← Κύπρος

Δήμο Λεμεσού ν. KINISΙFORO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14898/21, 2/10/2023

Δήμο Λεμεσού ν. KINISΙFORO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14898/21, 2/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 14898/21 Μεταξύ: Δήμο Λεμεσού Εναντίον

  1. KINISΙFORO LTD
  2. ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ΧΑΤΖΗΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ
  3. HELCON CONSTRUCTIONS LIMITED
  4. ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ Ημερομηνία: 02/10/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ιωάννου Για Κατηγορούμενους 1 - 4: κ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενοι 2 και 4: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 4 παραδέχθηκαν τις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 24 του κατηγορητηρίου και οι οποίες αφορούν παραβάσεις προνοιών του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96) και του περί Δήμων Νόμου του 1985, Ν.111/
  5. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες αφορούν την μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής αλλά και την παροχή συνδρομής και την ανοχή προς τέτοια μετατροπή. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17 και 21, που αφορούν μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3

(1)(ε), 9, 20
(1)(α) και 20
(3)(α) - (γ) του Κεφ. 96 και Άρθρα 2, 7, 84 (α), (ιθ) και (κ), 103, 112 και 126 του περί Δήμων Νόμου του 1985, Ν.111/85. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες αφορούν την μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης σε διάφορες ημερομηνίες του διαμερίσματος με αρ. [.], στην οδό [.], Πολυκατοικία [.], στην Λεμεσό από διαμέρισμα σε «γραφείο και/ή επιχείρηση» και της αποθήκης με αρ. [.], που βρίσκεται στην ίδια πολυκατοικία και οδό, σε «φυσιοθεραπευτήριο και/ή γυμναστήριο». Οι Κατηγορούμενοι 2 - 4 κατηγορούνται για παροχή συνδρομής και/ή παρακίνηση στην μετατροπή και/ή ανοχή και/ή ότι επέτρεψαν τις πιο πάνω μετατροπές, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές (Κατηγορούμενοι 2 και 4) και ως ιδιοκτήτρια (Κατηγορούμενη 3 Εταιρεία). Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε συμμόρφωση από τους Κατηγορουμένους 1 - 4 και ότι αυτοί δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως εκδοθούν σχετικά διατάγματα ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α αναφορικά με τον τερματισμό της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης του διαμερίσματος με αρ. [.] και της αποθήκης με αρ. [.], που βρίσκονται στην οδό [.], Πολυκατοικία [.], εντός του Τεμαχίου [.], Φ/Σχ. [.], στην ενορία [.] στη Λεμεσό. Κατά την αγόρευση του, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 - 4 αναφέρθηκε στην παραδοχή και Λευκό Ποινικό Μητρώο των Κατηγορουμένων 1 - 4 καθώς και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες των Κατηγορούμενων 2 και 4 και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 - 4 αποδέχονται την έκδοση διαταγμάτων ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α. Κατά τον χρόνο εξέτασης της υπόθεσης για σκοπούς επιβολής ποινής, τέθηκε στον ευπαίδευτο δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής το θέμα κατά πόσο οι πρόνοιες των Άρθρων 20
(1)(α) και 20
(3)(β) του Κεφ. 96 επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες που αφορούν την μετατροπή, ποινικοποιούν τα όσα καταλογίζονται στους Κατηγορούμενους 1 - 4. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι εφαρμόζονται αμφότερα τα άρθρα στην παρούσα υπόθεση και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση ημερ. 15.03.22, Αρ. Υπόθεσης 2995/19, Δήμο Λεμεσού ν.
(1)SO2 CREATIVE SOLUTIONS LIMITED κ.α. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 - 4, δήλωσε ότι αφήνει το εγειρόμενο ζήτημα στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εξέτασα με πολύ προσοχή όλα όσα ετέθησαν ενώπιον μου. Tα Άρθρα 2, 3
(1)(ε), 20
(1)(α) και 3 (β) του Κεφ. 96 προνοούν τα εξής: Στο Άρθρο 2 του Κεφ. 96, συμπεριλαμβάνονται οι εξής σχετικές ερμηνείες «"εγκεκριμένη χρήση" σημαίνει τη χρήση μιας οικοδομής όπως αυτή εγκρίθηκε με άδεια και όπως φαίνεται στα εγκεκριμένα σχέδια: Νοείται ότι η χρήση μιας οικοδομής κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού θα θεωρείται ως η εγκεκριμένη χρήση αν αυτή δεν συγκρούεται με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε και τα εγκεκριμένα σχέδια. "μετατροπή", "προσθήκη" ή "επισκευή", όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά για οικοδομές, σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή με την οποία οποιαδήποτε διάσταση τέτοιας οικοδομής μετατρέπεται, αλλά δεν περιλαμβάνει: (α) την αντικατάσταση των κεραμιδιών, πηλού ή άλλης ύλης με σκοπό να καταστήσουν υδατοστεγή οποιαδήποτε στέγη (β) την επισκευή οποιασδήποτε υφιστάμενης θύρας της οποίας τα φύλλα δεν ανοίγουν ή προβάλλονται εντός οδού (γ) την επισκευή οποιουδήποτε παραθύρου εξώστη ή βεράντας το οποίο δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού (δ) τον ασβεστοχρωματισμό, υδατοχρωματισμό, επικονίαση ή βαφή οποιουδήποτε τοίχου, οροφής, ξύλινης ή σιδερένιας κατασκευής σε οποιαδήποτε οικοδομή (ε) την επανατοποθέτηση, επανατοποθέτηση σανίδων ή πλακακιών οποιουδήποτε πατώματος ή δαπέδου που περιέχεται εντός των εξωτερικών τοίχων οποιασδήποτε οικοδομής ή εντός οποιουδήποτε υφιστάμενου εξώστη ή βεράντας προσαρτημένου στην οικοδομή, αλλά ο οποίος δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού.» Το Άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 προνοεί ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο Νόμο. Το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96[1] προβλέπει τα εξής: «20
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο: (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3 [.] διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Τέλος, το Άρθρο 20
(3)(α) - (γ) του Κεφ. 96 προνοεί ότι: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό. (γ) το πρόσωπο που καταδικάστηκε να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας και οποιαδήποτε δικαιώματα που σχετίζονται με την κατηγορία, τα οποία το πρόσωπο αυτό ώφειλε να είχε καταβάλει και τα οποία παρέλειψε ή αρνήθηκε ή αμέλησε να καταβάλει.» Η έννοια της «μετατροπής» όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά με οικοδομές σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή (βλ. Άρθρο 2 του Κεφ. 96 ανωτέρω). Όταν όμως μιλούμε για μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής, δεν μιλούμε για δομικές μετατροπές της οικοδομής (βλ. Κοιλιάρη ν. Δήμος Αγ. Δομετίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 350). Μετά την τροποποίηση του Άρθρου 20 του Κεφ. 96, με τον Νόμο 19(Ι)/2016, ο Νομοθέτης, με βάση πάντα το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96, που είναι το αντικείμενο του παρόντος κατηγορητηρίου, αναγράφει ότι πρόσωπο το οποίο ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές. Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας μας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία Νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει πάντοτε να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη (Βλ. Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Southfield Industries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59) και Κωμοδρόμος ν. WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD.
(2010)1 ΑΑΔ 1903). Συνεπώς, ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή η απόδοση στις επίδικες λέξεις ή φράσεις της φυσικής και συνήθους λεκτικής έννοιας αυτών.[2] Εάν υπάρχει κενό στον Νόμο, ήτοι ότι το Δικαστήριο πιστεύει ότι η νομική ρύθμιση δεν είναι ικανοποιητική και ότι το κενό πρέπει να καλυφθεί, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να προβεί στην κάλυψη αυτού του κενού αλλά της νομοθετικής εξουσίας με βάση την διάκριση των εξουσιών. Αυτή άλλωστε η διάκριση εξουσιών, ως προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εναποθέτει στα Δικαστήρια την ερμηνεία μόνο νομοθετημάτων που ψηφίζονται από την νομοθετική εξουσία. Το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96 επί του οποίου στηρίζεται το παρών κατηγορητήριο εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, αναφέρεται σε ανέγερση οικοδομής, που ασφαλώς είναι έννοια διαφορετική από την μετατροπή και κατά την κρίση μου δεν τυχαίνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση, με βάση πάντα το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96, που έχουν κατηγορηθεί και παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 1 - 4, καθίσταται ξεκάθαρο ότι ο Νομοθέτης, μετά την τροποποίηση του Νόμου, ποινικοποιεί την ανέγερση οικοδομής, όταν δεν έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3. Με όλο το σεβασμό προς την θέση του κ. Ιωάννου, θα διαφωνήσω ότι η αναφορά, ως οι διατάξεις του άρθρου 3, σημαίνει ότι το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96 ποινικοποιεί και την μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ.
  1. Αντιθέτως, η αναφορά του Νομοθέτη «όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3», νοεί για την εξασφάλιση άδεια οικοδομής, ως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του Κεφ.
  2. Αν και το ζήτημα της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ άδειας απαγορεύεται με βάση το Άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96, με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η συγκεκριμένη διάταξη του Κεφ. 96 δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα με βάση το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96 και κατ'επέκταση δεν δύναται να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να εκδοθούν, δυνάμει του Άρθρου 20
(3)(β) του Κεφ. 96, τα διατάγματα τερματισμού της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης του διαμερίσματος με αρ. [.] και της αποθήκης με αρ. [.], ως το Έγγραφο Α. Επί τούτο αναφέρω ότι με βάση το Άρθρο 20
(3)(β) του Κεφ. 96, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει τον τερματισμό της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής εναντίον προσώπου που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα με βάση το Άρθρο 20
(1)του Κεφ. 96. Έχω διαβάσει την πρωτόδικη απόφαση του αδελφού Δικαστή, Αρ. Υπόθεσης 2995/19, Δήμο Λεμεσού ν.
(1)SO2 CREATIVE SOLUTIONS LIMITED κ.α. και δεν συμφωνώ με αυτή επί του εξεταζόμενου θέματος και εφόσον δεν είναι δεσμευτική για το παρών Δικαστήριο, με όλο το σεβασμό, δεν θα την ακολουθήσω, για λόγους ως έχω εξηγήσει ανωτέρω. Ως εκ τούτου, παρά την παραδοχή των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, οι οποίες στηρίζονται στο Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96, είναι η κρίση μου ότι δεν στοιχειοθετείται το ποινικό αδίκημα το οποίο προνοεί το Άρθρο 20
(1)(α) του Κεφ. 96. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής βεβαίως, πριν την επιβολή της ποινής, προχώρησε σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη του Άρθρου 20
(1)(ε) του Κεφ. 96 και προς τούτο οι Κατηγορούμενοι 1 - 4 επανακατηγορηθήκαν και παραδεχθήκαν τις κατηγορίες 1 - 24 που αντιμετωπίζουν. Με βάση το Άρθρο 20
(1)(ε) του Κεφ. 96, οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9 του Κεφ. 96, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές. Το Άρθρο 9
(1)(β) (viii) του Κεφ. 96 προβλέπει τα εξής: «9
(1)Kατά τη χορήγηση άδειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η αρμόδια αρχή έχει εξουσία, τηρουμένων των εκάστοτε κανονισμών που είναι σε ισχύ, να εξετάσει και επιβάλει όρους οι οποίοι εκτίθενται στην άδεια ως ακολούθως, δηλαδή [.] (β) σχετικά με την ανέγερση οποιασδήποτε νέας οικοδομής ή προσθήκης, μετατροπής ή επισκευής σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, όρους αναφορικά με [.] (viii) τη χρήση στην οποία η οικοδομή δυνατό να τεθεί.» Στην παρούσα περίπτωση, ως φαίνεται από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η εγκεκριμένη χρήση ήταν για διαμέρισμα και αποθήκη και ως διευκρινίστηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους κατά το στάδιο μετριασμού της ποινής, έγινε μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης, ως διαμέρισμα και αποθήκη, σε γραφείο και επιχείρηση και φυσιοθεραπευτήριο και γυμναστήριο αντίστοιχα, άρα υπάρχει παράβαση αναφορικά με τους όρους χρήσης της οικοδομής και συνεπώς παράβαση του Άρθρου 9
(1)(β) (viii) του Κεφ. 96, το οποίο συνιστά ποινικό αδίκημα με βάση το Άρθρο 20
(1)(ε) του Κεφ. 96. Επιπλέον το κατηγορητήριο, το οποίο παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 - 4, στηρίζεται και επί του Άρθρου 103
(1)και
(3)του Περί Δήμων Νόμου 111/85 που προνοεί τα εξής: «103
(1)Ουδέν πρόσωπο διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή υποστατικό, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 112. [.]
(3)Οιovδήπoτε πρόσωπov παραβαίvov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς άρθρoυ υπόκειται, επί τη καταδίκη τoυ, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £500.» Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω στους Κατηγορούμενους 1 - 4, λαμβάνω υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και την σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, οι οποίες επιβάλλουν την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη, ως φαίνεται από το Κατηγορητήριο, ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία για διάστημα πέραν των 2 ετών προέβηκε σε μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής που της παραχωρήθηκε, αναφορικά με την χρήση του διαμερίσματος με αρ. [.] και της αποθήκης με αρ. [.], άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής, ήτοι του Δήμου Λεμεσού, ενώ οι Κατηγορούμενοι 2 - 4 παρείχαν συνδρομή και ανέχτηκαν τέτοια μετατροπή. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 - 4. Συνεπώς προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 - 4 λαμβάνω υπόψη την παραδοχή τους σε σχέση με τις κατηγορίες για οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή, η οποία σε συνδυασμό με την αποδοχή εκ μέρους τους για έκδοση διαταγμάτων τερματισμού της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης του διαμερίσματος με αρ. [.] και της αποθήκης με αρ. [.], δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη την απολογία των Κατηγορουμένων 1 - 4 (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384) και το λευκό ποινικό μητρώο τους (Αbe Victor v Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Επιπλέον, προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 4 λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές τους συνθήκες πάντοτε στο βαθμό, που σύμφωνα με την νομολογία μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ως έχουν λεχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων, κρίνω ότι δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα για τους Κατηγορούμενους 1 - 4, το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία χρησιμοποιούσε τους επίδικους χώρους, ήτοι το διαμέρισμα με αρ. [.] και την αποθήκη με αρ. [..], για αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας και δεν μπορούσαν οι Κατηγορούμενοι να τερματίσουν την παράνομη μετατροπή χρήσης, καθώς ήταν συμβεβλημένη με Ιδρύματα. Από την στιγμή που η χρήση των επίδικων χώρων μετατράπηκε, άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής, η όποια χρήση τους, δεν δικαιολογεί αυτήν την παρανομία της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας και την παροχή συνδρομής του Κατηγορούμενου 2 και της ανοχή των Κατηγορούμενων 3 και
  1. Έχοντας όλα τα ως άνω υπόψη κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η χρηματική ποινή Σημειώνεται βεβαίως ότι σχετικά με τις Κατηγορούμενες 1 και 3 Εταιρείες, που είναι νομικά πρόσωπα, η μόνη ποινή που δύναται να επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 - 4 οι κάτωθι χρηματικές ποινές: Στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην 1η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  2. Στην 5η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  3. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 9, 13, 17 και 21 που αφορούν την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτήν λαμβάνοντας υπόψη ότι της επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1 και 5 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στον Κατηγορούμενο 2 (Διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας): Στην 2η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  4. Στην 6η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  5. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 10, 14, 18 και 22 που αφορούν τον Κατηγορούμενο 2 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτόν λαμβάνοντας υπόψη ότι του επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 2 και 6 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στην Κατηγορούμενη 3 Εταιρεία: Στην 3η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  6. Στην 7η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  7. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 11, 15, 19 και 23 που αφορούν την Κατηγορούμενη 3 Εταιρεία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτήν λαμβάνοντας υπόψη ότι της επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 3 και 7 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στον Κατηγορούμενο 4 (Διευθυντή της Κατηγορούμενης 3 Εταιρείας): Στην 4η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  8. Στην 8η κατηγορία - Επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  9. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 12, 16, 20 και 24 που αφορούν τον Κατηγορούμενο 4 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτόν λαμβάνοντας υπόψη ότι του επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 4 και 8 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 20
(3)(β) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96), εκδίδονται διατάγματα εναντίον των Κατηγορουμένων 1 - 4 ως καταγράφονται στο Έγγραφο Α που έχει κατατεθεί και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Επιπλέον εναντίον των Κατηγορουμένων 1 - 4 επιδικάζονται αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα δικηγορικά έξοδα ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μετά την τροποποίηση, με τον Ν. 19(Ι)/16. [2] Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο, Π. Πολυβίου, σελ. 13. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.