← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ι., Αρ. Υπόθεσης: 5558/23, 13/11/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ι., Αρ. Υπόθεσης: 5558/23, 13/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ ​ Μ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Ε. Χαταζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 5558/23 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. ​ Γ. Ι. ---------- Ημερομηνία: 13/11/2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει, κατόπιν δικής του παραδοχής, κριθεί ένοχος, σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(3)του Περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/14 (κατηγορίες αρ. 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του Νοεμβρίου του 2022 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τoν Χ.Ω. γεννηθέντα την 7ην Μαϊου του 2006, ο οποίος δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή ο ανήλικος έβαλε το πέος του στο πρωκτό του κατηγορούμενου. Επίσης, ο κατηγορούμενος προέβη σε πεολειχία του ανήλικου. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων από το κατηγορούμενο, έχουν εκτεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον Κατηγορούμενο και τα παραθέτουμε αυτούσια: «Ο ανήλικος Χ.Ω. (εφέξης το θύμα) γεννήθηκε στις 7.5.06, διαμένει στη Λεμεσό μαζί με την οικογένεια του και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθητής της Τεχνικής Σχολής Λεμεσού. Τον Απρίλιο του 2023 το θύμα αποκάλυψε στην μητέρα του Ι.Α. ότι κάνει παρέα με έναν μεγαλύτερο σε ηλικία άνθρωπο, ο οποίος είναι πολύ φτωχός και ζήτησε από τη μητέρα του όπως τον βοηθήσουν. Της ανάφερε τα στοιχεία του, οπότε και διαφάνηκε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος όπως της είχε πει το θύμα, έμενε μόνος του σε μια παράγκα στη Λεμεσό, δεν είχε φίλους και παλαιότερα είχε απασχολήσει την Αστυνομία με διάφορες υποθέσεις, μεταξύ αυτών και υπόθεσης που αφορούσε απαγωγή ανηλίκου. Λόγω αυτής της αναφοράς η μητέρα του θύματος ανησύχησε και επικοινώνησε με γνωστό της Αστυνομικό ο οποίος της πρότεινε να μιλούσε ο ίδιος με το θύμα για να τον συμβουλέψει όσον αφορά τη σχέση του με τον κατηγορούμενο. Πράγματι η Ι.Α. διευθέτησε αυτή την συνάντηση και λίγο πριν αυτή πραγματοποιηθεί, συμβούλεψε το θύμα όπως αποκαλύψει όλη την αλήθεια για τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο και το λόγο που ήθελε να τον βοηθήσει. Το θύμα τότε της αποκάλυψε ότι στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε σεξουαλικές δραστηριότητες με τον κατηγορούμενο. Η μητέρα του σοκαρίστηκε από την αποκάλυψη και τον μετέφερε στην Αστυνομία, όπου και προέβηκε σε καταγγελία. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκε από το θύμα οπτικογραφημένη κατάθεση κατά τη διάρκεια της οποίας αποκάλυψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο και τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους. Το θύμα γνώρισε τον κατηγορούμενο τον Οκτώβριο του 2022 μέσα σε ένα λεωφορείο, άρχισαν να κάνουν παρέα και ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε διάφορα γεγονότα για τη προσωπική του ζωή, μεταξύ άλλων ότι ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με άντρες. Μέσα στο Νοέμβριο του 2022 το θύμα επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι όπου διέμενε, σε απομονωμένη περιοχή της επαρχίας Λεμεσού, οπότε και ο κατηγορούμενος ζήτησε από το θύμα 'όπως του κάνει μια χάρη', εξηγώντας του ότι ήθελε να έρθουν σε σεξουαλική επαφή. Το θύμα δέχθηκε και ο κατηγορούμενος προέβη σε πεολειχία του ενώ ακολούθως το θύμα έβαλε το πέος του στο πρωκτό του κατηγορούμενου. Μετά από εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος ζήτησε από το θύμα όπως έρθουν ξανά σε επαφή, αλλά εκείνος αρνείτο λέγοντας του ότι δεν ήθελε. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, το οποίο και εκτελέστηκε στις 18.4.
  1. Κατά τη σύλληψη του, του εξηγήθηκαν οι λόγοι αυτής και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε ' Εν έκαμα τίποτε με τούντο μιτσί. Θκύο φορές ήρτε δαμαί τζαι είπε μου εν 18 χρονών'. Την ίδια ημέρα του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση κατά τη διάρκεια της οποίας αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αφορούσαν τα επίδικα περιστατικά.» Έχει, περαιτέρω, αναφερθεί από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις κάτωθι προηγούμενες καταδίκες: - Υπόθεση 6229/95, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις 16987/95 και 35014/97 που αφορούσαν κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής, απόπειρας διάρρηξης και διάρρηξης με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 14/08/94, 12/12/94 και 01/10/97 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 27/01/
  2. - Υπόθεση 19350/00, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατηγορίες διάρρηξης εστιατορίου και κλοπής, διάρρηξης μπυραρίας και κλοπής, διάρρηξης καταστήματος και κλοπής, διάρρηξης πρακτορείου και κλοπής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις 24568/99 που αφορούσε αδίκημα κλεπταποδοχής και η Σ/46/00 του Σταθμού Επισκοπής που αφορούσε αδίκημα διάρρηξης φρουταρίας και κλοπής. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από 01/03/00 - 16/09/00 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 16/09/
  3. - Υπόθεση 10027/16, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατηγορίες κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της νύκτας, διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, απόπειρα διάρρηξης κτιρίου, διάρρηξης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 χρόνων. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 30/11/14 - 01/12/14 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 23/11/
  4. Όλες οι πιο πάνω προηγούμενες καταδίκες είναι αποδεκτές από τον κατηγορούμενο. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές του συνθήκες, ως αυτές αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και την οποία υιοθέτησε. Εξέφρασε την απολογία του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων και ανάφερε ότι ο τελευταίος έχει αντιληφθεί το λάθος του. Όσον αφορά τις προηγούμενες καταδίκες, ο συνήγορος είπε ότι αυτές αφορούν άλλης φύσης αδικήματα. Κάλεσε, τέλος, το Δικαστήριο, να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων του. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, το άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014 προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 20 χρόνια. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ.264, Souilmi v. Aστυνομίας
(1992)2Α.Α.Δ.248, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις, των οποίων, μέσω αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Τα αδικήματα των κατηγοριών αρ. 1 και 2 στα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, απορρέουν από τον Νόμο 91(I)/2014. Οι σκοποί του και η φιλοσοφία της ποινικοποίησης πράξεων και συμπεριφορών, που, με βάση τις πρόνοιες του, αποτελούν σεξουαλική εκμετάλλευση ή και κακοποίηση παιδιών, σε σχέση και με το ζήτημα της διαμόρφωσης των ποινών από το Δικαστήριο για τα σχετικά ποινικά αδικήματα, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αστυνομία ν Πατούρη, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2020, 03/12/2020, από την απόφαση του οποίου, για σκοπούς επεξήγησης, παραθέτουμε την ακόλουθη περικοπή: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- "Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης." Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, πως:- "Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας." Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: "..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'". Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- "Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές." Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου.». Συναφώς, στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, Hμερομηνίας 23/03/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6
(3)έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι' αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.». Στην Σ. Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, Ημερομηνίας 25/02/2021, αναφέρθηκε και το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.» Και στην Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 135/14 (σχ. με 138/14), απόφαση ημερ. 22.11.2016, λέχθηκαν τα εξής: «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98).» Πέραν των πιο πάνω, αντλούμε δικαστική γνώση για την συχνότητα με την οποία διαπράττονται σεξουαλικής φύσεως αδικήματα από τις πολλές υποθέσεις που άγονται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε και η νομολογία έχει αναγνωρίσει ήδη την κατάσταση αυτή τονίζοντας την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. Δημοκρατία ν Χατζηαθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2021, Ημερομηνίας 19/10/2021. Στην Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2021, Ημερομηνίας 04/11/2022, λέχθηκε ότι «.η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι παιδιά ή ανήλικα πρόσωπα, την ανωριμότητα, την ευαισθησία ή και την αδυναμία των οποίων εκμεταλλεύονται οι δράστες για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις». Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S. J. L. ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 129/2021, κ. α., Ημερομηνίας 27/10/2022: «. Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016). Μόλις σήμερα μας δόθηκε η ευκαιρία σε άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης (Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2022, ημερ. 27/10/2022) να τονίσουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια εγκλήματα: "Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. [.] Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού."». Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης για σκοπούς διαβάθμισης της σοβαρότητας των περιστατικών της. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη μας, τόσο την ηλικία του θύματος όσο και την ηλικία του κατηγορούμενου. Το θύμα ήταν ηλικίας 16 ετών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 54 ετών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή υπήρχε μια μεγάλη διαφορά στην ηλικία, στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας. Η μεγάλη αυτή διαφορά μεταξύ θύματος και κατηγορούμενου προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία και αποστροφή και αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Ο κατηγορούμενος ήταν σε μια ώριμη ηλικία που τον καθιστούσε ή έπρεπε να τον καθιστά ικανό να αντιληφθεί ότι έπρεπε να απέχει από τέτοιες σεξουαλικές πράξεις με το θύμα, το οποίο ήταν ανήλικο. Αντί αυτού, εκείνο το οποίο προκύπτει ή αναφύεται από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μας, είναι ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την ανωριμότητα και αδυναμία του θύματος με σκοπό να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Ο κατηγορούμενος, με τον τρόπο του, οδήγησε το θύμα στις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Γνώρισε το θύμα μέσα σε ένα λεωφορείο, μόλις ένα μήνα προηγουμένως της διάπραξης των αδικημάτων και αφού του αποκάλυψε διάφορα γεγονότα για την προσωπική του ζωή, του είπε ότι ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με άντρες. Ακολούθως και σε επίσκεψη του θύματος στο χώρο διαμονής του, προχώρησε στην σεξουαλική του κακοποίηση. Ο ίδιος ήταν αυτός που ζήτησε από το θύμα να έρθουν σε σεξουαλική επαφή, με τον τρόπο που περιγράφηκε στα γεγονότα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που τέτοιες πράξεις ενδέχετο να έχουν στο ψυχικό του κόσμο. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά το ανήλικο με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του. Υπόψη μας επίσης λαμβάνουμε τη φύση των σεξουαλικών πράξεων, ως προκύπτει από τα γεγονότα και η οποία πέραν από την πεολειχία ο κατηγορούμενος κατάφερε να έχει με το ανήλικο ολοκληρωμένη σεξουαλική πράξη. Δεν παραγνωρίζουμε ότι το θύμα «συναίνεσε» στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις. Τούτο όμως δεν μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους καθότι ακριβώς λόγω της ηλικίας του θύματος το τελευταίο δεν ήταν σε θέση να δώσει την απαραίτητη συναίνεση στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις. Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν στα εξής σχετικά: «Εκείνο δε που πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως σε σχέση με το άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου είναι ότι τα αδικήματα αυτά στοιχειοθετούνται με προνοούμενη αυστηρή ποινή γιατί ακριβώς δεν είναι συμβατή με την ηλικία των θυμάτων, η έννοια της συναίνεσης, γι αυτό και το άρθρο 6
(3)ποινικοποιεί τη σεξουαλική πράξη με «παιδί το οποίο δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης», δηλαδή ανεξάρτητα από τη συναίνεση. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αναστάσιος Ηροδότου, ποιν. έφ. 120/13 ημερ. 30.3.2015, ειδικά σελ. 3 και 4. Με αυτό ως δεδομένο λοιπόν, δεν μπορεί να είναι σχετικό το θέμα της ύπαρξης προηγούμενων σεξουαλικών σχέσεων με το θύμα.» Το γεγονός ότι το θύμα «συναίνεσε» στις σεξουαλικές πράξεις δεν μπορεί να είναι καθοριστικός παράγοντας διότι όπως υποδεικνύεται και ανωτέρω ένα παιδί δεν μπορεί να έχει μια τέτοια συναίνεση. Άλλωστε τούτο αναδεικνύεται και από τα ίδια τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού μετά από την ημέρα που έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, ο κατηγορούμενος ζήτησε από το θύμα όπως έρθουν ξανά σε επαφή, αλλά εκείνος αρνείτο λέγοντας του ότι δεν ήθελε, στοιχείο το οποίο αναδεικνύει και την αδυναμία που έχει ένα ανήλικο παιδί να έχει αποκρυσταλλωμένη άποψη, τόσο για την επιλογή ερωτικών συντρόφων όσο και για το φύλο αυτών, με σκοπό να παράσχει την οποιαδήποτε συναίνεση για τέτοιου είδους πράξεις. Αναδεικνύεται από τα γεγονότα και όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν η ιδιαίτερη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης χωρίς να παραγνωρίζουμε και το γεγονός ότι τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, αντικειμενικά, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτου. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109, «Harm is also inherent where victims ostensibly consent but where their capacity to give informed consent is affected by their youth or mental disorder». Στην Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 228/18, ημερ. 16.3.2020, επίσης λέχθηκε ότι «. ως θέμα λογικής και εμπειρίας δεν απαιτείται η μαρτυρία επαγγελματία ψυχολόγου προς τεκμηρίωση της θέσης ότι όντως τα σεξουαλικά αδικήματα προκαλούν ψυχικά τραύματα στο θύμα». Συνολικά ιδωμένα τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από το κατηγορούμενο, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και καταδικαστέα. Τέτοιου είδους συμπεριφορές οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικων παιδιών δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο έχει καθήκο να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ως λεπτομερώς αυτές αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο γεγονός ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Κλείτος Κλεοβούλου v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ 17). Στην Κλεοβούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/18, Ημερ. 26/09/2018, σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω ελήφθη υπόψη η σωρεία προηγούμενων καταδικών τις οποίες έχει εις βάρος του ο εφεσείων, που αφορούσαν παρόμοια αδικήματα, καταδίκες στις οποίες κάθε φορά λαμβάνετο υπόψη και μεγάλος αριθμός άλλων παρόμοιων επίσης υποθέσεων. Βέβαια η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν έχει την έννοια ότι ένας κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά. Η προηγούμενη όμως εγκληματική συμπεριφορά, αφενός επηρεάζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει και, αφετέρου αποτελεί ένδειξη της όλης στάσης και της έλλειψης σεβασμού του κατηγορούμενου έναντι του νόμου (Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Περικλέους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397). Ροπή ενός δράστη στο έγκλημα και μάλιστα συγκεκριμένου τύπου αναδεικνύει την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής.» Στην υπόθεση Cotorceanu ν Αστυνομίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 84/2020, κ. α., 17/02/2021, επίσης αναφέρθηκε ότι «. ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί. Η ύπαρξη όμως προηγούμενων καταδικών τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης ενός κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων.» (βλ. επίσης, Κυριάκου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, 11/05/2022). Λαμβάνουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρείς προηγούμενες καταδίκες, στις οποίες λήφθηκαν υπόψη και άλλες υποθέσεις χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι οι πλείστες εξ αυτών ανάγονται στα μακρινό παρελθόν εκτός από την τελευταία καταδίκη του, η οποία έλαβε χώρα κάπως πιο πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 23/11/2016. Υπόψη μας επίσης λαμβάνουμε και το γεγονός ότι σε όλες τις προηγούμενες υποθέσεις που καταδικάστηκε αντιμετώπιζε αδικήματα εναντίον της περιουσίας, αδικήματα δηλαδή διαφορετικής φύσεως από αυτά της παρούσας υπόθεσης. Όσον όμως και αν οι εν λόγω καταδίκες ανάγονται στο μακρινό παρελθόν και αφορούν διαφορετικής φύσεως αδικήματα, δεν παύει από το να καταδεικνύουν την στάση του κατηγορούμενου έναντι των Νόμων, περιορίζουν το βαθμό επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου και σε αυτά τα πλαίσια θα τις λάβουμε υπόψη μας. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2021, 14/07/2022, «το ότι η προηγούμενη καταδίκη δεν αφορά σε παρόμοια με τα επίδικα αδικήματα, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι προηγούμενες καταδίκες, ανεξάρτητα αν αφορούν σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, αποτελούν, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ένδειξη της στάσης και του σεβασμού ενός κατηγορούμενου στους νόμους της Πολιτείας.». Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου και η δικαστική διεργασία για την επιμέτρηση της δεν είναι εύκολη. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη (βλ. Κωνσταντίνος Λευκαρίτης κ.α. v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 135/2014 και 138/2014). Παρά τα πιο πάνω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ανάγκη που υπάρχει για αυστηρή αντιμετώπιση τους, η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας πραγματικά υπόψη, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν, δεν ατονεί. Η εξατομίκευση της ποινής όμως σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν μπορεί εξουδετερώνει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου προς προστασία των παιδιών ειδικά και της κοινωνίας γενικότερα (βλ. Κ. Χ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 272/2017, 26/09/2019, Γ. Α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/2018, Αστυνομία ν Πατούρη (ανωτέρω) και A. D. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2021, 16/03/2022). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής και προς όφελος του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, η οποία έλαβε χώρα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και σε κάθε περίπτωση πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασία. Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στην παραδοχή του κατηγορούμενου, η οποία αποτελεί και ένδειξη μεταμέλειας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016: «. η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.» (βλ. επίσης, Okmelashvili ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2020, Ημερ. 22/12/2021 και M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, Ημερ. 14/10/2022). Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η παραδοχή σε τέτοιου είδους υποθέσεις αποκτά αυξημένη σημασία. Στην υπόθεση Γ. Α. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παραδοχή ακριβώς υποδηλώνει την αντίληψη του δράστη για το κακό που διέπραξε. Σε περιπτώσεις δε όπως η παρούσα έχει ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ένα παιδί στην τραυματική εμπειρία της δίκης, όσο προσεκτική και αν είναι η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Τότε είναι που θα μπορούσε ο εφεσείοντας με ψυχική και συνειδησιακή ταπείνωση έναντι του παιδιού, του οποίου την προσωπικότητα εξευτέλισε και τραυμάτισε ενεργώντας συστηματικά σε μια μακρά περίοδο χρόνου, να επικαλεστεί έμπρακτη μεταμέλεια και μειωμένη ανάγκη για ειδική αποτροπή. Η παρατήρηση βεβαίως αυτή δεν αναφέρεται στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί ενοχή το οποίο, όπως ορθά παρατήρησε το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά στο ότι ένας κατηγορούμενος, ιδιαίτερα υπό τέτοιες περιστάσεις όπου η μη παραδοχή δεν περιορίστηκε στη νομική πτυχή αλλά είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί ως μάρτυρας η ανήλικη, δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν εξέφραζε εξ αρχής πλήρη και έμπρακτη μεταμέλεια.». (βλ. επίσης, Αστυνομία ν Πατούρη, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν Σ. Σ., ανωτέρω, A. D. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Filip ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2019, 03/12/2020, Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, M. C. T. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Συνυπολογίζουμε στα πιο πάνω την απολογία του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου και την απολογία που εξέφρασε, μέσω του δικηγόρου του, προς το ανήλικο, στοιχεία που σωρευτικά καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια του. Προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, στο βαθμό και έκταση που αυτές αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία ο συνήγορος του υιοθέτησε. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών σήμερα, άγαμος και λήπτης Ε.Ε.Ε. πριν από τη κράτηση του για την παρούσα υπόθεση. Διέκοψε την φοίτηση του στο δημοτικό και δηλώνει αναλφάβητος. Εξέτισε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και από μικρή ηλικία άρχισε να εργάζεται στις οικοδομές. Σε ηλικία 27 ετών σταμάτησε να εργάζεται καθώς έμπλεξε σε παράνομες δραστηριότητες με αποτέλεσμα να φυλακιστεί πολλές φορές. Αποφυλακίστηκε τον 08/19 και έκτοτε εγκαταστάθηκε στην Κοινότητα Αψιού, όπου ζει ως «ερημίτης», όπως ανάφερε. Διέμενε σε λυόμενη κατοικία μόνος του και οι συνθήκες διαβίωσης του περιγράφηκαν δύσκολες, καθώς δεν υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ζεστού νερού. Ο πατέρας του απεβίωσε σε ηλικία 54 ετών και η μητέρα του σε ηλικία 66 ετών, αμφότεροι λόγω προβλημάτων υγείας. Έχει τρία αδέλφια και ακόμη μια αδελφή από προηγούμενο γάμο του πατέρα του. Ο ίδιος απομακρύνθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του τα τελευταία 10 χρόνια περίπου εκτός από τα δύο εκ των αδελφιών του, με τα οποία διατηρεί στενές επαφές. Τα τελευταία χρόνια συντηρείται οικονομικά από αναπηρικό επίδομα που λαμβάνει λόγω σοβαρής ψυχικής αναπηρίας. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, ο ίδιος ήταν πάντα «νευρικός» και εδώ και αρκετά χρόνια, παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη αναφορά για το ζήτημα αυτό). Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε σταθερή σύντροφο στη ζωή του. Από περιστασιακή σχέση που διατηρούσε με γυναίκα στη Λεμεσό, έχει αποκτήσει 2 γιους, σήμερα 22 και 16 ετών. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, αν και ανέκαθεν διατηρούσε φιλική σχέση με την οικογένεια, τα παιδιά δε γνωρίζουν πως είναι ο βιολογικός τους πατέρας και ο ίδιος δεν έχει προβεί σε αναγνώριση τους. Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις δύσκολες προσωπικές και οικονομικές του συνθήκες, όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή. Η σημασία τους, έναντι της ανάγκης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, η οποία, για προστασία του παιδιού ειδικά, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, προέχει, είναι μειωμένη (Κ. Χ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Γ. Α. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Αστυνομία ν Πατούρη, ανωτέρω και A. D. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα. Τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και οποιαδήποτε άλλη ποινή, πέραν αυτή της φυλάκισης, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και σκοπούς του Νόμου. Όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής και αυτά θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσεις του για το ζήτημα της ποινής, σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι: «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808: «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018 και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση και τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε, σύμφωνα με τις κατηγορίες αρ. 1 και 2, θα αναφερθούμε στις ακόλουθες σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος µετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 6
(3)του Περί Πρόληψης και Καταπολέµησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόµου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) (1η κατηγορία) και ∆ιαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων µέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόµο 145
(1)/2002 (2η κατηγορία). Ο εφεσείων ήταν 24 ετών και το θύµα 13 ετών κατά τον επίδικο χρόνο. Ο εφεσείων είχε αποστείλει µήνυµα (αίτηµα φιλίας) σε µέσο κοινωνικής δικτύωσης (facebook) στο θύµα. Αυτή ανταποκρίθηκε, αποδεχόµενη το αίτηµα φιλίας και τότε ξεκίνησε η µεταξύ τους επικοινωνία, µέσω της εφαρµογής (messenger), µια εβδοµάδα περίπου, πριν από την επίδικη ηµεροµηνία (4.8.2015). Κατά τη συνοµιλία τους, µεταξύ άλλων, το θύµα ανέφερε στον εφεσείοντα την ηλικία της και ότι φοιτούσε στη ΧΧ τάξη του Γυµνασίου, ενώ ο εφεσείων της είπε ότι ήταν 22 ετών. Στις 4.8.2015 το θύµα και ο εφεσείων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, διευθετήθη συνάντηση μεταξύ τους. Ο εφεσείων κατά ή περί τις 10.30 παρέλαβε µε το αυτοκίνητο του το θύμα, από σημείο πλησίον της οικίας της και τη µετέφερε στο σπίτι του. Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του, το οποίο είναι κοινό µε τον αδελφό του και κατ΄ εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο σπίτι. Ο εφεσείων, αφού έκλεισε την πόρτα του δωματίου, άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλά σε διάφορα σημεία του σώματος της. Στη συνέχεια έβγαλε το παντελόνι του και το παντελόνι του θύματος. Τότε αφίχθηκε στο σπίτι ο αδελφός του, ο οποίος εισήλθε εντός του υπνοδωματίου όπου βρισκόταν ο εφεσείων και το θύμα και κάθισε στο κρεβάτι του. Το θύμα κατόπιν προτροπής του τελευταίου είχε ήδη κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Ο εφεσείων κάλεσε το θύμα να βγει από το κάτω μέρος του κρεβατιού. Έμειναν όλοι μαζί για λίγα λεπτά και στη συνέχεια ο αδελφός του εγκατέλειψε την οικία. Ο εφεσείων άρχισε εκ νέου να χαϊδεύει και να φιλά το θύμα σε διάφορα μέρη του σώματος της και ακολούθως εισχώρησε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο της, ολοκληρώνοντας τη σεξουαλική πράξη. Όταν εξήλθαν της οικίας ο εφεσείων και το θύμα συνάντησαν στην αυλή τον αδελφό και τον φίλο του. Ο εφεσείων μετέφερε το θύμα σε σημείο κοντά στο σπίτι της. Άγνωστο πρόσωπο είδε το θύμα μέσα στο αυτοκίνητο του εφεσείοντα και ειδοποίησε τον πατέρα της. Στις 6.8.2015 η υπόθεση καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ. Το θύμα εξετάστηκε από Ιατροδικαστή ο οποίος διέγνωσε παλαιά ρήξη του παρθενικού υμένα. Συνελήφθη ο εφεσείων στις 8.8.2015. Αρχικά ο εφεσείων σε κατάθεση του αρνήθηκε ενοχή, στη συνέχεια προέβη σε ομολογία παραδεχόµενος ενοχή. Το Κακουργιοδικείο, αφού έλαβε υπόψη τους µετριαστικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του, επέβαλε στον εφεσείοντα 2,5 χρόνια φυλάκιση στη 1η κατηγορία και 1 χρόνο στην 2η κατηγορία. Εισήγηση για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής, την οποία χαρακτήρισε, υπό τις περιστάσεις μάλλον επιεική. Αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε συναισθηματικό υπόβαθρο και ο εφεσειών γνωρίζοντας ότι το θύμα ήταν μόλις 13 ετών και αφού πέτυχε «γνωριμία» μέσω μηνυμάτων στο διαδίκτυο εντελώς επιφανειακού χαρακτήρα μόλις μια εβδομάδα πριν την επίδικη ημερομηνία διευθετήθει συνάντηση μαζί της με τα πιο πάνω αναφερόμενα επακόλουθα. Λήφθηκαν στην υπόθεση εκείνη υπόψη ως ελαφρυντικά, η παραδοχή και μεταμέλεια του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο και η ηλικία του εφεσείοντα, ο οποίος ήταν 25 ετών. Ο εφεσειών επίσης ήταν ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, είχε 2 παιδιά 5 και 3 ετών από διαφορετικές συντρόφους με τις οποίες συμβίωνε κατά το χρόνο γέννησης των παιδιών. Από νεαρής ηλικίας, ο εφεσειών παρακολουθείται από ψυχίατρο και οικονομικά στηρίζεται πάντοτε από τους γονείς του. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος διατηρούσε δεσμό με συγκεκριμένη γυναίκα που κατονομάζεται, ηλικίας 35 ετών, εξακολουθεί δε να παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα, ειδικά κρίσεις πανικού και χρόνιο πρόβλημα αγοραφοβίας. Αναφορικά με το λόγο έφεσης για την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αναφέρθηκε ότι ορθά εκτιμήθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι η σοβαρότητα του αδικήματος και των γεγονότων της υπόθεσης δεν δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση. Στην M.C.T v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο εφεσειών, ηλικίας 29 ετών είχε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη ηλικίας 15 ετών. Τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν ότι ο εφεσειών και η παραπονούµενη γνωρίζονταν από προηγουμένως. Λέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πως «. και οι δύο διατηρούσαν αισθήματα ο ένας για τον άλλο». Μίαν ημέρα, εντός του 2020, όταν η παραπονούµενη έφυγε από την οικία των γονέων της, µετά από ένα καυγά που αυτοί είχαν, είδε τον Εφεσείοντα έξω από ένα κατάστημα. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Στη συνέχεια άρχισε να του αναφέρει τα προβλήματα που αντιμετώπιζέ στην οικία της. Ο Εφεσείων προσπάθησε να την παρηγορήσει και στη συνέχεια την προσκάλεσε στο διαμέρισμα του για ένα αναψυκτικό. Η παραπονούµενη δέχθηκε και μετέβη οικειοθελώς στο διαμέρισμα του. Ενόσω κουβέντιαζαν, ο Εφεσείων την ερώτησε εάν ήθελε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του. Αυτή δέχθηκε και όντως είχε σεξουαλική επαφή µε τον Εφεσείοντα, ο οποίος λίγους μήνες µετά, συνελήφθη από την Αστυνοµία, κατόπιν καταγγελίας, και εναντίον του εξεδόθη διάταγµα προσωποκράτησης για οχτώ ημέρες. Ανακρινόμενος αρνήθηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή µε την παραπονούµενη, όμως ενώπιον του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου µεταµελήθηκε και παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4,5 χρόνων η οποία κατ' έφεση μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε η ποινή η οποία είχε εκτίσει να αποτελούσε την ενδεδειγμένη ποινή. Ο εφεσειών δηλαδή παρέμεινε στη φυλακή από 26/06/2020 μέχρι τις 14/10/2022 που εκδόθηκε η απόφαση στην έφεση. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή του εφεσείοντα και στη σημασία που αυτή έχει σε τέτοιου είδους υποθέσεις, το λευκό του ποινικό μητρώο και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δηµοκρατίας ν. ΧΧ, Ποινική Έφεση Αρ. 36/2017, ημερ. 14.6.2017, ο Εφεσίβλητος εκδικάστηκε από Κακουργιοδικείο, το οποίο του επέβαλε, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 12 µηνών σε κατηγορία, όπως αυτές που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα µε τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Εφεσίβλητος ήλθε σε συνουσία µε την παραπονούµενη, ηλικίας 15 ετών και 5 µηνών. Μεταξύ θύτη και θύματος υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας, περίπου 23 έτη, κάτι που δικαιολογημένα κρίθηκε ως επιβαρυντικός παράγων. Περαιτέρω, ο Εφεσίβλητος ήταν καθηγητής στο σχολείο που φοιτούσε η παραπονούµενη και σε κάποιες περιπτώσεις είχε διδάξει και στην ίδια. Η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 12 µηνών, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 2 έτη. Στην Μάμας Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 141, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής στις κατηγορίες της (α) Σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)και 3
(2)(β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου 3
(1)/00, και, (β) Απαγωγής νεαρής γυναίκας κάτω των δεκαέξι χρονών, κατά παράβαση των άρθρων 149 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87. Το Κακουργοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών στην πρώτη και 6 μηνών στη δεύτερη κατηγορία, οι οποίες δεν κρίθηκαν έκδηλα αυστηρές από το Εφετείο. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσειών ηλικίας 23 χρόνων πήρε την ανήλικη ηλικίας 9 ½ ετών από την πισίνα Κέντρου όπου δούλευε η μητέρα της και την μετέφερε στην οικία του όπου την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του. Κλείδωσε την πόρτα και της ζήτησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κάτι που αυτή αρνήθηκε να κάνει. Στη συνέχεια άρχισε να τη φιλά στα χείλη, την ξάπλωσε στο κρεβάτι, και, αφού ξάπλωσε και αυτός δίπλα της, άρχισε να τη φιλά στο στόμα και να χαϊδεύει τα μαλλιά και την πλάτη της. Ακολούθως της αφαίρεσε το μαγιό, τη φιλούσε στο λαιμό και στο στήθος, ενώ με το χέρι χάιδευε το αιδοίο της. Μετά κατέβασε το παντελόνι του, έβαλε το χέρι της στα γεννητικά του όργανα, την ανάγκασε να τον φιλά στο λαιμό και σε κάποια φάση χάιδεψε με το πέος του το αιδοίο της. Εν τω μεταξύ, η μητέρα της ανήλικης άρχισε να την αναζητά στο χώρο της πισίνας, οπότε πληροφορήθηκε ότι είχε φύγει με τον εφεσείοντα. Τότε, διάφορα πρόσωπα άρχισαν να αναζητούν τον εφεσείοντα και την ανήλικη. Ένα από αυτά τα πρόσωπα πήγε στο σπίτι του εφεσείοντα όπου συνάντησε την αδελφή του η οποία και φώναξε τον εφεσείοντα για να εξακριβώσει αν ήταν στο δωμάτιό του. Με το κάλεσμα της αδελφής του, ο εφεσείων ντύθηκε και κάλεσε και την ανήλικη να πράξει το ίδιο, απάντησε δε στην αδελφή του ότι ήταν στο δωμάτιό του και κοιμόταν. Στη συνέχεια ζήτησε από την ανήλικη να κρυφτεί για να μην τη δει η αδελφή του, μετά δε από μερικά λεπτά, αφού οδήγησε την ανήλικη από την πίσω πόρτα στο αυτοκίνητο, την μετέφερε πίσω στο Κέντρο. Μόλις το αυτοκίνητο του εφεσείοντα σταμάτησε, η μητέρα της ανήλικης έτρεξε προς το μέρος του ρωτώντας για την κόρη της, αυτός όμως αρνήθηκε ότι ήταν μαζί του. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν κλάματα προερχόμενα από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα, οπότε και εντοπίστηκε η ανήλικη πεσμένη στο πάτωμα του πίσω μέρους του αυτοκινήτου. Ακολούθησε η καταγγελία στην Αστυνομία. Ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα και είχε μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, ανωριμότητα και έντονη συναισθηματική διαταραχή. Δεν υπήρχε βία και σωματική και ψυχική βλάβη στην ανήλικη και το εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, Ημερομηνίας 13/02/2018, ο εφεσειών κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για το αδίκημα του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014. Ποινή φυλάκισης 3 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' εφέση στα 5 έτη. Το θύμα ήταν ηλικίας 13 ετών και εφεσείοντας 63 ετών. Εντοπίστηκαν να στέκονται σε σημείο πολυκατοικίας και φιλιόνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο εφεσείοντας έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της. Ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Η ηλικία του ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας ως προς την ίδια τη διάπραξη του αδικήματος και την ηλικία του θύματος. Επιβαρυντικά στοιχεία επίσης θεωρήθηκαν ο απόμερος και σκοτεινός τόπος που συντελέστηκε το αδίκημα, καθώς και οι λοιπές του συνθήκες, όπως ο εξ' αντικειμένου αντίκτυπος της πράξης στο συγκεκριμένο θύμα. Τονίστηκε περαιτέρω η σημασία που υπέχει η παραδοχή σε τέτοιου είδους αδικήματα, η οποία δεν υπήρχε σε εκείνη την υπόθεση. Σημειώνεται ότι η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης με κατάχρηση ευάλωτης θέσης, εδραζόμενο στο άρθρο 6
(4)(β) του ιδίου Νόμου και στην οποία πρωτόδικα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 έτη, ακυρώθηκε κατ' έφεση. Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω και ισοζυγίζοντας, από τη μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους και συνολικά την όλη εγκληματική συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε και από την άλλη όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: 1) Στην κατηγορία αρ. 1, ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. 2) Στην κατηγορία αρ. 2, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Όλες οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν και να μειωθούν κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα από τις 19/04/2023. (Υπ.) .................... Χριστόδουλος Ι. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Μιχάλης Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Εύη Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.