ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V., Αρ. Υπόθεσης: 8442/23, 3/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8442/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3/11/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Χειμώνας. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός δίκης) (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες βιασμού, απόπειρας βιασμού, απαγωγής, απαίτησης περιουσίας με απειλές, επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, απειλής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και άσκησης ψυχολογικής βίας (κατηγορίες 1 - 8 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα ως άνω αναφερόμενα αδικήματα εναντίον της παραπονούμενης, στις 15/5/
- Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 16/10/2023 και συνεχίστηκε στις 20/10/
- Στις 20/10/2023, κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.5, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αιτήθηκε όπως κατατεθεί ως Τεκμήριο η κατάθεση του κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα (βουλγαρική) ημερομηνίας 21/5/2023 και η μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση στη κυρίως δίκη και Τεκμήρια Δ.Δ.6Α και 6Β στη δίκη εντός δίκης). Ο συνήγορος Υπεράσπισης έφερε ένσταση στο αίτημα, που αφορά όχι το σύνολο της εν λόγω κατάθεσης αλλά τις απαντήσεις στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7, οι οποίες ζήτησε όπως αποκλεισθούν από μαρτυρία. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, με ενδιάμεση απόφαση του διέταξε όπως διεξαχθεί δίκης εντός δίκης. Το πλαίσιο διεξαγωγής της εν λόγω διαδικασίας καθορίσθηκε από το περιεχόμενο της ένστασης του συνηγόρου Υπεράσπισης, η οποία έχει ουσιαστικά ως ακολούθως: Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7, δεν αποτελούν προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου καθότι: · Δεν αποτελούν την εκδοχή του κατηγορούμενου, ως την ανέφερε και δεν της έδωσε ο ίδιος αλλά καταγράφηκαν από τον διερμηνέα καθ' υποβολή του Α/Αστ. 2851 Ιωάννη Μαυρομούστακο, ο οποίος έλαβε την κατάθεση, και · Ο κατηγορούμενος έγραψε το λεκτικό στο τέλος της κατάθεσης και το υπέγραψε, καθ' υπαγόρευση του Α/Αστ. 2851 και κατόπιν μετάφρασης του από τον διερμηνέα, ενώ το κείμενο της κατάθεσης του στη βουλγαρική γλώσσα είναι δυσανάγνωστο και έτσι δεν μπορούσε να το διαβάσει και δεν του διαβάσθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δίκη εντός δίκης, όταν εγείρεται ζήτημα θεληματικότητας κατάθεσης, δεν αφορά στο ζήτημα της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου αλλά στο θέμα της δυνατότητας αποδοχής της κατάθεσης ως μαρτυρίας, με προεξάρχον κριτήριο το κατά πόσο αυτή είναι ή όχι θεληματική, περιοριζόμενης της διαδικασίας σε όσα είναι αναγκαία για μια τέτοια διαπίστωση (βλ. σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2η έκδοση, σελ. 901). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το βάρος απόδειξης ως προς το αν μία κατάθεση είναι θεληματική, βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τη θεληματικότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου πάνω στη οποία προσπαθεί να στηριχθεί, είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του κατηγορουμένου (βλ. Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217). Αν διαφανεί ότι η κατάθεση λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, δεν θα γίνει δεκτή (βλ. Fournides ν. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Kokkinos (ανωτέρω) και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα δε ότι δεν λήφθηκε από φόβο για ζημία, δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση και δεν λήφθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου (Βλ. Commissioner of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)51 Cr. App. R. 123, D.P.P. v. Ling
(1975)3 All E.R. 175, Kokkinos ανωτέρω, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599). Το κριτήριο της θεληματικότητας είναι αντικειμενικό και αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Η δεκτότητα μιας κατάθεσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια, εξετάζοντας τις συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης, να απορρίψει αυτήν, έστω και αν φαίνεται θεληματική, αν κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να την αποδεχθεί. Αν διατηρεί αμφιβολίες, αυτό σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε. Είναι μέσα από μία τέτοια ευρεία θεώρηση των περιστάσεων που εξετάζεται το ζήτημα και ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με ιδιαίτερη προσοχή (βλ. F.L.H. v Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 4/2020, ημερ. 31/10/2022 και Ioannides ανωτέρω). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Fournides ανωτέρω: «It is true, as suggested, that a body of Cyprus case law acknowledges wide discretion to a trial Court to reject a statement if obtained in what the authorities' term "suspicious circumstances". The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law.» Η ένσταση, βάσης της οποίας διεξάγεται μια δίκη εντός δίκης, οριοθετεί όμως το πλαίσιο διεξαγωγής αυτής. Εξ ου και θα πρέπει να είναι σαφής και να παραπέμπει καθαρά σε όλους τους λόγους που θα αποτελέσουν τη βάση της σχετικής επιχειρηματολογίας, έτσι ώστε να είναι πλήρως κατανοητοί όχι μόνο στο Δικαστήριο αλλά και στην κατηγορούσα αρχή, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω) σελ. 902 και Συμεού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 205/2019, ημερ. 23/6/2022). ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην προκειμένη, η Κατηγορούσα Αρχή στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης παρουσίασε τρεις μάρτυρες, ήτοι τους Α/Αστ. 2851 Ιωάννη Μαυρομούστακο (Μ.1), τον Αν. Λοχία 494 Μάριο Φιλίππου (Μ.2) και τον Σάλεχ Νάσερ (Μ.3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι δεν θα παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο Μ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο Δ.Δ.1) και στη συνέχεια αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 17/5/2023 (το ένταλμα σύλληψης κατατέθηκε ως Τεκμήριο Δ.Δ.2), επίστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός απάντησε «εγώ της έδωσα μόνο δύο πάτσους». Ακολούθως την ίδια μέρα ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και του επέδωσε το Έντυπο Δικαιωμάτων Συλληφθέντων/Κρατουμένων στη βουλγαρική γλώσσα κατά τη μεταφορά του στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού (Τεκμήριο Δ.Δ.3). Ο μάρτυρας στη κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε, αναφέρει ότι την 21/5/2023, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, μεταξύ των ωρών 12:05 - 13:05, με τη βοήθεια του διερμηνέα της βουλγαρικής γλώσσας Σάλεχ Νάσερ, έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση υπό τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, αφού προηγουμένως του επέδωσε τα δικαιώματα του ως Υπόπτου/Κατηγορουμένου στη βουλγαρική γλώσσα (Τεκμήριο Δ.Δ.5). Ακολούθως, με τη βοήθεια του διερμηνέα, τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε και αφού ο κατηγορούμενος είπε ότι ήταν ορθή, την υπέγραψε. Στη συνέχεια, κατόπιν οδηγιών του μάρτυρα, ο διερμηνέας υπαγόρευσε στον κατηγορούμενο και αυτός κατέγραψε το ιδιόχειρο λεκτικό, το οποίο υπέγραψε. Στη κυρίως εξέταση του αφού αναγνώρισε τη κατάθεση του κατηγορουμένου και τις υπογραφές που υπάρχουν σε αυτήν, ο μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται όταν κάποιος ύποπτος ή κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα. Στη προκειμένη, η λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο έγινε ως εξής: Ο μάρτυρας κατέγραφε την ερώτηση και την ανέφερε στον διερμηνέα, ο οποίος την κατέγραφε. Ακολούθως ο διερμηνέας υπέβαλλε την ερώτηση στον κατηγορούμενο, έγραφε την απάντηση του τελευταίου και τη μετάφραζε στον μάρτυρα, ο οποίος την κατέγραφε στα ελληνικά. Ο κατηγορούμενος απαντούσε αμέσως σε κάθε ερώτηση που του υποβαλλόταν, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση και ό,τι ανέφερε στον διερμηνέα καταγραφόταν. Όταν δε ο κατηγορούμενος έδωσε τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις 4, 6 και 7, ο μάρτυρας δεν προέβη σε οποιεσδήποτε διευκρινιστικές ερωτήσεις αλλά συνέχισε την ανακριτική κατάθεση. Ακολούθως, αφού ο διερμηνέας διάβασε την κατάθεση στον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας πληροφόρησε αυτόν μέσω του διερμηνέα εάν ήθελε να προβεί σε οποιεσδήποτε προσθήκες ή διορθώσεις ή αλλαγές. Αφού υπέγραψε ο κατηγορούμενος την κατάθεση, ο μάρτυρας υπαγόρευσε στον διερμηνέα το λεκτικό, το οποίο ο τελευταίος υπαγόρευσε στη βουλγαρική γλώσσα στον κατηγορούμενο και αυτός το κατέγραψε στην κατάθεση. Ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε σε οποιοδήποτε σημείο της κατάθεσης του οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον μεταφραστή, τον μάρτυρα ή τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης. Στην αντεξέταση του, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος, ήδη από τις 17/5/2023, ανέφερε στον ίδιο την εκδοχή του για το τι έγινε την επίδικη ημέρα, ο μάρτυρας απάντησε ότι εάν ο κατηγορούμενος του το ανέφερε, θα το κατέγραφε σε ημερολόγιο ενεργείας. Περαιτέρω, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι «δεν τον βόλευε» η εκδοχή του κατηγορούμενου, ως του την ανέφερε από τις 17/5/203 και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν την κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας. Ο μάρτυρας αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος, στις 21/5/2023, πριν να του ληφθεί κατάθεση, του ανέφερε την εκδοχή του, εμμένοντας στη θέση του ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος καταγράφονται στην ανακριτική του κατάθεση. Συμφώνησε όμως ότι ο κατηγορούμενος, πριν να δώσει τη κατάθεση του στις 21/5/2023, του ανέφερε προφορικά ότι, στην περιοχή του Καρνάγιου, κτύπησε την παραπονούμενη και, ως είπε ο μάρτυρας, νομίζει ότι αυτό αναγράφεται και στο Τεκμήριο Δ.Δ.6Α. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι οι απαντήσεις στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7, ως καταγράφονται στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, δεν αποτελούσαν προϊόν της ελεύθερης βούλησης αυτού και ότι τις υπαγόρευσε ο μάρτυρας στον διερμηνέα για να τις καταγράψει. Ως προς τούτο, ο μάρτυρας, παρέπεμψε στη τελευταία ερώτηση της κατάθεσης του κατηγορούμενου με την οποία ερωτάτο κατά πόσο ήθελε να αναφέρει κάτι άλλο στην Αστυνομία και στην απάντηση αυτής. Επιπρόσθετα ο μάρτυρας ανέφερε ότι η διαδικασία γινόταν στη παρουσία του διερμηνέα, ο οποίος αφού άκουγε την ερώτηση, τη μετάφραζε στον κατηγορούμενο και ακολούθως μετάφραζε την απάντηση του κατηγορούμενου στα ελληνικά. Η πλευρά της Υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πήρε την κατάθεση του Τεκμήριο Δ.Δ.6Α για να τη διαβάσει, κάτι που ο μάρτυρας δεν δέχθηκε και ανέφερε ότι το Τεκμήριο Δ.Δ.6Α διαβάστηκε στον κατηγορούμενο από τον διερμηνέα και στη συνέχεια ο μάρτυρας, με τη βοήθεια του διερμηνέα, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε. Υποβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα η θέση ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο Δ.Δ.6Α) είναι κακογραμμένη και δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο το ελληνικό κείμενο (Τεκμήριο Δ.Δ.6Β) είναι η πιστή μετάφραση αυτής. Ο μάρτυρας σε σχέση με αυτή τη θέση ανέφερε ότι οι ερωτήσεις του είναι ξεκάθαρα γραμμένες, ότι αυτές είναι κατανοητές και ο διερμηνέας κατέγραφε στα βουλγαρικά την ερώτηση. Ερωτήθηκε δε ο μάρτυρας κατά πόσο θυμάται εάν ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την παραπονούμενη την είχε δει 4 - 5 μέρες πριν από τις 15/5/2023 και απάντησε ότι δεν θυμόταν. Ο Μ.2 έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στις 18/5/2023, σε σχέση με τις έρευνες που έγιναν στα οχήματα του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, καθώς και την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος, αφού ο μάρτυρας επίστησε στον κατηγορούμενο την προσοχή του στο Νόμο. Ο Μ.3 κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο Δ.Δ.8), όπου αναφέρει ότι στις 21/5/2023 και μεταξύ των ωρών 12:05 - 13:05 βοήθησε τον Μ.1 στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο υπό τη μορφή ερωτοαπαντήσεων. Αρχικά βοήθησε τον Μ.1 στην επεξήγηση των δικαιωμάτων ως υπόπτου/κατηγορουμένου. Η κατάθεση καταγράφηκε από τον Μ.3, στη συνέχεια τη διάβασε στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε, μετά από οδηγίες του Μ.1, ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε σε αυτή. Ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτή είναι ορθή και την υπέγραψε. Στη συνέχεια, κατόπιν οδηγιών του Μ.1, ο Μ.3 υπαγόρευσε στον κατηγορούμενο και εκείνος κατέγραψε το σχετικό λεκτικό, το οποίο και υπέγραψε. Επίσης, ο Μ.3 έλεγξε το κείμενο της πιστής μετάφρασης στην ελληνική που κατέγραψε ο Μ.1 και ως ορθό το υπέγραψε. Στη κυρίως εξέταση του ο Μ.3 αναγνώρισε τα Τεκμήρια Δ.Δ.6Α και 6Β και αναφέρθηκε στις υπογραφές που υπάρχουν σε αυτά. Σε σχέση με τη κατάθεση του κατηγορουμένου στη μητρική του γλώσσα (Τεκμήριο Δ.Δ.6Α), ανέφερε ότι η δεύτερη παράγραφος στη σελίδα 4 αυτής καταγράφηκε από τον κατηγορούμενο, μετά από οδηγίες του Μ.1 και ο Μ.3 είπε στον κατηγορούμενο στα βουλγαρικά τι να γράψει. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι συνήθως, όπως και στην προκειμένη, ο διερμηνέας γράφει ταυτόχρονα με τον αστυνομικό. Συγκεκριμένα, ο αστυνομικός ρωτά, ο διερμηνέας μεταφράζει την ερώτηση και την καταγράφει στη βουλγαρική γλώσσα και μεταφράζει τις απαντήσεις που δίδει ο κατηγορούμενος, τις οποίες καταγράφει στην ελληνική γλώσσα ο αστυνομικός. Αυτή η διαδικασία γίνεται ταυτόχρονα και αυτό έγινε και στην προκειμένη. Ο Μ.3 ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε περισσότερο ελληνικά παρά βουλγάρικα, επειδή γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Υπήρχαν όμως μερικές λέξεις που ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε και ο Μ.3 του τις μετάφρασε. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν να ανάφερε ο κατηγορούμενος στον ίδιο οτιδήποτε είτε κατά είτε μετά τη λήξη της κατάθεσης. Θυμάται όμως ότι ήταν παρών όταν λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο δύο καταθέσεις και ότι στην πρώτη κατάθεση ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και ότι μπορεί να απαντήσει «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Στην αντεξέταση, υποβλήθηκαν στον Μ.3 οι θέσεις ότι στις 21/5/2023 συνομίλησε με τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος έφτασε στα γραφεία του ΤΑΕ και ειδικότερα ότι ο Μ.3 καθησύχασε τον κατηγορούμενο, του είπε ότι θα δώσει μια κατάθεση και θα δουν τι θα γίνει και ότι τον ρώτησε κατά πόσο η παραπονούμενη θα αποσύρει το παράπονο της, με τον κατηγορούμενο να του απαντά ότι δεν γνωρίζει επειδή είναι κρατούμενος. Ως προς αυτές τις θέσεις ο Μ.3 ανέφερε ότι δεν θυμάται και δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά εάν συνομίλησε με τον κατηγορούμενο ή όχι πριν από τη λήψη της κατάθεσης. Συμφώνησε όμως ότι πιθανόν να έγιναν τα γεγονότα όπως του υποβλήθηκαν. Υποβλήθηκε επίσης στον Μ.3 ότι πριν ληφθεί η κατάθεση, ο κατηγορούμενος ανέφερε στους Μ.1 και Μ.3 την εκδοχή του και ο Μ.3 απάντησε ότι δεν θυμάται, ότι το καθήκον του είναι να μεταφράζει και δεν αναμειγνύεται στη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν θυμόταν επίσης ο μάρτυρας κατά πόσο ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.1 «έδωκα της θκιό πάτσους εκεί στο Καρνάγιο» και ότι «όταν την κτύπησα εκεί στο Καρνάγιο τα χείλη της έτρεχαν αίμα, έσχισα τα χείλη της και έτρεχαν αίμα». Ούτε θυμάται ο μάρτυρας εάν ο Μ.1 ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο από τα κτυπήματα του, η παραπονούμενη αιμορραγούσε και ότι ίχνη από το αίμα της εντοπίστηκαν στη πόρτα του συνοδηγού. Υποβλήθηκε στον Μ.3 ότι αυτά που ο ίδιος κατέγραφε στη βουλγαρική γλώσσα είναι τόσο δυσανάγνωστα που δεν μπορεί κάποιος να τα διαβάσει και ότι αυτό έγινε με τον κατηγορούμενο στην προκειμένη. Ως προς αυτή τη θέση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην Αστυνομία γράφουν γρήγορα, ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να το πει στον αστυνομικό ότι δεν κατανοούσε το κείμενο της κατάθεσης και εξέφρασε την ετοιμότητα, ο μάρτυρας, να τη διαβάσει δια ζώσης στο Δικαστήριο. Είπε μάλιστα ότι αυτό νομίζει ότι μπορεί να το κάνει και η διερμηνέας που μεταφράζει στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι συνήθως πρέπει να διαβάζει ο ίδιος την κατάθεση στον ύποπτο εκτός εάν προτιμά να τη διαβάσει ο τελευταίος και εάν δεν μπορεί να «φκάλει τα γράμματα» τότε του τη διαβάζει ο μάρτυρας. Στη προκειμένη, ο μάρτυρας δεν θυμάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος του ανέφερε «δεν μπορώ να το θκιαβάσω». Ανέφερε δε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να τη διάβασε. Όταν ερωτήθηκε σχετικά τι εννοεί με τη χρήση της φράσης «πρέπει να τη διάβασε», ανέφερε ότι συνήθως πρέπει ο ίδιος να τη διαβάσει (ο καταθέτης) και ότι εάν δεν μπορεί να τη διαβάσει, θα τη διαβάσει ο μάρτυρας, αλλά πρέπει να ξέρει (ο καταθέτης) τι γράφει μέσα. Διευκρίνισε δε ότι «Τη στιγμή που του δίνω να υπογράψει όταν τελειώνει η κατάθεση, ο ίδιος πρέπει να ξέρει που θα βάλει την υπογραφή του και ο μεταφραστής δεν θα πάει να γράφει παραπάνω από αυτό που του είπε. Ούτε να βάλει από το μυαλό του ο μεταφραστής για την κατάθεση του κατηγορούμενου. Κάθε φορά όταν βάλω απάντηση μπορώ να το πω ταυτόχρονα τι έγραψα στην απάντηση και να ξέρει, πάμε σιγά - σιγά μέχρι να τελειώσουμε και διαβάζω εγώ τις απαντήσεις και τις ερωτήσεις». Υποβλήθηκε δε στον Μ.3 ότι ο κατηγορούμενος δεν διάβασε την κατάθεση πριν να του υπαγορευτεί και να γράψει το λεκτικό στο τέλος της με το μάρτυρα να επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ίδιες θέσεις του, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Επιπρόσθετα, υποβλήθηκε στον Μ.3 ότι ο Μ.1 του υποδείκνυε τις απαντήσεις σε κάποιες από τις ερωτήσεις που υπέβαλε στον κατηγορούμενο. Ως προς αυτή τη θέση ο Μ.3 ανέφερε ότι τα καθήκοντα του εστιάζονται στη μετάφραση, ότι δεν αναμειγνύεται στη διερεύνηση της υπόθεσης και ότι εάν ήταν η επιθυμία του κατηγορούμενου να απαντήσει, οι απαντήσεις του καταγράφηκαν. Στο τέλος δε της αντεξέτασης, υποβλήθηκε στον Μ.3 η θέση ότι οι απαντήσεις στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7 δόθηκαν καθ' υποβολή του Μ.1, χωρίς να διευκρινισθεί σε ποιον και με ποιον τρόπο έγινε η υποβολή. Ο Μ.3 είπε δε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Τέλος, υποβλήθηκε στον Μ.3 η θέση ότι, πριν αρχίσει η κατάθεση, ο κατηγορούμενος είπε στους Μ.1 και Μ.3 την εκδοχή του σε σχέση με την υπόθεση, η οποία είναι η ακόλουθη: «Συναντήθηκε ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη στον χώρο στάθμευσης καφετέριας στη Λεμεσό, ακολούθως πήγαν στο Καρνάγιο και μετά από λίγη ώρα ήρθαν σε σεξουαλική επαφή με τη θέληση της παραπονούμενης. Εκείνη την ώρα της σεξουαλικής επαφής, τηλεφώνησε κάποιος κοινός γνωστός τους και με βάση αυτά που το εν λόγω άτομο είπε στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος νευρίασε και έδωσε δύο πάτσους στο πρόσωπο της παραπονούμενης και έσκισε τα χείλη της και έτρεχε αίμα». Ως προς αυτή τη θέση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας δέον όπως λεχθεί ότι έχουμε πάντα κατά νου ότι η μαρτυρία της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα και ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων, κάτι που επιβάλλει περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri (ανωτέρω), Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ 370 και F.L.H (ανωτέρω). Στην προκειμένη, για σκοπούς αξιολόγησης, εντός του ως άνω καθορισθέντος πλαισίου, εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την κατάθεση του κατηγορουμένου όσο και τη μαρτυρία των Μ.1 και Μ.2 σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή λήφθηκε. Παρακολουθήσαμε δε με προσοχή τον Μ.1 κατά την ένορκη μαρτυρία του και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε το περιεχόμενο αυτής, έχοντας υπόψη τα επίδικα στην παρούσα θέματα και αντιπαραβάλλοντας την με τη λοιπή σχετική μαρτυρία. Για τους λόγους που παραθέτουμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Μ.1 θα πρέπει να γίνει δεκτή. Κατ' αρχάς δεν έχουν αμφισβητηθεί τα ακόλουθα: · Ότι, πριν να ληφθεί η κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 21/5/2023, επιδόθηκαν σε αυτόν το έντυπο δικαιωμάτων Υπόπτου/Κατηγορούμενου στη μητρική του γλώσσα δηλαδή τη βουλγαρική. · Ότι πριν αρχίσει ο Μ.1 να υποβάλλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο, ως φαίνεται στην επίστηση, η οποία καταγράφεται στην αρχή της κατάθεσης, ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι δεν είναι υπόχρεος να απαντήσει, εκτός εάν θέλει να πει και οτιδήποτε πει δυνατό να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. · Ότι στην ερώτηση 1 της κατάθεσης, ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε κατά πόσο επιθυμεί να μιλήσει με τη δικηγόρο του προτού αρχίσει η κατάθεση και απάντησε ότι έχει μιλήσει με τη δικηγόρο του και τον έχει συμβουλεύσει. Στην ερώτηση 2, ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε πόσο καιρό έκανε να δει την παραπονούμενη προτού συναντηθούν στις 15/5/
- Η απάντηση ήταν «Μπορεί να είναι δύο με τρεις βδομάδες». Σε σχέση με την απάντηση αυτή, ο Μ.1 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κατά πόσο θυμάται εάν ο κατηγορούμενος προσδιόρισε χρονικά την εν λόγω συνάντηση 4-5 μέρες πριν από τις 15/5/2023 και απάντησε ότι δεν θυμόταν και ότι ο κατηγορούμενος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπέβαλλε. Η ερώτηση 2, πρέπει να λεχθεί ότι είναι σαφής και με βάση τα όσα έχουν τεθεί δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο Μ.1, είχε κάποιον λόγο, να μην καταγραφεί η απάντηση, ως την έδωσε ο κατηγορούμενος αλλά να υποβάλει στον Μ.3 να καταγράψει κάτι άλλο και δη αυτό που καταγράφεται στο Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, ως ουσιαστικά προβάλλει η Υπεράσπιση. Σε σχέση με την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην ερώτηση 4 επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε τι έχει να πει σε σχέση με το ότι ενώ μετέφερε την παραπονούμενη με το αυτοκίνητο του, την κτυπούσε με τα χέρια του, δίνοντας γροθιές και χαστούκια στο πρόσωπο της. Η απάντηση ήταν «Της έδωσα δύο πάτσους γιατί έπιασε με ο φίλος νομίζω Τάκης και είπε μου ότι εν μαζί του και άφησε το μωρό μόνο του». Ως προς τούτο δεν μας διαφεύγει ότι ο Μ.1 κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι πριν να δώσει την εν λόγω κατάθεση, στις 21/5/2023, ο κατηγορούμενος του ανέφερε προφορικά ότι ήταν στην περιοχή του Καρνάγιου που κτύπησε την παραπονούμενη καθώς και ότι ο Μ.1 είπε ότι «νομίζει» ότι αυτό αναγράφεται και στο Τεκμήριο Δ.Δ.6Α. Αρχίζοντας από το τελευταίο πρέπει να πούμε όμως ότι είναι εμφανές ότι ο Μ.1 δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο πράγματι αυτό καταγράφεται στην κατάθεση. Εξ ου και χρησιμοποίησε τη λέξη «νομίζει». Ήταν άλλωστε προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι δεν θυμόταν τις απαντήσεις που καταγράφονται στην εν λόγω κατάθεση. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε το πιο πάνω στον Μ.1 πριν την έναρξη της κατάθεσης, δεν σημαίνει ότι το ανέφερε και κατά τη διάρκεια αυτής. Ο Μ.1 επέμενε κατά τη μαρτυρία του και παρέμεινε ακλόνητος ότι, ό,τι απαντούσε ο κατηγορούμενος καταγραφόταν. Το ίδιο υποστήριξε βασικά και ο Μ.
- Εδώ δέον όπως σημειωθεί και το εξής. Η ερώτηση 4 δεν είχε ξεχωριστή θεματική, αλλά ήταν συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης με αριθμό 3, η οποία είχε ως εξής: «Στις 15/5/2023 και περί ώρα 00:30, σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία, πήρες την [ ] με βία από τα χέρια και την έβαλες στο αυτοκίνητο σου με αριθμούς εγγραφής [ ] τι έχεις να πεις;». Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι ο Μ.1 υπέβαλλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις, στη βάση γραπτής μαρτυρίας που είχε, ώστε να του δώσει την ευκαιρία να πει τη δική του εκδοχή. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος εμποδίστηκε από του να αναφερθεί κατά την απάντηση του στην προαναφερόμενη τοποθεσία, ούτε και ότι ο Μ.1 είχε κάποιον λόγο και ιδιαίτερα ότι με σκοπό την ενοχοποίηση του κατηγορούμενου δεν επέτρεψε να καταγραφεί κάτι τέτοιο στην κατάθεση, ώστε να είναι βάσιμη η θέση ότι η απάντηση που καταγράφηκε δεν ήταν του κατηγορούμενου αλλά ότι ήταν αυτή που ο Μ.1 υπέβαλε στον Μ.3 να καταγράψει. Άλλωστε δεν είναι λογικό εάν η θέση της Υπεράσπισης ευσταθούσε, ο Μ.1 να δέχεται ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε τα πιο πάνω πριν την κατάθεση του αλλά να αρνείται ότι του τα είπε κατά τη διάρκεια αυτής. Εδώ να πούμε και το εξής. Στην τελευταία ερώτηση αρ. 15, όταν ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε εάν έχει να αναφέρει κάτι άλλο στην Αστυνομία, απαντά «Εγώ δεν τη βίασα της έδωσα δύο πάτσους και θέλω να σας πω ότι έμενε και παλιά σπίτι μου». Δεν τέθηκε δε θέμα θεληματικότητας ως προς την απάντηση αυτή. Από αυτήν προκύπτει δε ότι ο κατηγορούμενος επανέλαβε εκ νέου τη θέση του ότι έδωσε δύο πάτσους στη παραπονούμενη, χωρίς και πάλι να προσδιορίζει ότι αυτό έγινε στην περιοχή του Καρνάγιου, όπως έπραξε και στην απάντηση στην ερώτηση
- Στην ερώτηση 6, ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε τι έχει να πει σε σχέση με το ότι από τα χτυπήματα του, η παραπονούμενη αιμορραγούσε και ίχνη από το αίμα της εντοπίστηκαν στην πόρτα του συνοδηγού μέσα. Η απάντηση ήταν «Όταν την εχτύπησα έσκισα της τα χείλη της και έτρεχε αίμα». Στην ερώτηση 7, ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε τι έχει να πει σε σχέση με το ότι κατά τη διαδρομή του στο Καρνάγιο, έβριζε την παραπονούμενη με συγκεκριμένες λέξεις και της είπε να του δώσει λεφτά, απειλώντας την. Η απάντηση ήταν «Επειδή πολλά νευριασμένος έβριζα την μόνο». Ως προς τις πιο πάνω ερωτήσεις δέον όπως λεχθεί ότι από το λεκτικό τους προκύπτει ότι και αυτές έγιναν από τον Μ.1, όχι αυθαίρετα και χωρίς λόγο αλλά με βάση τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση του, ώστε να δοθεί στον κατηγορούμενο η ευκαιρία να πει τη δική του εκδοχή. Αυτό προέκυψε άλλωστε και από τις απαντήσεις του ίδιου του Μ.1 κατά την αντεξέταση του. Δεν έχει δε προκύψει, ούτε σε σχέση με τις απαντήσεις στις εν λόγω ερωτήσεις ότι ο Μ.1 είχε κάποιον λόγο και ιδιαίτερα ότι με σκοπό την ενοχοποίηση του κατηγορούμενου δεν επέτρεψε να καταγραφούν οι απαντήσεις αυτού, ώστε να είναι βάσιμη η θέση ότι αυτές που καταγράφηκαν δεν ήταν του κατηγορούμενου αλλά ότι ο Μ.1 της υπέβαλε στον Μ.3 να τις καταγράψει. Ως προς τη θέση που υποβλήθηκε στον Μ.1 ότι ο κατηγορούμενος δεν διάβασε την κατάθεση του, πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας απάντησε ότι η κατάθεση διαβάστηκε στον κατηγορούμενο από τον διερμηνέα. Αυτό το πολύ σημαντικό δεδομένο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι μετά το πέρας της κατάθεσης, ο Μ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο, μέσω του Μ.3 ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε και ότι ο κατηγορούμενος αφού είπε ότι είναι ορθή την υπέγραψε. Ήταν δε κοινώς αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος ιδιοχείρως κατέγραψε το λεκτικό στο τέλος της κατάθεσης και το υπέγραψε, κατόπιν υπαγόρευσης του λεκτικού από τον Μ.1 και μετάφρασης αυτού από τον Μ.
- Σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης, ως αυτή υποβλήθηκε στον Μ.1, ήτοι ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου στα βουλγαρικά είναι τόσο κακογραμμένη, που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό τι αναγράφει και ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν το ελληνικό κείμενο αυτής είναι η πιστή μετάφραση της, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Ο Μ.1 απάντησε ότι οι ερωτήσεις του είναι ξεκάθαρα γραμμένες, ότι είναι κατανοητές και ότι ο διερμηνέας κατέγραφε στα βουλγαρικά την ερώτηση. Είναι δε προφανές ότι ο μάρτυρας αναφερόταν στο κείμενο στα ελληνικά (Τεκμήριο Δ.Δ.6Β). Ως προς το κείμενο στα βουλγαρικά, αναφορά θα γίνει κατωτέρω στο πλαίσιο σχολιασμού της μαρτυρίας του ίδιου του μεταφραστή (του Μ.3), που ήταν και το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να διαφωτίσει για το θέμα. Εδώ πρέπει φυσικά να επαναλάβουμε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η θέση του Μ.1 ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου του διαβάστηκε από τον διερμηνέα πριν την υπογράψει και καταγράψει στη συνέχεια, καθ' υπαγόρευση, το σχετικό λεκτικό. Ακόμα λοιπόν και να ήταν κακογραμμένη ή δυσανάγνωστη η κατάθεση Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, το γεγονός ότι αυτή διαβάστηκε στον κατηγορούμενο από τον διερμηνέα, εξάλειψε κάθε κίνδυνο ο κατηγορούμενος να μην έλαβε πλήρη γνώση του περιεχόμενου της. Η μαρτυρία του Μ.2 δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και γίνεται αποδεκτή. Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτει ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτού, στις 18/5/2023 δεν ήταν παρών ο Μ.
- Στις 21/5/2023, όταν έδινε ο κατηγορούμενος την κατάθεση του, ο Μ.2 δεν ήταν παρών. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του Μ.2 ότι στις 18/5/2023 και ώρα 13:00 στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, με τη βοήθεια διερμηνέα (όχι του Μ.3 αλλά άλλης διερμηνέως) ο Μ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα διενεργήσει έρευνα στο όχημα του και ο κατηγορούμενος έδωσε τη γραπτή του συγκατάθεση προς τούτο. Αφού ο Μ.2 επίστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο, ο τελευταίος απάντησε «Έκαμα σεξ μαζί της μέσα στο αυτοκίνητο μου με τη θέληση της. Εγώ έκατσα στο πίσω κάθισμα ήρθε και έκατσε πάνω μου όμως δεν ετέλειωσα. Παραδέχομαι έδωσα της δύο πάτσους». Σε κάθε περίπτωση, σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.2 δέον όπως λεχθεί ότι αυτή αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 18/5/2023, δηλαδή τρεις μέρες πριν την κατάθεση, η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας και δεν έχουν συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα θέματα στην παρούσα. Με προσοχή παρακολουθήσαμε και τον Μ.3 κατά την ένορκη μαρτυρία του και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε το περιεχόμενο αυτής, έχοντας υπόψη τα επίδικα στην παρούσα θέματα και αντιπαραβάλλοντας την με τη λοιπή σχετική μαρτυρία. Κρίνουμε ότι και αυτή θα πρέπει να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Ο Μ.3 εξήγησε με λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων του τρόπου που υποβάλλονταν οι ερωτήσεις από τον Μ.1, της μετάφρασης αυτών στον κατηγορούμενο, των απαντήσεων του τελευταίου και της μετάφρασης αυτών αλλά και την καταγραφή όλων στα Τεκμήρια Δ.Δ.6Α και 6Β. Αποδεχόμαστε δε τη θέση του Μ.3 ότι στο τέλος έλεγξε το κείμενο της πιστής μετάφρασης της κατάθεσης του κατηγορουμένου στην ελληνική γλώσσα που κατέγραψε ο Μ.1 και ως ορθό ο Μ.3 το υπέγραψε στη παρουσία του Μ.
- Αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Ως προς τη θέση που υποβλήθηκε στον Μ.3, ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου, με τον τρόπο που καταγράφηκε από τον Μ.3, είναι δυσανάγνωστη με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην την έχει διαβάσει, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Ο Μ.3 ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ότι στην Αστυνομία γράφουν γρήγορα, ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να το πει στον αστυνομικό ότι δεν κατανοούσε το κείμενο της κατάθεσης και εξέφρασε την ετοιμότητα, ο Μ.3, να τη διαβάσει δια ζώσης στο Δικαστήριο. Είπε μάλιστα ότι αυτό νομίζει ότι μπορεί να το κάνει και η διερμηνέας που μεταφράζει στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Δεν μας διαφεύγει ότι ο Μ.3 ερωτώμενος στην αντεξέταση του, είπε ότι δεν θυμάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος του ανέφερε «δεν μπορώ να το θκιαβάσω». Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να τη διάβασε. Όταν ερωτήθηκε σχετικά τι εννοεί με την χρήση της λέξης «πρέπει» να τη διάβασε, ανέφερε ότι συνήθως πρέπει ο ίδιος να τη διαβάσει (ο καταθέτης) και ότι εάν δεν μπορεί να τη διαβάσει, θα τη διαβάσει ο μάρτυρας, αλλά πρέπει να ξέρει (ο καταθέτης) τι γράφει μέσα. Διευκρίνισε όμως τα εξής, τα οποία καταγράφουμε αυτολεξεί «Τη στιγμή που του δίνω να υπογράψει όταν τελειώνει η κατάθεση, ο ίδιος πρέπει να ξέρει που θα βάλει την υπογραφή του και ο μεταφραστής δεν θα πάει να γράφει παραπάνω από αυτό που του είπε. Ούτε να βάλει από το μυαλό του ο μεταφραστής για τη κατάθεση του κατηγορούμενου. Κάθε φορά όταν βάλω απάντηση μπορώ να το πω ταυτόχρονα τι έγραψα στην απάντηση και να ξέρει, πάμε σιγά - σιγά μέχρι να τελειώσουμε και διαβάζω εγώ τις απαντήσεις και τις ερωτήσεις». Εδώ πρέπει δε να λεχθεί ότι ο Μ.3, ως ανέφερε και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, δεν θυμόταν τι ακριβώς έγινε στην προκειμένη. Στην κατάθεση του όμως, την οποία ο Μ.3 έδωσε την ίδια ημέρα, 20 περίπου λεπτά από την ώρα που τελείωσε η κατάθεση του κατηγορούμενου και υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι μετά το πέρας της κατάθεσης του κατηγορούμενου, ο ίδιος ο Μ.3 τη διάβασε στον κατηγορούμενο και, μετά από οδηγίες του Μ.1, τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε και ο κατηγορούμενος είπε ότι είναι ορθή και την υπέγραψε. Το ότι ο ίδιος ο Μ.3 διάβασε την κατάθεση στον κατηγορούμενο, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά επιβεβαιώνεται από τον Μ.1, ο οποίος ανέφερε το ίδιο και επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ο Μ.3 ξεκαθάρισε, ότι ο εκάστοτε καταθέτης δεν καλείται να υπογράψει κάτι το οποίο δεν γνωρίζει, ούτε προσθέτει ο Μ.3 στοιχεία που δεν είπε ο καταθέτης. Ως εκ των άνω, επαναλαμβάνουμε ότι ακόμη και δυσανάγνωστο να είναι το Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, ενόψει του ότι το περιεχόμενο του διαβάσθηκε στον κατηγορούμενο, δεν τίθεται θέμα ο τελευταίος να μην έλαβε πλήρη γνώση αυτού. Επιπρόσθετα, ο Μ.3 ανέφερε το εξής πολύ σημαντικό στοιχείο, το οποίο η πλευρά της Υπεράσπισης δεν έχει αμφισβητήσει. Συγκεκριμένα, ο Μ.3 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης ο κατηγορούμενος μιλούσε πιο πολύ ελληνικά και ότι ο διερμηνέας μετάφραζε στον κατηγορούμενο κάποιες λέξεις τις οποίες δεν κατανοούσε. Αυτό δείχνει ότι, σε περίπτωση που πράγματι ο Μ.1 υπέβαλλε στον Μ.3 να γράψει κάτι διαφορετικό από αυτό που ο κατηγορούμενος έλεγε στις απαντήσεις του, ο τελευταίος θα το αντιλαμβανόταν και θα αναμενόταν ότι θα ζητούσε να καταγραφεί η δική του απάντηση. Καμία όμως μαρτυρία ή έστω υποβολή ότι έγινε κάτι τέτοιο, δεν τέθηκε. Αποδεχόμαστε επίσης τη θέση του Μ.3 ότι αυτός επικεντρώθηκε στα καθήκοντα του ως διερμηνέας, ότι αυτός μετάφραζε τα όσα λέγονταν από τους Μ.1 και τον κατηγορούμενο κατά τη λήψη της κατάθεσης και ότι δεν αναμειγνύεται στη διερεύνηση των υποθέσεων. Ούτε έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο μάρτυρας παρέκκλινε από τα καθήκοντα του, είτε ότι κατέγραψε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7 καθ' υποβολή του Μ.1, ως του τέθηκε από την Υπεράσπιση. Ούτε έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο Μ.3 παρέλειψε να καταγράψει και να μεταφράσει αυτολεξεί τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος. Πέραν τούτου, αποδεχόμαστε τη θέση του Μ.3 ότι μετά που ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της κατάθεσης του, ενημερώθηκε για τη δυνατότητα να προσθέσει, να διορθώσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στην κατάθεση του και είπε ότι αυτή είναι ορθή και την υπόγραψε και ότι ιδιοχείρως κατέγραψε το λεκτικό μετά το τέλος της κατάθεσης και το υπέγραψε. Τέλος δέον όπως αναφέρουμε ότι ποσώς μας διαφεύγει ότι ο Μ.3 σε αρκετές ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, κατά την αντεξέταση του, απαντούσε ότι δεν θυμόταν και ότι δεν μπορούσε να απαντήσει. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του και τα όσα σχετικά ανέφερε κρίνουμε ότι αυτό δεν καταδεικνύει προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει. Άλλωστε ο ίδιος έδωσε πειστική και λογική εξήγηση για αυτό. Κατ' ουσίαν είπε ότι αυτός περιορίζεται στα καθήκοντα του ως μεταφραστή, χωρίς να αναμειγνύεται στη διερεύνηση των υποθέσεων και ότι θυμάται ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται αλλά όχι τι ακριβώς γίνεται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Εξ ου, κατά τις απαντήσεις του αναφερόταν στη συνήθη ακολουθητέα διαδικασία και όχι τι ακριβώς έγινε στην προκειμένη αφού, ως είπε, δεν θυμόταν. Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την μαρτυρία του Μ.3: «Είπα σας πως δουλεύουμε εμείς, φκαίνουμε που την Αστυνομία, δεν μεινίσκει τίποτε στο μυαλό μου, αλλιώς ήταν να αρρωστήσω από αυτά που ακούμε όλη μέρα, βγαίνω να καθαρίσει το μυαλό μου, δεν θυμούμαι ούτε ονόματα, ούτε τίποτε, μεινίσκουν ορισμένα πράγματα μόνο εκείνα που κολλούν στο μυαλό μου, αλλά οι κουβέντες δεν μένουν στο μυαλό μου». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη μαρτυρία, η οποία έχει γίνει δεκτή, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 21/5/2023 και μεταξύ 12:05 - 13:05, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, έδωσε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήρια Δ.Δ.6Α-6Β). Πριν να του ληφθεί η κατάθεση, του επιδόθηκαν τα δικαιώματα του ως Υπόπτου/Κατηγορουμένου στη βουλγαρική γλώσσα και τα υπέγραψε η ώρα 12:00 (Τεκμήριο Δ.Δ.5). Επίσης, πριν αρχίσει η κατάθεση, ο κατηγορούμενος συνομίλησε με τη δικηγόρο του, η οποία και τον συμβούλεψε. Κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, χρέη διερμηνέα της βουλγαρικής γλώσσας, που είναι η μητρική του κατηγορούμενου, εκτελούσε ο Μ.
- Η κατάθεση είχε τη μορφή ερωταπαντήσεων. Συγκεκριμένα, ο Μ.1 υπέβαλλε τις ερωτήσεις και τις κατέγραφε στα ελληνικά, ο Μ.3 κατέγραφε αυτές στα βουλγαρικά, τις μετάφραζε στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος έδιδε τις απαντήσεις του, ο Μ.3 κατέγραφε αυτές στα βουλγαρικά και τις μετάφραζε στον Μ.1, ο οποίος τις κατέγραφε στα ελληνικά. Η διαδικασία αυτή γινόταν ταυτόχρονα. Όλες οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και όλες οι απαντήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος καταγράφηκαν αυτολεξεί στο Τεκμήριο Δ.Δ.6Α και οι απαντήσεις αυτές μεταφράστηκαν στα ελληνικά και καταγράφηκαν στο Τεκμήριο Δ.Δ.6Β. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάθεση, το Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, διαβάσθηκε από τον Μ.3 στον κατηγορούμενο. Ακολούθως αφού ο Μ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο, μέσω του Μ.3, ότι μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε σε αυτήν, ο κατηγορούμενος είπε ότι είναι ορθή και την υπόγραψε (το Τεκμήριο Δ.Δ.6Α). Εν συνεχεία, ο Μ.3 υπαγόρευσε, κατόπιν οδηγιών του Μ.1, στον κατηγορούμενο συγκεκριμένο λεκτικό, το οποίο ο κατηγορούμενος κατέγραψε και ακολούθως το υπέγραψε. Ο Μ.3 έλεγξε το κείμενο της μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο Δ.Δ.6Β) και ως ορθό το υπέγραψε. Σε κανένα δε στάδιο της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωρίζει και την ελληνική γλώσσα, δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον Μ.1, τον Μ.3 ή τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης του. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγουμε, για σκοπούς και μόνο της παρούσας δίκης εντός δίκης, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι απαντήσεις του κατηγορούμενου στις ερωτήσεις 2, 4, 6 και 7 της κατάθεσης του Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και ότι περιέχουν αυτολεξεί αυτά που ο ίδιος ανέφερε στην εν λόγω κατάθεση και δεν τέθηκαν καθ' υποβολή του Μ.
- Περαιτέρω καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος έγραψε το λεκτικό στο τέλος της κατάθεσης και το υπέγραψε, καθ' υπαγόρευση του Μ.1 και μετάφρασης του από τον Μ.3, μετά που του διαβάσθηκε το Τεκμήριο Δ.Δ.6Α, αφού δηλαδή έλαβε γνώση και αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνουμε ότι οι λόγοι ένστασης της Υπεράσπισης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή η κατάθεση ως τεκμηρίων, των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση Α και Β. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο