← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. M. TOYMAZOY ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 8790/19, 11/10/2023

Έφορο Φορολογίας ν. M. TOYMAZOY ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 8790/19, 11/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 8790/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον

  1. M. TOYMAZOY ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΛΕΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ημερομηνία: 11/10/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενους 1- 2: κ. Ηλ. Κονναρής Κατηγορούμενη 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 17 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 μέχρι 8 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/02/2013 μέχρι και την 31/01/2015, οι κατηγορίες 9 μέχρι 15 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκων από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/05/2013 μέχρι και την 31/01/2015 και οι κατηγορίες 16 και 17 αφορούν την παράλειψη καταβολής χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκων λόγω μη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/05/2017 μέχρι 31/10/
  3. Το κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 21/05/
  4. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους

(9),
(10), (10Α)
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. [.]
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Επιπλέον, το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προνοεί τα εξής: «48
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €13.586,68 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης εκ μέρους των Κατηγορουμένων, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €7.979. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σχετικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι 17 που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €7.979, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στους κατηγορούμενους, όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, ήτοι το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, για τα ποσά ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α. Παράλληλα, η κα. Χατζηγιάννη ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν βαρύνετε με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη και η Κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και
  1. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2, ήτοι ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών και έχει την επιμέλεια των παιδιών της καθώς βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 πρόβαλε αριθμό μετριαστικών παραγόντων, οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής. Μεταξύ αυτών αποτελούν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, την παραδοχή τους, την απολογία τους καθώς και την αποδοχή της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων ποσών και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν μερικώς συμμορφωθεί με το οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών της περιστάσεων, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί τις εναντίον της κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και λαμβάνοντας επίσης την καθυστέρηση δίωξης της Κατηγορούμενης
  2. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. (Κατηγορίες 1 - 8). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Για σκοπούς επιβολής ποινής στην Κατηγορούμενη 2 στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο, μετά από αίτημα του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2 και της συναίνεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του Κεφ. 155, ώστε να ληφθεί υπόψη και η υπόθεση 8791/19 του Ε.Δ. Λεμεσού, που αφορά και την Κατηγορούμενη 2 και η προαναφερθείσα υπόθεση αφορά ίδιας φύσεως αδικήματα, όπου οι εκεί συνολικά οφειλόμενες εισφορές και τέλη ανέρχονται σήμερα στο ποσό των €4.066,07. Να σημειωθεί ότι το αρχικό οφειλόμενο ποσό στην προαναφερθείσα υπόθεση, πριν την μερικώς συμμόρφωση, ήταν €6.728,29. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λέχθει από πλευράς του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 - 2, προς μετριασμό της ποινής τους, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι, αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Η χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης της Κατηγορουμένης 1 και το γεγονός ότι τα αδικήματα διεπράχθησαν, με αναφορικά στις καθορισθείσες στην Κατηγορούμενη 1 φορολογικές περιόδους, διαδοχικά και αφορούν μία μεγάλη συνολικά χρονική περίοδο. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 - 2. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες των Κατηγορούμενων 1 - 2 λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Η μερική συμμόρφωση των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού αλλά και η αποδοχή, εκ μέρους τους, καταβολής των εναπομείναντος οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(4)Η καθυστέρηση δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος των κατηγορουμένων, αφ'ης στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Βίκτωρας Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272).
(5)Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορουμένης 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κρίνω ότι αφ'ης στιγμής η Κατηγορούμενη 2 ήτο καθ'ολους τους ουσιώδης χρόνους η Διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας όφειλε να τηρεί τις πρόνοιες του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000. Οι δύσκολες συνθήκες κατά την περίοδο του κορονοϊού δεν μπορούν να αποτελέσουν μετριαστικό παράγοντα καθότι τα χρήματα του Φ.Π.Α. εισπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, Διευθύντρια της οποίας είναι η Κατηγορούμενη 2, δια λογαριασμό της Δημοκρατίας στην οποία όφειλαν να τα αποδώσουν. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν όμως να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα δια αμφότερους Κατηγορουμένους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για την Κατηγορούμενη 2 είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Συνεπώς, η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, ιδίως για φορολογικά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε προκύπτει ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 2 έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε ουσιώδη τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα αυτής. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι σε διάσταση με τον σύζυγο της, ως προέκυψε κατά τον μετριασμό της ποινής, είναι πρόσφατο γεγονός. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 8, χρηματική ποινή €400, ενώ στις κατηγορίες 9 έως 17, δεν επιβάλλω καμιά ποινή εφόσον οι πρόσθετοι φόροι, χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου 95(I)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας όπως εντός 6 μηνών καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετοι φόροι, χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι, ως αυτά αναγράφονται στο Έγγραφο Α και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου. Κατηγορούμενη 2: Στην Κατηγορούμενη 2 επιβάλλω σε έκαστη των κατηγοριών 1 έως 8 ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Επιπρόσθετα όσον αφορά τις κατηγορίες 9 έως 17 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1 έως 8 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στην επιμέτρηση της ποινής της Κατηγορούμενης 2 στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η ποινική υπόθεση 8791/19 του Ε.Δ. Λεμεσού. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στην Κατηγορούμενη 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 2, την μερική συμμόρφωση εκ μέρους αυτής αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών της Κατηγορούμενης 2 και συγκεκριμένα ότι πρόσφατα βρίσκεται εν διάσταση με τον σύζυγο της και διατηρεί την επιμέλεια των 2 ανήλικων παιδιών της, χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη 2, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναφερθείσας επιβληθείσας ποινής της Κατηγορούμενης 2 με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Περαιτέρω, στην απόφαση μου αυτή για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης έλαβα επιπλέον υπόψη την μεγάλη παρέλευση του χρόνου που παρατηρείται στην δίωξη της Κατηγορούμενης 2. Το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου έχει πρόσφατα σχολιαστεί στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.» Το Δικαστήριο εξηγεί στην Κατηγορούμενη 2 τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.