Έφορο Φορολογίας ν. ZPL ZENITH PUBLICATIONS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης 5358/19, 18/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 5358/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον
- ZPL ZENITH PUBLICATIONS LIMITED
- ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
- ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ Ημερομηνία: 18/09/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενους 1- 2: κ. Θρασυβούλου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 26 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 μέχρι 13 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/11/2014 μέχρι και την 31/10/2018 ενώ, οι κατηγορίες 14 μέχρι 26 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων και τόκου από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την ίδια φορολογική περίοδο. Το κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28/03/
- Σημειώνεται επιπλέον ότι η ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης 3, ως φαίνεται από τον δικαστικό φάκελο, διακόπηκε στις 21/05/
- Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(9),
(10), (10Α)
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. [.]
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Επιπλέον, το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου προνοεί τα εξής: «48
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €30.280,83 και ενόψει της σοβαρής συμμόρφωσης εκ μέρους των Κατηγορουμένων, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €7.344,18. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σχετικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 26 που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €7.344,18, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στους κατηγορούμενους, όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, ήτοι το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, για τα εξής ποσά:
(1)Αναφορικά με την 9η κατηγορία, ποσό €1544,19 πλέον νόμιμο τόκο από 10.09.2017 μέχρι εξοφλήσεως.
(2)Αναφορικά με την 12η κατηγορία, ποσό €3157,14 πλέον νόμιμο τόκο από 10.09.2018 μέχρι εξοφλήσεως.
(3)Αναφορικά με την 13η κατηγορία, ποσό €2024,39 πλέον νόμιμο τόκο από 10.12.2018 μέχρι εξοφλήσεως.
(4)Αναφορικά με την 22η κατηγορία, ποσό €404,19 πλέον νόμιμο τόκο από 01.05.2017 - 31.07.2017.
(5)Αναφορικά με την 25η κατηγορία, ποσό €361,97 πλέον νόμιμο τόκο από 01.05.2018 - 31.07.2018.
(6)Αναφορικά με την 26η κατηγορία, ποσό €212,63 πλέον νόμιμο τόκο από 01.08.2018 - 31.10.
- Παράλληλα, η κα. Χατζηγιάννη ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν βαρύνετε με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη και ο Κατηγορούμενους 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και
- Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2 και ότι αυτός είναι 61 ετών, το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από την εργασία του στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία και ότι από αυτόν εξαρτάται αποκλειστικά η σύζυγος του (κατηγορούμενη 3), η οποία από το 2016 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 02/09/2021, η οποία είχε ετοιμαστεί από προηγούμενη δικάσιμο και βρίσκεται εντός του δικαστικού φακέλου. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου 2 παρουσιάζει σοβαρή ανεπάρκεια και είναι λήπτρια επιδόματος βαριάς κινητικής αναπηρίας ενώ σύμφωνα με έκθεση ολοκληρωμένου πορίσματος αξιολόγησης αναπηρίας (ΟΠΑΑ), η αναπηρία της είναι μόνιμη και η έκταση της κινητικής της αναπηρίας είναι σοβαρή. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανάφερε επιπλέον ότι ο Κατηγορούμενος 2 εργάζεται το πρωί μέχρι το μεσημέρι και μετά το απόγευμα παίρνει την σύζυγο του για θεραπεία αποκατάστασης ενώ επιπλέον είναι οικογενειάρχης, με υιό φοιτητή που σπουδάζει στο εξωτερικό. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία πρόκειται για εταιρεία, στην οποία Διευθυντής είναι ο Κατηγορούμενος 2, η οποία ασχολείται με διοργάνωση εκθέσεων. Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων αναφέρθηκε στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία με τα προβλήματα που επήλθαν στην οικονομία της Κύπρου μετά τον Μάρτιο 2013 και ακολούθως την περίοδο του κορονοϊού. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 προβάλλει αριθμό μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής. Μεταξύ αυτών αποτελούν το λευκό τους ποινικό μητρώο, η παραδοχή και απολογία τους, η ηλικία του Κατηγορούμενου 2, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει την ποινή και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν συμμορφωθεί κατά 80% με το οφειλόμενο ποσό ενώ το ποσό που παρέμεινε αφορά επιβαρύνσεις και τόκο. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων και συγκεκριμένα ότι η σύζυγος του εξαρτάται από αυτόν, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί τις εναντίον του κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και λαμβάνοντας επίσης τον σημαντικό χρόνο που έχει παρέλθει θα πρέπει να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Περαιτέρω, έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 02/09/
- Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. (Κατηγορίες 1 - 13). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν τα προαναφερόμενα νομοθετήματα αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα ελέχθει από πλευράς του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 - 2, προς μετριασμό της ποινής τους, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι, αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού, που είναι ενδεικτικό της τάσης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Την χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης της Κατηγορουμένης 1 και το γεγονός ότι τα αδικήματα διεπράχθησαν, με αναφορικά στις καθορισθείσες στην Κατηγορούμενη 1 φορολογικές περιόδους, διαδοχικά και αφορούν μία μεγάλη συνολικά χρονική περίοδο. Βεβαίως τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες των Κατηγορούμενων 1 - 2 λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Οι οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορούμενων 1 και 2, που όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85).
(4)Η σοβαρή συμμόρφωση των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού αλλά και η αποδοχή εκ μέρους τους καταβολής των εναπομείναντος οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(5)Η καθυστέρηση δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος του κατηγορουμένου, αφής στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Βίκτωρας Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272).
(6)Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 02/09/2021. Σημειώνεται ότι η κακή οικονομική κατάσταση που παρατηρήθηκε στον τόπο μας από το 2013 και εντεύθεν δεν μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα καθότι τα χρήματα του Φ.Π.Α. εισπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δια λογαριασμό της Δημοκρατίας. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν όμως να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο 2 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Βεβαίως οι ελαφρυντικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος του Κατηγορουμένου 2 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο ως προς το εύρος τέτοιας ποινής. Περαιτέρω, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Εν πάση περίπτωση, για τις κατηγορίες υπ'αρ. 11 - 13 και 24- 26, ο χρόνος δίωξης αυτών των αδικημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλος. Συνεπώς, η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, ιδίως για φορολογικά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα αυτού. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 13, χρηματική ποινή €500, ενώ στις κατηγορίες 14 έως 26, δεν επιβάλω καμιά ποινή εφόσον ο πρόσθετος φόρος και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου 95(I)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας όπως καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετο φόρο και τόκους, ως αυτά αναγράφονται στα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 14.09.
- Κατηγορούμενο 2: Στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλω σε έκαστη των κατηγοριών 1 έως 13 ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Επιπρόσθετα όσον αφορά τις κατηγορίες 14 έως 26 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1 έως 13 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον Κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2, την σοβαρή συμμόρφωση εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορουμένου 2 και συγκεκριμένα ότι η σύζυγος του, η οποία πάσχει από σοβαρά προβλήματα κινητικής αναπηρίας και εξαρτάται αποκλειστικά από τον Κατηγορούμενο 2, χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 2, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναρθείσας επιβληθείσας ποινής του Κατηγορούμενου 2 με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο 2 τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο