ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Π. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4677/2023, 23/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4677/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Α. Π.
- Π. Γ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23/11/2023 Για την Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου (για να ακούσει την απόφαση η κα Λ. Σίγαρ). Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Κλεοβούλου. Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Νικολάου με κα Ν. Παναγιώτου Κατηγορούμενοι παρόντες. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε κατηγορίες κλοπής από υπάλληλο, κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2), κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 4) και κακόβουλης ζημίας σε περιουσία, κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 5). Ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος, επίσης κατόπιν παραδοχής του, σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (κατηγορία 6). Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί, είναι ως ακολούθως: · Ο κατηγορούμενος 1 ήταν υπάλληλος της εταιρείας Parklane Hotels Ltd, στη Λεμεσό, από τις 05/02/2019 μέχρι και τις 27/03/2023, ως κλητήρας (messenger) και μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η μεταφορά των εισπράξεων και χρημάτων της εργοδότριας του εταιρείας σε δύο τράπεζες για κατάθεση. · Ο κατηγορούμενος 1 μεταξύ των ημερομηνιών 18/03/2023 και 26/03/2023, συνωμότησε με τρίτο πρόσωπο να σκηνοθετήσουν ληστεία με σκοπό να κλέψουν το χρηματικό πόσο των €30.000 από την εργοδότρια του κατηγορούμενου
- · Στις 27/03/2023 και περί η ώρα 11:30, ο κατηγορούμενος 1, όντας ακόμη υπάλληλος της εταιρείας Parklane Hotels Ltd, παρέλαβε από τον κεντρικό ταμία του ξενοδοχείου Parklane, το χρηματικό ποσό των €30.000, περιουσία της προαναφερθείσας εργοδότριας του, με οδηγίες να τα καταθέσει στην τράπεζα εκ μέρους της εταιρείας. · Την ίδια ημέρα και αφού παρέλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό, ο κατηγορούμενος 1 τηλεφώνησε στο τρίτο πρόσωπο με το οποίο είχε προβεί στον σχεδιασμό της κλοπής των χρημάτων και οδήγησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], περιουσία της εταιρείας Uniwheels Rentals Car Limited, το οποίο του παραχωρήθηκε για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων εργασίας του, και συναντήθηκαν στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, στη Λεμεσό. · Ο κατηγορούμενος 1 με το τρίτο πρόσωπο, ως είχαν συμφωνήσει, κτύπησαν με ένα σίδερο το γυαλί της πόρτας του οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου, προκαλώντας του ζημιά ύψους €
- · Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της σκηνοθετημένης ληστείας, ο κατηγορούμενος 1 παρέδωσε στο τρίτο πρόσωπο την τσάντα στην οποία βρισκόταν το χρηματικό ποσό των €30.000, μαζί με το κλειδί του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, αξίας €
- Το τρίτο πρόσωπο ακολούθως έφυγε με το χρηματικό ποσό και το κλειδί του αυτοκινήτου, με σκοπό τη μόνιμη αποστέρηση αυτών από τις ιδιοκτήτριες εταιρείες. Το ποσό των €30.000 και το κλειδί αξίας €350 δεν επιστράφηκαν ποτέ στις ιδιοκτήτριες εταιρείες. · Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 κάλεσε την Αστυνομία και κατάγγειλε τη σκηνοθετημένη ληστεία. Στις 27/03/2023 και μεταξύ των ωρών 14:55-16:20, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε θεληματική κατάθεση, στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και το σχέδιο της σκηνοθετημένης ληστείας, με σκοπό την κλοπή του ποσού των €30.000, περιουσία της εταιρείας Parklane Hotels Ltd. · Στις 27/03/2023 και η ώρα 19:45, ο κατηγορούμενος 1, συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού πληροφορήθηκε τους λόγους σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Παραδέχομαι». · Στις 27/03/2023, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου 2, ερευνήθηκε η οικία του τελευταίου στη Λεμεσό. Κατά την έρευνα, η ώρα 18:15, εντοπίσθηκαν σε τσάντα, 8 xειροφωτοβολίδες αλεξίπτωτου. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:35-21:10, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία των δύο δικηγόρων του και αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». · Στις 28/03/2023 και ώρα 10:10 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Εγόρασα τες». · Ο κατηγορούμενος 1 παρέμεινε υπό κράτηση από τις 27/03/2023 μέχρι τις 04/04/2023, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για εκδίκαση ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού και έκτοτε είναι ελεύθερος με όρους. · Ο κατηγορούμενος 2 τελεί υπό κράτηση από τις 27/03/
- Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αυτός δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ως προς τον κατηγορούμενο 2, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αυτός βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες. Συγκεκριμένα: · Καταδικάστηκε στις 27/02/1997, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 35759/97, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 3 χρόνων, σε κατηγορίες καλλιέργειας φυτών κάνναβης, καπνίσματος ρητίνης κάνναβης και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη η Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 24980/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που αφορούσε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια και καλλιέργειας φυτών κάνναβης. · Καταδικάστηκε στις 07/05/2018, από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 4597/2017, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 6 χρόνων, σε κατηγορίες κλοπής, κατοχής πυρομαχικών κατηγορίας Α΄, κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α΄ και διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. · Καταδικάστηκε στις 22/9/2021, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 2721/21, σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με τριετή αναστολή, σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Στο πλαίσιο της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου 1 (η οποία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, για τους λόγους που έκρινε το Δικαστήριο, μετά από αίτημα του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1), ο κ. Κλεοβούλου κατ' αρχάς ανέφερε ότι ο πελάτης του αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, ο συνήγορος υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει. Προς τούτο κατάθεσε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά (βλ. Τεκμήρια 2 έως 5). Περαιτέρω, ο κ. Κλεοβούλου αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο, στη συνεργασία με την Αστυνομία και στην παραδοχή του κατηγορούμενου 1 τόσο στην Αστυνομία αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου και μετέφερε τη μεταμέλεια του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος Υπεράσπισης, ανέφερε ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 1 ήταν μειωμένος, ότι αυτός δεν ήταν ο ιθύνων νους της παράνομης πράξης και ότι λάμβανε οδηγίες από τρίτο πρόσωπο το οποίο οργάνωσε τη σκηνοθετημένη ληστεία. Ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων και τα χρήματα που κλάπηκαν τα οικειοποιήθηκε αποκλειστικά το τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, ο συνήγορος παρέπεμψε στα ψυχικά προβλήματα του κατηγορούμενου 1, τα οποία, ως ανέφερε, μετριάζουν την ικανότητα κρίσης του, με αποτέλεσμα αυτή να είναι μειωμένη και να γίνεται υπερβολικά υποβόλιμος, δηλαδή να επηρεάζεται από άλλα άτομα. Ο κ. Κλεοβούλου υποστήριξε επίσης ότι τυχόν φυλάκιση του κατηγορούμενου 1 θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην οικογένεια του και ειδικότερα στην υπερήλικα μητέρα του, αφού ο ίδιος διαμένει μαζί της και τη φροντίζει. Τέλος, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ζήτησε από το Δικαστήριο όπως, σε περίπτωση που επιβάλει ποινή φυλάκισης, εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της αφού μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος 1 εκφράζει μεγάλη ανησυχία ότι σε περίπτωση φυλάκισης του, η ιατρική του κατάσταση θα γίνει γνωστή με μεγάλες για αυτόν συνέπειες τόσο στην υπόληψη του όσο και στην ψυχική του κατάσταση. Η κα Νικολάου στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου 2, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του πελάτη της, τόσο ενώπιον της Αστυνομίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο, ως ανέφερε, καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας 6, η συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2, ανέφερε ότι ο πελάτης της διαθέτει μικρό σκάφος, το οποίο βρίσκεται σταθμευμένο στην οικία του και το οποίο χρησιμοποιεί αρκετές φορές για να μεταβαίνει για ψάρεμα. Αγόρασε τις επίδικες χειροφωτοβολίδες με σκοπό να τις τοποθετήσει στο σκάφος του για να τις χρησιμοποιήσει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και δεν είχε σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ο κατηγορούμενος 2 πηγαίνει για ψάρεμα εντελώς μόνος και το σκάφος δεν διαθέτει ασύρματη επικοινωνία. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης είναι το κινητό του τηλέφωνο που αρκετές φορές λόγω της τοποθεσίας δεν έχει σήμα για να μπορεί να διεκπεραιώσει οποιαδήποτε κλήση. Το σκάφος του κατηγορούμενου 2 βρισκόταν σταθμευμένο στην οικία του με σκοπό να το επισκευάσει και εν όψει του ότι στο σπίτι που διαμένει υπάρχουν παιδιά, αφαίρεσε τις εν λόγω χειροφωτοβολίδες από το σκάφος και τις τοποθέτησε στο σπίτι του. Η κα Νικολάου, αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου
- Για τον σκοπό αυτό υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έκανε ειδική αναφορά στα προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει. Τέλος, ως προς το ζήτημα ενεργοποίησης της ποινής φυλάκισης των 4 μηνών με τριετή αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2, στην Ποινική Υπόθεση αρ. 2721/21, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η κα Νικολάου εισηγήθηκε ότι αυτή δεν πρέπει να ενεργοποιηθεί αφού η πρόθεση του κατηγορούμενου 2 ήταν να χρησιμοποιήσει τις 8 xειροφωτοβολίδες μόνο για σκοπούς ασφάλειας του, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 1, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων, για το αδίκημα της κλοπής, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και για το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων ή χρηματική ποινή €2.562 ή και οι δύο αυτές ποινές. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ποινή, αυξήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο 84(Ι)/2012 από 10 χρόνια σε 14 χρόνια φυλάκισης, κάτι που δείχνει ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο υπό αναφορά αδίκημα. Σοβαρό όμως, ως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, είναι και το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 2. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 15 χρόνων (βλ. Νόμο 27/1978) ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.000 (βλ. Νόμο 173(Ι)/2020) ή και οι δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου, τονίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προκύπτουσα κυρίως από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ αυτού και του παραπονούμενου εργοδότη του. Στην The Attorney General ν. Vasiliotis
(1967)2 C.L.R. 20 αναφέρθηκε ότι η κλοπή υπό υπαλλήλου τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι (βλ. και Akter ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 86). Η σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το νόμο. Είναι γεγονός ότι η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ως εμπίπτον και στην κατηγορία του οικονομικού εγκλήματος, προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου επιτακτική είναι η ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης του χάριν της διατήρησης της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτούμενων αλλά και των όσων συναλλάσσονται με αυτούς. Ως προκύπτει μέσα από τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της μορφής δικαιολογεί την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις ποινές που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια (βλ. και Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210). Σοβαρό είναι και το αδίκημα της κλοπής. Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην επιβολή αυστηρών ποινών για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης αλλά αντίθετα σημειώνουν έξαρση. Τα Δικαστήρια πρέπει να αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Τα Δικαστήρια καλούνται λοιπόν, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου, να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα τέτοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 και Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Σοβαρό είναι και το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς λόγω της φύσεως του. Τούτο διότι με τη διάπραξη του πλήττονται ευθέως τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του κάθε ατόμου ως προς την απόλαυση και τον σεβασμό της περιουσίας του. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την απαιτούμενη άδεια, έγκειται στο ότι στρέφεται κατά της έννομης τάξης και της ασφάλειας της Πολιτείας και ενέχει στοιχεία απειλής και επικινδυνότητας που προκαλούν φόβο στους πολίτες. Εδώ να λεχθεί ότι όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση, κάτι για το οποίο λαμβάνουμε γνώση όχι μόνο από τη σχετική νομολογία αλλά και από τον αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσεως που καταχωρούνται ενώπιον μας και γενικότερα ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων. Ο χαρακτηρισμός όμως κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία μπορεί να γίνει μόνο προς ένδειξη του μέτρου τιμωρίας τέτοιων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Στην προκειμένη, η σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 1, προκύπτει τόσο από τη φύση τους όσο και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους όσο και από τη ζημιά που προκάλεσαν. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του επέδειξε η εργοδότρια του εταιρεία, να μεταφέρει χρήματα προς κατάθεση τους σε λογαριασμό της στην τράπεζα, αφού συνομώτησε με τρίτο πρόσωπο να τα κλέψουν και σκηνοθέτησαν ληστεία προς επίτευξη του σκοπού αυτού, αποστέρησε από την εν λόγω εταιρεία, με την όλη δράση του, το χρηματικό ποσό των €30.000. Στο πλαίσιο σκηνοθέτησης της ληστείας, ο κατηγορούμενος 1 προκάλεσε δε, μαζί με το άλλο πρόσωπο, ζημία σε αυτοκίνητο που ανήκε στην εταιρεία Uniwheels Rentals Cars Ltd από την οποία επίσης κλάπηκε το κλειδί του αυτοκινήτου. Δεν μας διαφεύγει βέβαια και λαμβάνουμε υπόψη το ότι, ως ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 και δεν αμφισβητήθηκε, ο τελευταίος δεν ήταν ο ιθύνων νους και δεν ήταν το πρόσωπο που διοργάνωσε το όλο σχέδιο. Παρά ταύτα δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του κ. Κλεοβούλου ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου ήταν «μειωμένος», ότι η εμπλοκή του περιορίστηκε στο να ενημερώσει το τρίτο πρόσωπο για το σημείο παραλαβής των χρημάτων και ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός. Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί και περιβάλλουν τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων δεν υποστηρίζουν τα πιο πάνω. Συγκεκριμένα από τα εν λόγω γεγονότα φαίνεται ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1 που, αφού συνωμότησε προηγουμένως με το τρίτο πρόσωπο να σκηνοθετήσουν ληστεία με σκοπό να κλέψουν το χρηματικό πόσο των €30.000 από την εργοδότρια του εταιρεία, παρέλαβε στις 27/03/2023 το εν λόγω χρηματικό ποσό και αντί να το καταθέσει στην τράπεζα, οδήγησε το αυτοκίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας του και συναντήθηκε στον αυτοκινητόδρομο με το τρίτο αυτό πρόσωπο. Εκεί για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι επρόκειτο για ληστεία, προφανώς για να παραπλανήσουν τις Αρχές ώστε να μην γίνει αντιληπτή η συμμετοχή του κατηγορούμενου 1, έσπασαν με σίδερο το γυαλί της πόρτας του οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου και ο κατηγορούμενος 1 παρέδωσε το χρηματικό ποσό στο τρίτο πρόσωπο μαζί με το κλειδί του αυτοκινήτου, οπόταν ο τελευταίος έφυγε με το χρηματικό ποσό και το εν λόγω κλειδί. Στη συνέχεια δε, ήταν και πάλι ο κατηγορούμενος 1 που κάλεσε την Αστυνομία και κατάγγειλε τη σκηνοθετημένη ληστεία. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 1 όχι μόνο «μειωμένος» δεν ήταν, αλλά ήταν ουσιαστικός και η εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν ενεργή και καταλυτικής σημασίας στη διάπραξη των αδικημάτων, εφόσον δίχως αυτή δεν μπορούσαν να διαπραχθούν τα αδικήματα. Δεν μας διαφεύγει ότι το όλο σχέδιο το διοργάνωσε το τρίτο πρόσωπο αλλά προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1 που εκτέλεσε το μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου. Περαιτέρω, από τα γεγονότα προκύπτει ότι η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων ήταν το προϊόν προσεκτικής οργάνωσης και προσχεδιασμού, κάτι που ήταν εις γνώση του κατηγορούμενου 1, ο οποίος όχι μόνο συμφώνησε στην εκτέλεση του αλλά εκτέλεσε και το μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου. Είναι λοιπόν έντονο το στοιχείο του προσχεδιασμού στη διάπραξη των αδικημάτων, κάτι που αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία η ψυχική υγεία ενός κατηγορουμένου αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Όταν δε αυτή συναρτάται προς το ίδιο το αδίκημα που διαπράχθηκε και διαφαίνεται ότι λόγω αυτής η ευθύνη του δράστη καθίσταται μειωμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο παράγοντας αυτός έχει περισσότερη βαρύτητα. Η συνήθης αντιμετώπιση είναι να μειώνεται η ποινή λογίζοντας υπέρ του κατηγορουμένου την επιβάρυνση της ψυχικής του υγείας (βλ. σύγγραμμα G. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση σελ. 66-69, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 και Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445). Στην προκειμένη, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 αλλά και τα όσα ανέφερε σχετικά ο κ. Κλεοβούλου και δεν αμφισβητήθηκαν, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 1 πάσχει από χρόνια ψυχωσική διαταραχή με έντονες ακουστικές ψευδαισθήσεις, πιθανόν σχιζοφρένεια, καθώς και λόγω της λήψης ισχυρών ψυχοφαρμάκων, η ικανότητα κρίσης του είναι σημαντικά μειωμένη, με αποτέλεσμα να γίνεται υπερβολικά υποβόλιμος, δηλαδή να επηρεάζεται από άλλα άτομα. Ως δε περαιτέρω ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, παρά το ότι ο τελευταίος αρχικά συμφώνησε να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα, στη συνέχεια όταν αντιλήφθηκε το τι επρόκειτο να γίνει μετανόησε αλλά φοβούμενος τις αντιδράσεις του τρίτου προσώπου, τελικά δεν μπόρεσε να αποσυρθεί από το οργανωμένο σχέδιο. Ως προς τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι παρά το υποβόλιμο και τους φόβους του, ο κατηγορούμενος 1 θα μπορούσε κάλλιστα να ειδοποιήσει την Αστυνομία και όχι να προχωρήσει στην εκτέλεση του εγκληματικού σχεδίου. Παρά ταύτα δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε υπόψη ότι η ως άνω αναφερόμενη κατάσταση της ψυχικής του υγείας φαίνεται, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, ότι διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων γεγονός που καθιστά ανάλογα μειωμένη την ευθύνη του και θα επηρεάσει ανάλογα την ποινή που θα του επιβληθεί. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων εν όψει του ότι τα χρήματα τα οικειοποιήθηκε αποκλειστικά το τρίτο πρόσωπο. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να παραγνωριστεί η ζημιά που προκάλεσε με τις πράξεις του στις παραπονούμενες εταιρείες καθότι ούτε το ποσό των €30.000 ούτε το κλειδί του αυτοκινήτου έχουν επιστραφεί ενώ δεν φαίνεται να υπήρξε αποζημίωση ούτε για τη ζημιά που προκλήθηκε στο εν λόγω αυτοκίνητο. Εδώ να λεχθεί ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Η μεγάλη αξίας της κλαπείσας περιουσίας, όπως φαίνεται στην προκειμένη από το ύψος του προαναφερόμενου ποσού, αποτελεί στοιχείο επίτασης της ποινής (βλ. Παναγίδης ανωτέρω). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, δεν μας διαφεύγει ότι η δική του κολάσιμη συμπεριφορά είναι ασφαλώς μικρότερης σοβαρότητας. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας 6, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 αγόρασε τις επίδικες 8 χειροφωτοβολίδες με σκοπό να τις τοποθετήσει στο σκάφος του για να τις χρησιμοποιήσει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και ότι δεν είχε σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Είχε δε αυτές στην οικία του ενόψει του ότι το σκάφος του βρισκόταν έξω από αυτήν για σκοπούς επισκευής. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για χαμηλής ισχύος εκρηκτικές ύλες. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την εγγενή επικινδυνότητα που ενέχει η διατήρηση και μάλιστα χωρίς άδεια, 8 χειροφωτοβολίδων που περιέχουν τέτοια εκρηκτική ύλη, σε μια οικία όπου πέραν από τον κατηγορούμενο 2 διέμεναν και παιδιά. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, αλλά βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, δεν λαμβάνεται φυσικά υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικαστεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη του σεβασμού του και της στάσης του στην τήρηση των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην προκειμένη, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι παρά το ότι ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με 3 προηγούμενες καταδίκες, όχι μόνο δεν συνετίστηκε ώστε να αποστεί από την παραβατική του συμπεριφορά, αλλά σε σύντομο χρόνο από την τελευταία του καταδίκη (στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 2721/21), ήτοι σε διάστημα ενάμιση χρόνου περίπου (από τις 22/09/2021) και ενώ εκεί του δόθηκε άλλη μια ευκαιρία μέσω της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, διέπραξε το επίδικο αδίκημα, το οποίο να σημειωθεί μάλιστα ότι είναι ίδιου είδους με το αδίκημα της Υπόθεσης 2721/21. Αυτό αλλά και η ύπαρξη των άλλων καταδίκων καταδεικνύουν ότι δυστυχώς η στάση του στην τήρηση των νόμων είναι περιφρονητική και ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αποτροπής του. Πάρα τα πιο πάνω, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Προς όφελος των κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Προς όφελος του κατηγορούμενου 1, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 119), η οποία οδήγησε στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας προκύπτει ότι την ίδια ημέρα, μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, από τη στιγμή της σύλληψης του παραδέχθηκε την εμπλοκή και τον ρόλο του στη διάπραξη των αδικημάτων, αναφέροντας με ακρίβεια τα γεγονότα που επισυνέβησαν και σε θεληματική του κατάθεση, ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και το σχέδιο της σκηνοθετημένης ληστείας με σκοπό την κλοπή του ποσού των €30.000 από την εργοδότρια του. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τη μεταμέλεια που δήλωσε ενώπιον μας μέσω του δικηγόρου του και το ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Προς όφελος του κατηγορούμενου 2, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στην Αστυνομία σε σχέση με την κατηγορία 6, όταν συνελήφθη για το αδίκημα αυτό. Ως προς τούτο δεν μπορεί βέβαια να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η Αστυνομία είχε ήδη εντοπίσει τις χειροφωτοβολίδες στην κατοχή του (στην οικία του). Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τη μεταμέλεια που δήλωσε ενώπιον μας μέσω της δικηγόρου του και ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη για αμφότερους τους κατηγορούμενους, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία θεωρούμε ότι ήταν άμεση. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλ. Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία, στην προκειμένη, ότι ενόψει της παραδοχής τους, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Έχουμε δε πάντα υπόψη την αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus ανωτέρω, σελ. 65-66). Τα πιο πάνω δείχνουν και τη μεταμέλεια των κατηγορουμένων για τα αδικήματα που έκαστος διέπραξε. Προς όφελος του κατηγορούμενου 1, λαμβάνουμε υπόψη και το ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και τον πρότερο έντιμο βίο του εφόσον παρά το ότι είναι ηλικίας 55 ετών δεν έχει απασχολήσει ποτέ στο παρελθόν την Αστυνομία και τα Δικαστήρια. Πρόκειται για στοιχεία που του δίδουν το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ως τίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας καθώς και από τα όσα συμπληρωματικά έθεσαν ενώπιον μας οι συνήγοροι Υπεράσπισης και ιδιαίτερα: Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 55 ετών, άγαμος και διαμένει με τη μητέρα του. · Προέρχεται από πενταμελή - φτωχή οικογένεια, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. · Αποφοίτησε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε προβλήματα προσαρμογής στο σχολικό και στρατιωτικό περιβάλλον. · Πάσχει από χρόνια ψυχωσική διαταραχή με έντονες ακουστικές ψευδαισθήσεις, πιθανόν σχιζοφρένεια, παρακολουθείται από ψυχίατρο από το 2006 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Παρόλο που λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή το πρόβλημα του συνεχίζει έστω με μειωμένη ένταση. Περαιτέρω λόγω του προβλήματος του δεν είναι σε θέση να εργαστεί μέχρι την 30/04/2024 (βλ. Τεκμήριο 5 και ιατρικό πιστοποιητικό ημερ.05/10/2023 το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας). · Πάσχει από υπερτροφία προστάτη και παρουσιάζει αυξομειώσεις συμπτωματολογίας και επιπλοκών. Παρακολουθείται τακτικά από ουρολόγο - ανδρολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (βλ. Τεκμήριο 3). · Πάσχει από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μέτριας βαρύτητας. Παρακολουθείται τακτικά από ειδικό πνευμονολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (βλ. Τεκμήριο 4). · Πάσχει και από έτερο σοβαρό πρόβλημα υγείας, για το οποίο παρακολουθείται από συγκεκριμένη Κλινική από τον Σεπτέμβριο του 2017 (για τους λόγους που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 και το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 30/11/2022 το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας). Λαμβάνει δε συγκεκριμένη αγωγή με άριστη συμμόρφωση και ανταπόκριση. Στο πλαίσιο της παρακολούθησης του απαιτείται κατά το ελάχιστο η πρόσβαση του στην εν λόγω Κλινική κάθε δύο μήνες για λήψης της συγκεκριμένης αγωγής και ανά εξάμηνο για κλινικοεργαστηριακό έλεγχο (βλ. Τεκμήριο 2 και ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 30/11/2022 το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας). · Είναι λήπτης επιδόματος από το Υπουργείο Υγείας. Ήταν δε η θέση του κ. Κλεοβούλου, ότι λόγω της ηλικίας του κατηγορούμενου 1 και του βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού του «πιθανόν να μην έχει μεγάλη διάρκεια ζωής». Ως προς τούτο πρέπει να πούμε ότι χωρίς να παραγνωρίζουμε τα σοβαρά προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου 1 και τις συνέπειες τους, ως περιγράφονται πιο πάνω, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον μας, το οποίο να καταδεικνύει, πέραν μιας γενικής και αόριστης πιθανότητας, ότι το προσδόκιμο ζωής του θα είναι μικρότερο από τον μέσο όρο, ώστε το θέμα να αντικριστεί κατ' αναλογία, στη βάση της νομολογίας που αφορά άτομα προχωρημένης ηλικίας για τα οποία λαμβάνεται υπόψη ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής τους είναι μικρότερη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποιν. Έφεση Αρ. 20/2015, ημερ. 6/11/2017 και Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 176/18 (Σχ. με Αρ. 202/18), ημερ. 11/1/2019). Αναφορικά δε με το ότι ο κατηγορούμενος 1 απώλεσε την εργασία του πρέπει να λεχθεί ότι αυτό ήταν κάτι για το οποίο πρέπει να μέμφεται τον εαυτό του και μόνο καθότι ήταν οι επίδικες ποινικά κολάσιμες πράξεις του, που στράφηκαν εναντίον της εργοδότριας του, οι οποίες οδήγησαν στο φυσικό και αναπόδραστο αυτό αποτέλεσμα. Δεν μας διαφεύγει δε η μεγάλη ανησυχία που εκφράζει ο κατηγορούμενος 1, ότι η συγκεκριμένη κατάσταση της υγείας του (το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ως αυτό αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 και στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 30/11/2022 το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) θα γίνει γνωστή, με συνέπειες στην υπόληψη του αλλά και στην ψυχική του κατάσταση. Παρά ταύτα δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η κατάσταση αυτή θα γίνει γνωστή και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι σε ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης αναμένεται ότι το Τμήμα των Κεντρικών Φυλακών θα διαφυλάξει τέτοια ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Άλλωστε ως ο ίδιος ο συνήγορος του έχει αναφέρει στην αγόρευση του ότι ο κατηγορούμενος 1 μεταβαίνει για σκοπούς των καθορισμένων εξετάσεων στην Κλινική, ανώνυμα και με κωδικό, τρόπος που η ίδια η Πολιτεία επέλεξε για να προστατεύει την υπόληψη των ασθενών, κάτι που αναμένουμε ότι θα συνεχισθεί σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης. Δεν μας διαφεύγουν ούτε οι συνέπειες που θα έχει η ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης στην υπερήλικα μητέρα του κατηγορούμενου 1, με την οποία διαμένει και την οποία φροντίζει μεταφέροντας τη τακτικά σε ιατρικά κέντρα, εφόσον δεν είναι ικανή να φροντίζει τον εαυτό της. Παρά ταύτα φαίνεται, από τα όσα αναφέρει ο κ. Κλεοβούλου στην αγόρευση του, ότι υπάρχει λύση για το οποιοδήποτε σχετικό πρόβλημα προκύψει. Θα πρέπει δε σε κάθε περίπτωση να λεχθεί, τόσο σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες συνέπειες στη μητέρα του όσο και για τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, περιλαμβανομένων φυσικά των προβλημάτων υγείας του, ότι αυτά αποτελούν παράγοντες που συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Chocami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189). Από την άλλη όμως δεν μας διαφεύγει ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει αποτρεπτικές ποινές, όπως αυτά που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 1, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 382 και Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 670). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Είναι ηλικίας 54 ετών. · Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. · Φοίτησε μέχρι την Α' Τάξη Γυμνασίου όπου διέκοψε τη φοίτηση του λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. · Απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. · Από το 2000 μέχρι και τη σύλληψη του δεν εργαζόταν και οικονομικά συντηρείτο με μηνιαίο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα λόγω αναπηρίας στο αριστερό χέρι και πόδι και προβλημάτων ψυχικής υγείας. · Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε 2 παιδιά, ένα εκ των οποίων εκτίει ποινή φυλάκισης ενώ το άλλο πάσχει από σοβαρή ασθένεια. Από τον δεύτερο του γάμο απέκτησε ακόμη ένα παιδί. Όλα τα παιδιά του είναι ενήλικες. · Από το 2016 συμβιώνει με γυναίκα, μητέρα δύο ανηλίκων. · Πριν την κράτηση του για την παρούσα, μετέφερε την υπερήλικα μητέρα του στο Νοσοκομείο για θεραπείες που αυτή πρέπει να λαμβάνει συστηματικά. · Από το 2010 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω πυροβολισμού που δέχθηκε. Συγκεκριμένα, παρουσιάζει 75% αναπηρία στο αριστερό πόδι και χέρι και ανοικτό συρίγγιο. Έχει υποβληθεί σε κολοστομία λόγω προβλημάτων με τα έντερα του και απαιτείται να μεταβαίνει συστηματικά στο νοσοκομείο για αλλαγές και για έλεγχο για τυχόν μολύνσεις. Περαιτέρω, έχει μόνο ένα νεφρό, κομμένη λεκάνη, θρόμβωση και προβλήματα καρδίας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. · Είναι χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 16 ετών. Δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης αλλά παραμένει καθαρός από μόνος του από την ημερομηνία σύλληψης του. Θα πρέπει δε σε κάθε περίπτωση να λεχθεί και για τον κατηγορούμενο 2, ότι οι προσωπικές και λοιπές περιστάσεις του, περιλαμβανομένων φυσικά των προβλημάτων υγείας του, αποτελούν παράγοντες που συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Από την άλλη όμως δεν μας διαφεύγει ότι εκεί όπου απαιτείται, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και της συχνότητας διάπραξης τους, η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε, τη συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη τους και τη συναφή ανάγκη για αποτροπή και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορούμενου 1, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες και ενδεδειγμένες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Περαιτέρω, συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε, τη συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη του, το ότι ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με 3 προηγούμενες καταδίκες και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες αυτού, κρίνουμε επίσης ότι η μόνη αρμόζουσα και ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Καταληκτικά επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 6: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Με δεδομένο ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενόψει της εισήγησης του συνηγόρου του, κατά πόσο οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 1 ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τέθηκαν σε σωρεία νομολογίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω άσκηση δεν περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη σε αυτούς που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει σημασία και να επηρεάσει την απόφαση για αναστολή. Ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται ενδεικτικά, η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας του, τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, οι προσωπικές και σε ορισμένες περιπτώσεις οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο καθώς και το κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως έχει νομολογηθεί η εξέταση του θέματος συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση τόσο του αδικήματος όσο και των περιστάσεων του δράστη και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» στους παράγοντες, επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς. Για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B24 και Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 225/2017, ημερ. 20/3/2018). Το θέμα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1, πρέπει να λεχθεί ότι μας έχει προβληματίσει ιδιαίτερα. Στο πλαίσιο αυτό έχουμε εξετάσει με προσοχή τις περιστάσεις της υπόθεσης και λάβαμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1 καθώς και κάθε άλλο σχετικό με το θέμα παράγοντα που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος 1, δεν ήταν ο ιθύνων νους στη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχθηκε. Εντούτοις εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που του επέδειξε η εργοδότρια του εταιρεία, κατόπιν συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο να γίνει κλοπή από την εν λόγω εταιρεία και κατόπιν προσχεδιασμού ώστε να φανεί αυτό σαν το αποτέλεσμα ληστείας, προφανώς για να μην γίνει αντιληπτή η εμπλοκή του από τις Αρχές, εκτέλεσε ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου με αποτέλεσμα να αποστερήσει από την εν λόγω εταιρεία ένα μεγάλο χρηματικό ποσό (€30.000), ενώ στο ίδιο πλαίσιο προκλήθηκε ζημιά στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και ανήκε σε άλλη εταιρεία και κλάπηκε το κλειδί αυτού. Δεν μας διαφεύγει ότι η κατάσταση της ψυχικής του υγείας και ιδιαίτερα το υποβόλιμο του χαρακτήρα του φαίνεται ότι διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Εντούτοις πρόκειται για μια σοβαρής μορφής εγκληματική συμπεριφορά που ενείχε έντονο το στοιχείο του προσχεδιασμού αλλά και της ανεντιμότητας και της κατάχρησης της εμπιστοσύνης που του επέδειξε η εργοδότρια του εταιρεία, συμπεριφορά που τείνει να υπονομεύσει τη σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι. Συναφώς κρίνουμε ότι η συμπεριφορά αυτή θα πρέπει να τύχει της ανάλογης μεταχείρισης για σκοπούς όχι μόνο γενικής αποτροπής, δηλαδή προς αποτροπή άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και για αποτροπή του ίδιου του κατηγορούμενου 1. Όλοι δε οι παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένης της μεταμέλειας του που διαφάνηκε μέσα από την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία αλλά και της παραδοχής του στο Δικαστήριο, του λευκού του ποινικού μητρώου, της μειωμένης ευθύνης του λόγω της κατάστασης της ψυχικής του υγείας και του συναφούς υποβόλιμου του χαρακτήρα του, του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και των προβλημάτων υγείας του και των προσωπικών του περιστάσεων καθώς και των συνεπειών στην υπερήλικα μητέρα του, προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος των ποινών και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Το ίδιο κρίνουμε ότι ισχύει, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, και για τη μεγάλη ανησυχία που ο κατηγορούμενος 1 εκφράζει ότι σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης του, η σοβαρή ιατρική του κατάσταση θα γίνει γνωστή με μεγάλες συνέπειες τόσο στην υπόληψη του όσο και στην ψυχική του κατάσταση. Δεν δικαιολογείται λοιπόν η έκδοση διαταγής αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 και συναφώς κρίνουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης τέτοιας διαταγής. Όσον δε αφορά τον κατηγορούμενο 2, θα προχωρήσουμε στο σημείο αυτό να εξετάσουμε κατά πόσο θα ενεργοποιήσουμε την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών με τριετή αναστολή που του επιβλήθηκε, στις 22/9/2021, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 2721/21, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 4 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου 95/72, ως έχει τροποποιηθεί και που προνοεί τα ακόλουθα: «4.
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.
(2)Οσάκις το Δικαστήριον διατάσση ότι η ανασταλείσα ποινή δέον να εκτελεσθή, μετά ή άνευ τροποποιήσεως της αρχικής αυτής περιόδου, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως η εκτέλεσις χωρήση αμέσως ή όπως η περίοδος της φυλακίσεως αρχίση μετά την έκτισιν της ποινής της επιβληθείσης υπό του αυτού ή ετέρου Δικαστηρίου». Με βάση την εν λόγω διάταξη το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε δεύτερο στάδιο, σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή, εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου, λαμβάνοντας ένα από τα μέτρα που προβλέπονται από αυτό (βλ. Σύμκασης ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 1 και Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 443). Διάταγμα για ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)εκδίδεται, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα. Από το λεκτικό του άρθρου 4
(1)φαίνεται δε ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος διάπραξης του μεταγενέστερου αδικήματος που πρέπει να είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος. Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 95/72, αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής και θεωρεί την ενεργοποίηση της ποινής σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Όπου οι όροι της αναστολής παραβιάζονται, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση των όρων είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, η ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται (βλ. Louka v. The Police
(1986)2 C.L.R. 141 και Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409). Η ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής συνδέεται κατ' εξοχήν με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων υπό τους οποίους η ποινή είχε ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251). Όσον αφορά την άσκηση της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και το τι άλλο λαμβάνεται υπόψη, ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62 (βλ. επίσης Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 155, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 243 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 628). Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2, εντός της περιόδου αναστολής, έχει διαπράξει το αδίκημα της κατηγορίας 6 της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχει δε δοθεί επαρκής δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής από τον κατηγορούμενο
- Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω χειροφωτοβολίδες παρά μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης στο σκάφος του, κρίνουμε ότι δεν παρέχει δικαιολογητικό υπόβαθρο στο να ασκήσουμε την διακριτική μας ευχέρεια υπέρ της μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης. Ούτε έχουμε εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης οποιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντιθέτως, είναι εμφανές από την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής δεν υφίστανται πλέον. Κρίνουμε δε ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα, θα έχει ως αποτέλεσμα η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημα της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της παρούσας, περιλαμβανομένου του ότι το αδίκημα αυτής διαπράχθηκε 18 περίπου μήνες πριν την εκπνοή της περιόδου αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Υπόθεση υπ' αρ. 2721/2021 αλλά και της ομοιότητας του αδικήματος στο οποίο του επιβλήθηκε η εν λόγω ποινή με αυτό της παρούσας εφόσον αφορούσε και πάλι την κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κρίνουμε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ενεργοποιήσουμε το σύνολο της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην εν λόγω υπόθεση. Ενόψει των ανωτέρω και με γνώμονα την αρχή της συνολικότητας, κρίνουμε ότι η συνολική ποινή δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης των 4 μηνών. Ως εκ των άνω διατάσσεται η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 2721/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η ενεργοποιηθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην παρούσα. Ο χρόνος έκτισης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από τις 27/03/
- Τέλος διατάσσουμε όπως τα τεκμήρια 1, 2, 10 και 11 του Τεκμηρίου 1 καταστραφούν και όπως τα τεκμήρια 3, 4, 5, 6,7, 8 και 9 του Τεκμηρίου 1 επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) .................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Α. Φυλακτού Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο