← Κύπρος

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. P.J.C. RESTAURANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης 18786/19, 30/10/2023

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. P.J.C. RESTAURANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης 18786/19, 30/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 18786/19 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Εναντίον

  1. P.J.C. RESTAURANTS LTD
  2. Παντελή Κωνσταντίνου Ημερομηνία: 30/10/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 54 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49 και 51 αφορούν την Κατηγορούμενη 1 και τα αδικήματα

(1)μη πληρωμής μισθού μηνιαίως σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό,
(2)μη καταβολής αργιών με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης και
(3)παράλειψης αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης των εργοδοτούμενων της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Παράλληλα, ο Κατηγορούμενος 2, παραδέχτηκε ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας παρακίνησε τα προαναφερόμενα αδικήματα, ως οι Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50 και 52 του κατηγορητηρίου. Επιπλέον, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν τις κατηγορίες 53 και 54 του κατηγορητηρίου που αφορούν την άρνηση παροχής σε αρμόδιο επιθεωρητή κάθε πληροφορίας, βιβλίου, αρχείου, πιστοποιητικού ή άλλου εγγράφου ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου έχουν στην κατοχή τους και παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσουν. Το κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 24.09.2019. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/07, του περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Νόμου, Ν.80/68, των περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1968 έως 2009 (Κ.Δ.Π. 398/09) και του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου, Ν.63(Ι)/02 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα τα Άρθρα 9 και 17 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/07 προβλέπουν τα εξής: «9
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» «17
(1)Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2)Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον Επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού.» Περαιτέρω, το Άρθρο 20 Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/07 προβλέπει τα ακόλουθα στις υπό παραγράφους
(1), (1Α),
(2),
(4)και
(5): «20
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. (1Α) Σε περίπτωση κατά την οποία διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, τότε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διέπραξαν το αδίκημα αυτό υπόκεινται, σε περίπτωση καταδίκης τους, στην ποινή που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου
(1)για το αδίκημα αυτό.
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. [.]
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) παρεμποδίζει επιθεωρητή κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ΄ αυτόν από το Νόμο, (β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο, (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιαστεί ενώπιον επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο.» Επιπλέον, o Κανονισμός 15 των περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1968 έως 2009, που τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 398/09, προβλέπει ότι: «15. Εάν οποιοσδήποτε εργοδότης παραβαίνει ή παραλείψει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των Κανονισμών 3, 4, 5, 9 και 11 είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5,000) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Προς τούτο και σχετικά με τις επίδικες κατηγορίες είναι ο Κανονισμός 3
(6)της Κ.Δ.Π.398/09, που προνοεί τα εξής «3
(6). Κάθε υπάλληλος κέντρου αναψυχής δικαιούται τις ακόλουθες, επί πληρωμή, αργίες: (α) 1η Ιανουαρίου (β) 6η Ιανουαρίου (γ) Καθαρά ∆ευτέρα (δ) 25η Μαρτίου (ε)1ηΑπριλίου (στ) Μεγάλη Παρασκευή (ζ) Κυριακή του Πάσχα (η)∆ευτέρα του Πάσχα (θ) 1η Μαΐου (ι) ∆ευτέρα του Αγίου Πνεύματος (ια) 15η Αυγούστου (ιβ) 1η Οκτωβρίου (ιγ) 28η Οκτωβρίου (ιδ) 25η ∆εκεμβρίου (ιε) 26η ∆εκεμβρίου Νοείται ότι, σε περίπτωση που υπάλληλος κέντρου αναψυχής απασχολείται σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω αργίες, καταβάλλεται σε αυτόν χρηματική αποζημίωση όχι μικρότερη της αναλογίας 1 : 2.» Τέλος, τα Άρθρα 8
(2)και 19 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου, Ν.63(Ι)/02, προνοούν τα εξής σχετικά: «8
(2). Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.» «
  1. Εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή σε πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι γίνεται προσπάθεια καταβολής των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους από τον Κατηγορούμενο
  2. Εντούτοις, από τον Ιούνιο του 2023, ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ανέλαβε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους, βρίσκεται στις φυλακές λόγω προηγούμενης καταδίκης και ως εκ τούτου διακόπηκε η εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2, προσπάθεια για καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Περαιτέρω, ο κ. Προδρόμου αναφέρθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αποδέχονται την έκδοση διατάγματος για καταβολή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα των ακόλουθων ποσών, με βάση το Άρθρο 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/07:
(1)Για τις κατηγορίες 1 - 8, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €1.294,72 προς τον προαναφερόμενο εργοδοτούμενο.
(2)Για τις κατηγορίες 9 - 14, που αφορούν την εργοδοτούμενη κα. [.], καταβολή του ποσού των €260 προς την προαναφερόμενη εργοδοτούμενη.
(3)Για τις κατηγορίες 15 - 24, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €1.231,88 προς τον προαναφερόμενο εργοδοτούμενο.
(4)Για τις κατηγορίες 25 - 34, που αφορούν την εργοδοτούμενη κα. [.], καταβολή του ποσού των €473 προς την προαναφερόμενη εργοδοτούμενη.
(5)Για τις κατηγορίες 35 - 44, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €650,32 προς τoν προαναφερόμενo εργοδοτούμενo.
(6)Για τις κατηγορίες 45 - 52, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €511 προς τoν προαναφερόμενo εργοδοτούμενo. Τέλος, ο κ. Προδρόμου αναφέρθηκε στις προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορούμενων 1 και 2 στις Ποινικές Υποθέσεις υπ'αρ. 2449/20 και 2651/20 και κατάθεσε και σχετικό έγγραφο όπου διαφαίνονται και άλλες προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορούμενων 1 και 2 (Τεκμήριο Α), το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου. Τόσο η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία όσο και ο Κατηγορούμενος 2 δεν εκπροσωπούνται από συνήγορο. Κατά τον μετριασμό της ποινής, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν είναι πλέον ενεργή και αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στην παραδοχή του και στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές του συνθήκες και ότι πρόθεση του είναι να προχωρήσει στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών, γεγονός στο οποίο έχει μερικώς προβεί αλλά η προσπάθεια του αυτή δυστυχώς διακόπηκε λόγω του ότι εκτελεί ποινή φυλάκισης. Τα όσα λέχθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 προς το Δικαστήριο περιλαμβάνονται στην επιστολή ημερ. 16.10.23 του Κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο B). Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ήταν η θέση του ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 και ότι αυτός σύντομα θα απελευθερωθεί με ηλεκτρονικό βραχιόλι και επιθυμεί να συνεχίσει τις πληρωμές των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και του ίδιου του Κατηγορούμενου
  1. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράλειψη πληρωμής μισθών εργοδοτούμενων έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services LTD, Πoινική ΄Εφεση αρ.134/2016, 5/6/2018, αναφέρθηκε ότι: «η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.» Στην απόφαση Ροδοσθένους ν. Aqua Masters Plc, Ποινική ΄Εφεση 138/2017, ημερ. 4.7.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ενδιατρίψει τις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, τονίζοντας ότι σκοπός του προαναφερόμενου Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και συγκεκριμένα η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και στις ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 264/2018 και 265/2018 ημερ. 03.07.2020 και FRANGOUS PS LIMITED κ.α. ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ημερ. 04.07.
  2. Επίσης αναφορικά με την κατηγορία 53 λέχθηκαν τα εξής σχετικά στην Ευγενία Παρασκευαιδου ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/2016 και 216/2016, 18/4/2018: ως «Οι ευρύτατες εξουσίες που παρέχονται από τις πρόνοιες των υπό αναφορά νομοθετημάτων στους Επιθεωρητές προς έλεγχο και επιθεώρηση, σκοπό έχουν τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακριβώς λόγω των ιδιαιτέρως ευαίσθητων κοινωνικών προεκτάσεων που ενέχει η σύμβαση εργοδότησης. Γι΄αυτό το λόγο η ευθύνη παρουσίασης των προβλεπομένων αρχείων και άλλων στοιχείων και, κατά προέκταση, οι κυρώσεις, δεν περιορίζονται στο πρόσωπο του όποιου εργοδότη, αλλά εκτείνονται και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλισθεί κατά αποτελεσματικό τρόπο η τήρηση των διατάξεων της νομοθεσίας». Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν οι προαναφερθέν Νόμοι αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λέχθει από πλευράς του Κατηγορούμενου 2, προς μετριασμό της ποινής του, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι τέτοιους είδους αδικήματα επενεργούν δραστικά προς τα θεμελιώδη δικαιώματα έκαστου εργοδοτούμενου. Συγκεκριμένα, τα επίδικα αδικήματα άπτονται της ίδιας της ποιότητας ζωής του εργοδοτούμενου και φτάνουν μέχρι να πλήττουν την αξιοπρεπή του διαβίωση καθώς ο εργοδοτούμενος εργάζεται για να καθίσταται δυνατόν να φροντίζει τόσο τον εαυτό του όσο και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Αν του στερούνται τα ωφελήματα που προκύπτουν από την εργασία του, ουσιαστικά του στερούνται τα προς το ζην (Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services LTD (ανωτέρω), Ροδοσθένους ν. Aqua Masters Plc (ανωτέρω)).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Η χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς τους εργοδοτούμενους.
(6)Οι προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων 1 και
  1. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο
  2. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή των Κατηγορούμενων 1 και 2 στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα της επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Η μερική συμμόρφωση του Κατηγορούμενου 2 προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(3)Η αποδοχή εκ μέρους των Κατηγορούμενων 1 και 2 για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους.
(4)Η απολογία του Κατηγορουμένου 2 προς το Δικαστήριο, το οποίο δεικνύει την ειλικρινή μεταμέλεια του.
(5)Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα ως έχουν τεθεί από τον Κατηγορούμενο 2 και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία είναι ανενεργή εξαιτίας του παράνομου τερματισμού από τον κύριο προμηθευτή προϊόντων της, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία να απωλέσει τον κύκλο εργασίας της και οι εργοδοτούμενοι της να χάσουν τις εργασίες τους.
(6)Οι προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ίδιο. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, τα γεγονότα της υπόθεσης, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον Κατηγορούμενο 2 όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο 2 είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Σημειώνεται βεβαίως ότι για την Κατηγορούμενη 1, ως νομικό πρόσωπο, η μόνη ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία Στην κατηγορία 1 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  1. Στην κατηγορία 5 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  2. Στην κατηγορία 7 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  3. Στην κατηγορία 9 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  4. Στην κατηγορία 13 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  5. Στην κατηγορία 15 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  6. Στην κατηγορία 21 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  7. Στην κατηγορία 23 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  8. Στην κατηγορία 25 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  9. Στην κατηγορία 31 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  10. Στην κατηγορία 33 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  11. Στην κατηγορία 35 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  12. Στην κατηγορία 41 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  13. Στην κατηγορία 43 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  14. Στην κατηγορία 45 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  15. Στην κατηγορία 51 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  16. Στην κατηγορία 53 επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  17. Στις κατηγορίες 3, 11, 17, 19, 27, 29, 37, 39, 47, 49 και 54 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικής και αναλογικότητας της ποινής. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 6 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 8 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 10 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 14 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 16 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 22 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 24 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 26 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 32 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 34 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 36 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 42 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 44 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 46 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην κατηγορία 52 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία 53 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μήνες. Οι ποινές φυλακίσεις στις προαναφερόμενες κατηγορίες να συντρέχουν. Στις κατηγορίες 4, 12, 18, 20, 28, 30, 38, 40, 48, 50 και 54 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικής και αναλογικότητας της ποινής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον Κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του Κατηγορούμενου 2, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  18. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την παραδοχή και μερική συμμόρφωση του Κατηγορούμενου 2 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αλλά και την αποδοχή εκ μέρους του για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων ποσών, όπου μάλιστα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 επανειλημμένα εξέφρασε προς το Δικαστήριο την πρόθεση του για πληρωμή των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους αλλά και τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου 2, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναφερθείσας επιβληθείσας ποινής του Κατηγορούμενου 2 με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Με αυτήν του την απόφαση το Δικαστήριο δίδει μια τελευταία ευκαιρία στον Κατηγορούμενο 2 να ενεργήσει έμπρακτα και με πράξεις την μεταμέλεια που εξέφρασε σήμερα στο Δικαστήριο και να προχωρήσει στην καταβολή των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονούμενους. Επιπλέον, έχοντας υπόψη ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συμφωνούν όπως εναντίον τους εκδοθούν διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων ποσών προς τους παραπονόμενους, δυνάμει του Άρθρου 20
(2)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/07, εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 όπως αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα πληρώσουν τα ακόλουθα ποσά:
(1)Για τις κατηγορίες 1 - 8, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €1.294,72 προς τον προαναφερόμενο εργοδοτούμενο.
(2)Για τις κατηγορίες 9 - 14, που αφορούν την εργοδοτούμενη κα. [.], καταβολή του ποσού των €260 προς την προαναφερόμενη εργοδοτούμενη.
(3)Για τις κατηγορίες 15 - 24, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €1.231,88 προς τον προαναφερόμενο εργοδοτούμενο.
(4)Για τις κατηγορίες 25 - 34, που αφορούν την εργοδοτούμενη κα. [.], καταβολή του ποσού των €473 προς την προαναφερόμενη εργοδοτούμενη.
(5)Για τις κατηγορίες 35 - 44, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €650,32 προς τoν προαναφερόμενo εργοδοτούμενo.
(6)Για τις κατηγορίες 45 - 52, που αφορούν τον εργοδοτούμενο κ. [.], καταβολή του ποσού των €511 προς τoν προαναφερόμενo εργοδοτούμενo. Επίσης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να υπογράψουν έκαστος εγγύηση ύψους €3.000 να τηρούν τον Νόμο και Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για 3 έτη. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.