← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙΡΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 3589/20, 25/9/2023

Έφορο Φορολογίας ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙΡΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 3589/20, 25/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 3589/20 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙΡΙΝΟΥ Ημερομηνία: 25/09/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενο: κ. Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/11/2011 μέχρι και την 30/04/2012, η κατηγορία 3 αφορά την παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και καταβολής Φ.Π.Α. και αφορά την φορολογική περίοδο από 01/11/2011 μέχρι και 31/01/2012, η κατηγορία 4 αφορά την παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. και αφορά την φορολογική περίοδο από 01/02/2012 μέχρι και 30/04/2012 και η κατηγορία 5 αφορά την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από την μη έγκαιρη γνωστοποίηση διαγραφής του υποκείμενου στο φόρο προσώπου από το Μητρώο Φ.Π.Α. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους

(9),
(10), (10Α)
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. [.]
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Περαιτέρω, σχετικά με την 5η κατηγορία, το άρθρο 45(5α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προνοεί τα εξής: «45
(5)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με— (α) Τις διατάξεις των παραγράφων 11 και 12 του Μέρους Ι, της παραγράφου 5 του Μέρους ΙΙ, της παραγράφου 5 του Μέρους ΙΙΙ και της παραγράφου 3
(1)του Μέρους V του Πρώτου Παραρτήματος ή [.] υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση πενήντα λιρών (£50).» Σημειώνεται ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 σχετικά πάντοτε με την 5η κατηγορία, αφορούν την μη έγκαιρη γνωστοποίηση στον Έφορο Φορολογίας για την διαγραφή του υποκείμενου στο φόρο προσώπου από το Μητρώο Φ.Π.Α. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €11.476,44 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης, εκ μέρους του Κατηγορούμενου, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €10.476,44. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σχετικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 5, που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €10.476,44, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο, όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 για τα ποσά ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α. Παράλληλα, η κα. Χατζηγιάννη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου και ότι αυτός είναι 65 ετών και το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από την μερική απασχόληση του καθώς, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, δεν μπορεί να εργάζεται επί πλήρους ωραρίου. Τα σοβαρά προβλήματα υγείας του Κατηγορουμένου επιβεβαιώνονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 13/09/22 (Έγγραφο Β) αλλά και τις σχετικές Ιατρικές Βεβαιώσεις ημερ. 26/04/23 (Έγγραφο Γ) όπου διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα, καρδιακά προβλήματα, κινητικά προβλήματα με τα κάτω άκρα, αρτηριακή πίεση κτλ. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο συνήγορος του Κατηγορουμένου πρόβαλε αριθμό μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής. Μεταξύ αυτών αποτελούν το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή, την απολογία και την ηλικία του Κατηγορούμενου και ότι ο Κατηγορούμενος έχει μερικώς συμμορφωθεί με το οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων και συγκεκριμένα τα προβλήματα υγείας του, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί τις εναντίον του κατηγορίες και ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και του Κατηγορούμενου μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου του. Περαιτέρω, έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 13/09/22 και στις σχετικές Ιατρικές Βεβαιώσεις ημερ. 26/04/23. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής στον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. (Κατηγορίες 1 - 2). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν τα προαναφερόμενα νομοθετήματα αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λεχθεί από πλευράς του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, προς μετριασμό της ποινής του, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι, αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού, που είναι ενδεικτικό της τάσης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)H χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης του Κατηγορούμενου και το γεγονός ότι τα αδικήματα διεπράχθησαν διαδοχικά και αφορούν μία χρονική περίοδο 6 μηνών. Βεβαίως τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες του Κατηγορούμενου λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα του επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Οι οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, που όμως δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85).
(4)Η μερική συμμόρφωση του Κατηγορούμενου προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού αλλά και την αποδοχή εκ μέρους του καταβολής των εναπομείναντος οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας του (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(5)Η καθυστέρηση δίωξης του Κατηγορούμενου στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος του κατηγορουμένου, αφής στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Βίκτωρας Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272).
(6)Οι προσωπικές περιστάσεις υγείας του Κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης αλλά και περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 13/09/22 και στις σχετικές Ιατρικές Βεβαιώσεις ημερ. 26/04/23. Οι προαναφερόμενοι μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν όμως να εξουδετερώσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 λόγω ακριβώς της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω ήδη αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Βεβαίως οι ελαφρυντικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος του Κατηγορουμένου και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο ως προς το εύρος τέτοιας ποινής. Περαιτέρω, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Συνεπώς, η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, ιδίως για φορολογικά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου. Συνεπώς και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Στην 2η κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Επιπρόσθετα αναφορικά με τις κατηγορίες 3 έως 5, δεν επιβάλω καμιά ποινή εφόσον ο πρόσθετος φόρος, οι χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω και λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ήδη ποινή στις κατηγορίες 1 και 2 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου 95(I)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου όπως καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετο φόρο, χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκους, ως αυτά αναγράφονται στο Έγγραφο Α και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την μερική συμμόρφωση εκ μέρους του Κατηγορούμενου αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό καθώς και των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου και συγκεκριμένα τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναρθείσας επιβληθείσας ποινής του Κατηγορούμενου με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Περαιτέρω, στην απόφαση μου αυτή για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης έλαβα επιπλέον υπόψη την μεγάλη παρέλευση του χρόνου που παρατηρείται στην δίωξη του Κατηγορούμενου. Το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου έχει πρόσφατα σχολιαστεί στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.» Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.