηκαν 4 δικάσιμοι (κλήθηκαν 8 μάρτυρες κατηγορίας, με 1 εξ αυτών να είναι εμπειρογνώμονας). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος στις 17/7/2023 κατάθεσε ενόρκως και η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 27/7/2023, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε στις 13/9/
  2. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για μεγάλο μέρος της καθυστέρησης που παρουσιάστηκε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της, ευθύνη φέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται δεόντως υπόψην, όπως και το αντικειμενικό γεγονός ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο σήμερα, 7 χρόνια περίπου από τη διάπραξη των αδικημάτων και 22 περίπου μήνες από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και έλαβε επίσημη γνώση των όσων του αποδίδονταν. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τη συχνότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης εις βάρος παιδιών, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες και ενδεδειγμένες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Ως εκ των άνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 6 ετών. · Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και ο χρόνος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα, δηλαδή από τις 13/9/
  3. Περαιτέρω κρίνεται επιβεβλημένο, υπό τις ως άνω περιστάσεις, όπως εκδοθεί σειρά διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου 91(Ι)/2014, με τα οποία απαγορεύεται στον κατηγορούμενο, για τα επόμενα 9 έτη:
  4. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
  5. Να εργοδοτηθεί ή να απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
  6. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Επισημαίνονται στον κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστηµα 3 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. Τα έξοδα της υπόθεσης που ανέρχονται σε €295 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.