← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. Λ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 8791/19, 11/10/2023

Έφορο Φορολογίας ν. Λ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 8791/19, 11/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 8791/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον

  1. Λ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΛΕΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ημερομηνία: 11/10/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: κ. Ηλ. Κονναρής ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 9 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 μέχρι 5 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/02/2013 μέχρι και την 31/10/2014 ενώ οι κατηγορίες 6 μέχρι 9 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκων από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/05/2013 μέχρι και την 31/10/
  3. Το κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 21/05/
  4. Η παρούσα υπόθεση, για την Κατηγορούμενη 2, δυνάμει του Άρθρου 81 του Κεφ. 155, λήφθηκε υπόψη στην Ποινική Υπόθεση 8790/19 του Ε.Δ. Λεμεσού και προς τούτο της έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους

(9),
(10), (10Α)
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. [.]
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Επιπλέον, το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προνοεί τα εξής: «48
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €6.728,29 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης εκ μέρους των κατηγορουμένων, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €4.066,07. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σχετικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 9 που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €4.066,07, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στην Κατηγορουμένη 1 Εταιρεία, όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, ήτοι το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, για τα ποσά ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α. Παράλληλα, η κα. Χατζηγιάννη ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν βαρύνετε με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στην επιστολή ημερ. 19/09/23 της Κατηγορούσας Αρχής προς την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία (βλ. Έγγραφο Β) αναφορικά με την εκποίηση του ακινήτου της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας με αρ. εγγραφής [.], Φ/Σχ. [.], Τεμ. [.] και ότι το κέρδος που προέκυψε από την διάθεση του προαναφερόμενου ακινήτου της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, υπάγεται στον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο, Ν.52/80. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας πρόβαλε αριθμό μετριαστικών παραγόντων, οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής. Μεταξύ αυτών αποτελούν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, την παραδοχή της, την απολογία της καθώς και την αποδοχή της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων ποσών και ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία έχει μερικώς συμμορφωθεί με το οφειλόμενο ποσό. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία κρίθηκε ένοχη είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. (Κατηγορίες 1 - 5). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λέχθει από πλευράς του συνηγόρου της Κατηγορουμένης 1 Εταιρείας, προς μετριασμό της ποινής της, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι, αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Η χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης της Κατηγορουμένης 1 και το γεγονός ότι τα αδικήματα διεπράχθησαν, με αναφορικά στις καθορισθείσες στην Κατηγορούμενη 1 φορολογικές περιόδους, διαδοχικά και αφορούν μία μεγάλη συνολικά χρονική περίοδο. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα της επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Η μερική συμμόρφωση της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού αλλά και η αποδοχή, εκ μέρους της, καταβολής των εναπομείναντος οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας της (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(4)Οι οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, που όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85).
(5)Η καθυστέρηση δίωξης της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, αφ'ης στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Βίκτωρας Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ως τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης, κρίνω ότι αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν μετριαστικό παράγοντα καθότι τα χρήματα του Φ.Π.Α. εισπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δια λογαριασμό της Δημοκρατίας στην οποία όφειλε να τα αποδώσει. Ως εκ τούτου, σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη 1 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 5, χρηματική ποινή €300, ενώ στις κατηγορίες 6 έως 9, δεν επιβάλλω καμιά ποινή εφόσον οι πρόσθετοι φόροι, χρηματική επιβάρυνση και τόκοι μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου 95(I)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας όπως ενός 6 μηνών καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετοι φόροι, χρηματική επιβάρυνση και τόκοι, ως αυτά αναγράφονται στο Έγγραφο Α και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.