← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΡΟΓΗΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 9533/2020, 23/10/2023

ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΡΟΓΗΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 9533/2020, 23/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 9533/2020 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ εναντίον ΡΟΓΗΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ημερομηνία: 23/10/23 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κ. Καρατσής Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Μαρκίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την Αρμόδια αρχή κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3

(1)(β) και (στ), 20
(1)(α),
(2)και
(3)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 (στο εξής «ο Νόμος»), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα η μοναδική κατηγορία που προσάπτεται στον κατηγορούμενο, κατόπιν τροποποίησης αυτής, διαλαμβάνει τα εξής: Πρώτη Κατηγoρία Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)(β) και (στ), 20
(1)(α),
(2)και
(3)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕIΕΣ ΑΔIΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος σε άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνο, υπό την ιδιότητα του ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής (α) [.], Φ/Σχ [.], Τεμ. [.], (β) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμ. [.] και (γ) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμ. [.], το οποίο ευρίσκεται στην κοινότητα Καλού Χωριού της επαρχίας Λεμεσού, ανέγειρε και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε την ανέγερση τριώροφης οικοδομής εντός του εν λόγω ακινήτου χωρίς να έχει εξασφαλίσει εκ των προτέρων άδεια οικοδομής από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων τους. Συγκεκριμένα, ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι με βάση το Τεκμήριο 6 δεν έχει αποδειχθεί το κατηγορητήριο αναφορικά με τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχια [.] και αριθμό εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] ενώ συμφώνησε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.]. Από την αντίθετη πλευρά, ο κ. Καρατσής υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, έχει ξεκαθαρίσει όλες τις πτυχές της υπόθεσης και έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, που αποδεικνύουν τις παρανομίες του Κατηγορούμενου. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεσης: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου [.] Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α.
(2016)2 Α.Α.Δ. 1335. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε ότι: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι ο κατηγορούμενος καλείται όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει της ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Επιπλέον, θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω το «θεμελιώδης» του σταδίου αυτού της διαδικασίας, ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α.,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «[.] το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Savva v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ' έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους.» Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ'επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κρίνεται σκόπιμο όπως παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Η Μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ.1) παρουσιάστηκε η κα. Ε. Ιωσήφ, η οποία εργάζεται, από τον Απρίλιο 2019, στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ως Βοηθός Επαρχιακός Επόπτης και από τον Οκτώβριο του 2019 είναι η κάτοχος του φακέλου της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση. Η ΜΚ.1 αναφέρθηκε ότι στις 15.10.2019, μαζί με τον ΜΚ.2, προέβηκε σε επιτόπιο έλεγχο του υποστατικού, που βρίσκεται εντός των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής (α) [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [..], (β) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] και (γ) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] (στο εξής «το επίδικο υποστατικό»). Περαιτέρω, η ΜΚ.1 κατάθεσε το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 21.01.2015, όπου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό [.], Φ/Σχ [.], Τεμ. [.], είναι ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 1), διευκρινίζοντας βεβαίως ότι από τις 16/05/22 το επίδικο υποστατικό μεταβιβάστηκε στην θυγατέρα του Κατηγορούμενου. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο του επίδικου υποστατικού, η ΜΚ.1 ανάφερε ότι διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν κτήρια για τα οποία δεν εξασφαλίστηκε Άδεια Οικοδομής. Συγκεκριμένα, ενώ στον τίτλο της Άδεις Οικοδομής αναγραφόταν μόνο ότι υπήρχε ισόγειος κατοικία, είχε ανεγέρθηκε ακόμη ένας όροφος στο Τεμάχιο [.] και ακόμα 2 όροφοι στο Τεμάχιο [.]. Προς τούτο, η ΜΚ.1 κατάθεσε αντίγραφο δέσμη φωτογραφιών, όπου διαφαίνονται οι κατ'ισχυρισμό παράνομες οικοδομές (Τεκμήριο 2) και αντίγραφο του τοπογραφικού χάρτη όπου διαφαίνεται το επίδικο υποστατικό (Τεκμήριο 3). Η ΜΚ.1, κατά την μαρτυρία της ανάφερε ότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής για τις παράνομες οικοδομές και ότι από το 2011 μέχρι το 2018 στάλθηκαν επιστολές προς τον Κατηγορούμενο για συμμόρφωση (Τεκμήριο 4), χωρίς αυτός να συμμορφώνεται και να ανταποκρίνεται στις επιστολές της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Τέλος, η ΜΚ.1 ανάφερε ότι επισκέφθηκε το ακίνητο πρόσφατα και ότι δεν υπήρξε καμία διαφοροποίηση και οι παρανομίες εξακολουθούν να υφίστανται. Η αντεξέταση της ΜΚ.1 ήταν ιδιαίτερα σύντομη. Η ΜΚ.1 επανάλαβε ότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής για τις νέες οικοδομές εντός των Τεμαχίων 8 -
  1. Όταν τις υποδείχθηκε αντίγραφο της Άδειας Οικοδομής για τα Τεμάχια 9 και 10 (Τεκμήριο 6), η ΜΚ.1 ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει αίτηση για Άδεια οικοδομής από το 2008 που δεν προχώρησε επειδή το ακίνητο δεν ήταν βιώσιμο. Τέλος, η ΜΚ.1 ανάφερε ότι εκδόθηκε Πολεοδομική Άδεια με Αρ. 1066/10 στις 13/1/2011 και έληξε 13/1/2014, κατά την οποία περίοδο, έπρεπε ο Κατηγορούμενος να λάβει άδεια οικοδομής και ότι δεν ενημερώθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως αναφορικά με την εξέταση οποιασδήποτε αίτησης για Άδεια Οικοδομής αναφορικά με το επίδικο υποστατικό. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ.2) ήταν ο κ. Αντρέας Περικλεούς, ο οποίος από το 1984 εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ως τεχνικός οικοδομών. Ανάφερε ότι ανάμεσα στις αρμοδιότητες του είναι ο έλεγχος άδειων οικοδομής και διαχωρισμών οικοπέδων αλλά και οποιαδήποτε τεχνικά θέματα. Περαιτέρω, ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι στις 15.09.19 μαζί με την ΜΚ.1 προέβηκε σε επιτόπια επίσκεψη του επίδικου υποστατικού όπου παρατήρησε ότι στο Τεμάχιο [.], πέραν της εγγεγραμμένης ισόγειας κατοικίας έγιναν επεκτάσεις στο ισόγειο και επιπρόσθετος όροφος χωρίς εξασφάλιση άδειας οικοδομής και ότι στα Τεμάχια [.] και [.] έχει ανεγερθεί επιπρόσθετος όροφος επίσης χωρίς εξασφάλισης άδειας οικοδομής. Επιπλέον, ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι στα Τεμάχια [.] και [.] στο επίπεδο του ισογείου έχουν γίνει επεκτάσεις και επιπλέον έχει ανεγερθεί τρίτος όροφος χωρίς άδεια. Προς τούτο, ο ΜΚ.2 κατέθεσε δέσμη φωτογραφικού υλικού (Τεκμήριο 5). Επί του Τεκμηρίου 6, ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι είναι η εξασφάλιση άδεια οικοδομής αναφορικά με τα Τεμάχια [.] και [.] τα οποία αφορούν νέα οικοδομή στα Τεμάχια [.] και [.], ήτοι κατάστημα στο ισόγειο και κατοικία στον όροφο και περίφραξη. Εντούτοις, ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι με βάση την επιτόπια επίσκεψη, στα Τεμάχια [.] και [.] υπάρχει ένα ισόγειο κτίριο, όπου είναι ο πρώτος όροφος, δεύτερος όροφος και τρίτος όροφος, για τον οποίο δεν έχει εξασφαλιστεί οποιοδήποτε άδεια οικοδομής. Ο ΜΚ.2 εξήγησε ότι για να καλυφθούν τα υφιστάμενα υποστατικά πρέπει εκ των προτέρων να εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια και ακολούθως άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Περαιτέρω, ο ΜΚ.2 αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις λήψης πολεοδομικής άδειας, ήτοι ότι πρέπει να ετοιμαστούν σχέδια από τον αρχιτέκτονα που να απεικονίζουν την επιτόπου κατάσταση και ακολούθως να υποβληθούν στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, για έγκριση, ως το αρμόδιο Τμήμα. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ.2, με αναφορά στο Τεκμήριο 6 και τα πιστά αντίγραφα σχεδίων πολεοδομικής άδειας ημερ. 27.04.05 (Τεκμήριο 7) επανάλαβε ότι για τα Τεμάχια [.] και [.] έχει εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής για κατάστημα στο ισόγειο και κατοικία στον όροφο αλλά κατά την επί τόπου εξέταση στα Τεμάχια [.] και [.] υπάρχει επιπρόσθετος όροφος, ο οποίος δεν προβλέπεται στα εγκεκριμένα σχέδια. Επιπλέον, ο ΜΚ.2 εξήγησε τους λόγους δια τους οποίους το επίδικο υποστατικό, με βάση τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, θεωρείται τριόροφο υποστατικό. Κατά την μαρτυρία του ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι για να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής πρέπει να υπάρχει πολεοδομική. Στην παρούσα περίπτωση, ως η θέση του ΜΚ.2, δεν εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής για τον επιπρόσθετο όροφο, εντός των Τεμαχίων [.] και [.], χωρίς να γνωρίζει βεβαίως κατά πόσο ο Κατηγορούμενος προς τούτο υπέβαλε την σχετική αίτηση για πολεοδομική άδεια. Τέλος, ο ΜΚ.2 ανάφερε ότι δεν είναι εις γνώση του τα προβλήματα νερού και σκοτεινότητας που περικλείουν το επίδικο υποστατικό, τονίζοντας πάρα ταύτα ότι η παρανομία των επίδικων οικοδομών δεν σχετίζονται με αυτά τα προβλήματα και επαναλαμβάνοντας ότι ο Κατηγορούμενος έχει άδεια οικοδομής μόνο για ισόγειο και επιπρόσθετο όροφο αλλά όχι για τον τρίτο όροφο του επίδικου υποστατικού. Νομική Πτυχή αναφορικά με την επίδικη Κατηγορία Η επίδικη κατηγορία σύμφωνα με όσα αναγράφονται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος στηρίζεται σε διάφορα άρθρα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της ανέγερσης τριώροφης οικοδομής εντός των ακινήτων με αρ. εγγραφής α) [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.], (β) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] και (γ) αριθμός εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.], χωρίς να έχει εξασφαλιστεί άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Το Άρθρο 2 του Κεφ. 96 προνοεί τα εξής σχετικά ως προς την ερμηνεία της «αρμόδιας αρχής» και «οικοδομής»: «αρμόδια αρχή» σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται. «οικοδομή» σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291 υποδείχθηκε πως το κατά πόσο μια κατασκευή θεωρείται 'οικοδομή' ή όχι είναι θέμα πραγματικό (Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11). Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα συναφή γεγονότα όπως το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός αλλά όλοι μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλ. South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E.R. 587). Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυπριανού v. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η τοποθέτηση πασσάλου, η τοποθέτηση στέγης από τσίγκους, η στήριξη των τσίγκων στον απέναντι τοίχο και η δημιουργία ενός υπόστεγου για χρήση από το αυτοκίνητο αναμφίβολα αποτελεί οικοδομή εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Κεφ. 96 καθότι περικλείει και οριοθετεί χώρο. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ακόμη πως το γεγονός ότι δεν κατοικεί κανείς μέσα στο χώρο που δημιουργείται από την κατασκευή είναι άνευ σημασίας επειδή οικοδομή δεν σημαίνει απαραίτητα κατοικία ούτε και τόπο διαμονής ανθρώπων αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 96 οποιοδήποτε κατασκεύασμα από οποιοδήποτε υλικό το οποίο περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπό έχει να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Λεπτομερής ανάλυση της ερμηνείας της λέξης «οικοδομής», ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, γίνεται και στη Municipality of Nicosia v. Solomonides and another
(1984)2 C.L.R. 451 με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία. Επιπλέον, στη Tsiolis v. The District Officer Nicosia (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι για να θεωρείται μια κατασκευή ως οικοδομή, ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, πρέπει να είναι μια κατασκευή που χρησιμοποιείται για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως χρησιμοποιείται μια οικοδομή και για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως απαιτείται ή τουλάχιστον είναι επιθυμητή η ανέγερση μιας οικοδομής. Μια κατασκευή που περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπεύει να περικλείσει ή να οριοθετήσει οποιοδήποτε έδαφος ή χώρο είναι οικοδομή. Περαιτέρω, το Άρθρο 3 του Κεφ. 96 προνοεί ότι: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ' αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα (δ) να διαιρεί οποιαδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: [.]» Στην υπόθεση Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 384 αναφέρθηκε ότι ο σκοπός του Κεφ. 96 είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, η οποία επιτυγχάνεται με την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης της αρμόδιας αρχής και έμμεσα με τη διαβεβαίωση, ότι η οικοδομή θα είναι ασφαλής για κατοχή και χρήση. Προς τούτο το Άρθρο 3
(2)(β) του Κεφ. 96, ορίζει ως αρμόδια αρχή εντός οποιασδήποτε περιοχής, η οποία δεν είναι περιοχή Δήμου, τον Έπαρχο της Επαρχίας. Περαιτέρω, το Άρθρο 20 του Κεφ. 96 προνοεί τα εξής σχετικά: «20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο- (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3 (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10 (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9 (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Εκτίμηση Δικαστηρίου επί του εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου Προχωρώ να εξετάσω αν θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να κληθει σε απολογία στη βάση των ως άνω εκτιθέμενων νομολογιακών αρχών αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έχοντας υπόψη την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή ότι η τεθείσα μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πιεστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Λαμβάνοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανέγερσης οικοδομής χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδεια οικοδομής από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, ως αναφέρονται ανωτέρω, και σημειώνοντας παράλληλα ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι είναι ο ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων με αριθμό εγγραφής (α) [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.], (β) αριθμό εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] και (γ) αριθμό εγγραφής [.], Φ/Σχ [.], Τεμάχιο [.] και ούτε αμφισβητήθηκε ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν βρίσκονται σε περιοχή όπου Αρμόδια Αρχή είναι η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει τόσο για το Τεμάχιο [.] αλλά και αναφορικά με τα Τεμάχια [.] και [.]. Επαναλαμβάνω βεβαίως ότι η ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου θα εξεταστεί με την τελική κρίση του Δικαστηρίου τόσο σε σχέση με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί όσο και με τα όσα έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης και αφορούν την εμπλοκή του Κατηγορούμενου στα όσα του καταλογίζονται. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου αυτός καλείται σε απολογία. Εξηγούνται ακολούθως στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.