Επί τοις αφορώσι τον Αθανάσιο Νικολάου, αποβιώσαντα ν. -, Αρ. Θανατική Ανάκρισης: 104/2005, 8/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Θανατικός Ανακριτής Αρ. Θανατική Ανάκρισης: 104/2005 Επί τοις αφορώσι τον Αθανάσιο Νικολάου, αποβιώσαντα, τέως εκ Λεμεσού Επί τοις αφορώσι τον περί Θανατικών Ανακριτών Νόμο (Κεφ. 153) Ημερομηνία: 08.09.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξενοφώντος Για την Οικογένεια: κ. Λουκαΐδη Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: κ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα θανατική ανάκριση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ο φυσικός Δικαστής από τον Πρωτοκολλητή, για σκοπούς εκδίκασης αυτής ένεκα και του σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.02.2020 για επανάνοιγμα της παρούσας θανατικής ανάκρισης. Ως διαφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα θανατική ανάκριση είχε εν τω μεταξύ ανασταλεί μετά από την έκδοση αριθμών εκ συμφώνου διαταγμάτων και για λόγους ως φαίνονται στα σχετικά πρακτικά, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται βεβαίως, ως διαφαίνεται από τα τηρηθέντα πρακτικά, ότι ουδέποτε άρχισε η ακροαματική διαδικασία της θανατικής ανάκρισης, ένεκα του προαναφερθέντος Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.02.2020 για επανάνογιμα, ώστε η παρούσα θανατική ανάκριση να τεθεί ενώπιον του αδελφού Δικαστή για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας. Στα πλαίσια προγραμματισμού της θανατικής ανάκρισης, ο συνήγορος για την Οικογένεια υπέβαλε αίτημα εξαίρεσης μου, για το λόγο ότι πριν διοριστώ στη Δικαστική Υπηρεσία υπήρξα Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, ο κ. Λουκαΐδης αγορεύοντας επί του αιτήματος του ανάφερε ότι τίθεται ζήτημα φαινομενικής μεροληψίας του Δικαστηρίου και σημασία έχουν οι εντυπώσεις που αφήνονται. Περαιτέρω, ανάφερε ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα χρειαστεί να προσκομιστεί μαρτυρία από άτομα της Νομικής Υπηρεσίας, ζήτημα ιδιαίτερα επαχθές για το Δικαστήριο καθώς, ως η θέση του κ. Λουκαΐδη, ενδεχομένως να χρειαστεί να κρίνω μαρτυρία πρώην συναδέλφων μου. Εις απάντηση του αιτήματος εξαίρεσης, η κα. Ξενοφώντος πρόβαλε ότι ουδέποτε είχα οποιαδήποτε εμπλοκή με την παρούσα υπόθεση και ότι δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εξαιρεθώ με βάση και τον σχετικό Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την ίδια θέση υιοθέτησε και ο κ. Γεωργίου για το ενδιαφερόμενο μέρος. Επιπλέον, αναφορικά με την θέση του κ. Λουκαΐδη ότι θα χρειαστεί μαρτυρία από άτομα της Νομικής Υπηρεσίας, η κα. Ξενοφώντος διαφώνησε αναφέροντας προς τούτο ότι δεν θα χρειαστεί τέτοια μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας θανατικής ανάκρισης. Σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε το 1962 με τον Νόμο 39/62, «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο». Αντίστοιχα πρόνοια υπάρχει και στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως δε αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, η αρχή του αμερόληπτου και ανεξάρτητου δικαστή δεν είναι νέα στην κυπριακή έννομη τάξη. Εφαρμόστηκε, ως θεμελιακή αρχή του κοινοδικαίου, με ευλάβεια, πριν και μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Αναφορικά με το ζήτημα αμεροληψίας και εξαίρεσης Δικαστών, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από τον ΟΔΗΓΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022) (στο εξής «ο Οδηγός») του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2.5 του Οδηγού: «Τηρουμένης της Δικαστικής Πρακτικής ημερομηνίας 17 Μαρτίου 1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ο δικαστής, εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την πραγματική ή φαινομενική μεροληψία, θα προχωρεί σε εξαίρεση του εαυτού του από οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα ή στην οποία μπορεί να φανεί σε ένα εύλογο παρατηρητή ότι έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα. Τέτοιες διαδικασίες συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε περιπτώσεις όπου 2.5.1 ο δικαστής έχει πραγματική μεροληψία ή προκατάληψη σχετικά με διάδικο ή προσωπική γνώση για αμφισβητούμενα αποδεικτικά γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία, 2.5.2 ο δικαστής υπηρετούσε προηγουμένως ως δικηγόρος ή ήταν ουσιώδης μάρτυρας στην υπόθεση, ή 2.5.3 ο δικαστής, ή ένα μέλος της οικογένειας του, έχει οικονομικό συμφέρον από το αποτέλεσμα της υπόθεσης.» Περαιτέρω σχετικά με το υπό εξέταση αίτημα εξαίρεσης στον προαναφερθέντα Οδηγό αναφέρονται, στο Μέρος Δ, παράγραφοι 4, 7 και 8 αντίστοιχα, τα εξής: «
- Η φιλία ή προηγούμενη επαγγελματική σχέση με δικηγόρο διαδίκου γενικώς δεν θεωρείται επαρκής λόγος για αποκλεισμό.»
- Όταν ένας μάρτυρας (περιλαμβανομένων εμπειρογνωμόνων) είναι προσωπικά καλά γνωστός στο δικαστή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν όλες οι περιστάσεις για τον κίνδυνο εξ αντικειμένου έλλειψης αμεροληψίας, περιλαμβανομένων του κατά πόσον αναμένεται ότι θα κριθεί η αξιοπιστία του μάρτυρα, της φύσης του επίδικου θέματος και της στενότητας της γνωριμίας.
- Ο δικαστής θα πρέπει να αποφεύγει με τη στάση του να ενθαρρύνει αδικαιολόγητες ενστάσεις για τη συμμετοχή του στην εκδίκαση υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του. Πάγια είναι η νομολογία ότι οδηγό για τη διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και όχι υποκειμενικά η δικαστική ευαισθησία. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να αναγνωριστεί δικαίωμα στο διάδικο να επιλέξει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Ως ορθά τονίστηκε στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν ειναι αρκετές. Ζητήματα προκατάληψης Δικαστή πρέπει να θεμελιώνονται με ιδιαίτερη ακρίβεια και να προωθούνται με επίγνωση της σοβαρότητας τους (βλ. Αχτάρ κ.ά ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Dora Holdings Ltd κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.2)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1605 και Αναφορικά με το αίτημα της Amsteco Electric Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 177/2014, ημερομηνίας 7.11.2014). Αναφορικά με το ζήτημα της αμεροληψίας χρήσιμη καθοδήγηση έχει αντλήσει το Δικαστήριο από την υπόθεση Μιχαηλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 125/17 κ.ά. ημερ. 26.4.2018 όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η έλλειψη αμεροληψίας μπορεί κατ΄αρχάς να λάβει τη μορφή ύπαρξης αμέσου ή προσωπικού συμφέροντος (direct or personal interest) του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σε τέτοια περίπτωση δημιουργείται τεκμήριο πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) (Locabail (UK) Ltd v. Bayfield Properties Ltd [2000] QB 451) και η εξαίρεση του δικαστή επέρχεται αυτόματα (automatic disqualification), ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συγκεκριμένο συμφέρον προκαλεί εύλογη υπόνοια για την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους του (Dimes v. Proprietor of GrandJunction Canal
(1852)3 HL Cas 759) ή ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συμφέρον που έχει είναι οικονομικής φύσεως(R. v. Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate, Ex p PinochetUgarte (No 2) [1999] 1 All ER 577, HL). Τούτο, εφόσον η ύπαρξη συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης αντίκειται ευθέως στη θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, nemo judex in cansa sua. Ανεξάρτητα όμως από τη, σπάνια αναφερόμενη, περίπτωση πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας, αναγνωρίζεται και η περίπτωση της «φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας» (apparent bias). Όπως διακηρύχθηκε στην υπόθεση R. v. Sussex Justices, Ex p McCarthy [1923] All ER Rep 233, από τον Lord Hewart CJ: «Justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done.» H αρχή αυτή ενσωματώθηκε από ενωρίς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΔΔΑ) (Delcourt v. Belgium
(1970)1 EHRR 355, 369, para 31). Η κυπριακή επίσης νομολογία με σταθερότητα έχει επιβεβαιώσει ότι ο δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται ότι είναι αμερόληπτος. Όπως τέθηκε από τον Γ.Μ. Πική, Δ. (ως ήτο τότε) στην Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκης Ευγενίου
(1989)1 ΑΑΔ, 691, 695: «Όχι μόνο ο δικαστής δεν πρέπει να διακατέχεται από προκατάληψη εναντίον του διαδίκου αλλά επίσης η σχέση του με την υπόθεση ή οποιοδήποτε από τους διαδίκους δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του στον μέσο λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Συνεπώς, η αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια.» Ως κριτήριο διάκρισης περιπτώσεων φαινόμενης προκατάληψης, η αγγλική νομολογία υιοθέτησε αρχικά την έννοια του πραγματικού κινδύνου να υφίσταται έλλειψη αμεροληψίας υπό τις περιστάσεις (real danger test ή Gough test) (R v. Gough [1993] A.C. 646). Η προσέγγιση όμως αυτή δεν ακολουθήθηκε σε άλλες δικαιοδοσίες του κοινοδικαίου, όπως της Σκωτίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Αμερικής όπου υιοθετήθηκε ως κριτήριο το κατά πόσον ένας αντικειμενικός παρατηρητής, έχοντας γνώση των ουσιωδών γεγονότων, θα σχημάτιζε εύλογη υπόνοια ότι ο δικαστής δυνατόν να μην είναι αμερόληπτος (reasonable suspicion or reasonable apprehension test). Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που εναρμονίζεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. Nicholas v. Cyprus, no. 63246/10, απόφαση ημερ. 9.2.2018). [.] Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου (De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHRR 236). Εάν δεν στοιχειοθετείται επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας, μπορεί, παρά ταύτα, να εξεταστεί πλέον, με το προαναφερθέν αντικειμενικό κριτήριο, κατά πόσον: «. quite apart from the judge's personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. Accordingly, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw (see, mutatis mutandis, the De Cubber judgment previously cited, Series A no. 86, p. 14, para. 26). This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see the Piersack judgment of 1 October 1982, Series A no. 53, p. 16, para. 31). What is decisive is whether this fear can be held objectively justified.» (Hauschildt v. Denmark
(1990)12 E.H.R.R. 226). Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443,Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος.» Σημειώνεται επιπλέον ως επισημάνθηκε στην υπόθεση Typye Abed Alkaadir ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 279 αναφορικά με το αντικειμενικό κριτήριο ενδεχόμενης μεροληψίας του Δικαστηρίου ότι ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο. Επιπλέον στην υπόθεση Συμεού
(2012)1 Α.Α.Δ. 974, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική που διαμορφώθηκε και τις αρχές της νομολογίας, δικαστής που αισθάνεται ότι για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή άλλο, κωλύεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαιρείται από τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Καίτη Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Υπόθ. Αρ. 74/09, ημερ. 22.4.2010). Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ζητηθεί η εξαίρεση του από διάδικο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154:- «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK [1997]24 EHRR 221, 244, Castillo Algar v. Spain [1998] 30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, είναι κατά πόσο θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρωνα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Porter ν. Magill [2002] 2 AC357). Αποτελεί επίσης σημαντική αρχή της νομολογίας ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 706). Επίσης, στην υπόθεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80, τονίστηκε ότι:- «Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." "Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει."» Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης. (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR 236, Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416.) .................................. Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. (Βλ. επίσης, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612).» Συνοψίζοντας την Νομολογία επί αιτημάτων εξαίρεσης Δικαστού και στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας θανατικής ανάκρισης αναφέρω ότι σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου, Κεφ. 153, μετά την επιθεώρηση, αν υπάρχει, του πτώματος και την ακρόαση της μαρτυρίας, ο θανατικός ανακριτής που διεξάγει τη θανατική ανάκριση εκδίδει την ετυμηγορία του και τη βεβαιώνει με βεβαίωση πορίσματος γραπτώς όπως εκτίθεται στον Τύπο Δ του Πρώτου Παραρτήματος που δείχνει κατά την έκταση κατά την οποία οι λεπτομέρειες αυτές αποδείχθηκαν σε αυτόν, ποιός ήταν ο αποθανών και πως, πότε και που ο αποθανών απέθανε. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 25 του Κεφ, 153, το έργο του Θανατικού Ανακριτή περιορίζεται στην έκδοση πορίσματος ως προς το ποιος είναι ο αποθανών, πως, πότε και που αυτός πέθανε, ποια τα αιτία του θανάτου του και κατά πόσο υπάρχει ποινική ευθύνη οποιουδήποτε τρίτου για τον θάνατο. Δεν αποτελεί όμως έργο του Θανατικού Ανακριτή να αποφασίζεται πάνω σε ζητήματα τα οποία πιθανόν να εγείρουν αστικά αδικήματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ούτε και να δίδει οδηγίες για ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου, πράγμα που επαφίεται αποκλειστικά στην διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με το Άρθρο 113 του Συντάγματος. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι η θανατική ανάκριση αποτελεί πρωτίστως έρευνα και όχι δίκη.[1] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στο σύγγραμμά Jervis on The Office and Duties of Coroners
(1957), (9η έκδοση),στην σελ. 225: «it is no part of a coroner's duty (.) to consider or assess civil degrees of negligence except in so far as such a consideration forms part of the fundamental question to be decided (.) namely "how, when and by what means the deceased person came to his death. But once there is evidence of negligence, it becomes the duty of the coroner (.) to decide upon its degree and whether it amounts to criminal negligence.» Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «δεν αποτελεί μέρος του καθήκοντος του θανατικού ανακριτή (.) να εξετάζει ή να αξιολογεί τους βαθμούς αστικής αμέλειας, εκτός εάν μια τέτοια εκτίμηση αποτελεί μέρος του θεμελιώδους ερωτήματος που πρέπει να αποφασιστεί (.), δηλαδή «πώς, πότε και με ποια μέσα o αποθανών έφθασε στο θάνατό του. Αλλά από τη στιγμή που υπάρχουν ενδείξεις αμέλειας, είναι καθήκον του θανατικού ανακριτή (.) να αποφασίσει για το βαθμό της και εάν συνιστά εγκληματική αμέλεια». Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής θανατικής ανάκρισης και επί του αιτήματος εξαίρεσης που έχει υποβληθεί αναφέρω ότι δεν τίθεται ζήτημα πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) εκ μέρους μου. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από τον κ. Λουκαΐδη. Ως εκ τούτου καθίσταται ξεκάθαρο ότι δεν στοιχειοθετείτε επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας μου. Αναφορικά με την θέση του κ. Λουκαΐδη ότι στα πλαίσια της παρούσας θανατικής ανάκρισης θα χρειαστεί να προσκομιστεί μαρτυρία από άτομα της Νομικής Υπηρεσίας για τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει την μαρτυρία τους, αναφέρω ότι τέτοια θέση προβλήθηκε γενικά και χωρίς να αναφερθούν ποια συγκεκριμένα άτομα από την Νομική Υπηρεσία θα χρειαστεί να καταθέσουν προς σκοπό αξιολόγησης τους, από το Δικαστήριο, κατά πόσο η μαρτυρία αυτών των ατόμων όντως καθίσταται ουσιώδης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου τα καθήκοντα του θανατικού ανακριτή, ως αναφέρω ανωτέρω, είναι συγκεκριμένα και περιορισμένα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάζει αόριστους λόγους εξαίρεσης πόσο μάλλον να αποφασίζει επί αυτών. Συνεπώς αυτός ο λόγος που προβάλλεται για σκοπούς εξαίρεσης μου απορρίπτεται. Ως διαφαίνεται και από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, είχα διοριστεί ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας από την 01/06/20 μέχρι 31/06/23.[2] Συγκεκριμένα, είχα τοποθετηθεί στον Αστικό Τομέα της Νομικής Υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, δεν είχα οποιαδήποτε εμπλοκή με οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με οποιεσδήποτε ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τρίτων προσώπων σχετικά με τον θάνατο του αποβιώσαντα. Ούτε είχα εμπλακεί στην παρούσα θανατική ανάκριση καθώς, ως διαφαίνεται από τα σχετικά πρακτικά ημερ. 04/10/21, η παρούσα θανατική ανάκριση είχε τεθεί εκτός πινακίου μέχρι τις 01/09/23, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε από το παρών Δικαστήριο για σκοπούς προγραμματισμού, ενώ από τις 26/02/20 που επανανοίχθηκε η παρούσα υπόθεση είχαν απλώς εκδοθεί εκ συμφώνου διατάγματα τα οποία αφορούσαν μεταξύ άλλων την φύλαξη της σωρού, την εξέταση της από εμπειρογνώμονες, την αποστολή οστών στην Ελληνική Δημοκρατία για διενέργεια εξειδικευμένων επιστημονικών εξετάσεων και την επιστροφή αυτών στην Κύπρο καθώς και εκ συμφώνου διατάγματα που αφορούσαν την φύλαξη της σωρού του Αποβιώσαντα. Ως εκ τούτου, κατά την διάρκεια που υπηρετούσα στην Νομική Υπηρεσία, έτσι και αλλιώς δεν υπήρχε οποιαδήποτε αντιδικία μεταξύ των μερών αναφορικά πάντοτε με την παρούσα θανατική ανάκριση. Παρόλα ταύτα, είχα εμπλοκή στα πλαίσια της αστικής αγωγής της οικογένειας του Αποβιώσαντα εναντίον της Δημοκρατίας ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αγωγή αφορούσε αξίωση της οικογένειας αναφορικά με τον αποβιώσαντα στην παρούσα θανατική ανάκριση και όπου εμφανίστηκα
(2)φορές εκ μέρους της Δημοκρατίας στο στάδιο των πρώτων εμφανίσεων, προς σκοπό εξυπηρέτησης συναδέλφου που χειριζόταν την συγκεκριμένη αγωγή. Διευκρινίζεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι ουδέποτε χειρίστηκα, εκ μέρους της Δημοκρατίας, την υπεράσπιση της Δημοκρατίας στην προαναφερθείσα αγωγή της οικογένειας εναντίον της Δημοκρατίας και ούτε διεξήλθα του μαρτυρικού υλικού στα πλαίσια της εκεί υπόθεσης. Εξάλλου αν αυτό ίσχυε συνειδητά θα είχα αυτοεξαιρεθεί. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τις αρχές που έχουν τεθεί από την Νομολογία αναφορικά με την περίπτωση της «φαινομενικής έλλειψης αμεροληψίας» (apparent bias), όπου το κριτήριο είναι αντικειμενικό λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη τον αντικειμενικό παρατηρητή και την «συμμετοχή» μου στην πιο πάνω αστική αγωγή της οικογένειας του αποβιώσαντος εναντίον της Δημοκρατίας, ως την έχω εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ορθό όπως, για αυτόν τον λόγο και μόνο, εξαιρεθώ από την παρούσα θανατική ανάκριση. Η εξαίρεση μου γίνεται προκειμένου να διασφαλίσω το κύρος της παρούσας διαδικασίας. Κρίνω σκόπιμο βεβαίως να διευκρινίσω και να τονίσω περαιτέρω στους διαδίκους ότι δεν εξαιρούμε επειδή πριν διοριστώ στην Δικαστική Υπηρεσία εργαζόμουν ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο ασφαλώς όχι μόνο θα ήταν πρακτικά αδύνατο ενόψει του ότι στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν αρκετές υποθέσεις, όπου διάδικος είναι εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα αλλά και πιο σημαντικά θα αποτελούσε άρνηση άσκησης των δικαστικών καθηκόντων μου, ως ο σχετικός δικαστικός όρκος. Ενόψει της απόφασης μου να εξαιρεθώ για τον μοναδικό λόγο, ως αναφέρω ανωτέρω, ο παρών φάκελος να τεθεί ενώπιον του Διοικητικού Προέδρου του Ε.Δ. Λεμεσού για περαιτέρω οδηγίες. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Θ.Α. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Jervis on The Office and Duties of Coroners
(1957), (9η έκδοση), σελ. 159. [2] Βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ. 5280 και 5550 αντίστοιχα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο