Έφορο Φορολογίας ν. AP EXECUTIVE (CYPRUS LIMITED) κ.α., Αρ. Υπόθεσης 857/21, 1/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 857/21 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας εναντίον
- AP EXECUTIVE (CYPRUS LIMITED)
- GINA LE PREVOST Ημερομηνία: 01/11/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χατζηγιάννη Κατηγορούμενη 2: Απούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση και αφορά την φορολογική περίοδο από 01.09.12 μέχρι και 31.08.19 και παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκων από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01.12.12 μέχρι και 31.08.19, κατά παράβαση του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε. Τέλος, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για παράλειψη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 6
(2)του Δέκατου Παραρτήματος του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/
- Αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης είναι αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως η υπόθεση προχωρήσει και διεκπεραιωθεί στην απουσία της Κατηγορούμενης
- Προς υποστήριξη των θέσεων της, η ευπαίδευτος συνήγορος προσκόμισε το Δικαστήριο με γραπτή αγόρευση, την οποία υιοθέτησε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη τα όσα ανάφερε η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω, εφόσον αυτά καταγράφονται στην γραπτή της αγόρευση, ως επίσης έχω μελετήσει την Νομολογία στην οποία παράπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος. Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος που εγείρεται, θεωρώ σκόπιμο όπως αναφερθώ, εν συντομία, στο ιστορικό της υπόθεσης, ως άλλωστε διαφαίνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας:
(1)Κλήση Κατηγορούμενου στην παρούσα ποινική υπόθεση επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη 2 στις 01.09.21.
(2)Στις 13.10.21, ημερομηνία ορισμού της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς επίδοσης του κατηγορητηρίου, εμφανίστηκε συνήγορος εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2 και απάντησε «μη παραδοχή» στις κατηγορίες και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 24.11.21. Σημειώνεται ότι λόγω της απουσίας της Κατηγορούμενης 2 εκδόθηκε Ένταλμα Σύλληψης (στο εξής «Ε/Σ») εναντίον της Κατηγορούμενης 2, το οποίο κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου παρέμεινε ανεκτέλεστο.
(3)Στη συνέχεια, στις 24.11.21, η Κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα αλλά και πάλι την εκπροσωπούσε δικηγόρος. Συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 19.01.22 και το Ε/Σ παρέμεινε ανεκτέλεστο.
(4)Στις 19.01.22 και πάλι η Κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα αλλά την εκπροσωπούσε συνήγορος. Η υπόθεση επαναορίστηκε για Ακρόαση στις 02.03.22 και το Ε/Σ παρέμεινε ανεκτέλεστο, διαδικασία που επαναλήφθηκε στις 02.03.22 και η υπόθεση ξανά ορίστηκε για Ακρόαση στις 13.04.22 με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως το Ε/Σ εναντίον της Κατηγορούμενης 2 παραμείνει ανεκτέλεστο.
(5)Στις 13.04.22 και πάλι η Κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα αλλά την εκπροσωπούσε συνήγορος. Η υπόθεση επαναορίστηκε για Ακρόαση στις 15.06.22 και το Ε/Σ παρέμεινε ανεκτέλεστο.
(6)Ακολούθως, στις 15.06.22 και πάλι η Κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα αλλά την εκπροσωπούσε συνήγορος. Η συνήγορος της Κατηγορουμένης 2 προχώρησε σε αλλαγή απάντησης από «μη παραδοχή» σε «παραδοχή» για την Κατηγορούμενη 2 και η υπόθεση επαναορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 05.10.22 ενώ το Ε/Σ εναντίον της Κατηγορούμενης 2 συνέχισε να παραμένει ανεκτέλεστο.
(7)Στις 05.10.22, η Κατηγορούμενη 2 ήταν και πάλι απούσα αλλά την εκπροσωπούσε δικηγόρος. Η υπόθεση επαναορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 19.01.23 ενώ το Ε/Σ εναντίον της Κατηγορούμενης 2 συνέχισε να παραμένει ανεκτέλεστο.
(8)Στις 19.01.23, οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης 2 ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο όπως αποσυρθούν από την εκπροσώπηση της. Προς τούτο, προσκομίστηκε σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία όπου η Κατηγορούμενη 2 ενημερώθηκε για την νέα ημερομηνία ορισμού της παρούσας υπόθεσης και τις συνέπειες μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο (Τεκμήριο Α). Συνεπώς, άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο για απόσυρση των δικηγόρων της Κατηγορούμενης 2 από την εκπροσώπηση αυτής. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, η Κατηγορούμενη 2 και πάλι ήταν απούσα και ούτε εμφανίστηκαν νέοι δικηγόροι για να την εκπροσωπήσουν στην παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου το Ε/Σ εναντίον της ενεργοποιήθηκε και η υπόθεση ορίστηκε στις 01.03.23 για Γεγονότα και Ποινή και Έλεγχο του Εντάλματος Σύλληψης.
(9)Στις 01.03.23, ως φαίνεται από τα πρακτικά, δεν εκτελέστηκε το Ε/Σ εναντίον της Κατηγορούμενης 2. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε στις 04.05.23 για Γεγονότα και Ποινή και Έλεγχο του Εντάλματος Σύλληψης ενώ δόθηκαν οδηγίες όπως ο Πρωτοκολλητής κλητεύσει ονομαστικός τον Αρμόδιο Αστυνομικό, για την εκτέλεση του Ε/Σ, να εξηγήσει τους λόγους παράλειψης εκτέλεσης του Ε/Σ.
(10)Ακολούθως, στις 04.05.23, εμφανίστηκε ο αρμόδιος αστυνομικός για εκτέλεση του Ε/Σ, ο οποίος εξήγησε ότι το Ε/Σ εναντίον της Κατηγορούμενης 2 επιστράφηκε ανεκτέλεστο καθότι μετά από έλεγχο της Αστυνομίας στην δοθείσα διεύθυνση της Κατηγορούμενης 2, η υπεύθυνη υποδοχής του χώρου ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία έχει φύγει από την πολυκατοικία και έκλεισε τα γραφεία της εδώ και 3 μήνες περίπου. Περαιτέρω, ο Αστυνομικός ανάφερε στο Δικαστήριο ότι κατόπιν έρευνας της Αστυνομίας, από το διαδίκτυο, εντοπίστηκε τηλέφωνο στο οποίο απάντησε η Κατηγορούμενη 2 και ανάφερε ότι πλέον βρίσκεται μόνιμα στην Ελβετία, όπου υπάρχει παράρτημα της Κατηγορούμενης 1. Προς τούτο κατατέθηκε σχετικό Ημερολόγιο Ενέργειας της Αστυνομίας. Ενόψει της πιο πάνω ενημέρωσης, η υπόθεση ορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 15.06.23 και Αγορεύσεις επί ενδεχόμενου αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής όπως το Δικαστήριο προχωρήσει στην επιβολή ποινής στην απουσία της Κατηγορούμενης 2.
(11)Στις 15.06.23, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 20.09.23 για Γεγονότα και Ποινή, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής όπως κινητοποιηθεί ο μηχανισμός για έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την Κατηγορούμενη 2.
(12)Ακολούθως, στις 20.09.23, η Κατηγορούσα Αρχή ανάφερε στο Δικαστήριο ότι δεν δύναται να κινητοποιηθεί ο σχετικός μηχανισμός για έκδοση της Κατηγορούμενης 2 και ζήτησε από το Δικαστήριο, υπό τη νέα του σύνθεση, όπως δοθεί νέα ημερομηνία για σκοπούς αγόρευσης επί του αιτήματος η υπόθεση να προχωρήσει με την επιβολή ποινής στην απουσία της Κατηγορούμενης 2 και προς τούτο η υπόθεση ορίστηκε στις 18.10.23.
(13)Στις 18.10.23, υποβλήθηκε αίτημα από την ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής όπως η παρούσα υπόθεση αποπερατωθεί με την επιβολή ποινής στην απουσία της Κατηγορούμενης 2. To κύριο νομοθετικό πλαίσιο που καθορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδικάζει συνοπτική δίκη στην απουσία κατηγορουμένου, καθορίζεται από το Άρθρο 89
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα εξής: «89.-
(1)Αν σε συνοπτική δίκη κατηγορούμενος ο οποίος δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να παραστεί αυτοπροσώπως δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 45, παραλείπει να εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο για εμφάνιση, κατόπι απόδειξης επίδοσης σε αυτόν κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του ή, αν θεωρεί σκόπιμο να αναβάλει την υπόθεση και να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψη του δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.» Περαιτέρω, στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί, περιέχονται διατάξεις σχετικά με την παρουσία ενός κατηγορούμενου στη δίκη μιας ποινικής υπόθεσης. Συγκεκριμένα το άρθρο 63
(1)του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «63.-
(1)Ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι παρών στο Δικαστήριο καθόλη τη διάρκεια της δίκης εφόσον συμπεριφέρεται ευπρεπώς.» Ενώ το Άρθρο 112
(3)του Κεφ. 155 προνοεί ότι: «112
(3)Καμιά απόφαση που εκδόθηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο δεν λογίζεται άκυρη λόγω μόνο της απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου ή του δικηγόρου του κατά την ημέρα που γνωστοποιήθηκε η έκδοση της ή λόγω οποιασδήποτε παράλειψης να παρασχεθεί στους διαδίκους ή στους δικηγόρους τους ή σε οποιοδήποτε από αυτούς, ειδοποίηση για την ημέρα αυτή ή λόγω οποιουδήποτε μειονεκτήματος στην παροχή τέτοιας ειδοποίησης.» Σύμφωνα με την υπάρχουσα Νομολογία επί του θέματος, τόσο Κυπριακή όσο και Αγγλική, αλλά και ως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 89
(1)του Κεφ. 155, το ζήτημα αφορά άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως μοναδικού κριτή εξισορρόπησης της διφυούς φύσεως της παρουσίας του κατηγορούμενου, ανάλογα ως δικαίωμα και ως υποχρέωση του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, στην Γρηγορίου ν. Συμβούλιου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2016)2 Α.Α.Δ. 816, οπού εξετάστηκε ενδελεχώς το ζήτημα της παρουσίας κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Είναι γεγονός ότι η παρουσία ενός κατηγορουμένου σε μια δίκη μπορεί ταυτόχρονα να νοηθεί και σαν δικαίωμα και σαν υποχρέωση. Η διφυής αυτή φύση διέπεται από τις αρχές που αφορούν την προστασία της έννομης τάξης η οποία καθορίζεται από την ανάγκη σεβασμού της δικαστικής διαδικασίας ως προαπαιτούμενο για την ύπαρξη της. Επίσης διέπεται από τις αρχές προστασίας του ατομικού δικαιώματος της παρουσίας ενός ατόμου σε διαδικασία που τον αφορά, ποινικής υφής, με τις συνέπειες που μπορεί αυτή να έχει.» Συναφώς, κατά πόσο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην απουσία του Κατηγορούμενου να ακούσει την υπόθεση του και να επιβάλει ποινή ή να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών επαφίεται στη διακριτική του εξουσία η οποία ασκείται δικαστικά. Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η φύση και η σοβαρότητα των κατηγοριών, κατά πόσο αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται για τέτοιου είδους κατηγορίες (βλ. Niazi Ahmed v. The Police
(1952)19 C.L.R. 127, Kapodistria v. Petrakis A. Petrides
(1957)22 C.L.R. 181, Ioannis Socratis alias "Kokkalos" v. The Police
(1967)2 C.L.R. 26, Christodoulos Michael and Others v. Police
(1987)2 C.L.R. 98, Aριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ.
(2007)2 Α.Δ.Δ.193), αν ο κατηγορούμενος βαρύνεται ή όχι με προηγούμενες καταδίκες, κατά πόσο αυτός έχει παραιτηθεί οικειοθελώς του δικαιώματος να είναι παρών ή, καίτοι απών, εκπροσωπείται από συνήγορο και δηλώνει ότι επιθυμεί να είναι παρών (βλ. Ποταμός v. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2012)2 Α.Α.Δ. 167). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 13.12.2021, Δοξάκη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 68/21. Περαιτέρω, στην Γρηγορίου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν ότι «Η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσης και την ποινή που δύναται να επιβληθεί είναι δύο βασικοί παράμετροι που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ασκώντας τη σχετική διακριτική του εξουσία. Ωστόσο και σε σοβαρές υποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση στην απουσία του κατηγορούμενου, αν η απουσία του είναι αποτέλεσμα οικειοθελούς πράξης με σκοπό την παρεμπόδιση της πορείας της δικαιοσύνης.» Στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016 σελ.1923 υπό τον τίτλο Failure of an accused to appear τονίζεται η σημασία του οικειοθελούς της παραίτησης εκ του δικαιώματος παρουσίας του κατηγορουμένου, αλλά και ταυτόχρονα επιδοκιμάζεται η ανάγκη εξέτασης του θέματος υπό το πρίσμα πάντοτε των συμφερόντων της δικαιοσύνης «With due regard for the interest of justice» (βλ. R (Drinkwater) v. Solibull Magistrates' Court [2012] 176 JP 401 και R (Killick) ν. West London Magistrates' Court [2012] EWHC 3864 (Admin) at
(17)). Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Jones (RE W)(No 2) [1972] 2 All E.R., σελ. 731, τονίστηκε πως αν και ως γενικός κανόνας ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να είναι παρών στη δίκη του, εάν οικειοθελώς απεκδύεται του δικαιώματος του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να συνεχίσει την διαδικασία στην απουσία του. Το Αγγλικό Εφετείο προς τούτο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του εξουσία να συνεχίσει στην απουσία του κατηγορούμενου, ο οποίος ενώ γνώριζε την ημέρα συνέχισης της δίκης, παρέλειψε να εμφανισθεί. Επίσης, στην υπόθεση The Republic v. Nicos Demetriades and another
(1973)2 C.L.R. 289 τονίστηκε ότι η παρουσία του κατηγορούμενου κατά τη δίκη του είναι δικαίωμα και ταυτόχρονα υποχρέωση και το Δικαστήριο, ασκώντας τις συμφυείς εξουσίες του, δύναται σε εξαιρετικές περιστάσεις και ανεξαρτήτως εάν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται ή όχι από συνήγορο να προχωρήσει σε εκδίκαση της υπόθεσης του στην απουσία του. Στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση R. v. Abrahams [1895] 21 V.L.R. 343, όπου λέχθηκαν τα εξής σημαντικά από τον William J στην σελ. 347: «It will thus be seen that in my opinion in all cases whether of felony or misdemeanor, whether the accused be on bail or in custody, whether he be represented by counsel or not, he has a right to be present, subject only to onequalification, and that is, that he does not abuse that right. If he abuses that right for the purpose of obstructing the proceedings of the Court by unseemly, indecent, or outrageous behaviour, the Judge may have him removed and proceed with the trial in his absence, or he may discharge the jury, but subject to that qualification the right of being present remains with the accused as long as he claims it. When he waives it, then the discretion of the Judge comes into play. To take an extreme case by way of illustration: Suppose an accused person to be out on bail, to appear and take his trial for either a felony or misdemeanor, and that when his trial comes on he is found to have absconded. By so doing, I take it, the accused has clearly waived his right to be present, and the Crown might elect to go on with the trial in the prisoner's absence, but then the presiding Judge has to exercise his discretionary power; if in such a case the accused was not represented by counsel in Court, or even if he were so represented, his presence was necessary for the proper conduct of his defence by his counsel, the Judge would, I apprehend, certainly exercise his discretion by post» Επιπρόσθετα, στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των κ.κ. Λοΐζου και Πική, στις σελίδες 79-80, σημειώνονται σχετικά επί του θέματος τα εξής: «The accused has a right to be present at his trial, a right safeguarded by the provisions of Articles 12 and 30 of the Constitution and those of Article 6 of the European Convention on Human Rights, ratified by Law 118 of 1968. Further he has a duty to be present at his trial unless his appearance has been dispensed with under Cap.155 and in particular sections 45
(1)and 63
(3). In the case of The Republic v. Demetriades and Another, the Supreme Court held (Hadjianasstassiou, J., dissenting) that the obligation cast on the accused to be present at his trial is not inconsistent and does not frustrate his right to attend. Reasonable force may be exercised to bring the accused before the Court. Exceptionally, the Court may decide, in the exercise of its discretion, to proceed with the hearing of a serious criminal case in the absence of the accused; reasons relating to the proper administration of justice may dictate such course, especially where the absence of the accused is the product of a deliberate act, intended to frustrate the course of justice. If it is decided to hear a case in the absence of the accused where he has not pleaded to the charge, the presumption of innocence makes it imperative to record a plea of not guilty. Where a case is heard in the absence of the accused, while he is detained in custody, steps should be taken to serve him with a copy of the charge, inform him of the right to be present and ask, in a proper case, if he wishes, free legal assistance. The right of the accused to be present at the trial, personally or through an advocate, as the case may be, is vigorously protected by the Courts. On one occasion a retrial was ordered where the accused was represented by counsel, his personal attendance having been dispensed with, and the case was heard in the absence of counsel who failed to attend owing to a misunderstanding as to the date of hearing.» To ζήτημα διεξαγωγής ακρόασης στην απουσία του κατηγορουμένου, εάν αυτός παραιτηθεί από το δικαίωμα να παραστεί στην ακρόαση, έχει επίσης εξεταστεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), στα πλαίσια διασφάλισης του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 6
(3)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α). Μια τέτοια παραίτηση του δικαιώματος παράστασης του κατηγορούμενου στην ακρόαση μπορεί να είναι ρητή ή υπονοούμενη από τη συμπεριφορά κάποιου, όπως όταν για παράδειγμα επιδιώκει να αποφύγει τη δίκη (βλ. Lena Atanasova ν. Βουλγαρίας, 2017, §52 και Chong Coronado ν. Ανδόρας, 2020, §42-45). Ωστόσο, οποιαδήποτε παραίτηση από τα δικαιώματα που διασφαλίζονται στο Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. πρέπει να πληροί το κριτήριο ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει για αυτήν του την παραίτηση και εύλογα μπορεί να προβλέψει ποιες θα είναι οι συνέπειες της μη εμφάνισης του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Sejdovic κατά Ιταλίας [GC], 2006, §86-87). Ως εκ τούτου ότι προκύπτει από τη πλούσια Νομολογία επί του θέματος είναι πως «. η κρατούσα τάση είναι η εκδίκαση να λαμβάνει χώρα στην παρουσία του κατηγορουμένου. Εξίσου όμως δυναμικά προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της διαδικασίας ως μέρος της σύμφητης εξουσίας του Δικαστηρίου να πράττει διαφορετικά αν το θεωρεί ότι η πορεία αυτή προστατεύει και διαφυλάσσει το κύρος της διαδικασίας» (βλ. Γρηγορίου (ανωτέρω) και Surefood Ltd ν. Μιχαήλ , Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015 ημερ. 07.11.2018). Η διασφάλιση του κύρους και της ορθότητας της διαδικασίας δεν συναρτάται πάντοτε με την παρουσία του κατηγορούμενου, αν και βεβαίως η παρουσία του κατηγορούμενου είναι πρωταρχικής σημασίας προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ως κατοχυρώνεται τόσο στα Άρθρα 12 και 30
(3)του Συντάγματος όσο και στο Άρθρο 6
(3)της Ε.Σ.Δ.Α. Άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει και όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης. Περαιτέρω, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει στην απουσία του κατηγορούμενου υπάρχει σε όλα τα στάδια που η υπόθεση είναι ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Λουκαΐδης ν. Αστυνομία
(2014)2 Α.Α.Δ. 884). Στα πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης το Δικαστήριο καλείται από την μια να διασφαλίσει τις αρχές τις δίκαιας δίκης και από την άλλη να προστατέψει το κύρος της διαδικασίας και της έννομης τάξης, στον κύριο πυρήνα του οποίου βρίσκεται ο σεβασμός προς το Δικαστήριο και την όλη δικαστική διαδικασία. Επαφίεται, λοιπόν, στο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία είναι συνηφασμένη με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διασφαλίζει το κύρος της διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη ενώπιον του, αν θα προχωρήσει να επιληφθεί της υπόθεσης στην απουσία του κατηγορούμενου ή αν θα επιμένει στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης για να προσαχθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι ξεκάθαρο ότι τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει την ακροαματική διαδικασία στην απουσία του κατηγορούμενου (in absentia) θα πρέπει να ασκείται με πολύ προσοχή και μετά από βαθύ προβληματισμό και κατόπιν προσεκτικής στάθμισης και εκτίμησης όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την ενώπιον του υπόθεση και μόνο εκεί που είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί το κύρος της διαδικασίας, χωρίς παράλληλα να θέτει σε κίνδυνο το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για δίκαια δίκη, ως καθορίζεται τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και την Ε.Σ.Δ.Α. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει υπό το φως των γεγονότων, ως έχουν εκτεθεί, κατά πόσο είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να προχωρήσει και να ολοκληρώσει την υπόθεση, με την επιβολή ποινής, στην απουσία της Κατηγορούμενης 2. Στάθμισα κάθε σχετικό παράγοντα και συνεκτίμησα κάθε στοιχείο της υπόθεσης με βάση τις νομικές αρχές της νομολογίας που έχω αναφέρει και κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί πρέπουσα περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για να προχωρήσει η διαδικασία εναντίον της Κατηγορούμενης 2, με την επιβολή ποινής, στην απουσία αυτής λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικημάτων και την φύση και την σοβαρότητα των κατηγοριών υπ'αρ. 1 - 21 και ότι αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεδομένης της παραδοχής της Κατηγορουμένης 2 και την έλλειψη αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 2, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 2 ποινή φυλάκισης έως και 12 μήνες σε έκαστη κατηγορία υπ'αρ. 1 - 21 που αντιμετωπίζει (βλ. Άρθρο 46
(9)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000). Επιπλέον, είναι γνωστό, προς την Αστυνομία, σε ποια χώρα βρίσκεται η Κατηγορούμενη 2, η οποία, ως η μαρτυρία εντός του δικαστηριακού φακέλου, απαντά στο τηλέφωνο επικοινωνίας της. Ως εκ τούτου, χωρίς να έχει τεθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία ότι είναι αδύνατο να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου επειδή η Κατηγορούμενη 2 βρίσκεται στην Ελβετία, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκτελεστεί το Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της Κατηγορουμένης 2 προκειμένου αυτή να προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει πώς η ηθελημένη, σκόπιμη και μεθοδευμένη φυγοδικία της Κατηγορουμένης αρ. 2 δημιουργεί δυσχέρειες για τις οποίες ουδόλως ευθύνεται η Κατηγορούσα Αρχή. Όμως, έργο του Δικαστηρίου είναι η περιφρούρηση και η ομαλή εξέλιξη των ενώπιόν του διαδικασιών και η εξισορρόπηση και η προστασία των δικαιωμάτων όλων των διαδίκων, ακόμη και αυτών οι οποίοι εκτρέπονται. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για επιβολή ποινής στην απουσία της Κατηγορουμένης 2 απορρίπτεται. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο