← Κύπρος

Δήμος Λεμεσού ν. ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΑΝΤΩΝΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 6448/22, 28/9/2023

Δήμος Λεμεσού ν. ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΑΝΤΩΝΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης 6448/22, 28/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 6448/22 Μεταξύ: Δήμος Λεμεσού Εναντίον

  1. ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΑΝΤΩΝΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  3. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ημερομηνία: 28/09/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ανδρεάδης Για Κατηγορούμενους 1 - 2: κα. Ευριπίδου Για Κατηγορούμενη 3: κ. Τριγκής Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 - 3, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στην κατηγορία υπ'αρ. 1 του κατηγορητηρίου και οι Κατηγορούμενοι 1 - 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στην κατηγορία υπ'αρ. 7 του κατηγορητηρίου. Σημειώνεται ότι οι κατηγορίες υπ'αρ. 2 - 6 και 8 του κατηγορητηρίου αποσυρθήκαν, κατόπιν σχετικού αιτήματος και συνεπακόλουθης άδειας του Δικαστηρίου, στις 26.09.
  4. Οι εναπομείνασες κατηγορίες αφορούν παραβάσεις προνοιών του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96) και του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος του 1972, Ν. 90/1972, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες αφορούν την ανέγερση οικοδομής άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής και την κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης της αρμόδιας αρχής. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει συμμόρφωση και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 - 3 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης της οικοδομής που έχει ανεγερθεί εντός του ακινήτου που βρίσκεται στην Οδό [.], εντός του Τεμ. [.], Φ/Σχ. [.], Ενορία [.] στην Λεμεσό (στο εξής «το επίδικο ακίνητο»), εναντίων των Κατηγορούμενων 1 και 2, ως ενοικιαστές και εναντίον της Κατηγορούμενης 3, ως ιδιοκτήτρια. Τέλος, ο κ. Ανδρεάδης ζήτησε όπως επιπλέον εκδοθεί διάταγμα τερματισμού της χρήσης του υπόγειου χώρου στάθμευσης της οικοδομής ως τυπογραφείο, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Κατά την αγόρευση της, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 αναφέρθηκε στην απολογία και Λευκό Ποινικό Μητρώο των Κατηγορουμένων 1 - 2 καθώς και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις προσωπικές, και οικογενειακές συνθήκες των Κατηγορούμενων 1 - 2 και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 - 2 αποδέχονται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κατεδάφισης και τερματισμού χρήσης. Παράλληλα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης 3, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε στην παραδοχή και Λευκό Ποινικό Μητρώο της Κατηγορουμένης 3 καθώς και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης 3 και ότι αυτή αποδέχεται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κατεδάφισης και τερματισμού χρήσης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 - 3 διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές αλλά και την σχετική Νομολογία. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας

(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Προς τούτο το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96) προνοεί ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή χωρίς άδεια γι'αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο Νόμο. Περαιτέρω, το Άρθρο 10
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96) προνοεί ότι ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου. Τυχόν παραβιάσεις συγκεκριμένων διατάξεων του Κεφ. 96, ποινικοποιούνται σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Κεφ. 96 που προβλέπει τα εξής: «20
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο: (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3 (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9 (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Περαιτέρω, το Άρθρο 20
(3)(α) και (β) του Κεφ. 96 προνοεί ότι: «20
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό.» Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 - 3 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον προαναφερόμενο Νόμο. Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω στους Κατηγορούμενους 1 - 3, λαμβάνω υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, η οποία επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους προαναφερόμενους Κατηγορούμενους. Βεβαίως τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τους ευπαίδευτους συνήγορους των Κατηγορουμένων 1 - 3. Συνεπώς προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 - 3 λαμβάνω υπόψη την παραδοχή τους σε σχέση με τις κατηγορίες για οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή, η οποία σε συνδυασμό με την αποδοχή εκ μέρους τους για έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης και τερματισμού χρήσης, δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη την απολογία των Κατηγορουμένων 1 - 3 (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384) και το λευκό ποινικό μητρώο τους (Αbe Victor v Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα, ως έχουν τεθεί από τους ευπαίδευτους συνήγορους των Κατηγορουμένων 1 - 3 και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, πλην του ότι αναφέρω ότι η άγνοια του Νόμου, ως ορθά ανάφεραν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, δεν αποτελεί μετριαστικός παράγοντας. Επιπλέον, προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες πάντοτε στο βαθμό, που σύμφωνα με την νομολογία μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή (βλ. Tibor Domotov κ.α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Έχοντας όλα τα ως άνω υπόψη κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η χρηματική ποινή. Σημειώνεται βεβαίως ότι σχετικά με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, που είναι νομικό πρόσωπο, η μόνη ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Ως εκ τούτου, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 - 3 οι κάτωθι ποινές: Στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην 1η κατηγορία επιβάλλω χρηματική ποινή €2000 πρόστιμο. Σημειώνεται ότι στην 7η κατηγορία που αφορά την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτήν λαμβάνοντας υπόψη ότι της επιβλήθηκε ποινή στην κατηγορία 1 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 1η κατηγορία επιβάλλω χρηματική ποινή €1500 πρόστιμο. Σημειώνεται ότι στην 7η κατηγορία που αφορά τον Κατηγορούμενο 2 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή σε αυτόν λαμβάνοντας υπόψη ότι του επιβλήθηκε ποινή στην κατηγορία 1 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Στην Κατηγορούμενη 3: Στην 1η κατηγορία επιβάλλω χρηματική ποινή €2000 πρόστιμο. Ακολούθως προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η παρούσα περίπτωση δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης. Στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390, η οποία αφορούσε την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παρανόμως υποστατικών λέχθηκαν τα εξής: «Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση οι όροι της άδειας όχι μόνο δεν τηρήθηκαν αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Μόνο μικρό μέρος των εγκαταστάσεων κτίστηκε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και στις μεταγενέστερες αποφάσεις Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369, Α & P Kkaras Estates Ltd v. A. & A. Topharos Catering Ltd κ.ά.
(2002)2 A.A.Δ. 400 και Έπαρχου Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση 173/14 ημερ. 24.03.2017. Έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα Νομολογία και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 - 3, μέσω των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, αποδέχονται την έκδοση τέτοιου διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 20
(3)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96), εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Κατηγορουμένων 1 - 3, ήτοι την Εταιρεία ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΑΝΤΩΝΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, τον Αντώνη Αντωνίου και την Γεωργία Νεοφύτου, με το οποίο διατάσσονται να κατεδαφίσουν την οικοδομή, η οποία περιγράφεται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας, δηλαδή την κατασκευή μεταλλικής θύρας διαστάσεων 4μ. X 2.20μ. περίπου και την κατασκευή τοιχοποιίας από τούβλο μήκους 8μ. περίπου και την ξύλινη θύρα, που βρίσκονται εντός του υπόγειου χώρου στάθμευσης της οικοδομής και που είναι προσαρτημένα επί της κύριας οικοδομής, η οποία βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου, εντός 2 μηνών από σήμερα, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Επιπλέον, αναφορικά με το αίτημα για έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης του υπόγειου χώρου στάθμευσης της οικοδομής ως τυπογραφείο, έχοντας υπόψη την σχετική πρόνοια του Κεφ. 96[1] και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 - 3, μέσω των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, αποδέχονται την έκδοση του προαναφερόμενου διατάγματος τερματισμού χρήσης, δυνάμει του άρθρου 20
(3)(β) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96), εκδίδεται διάταγμα τερματισμού της χρήσης του υπόγειου χώρου στάθμευσης της οικοδομής ως τυπογραφείο, η οποία οικοδομή βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου, εντός 2 μηνών από σήμερα, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα, ενόψει της δήλωσης του κ. Ανδρεάδη ότι αυτά έχουν διευθετηθεί, δεν επιδικάζεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Άρθρο 20
(3)(β) του Κεφ. 96. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.