← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Σ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 17437/23, 18/10/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Σ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 17437/23, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17437/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Σ.Σ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18/10/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Σπύρου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα ως άνω αναφερόμενα αδικήματα εναντίον της παραπονούμενης, η οποία γεννήθηκε στις 9/8/
  2. Πιο συγκεκριμένα, ό,τι του αποδίδεται είναι ότι: (Α) Καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω στην παραπονούμενη: · Ήλθε σε παράνομη συνουσία δια διείσδυσης του πέους του στο στόμα της παραπονούμενης (πρόκειται για τις κατηγορίες 1-4 που φέρουν σαν χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, άγνωστη ημερομηνία κατά τις περιόδους Μαΐου και Αυγούστου του 2022, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου και Απριλίου 2023 και Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023, αντίστοιχα). · Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη δηλαδή τη φίλησε στο στόμα και την άγγιξε στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα (πρόκειται για τις κατηγορίες 5-8, που φέρουν σαν χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, άγνωστη ημερομηνία κατά τις περιόδους Μαΐου και Αυγούστου του 2022, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου και Απριλίου 2023 και Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023, αντίστοιχα). · Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη δηλαδή διείσδυσε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 9 που φέρει σαν χρόνο διάπραξης, άγνωστη ημερομηνία κατά την περίοδο Μαΐου του 2022 και 11 Αυγούστου 2023). · Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη δηλαδή της έγλυψε το γεννητικό της όργανο (κατηγορία 10 που φέρει σαν χρόνο διάπραξης, άγνωστη ημερομηνία κατά την περίοδο Μαΐου 2022 και 11 Αυγούστου 2023). · Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη δηλαδή την ανάγκασε να τον αγγίζει στα γεννητικά του όργανα μέχρι να εκσπερματώσει (κατηγορίες 11-14 που φέρουν σαν χρόνο διάπραξης, άγνωστη ημερομηνία κατά τις περιόδους Μαΐου και Αυγούστου 2022, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου και Απριλίου 2023 και Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023, αντίστοιχα). (Β) Προκάλεσε ώστε η παραπονούμενη να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, δηλαδή την έβαζε να παρακολουθεί φωτογραφίες σεξουαλικού περιεχομένου στο διαδίκτυο (κατηγορίες 15-18 που φέρουν σαν χρόνο διάπραξης, άγνωστη ημερομηνία κατά τις περιόδους Μαΐου και Αυγούστου 2022, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου και Απριλίου 2023 και Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023, αντίστοιχα). Σήμερα, κατά την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις ως άνω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18/12/
  3. Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως αυτός παραμείνει υπό κράτηση. Το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας του κατηγορούμενου, ως αυτός προκύπτει με βάση τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα καταδίκης (με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό). Ο συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στο αίτημα και αγόρευσε σχετικά επί του θέματος. Συγκεκριμένα, ο κ. Σπύρου αποδέχθηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των ποινών που αυτά επισύρουν και δεν αμφισβήτησε την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου, στη βάση του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού. Στήριξε ουσιαστικά τη θέση του περί μη ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, στους υποκειμενικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, με αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις, περιλαμβανομένου κάποιου προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει και στους δεσμούς του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία. Ήταν έτσι η εισήγηση του κ. Σπύρου ότι η παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη του μπορεί να εξασφαλισθεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων και δη με το να διαταχθεί να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό, να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και να υπογράψει εγγύηση ύψους μέχρι €100.000 με αξιόχρεους εγγυητές. Όσον αφορά το πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου, ο συνήγορος αυτού ανέφερε συγκεκριμένα τα ακόλουθα: Στα αρχικά στάδια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές, ο κατηγορούμενος παρουσίασε σοβαρό πρόβλημα στο δεξί μάτι, υπέστη μόλυνση, έγιναν προσπάθειες τόσο από τον ίδιο όσο και από τον συνήγορο του ώστε να τύχει της δέουσας εξέτασης και θεραπείας από τον ιδιώτη ιατρό του στη Λεμεσό. Λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι δεν μπορούσε να μεταφερθεί στη Λεμεσό και ότι μπορούσε να τον εξετάσει κάποιος στη Λευκωσία. Δεν του δόθηκε η ενδεδειγμένη θεραπεία ευθύς εξαρχής, με αποτέλεσμα όταν τον επισκέφτηκε ο συνήγορος του στις 26/9/2010 να διαπιστώσει ότι ήταν σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση. Ως εκ τούτου ο συνήγορος απέστειλε την ίδια ημέρα επιστολή με την οποία ζητούσε όπως εσπευσμένα δει κάποιος εξειδικευμένος ιατρός τον πελάτη του. Δύο μέρες αργότερα ο κατηγορούμενος χειρουργήθηκε και αποτράπηκε η μόλυνση αλλά ενώ την πρώτη μέρα που εισήχθη ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές έβλεπε και από τα δύο μάτια, σήμερα έχει απωλέσει την όραση του στο δεξί μάτι. Ως εκ των άνω, ο συνήγορος αιτήθηκε όπως διαταχθεί ο κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος με όρους ώστε να επισκεφτεί «ιδιώτες οφθαλμίατρους σε μια προσπάθεια να σώσει ότι ενδεχομένως να περισώζεται». Η κα Τιμοθέου, τοποθετούμενη επί του θέματος, ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν: Με την παραπομπή του στις Κεντρικές Φυλακές, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Ιατρικό Τμήμα, ως είθισται με όλους τους υπόδικους, χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο. Του έκλεισαν ραντεβού για τις 20/10/
  4. Λόγω της επίσκεψης του συνηγόρου του και της αποστολής της επιστολής στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Σπύρου, με την οποία ζητήθηκε όπως ο κατηγορούμενος παραπεμφθεί σε ιδιώτη οφθαλμίατρο, υπήρξε επικοινωνία των Κεντρικών Φυλακών με τον ιδιώτη οφθαλμίατρο του κατηγορούμενου στη Λεμεσό. Εκείνος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος περί το 1994 υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση κερατοειδούς χιτώνα και στα δύο μάτια και ότι δεν υπήρχε λόγος να δει ο ίδιος τον κατηγορούμενο αλλά μπορούσε να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο στη Λευκωσία. Στις 29/9/2023 ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Μακάριο Νοσοκομείο όπου του έγινε εισαγωγή και παρέμεινε μέχρι την 1/10/
  5. Ζήτησε ο θεράπων ιατρός του στο Μακάριο να τον ξαναδεί και έτσι μεταφέρθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές και τον είδε τόσο στις 4/10/2023 όσο και στις 6/10/
  6. Του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή με τις οδηγίες να παραπεμφθεί για παρακολούθηση την 1/11/
  7. Μετά δε που ζητήθηκε από το Δικαστήριο να τοποθετηθούν οι δύο πλευρές επί της θέσης του κ. Σπύρου για απώλεια της όρασης στο δεξί μάτι του κατηγορούμενου, δόθηκε διάλειμμα ώστε να επικοινωνήσει η κα Τιμοθέου με τον θεράποντα ιατρό του κατηγορούμενου, πράγμα που έπραξε στην παρουσία του κ. Σπύρου και στη συνέχεια ενημέρωσε το Δικαστήριο - το επιβεβαίωσε ο συνήγορος του κατηγορούμενου - ότι: Η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου είναι σταθερή με βάση τα δεδομένα που είχε ο θεράποντας ιατρός του την τελευταία φορά που τον είδε στις 6/10/2023 και θα τον επαναξιολογήσει την 1/11/
  8. Όταν εισήχθη στο Μακάριο, ο κατηγορούμενος είχε ανοικτό τραύμα στο μάτι, το οποίο συρράφθηκε και δεν είχε 100% κανονική όραση αλλά προϋπήρχε ένα πρόβλημα. Η όραση που έχει ο κατηγορούμενος είναι ότι βλέπει τα δάκτυλα του σε απόσταση 30 εκατοστών. Δεν βρίσκεται στο τελικό στάδιο που είναι η απώλεια φωτός. Με περαιτέρω θεραπεία, υπάρχει ενδεχόμενο αποκατάστασης και η πιθανότητα να έχει μια σχεδόν φυσιολογική όραση. Εάν δε προκύψει οποιαδήποτε επιπλοκή να τύχει ο ιατρός άμεσης ενημέρωσης. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.

(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
  2. Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές που είναι αυτές της φυλάκισης δια βίου. Στην Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Ως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στην Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για τη διαπίστωση πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη, παρά το ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου δεν έχει αμφισβητήσει την πιθανότητα καταδίκης, εξετάσαμε το θέμα καθηκόντως. Στο πλαίσιο αυτό έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται από τις μέχρι τώρα δοθείσες καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Από προσεκτική μελέτη λοιπόν του ως άνω αναφερόμενου μαρτυρικού υλικού προκύπτουν τα εξής: Με βάση την κατάθεση της Α.Α. ημερ. 27/8/2023, η ανήλικη παραπονούμενη είναι η ανάδοχη κόρη της Α.Α. και του κατηγορούμενου και είναι μαζί τους από τον Ιανουάριο του
  1. Αναφορά για τη φύση των σεξουαλικών κακοποιήσεων που υπέστη από τον κατηγορούμενο και τους χώρους και τον χρόνο που αυτές έγιναν, κάνει η ανήλικη παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, ημερ. 28/8/
  2. Συγκεκριμένα από την εν λόγω κατάθεση προκύπτουν τα εξής: Οι εν λόγω κακοποιήσεις άρχισαν περί τα μέσα του 2022 και διήρκεσαν μέχρι τις 11/8/
  3. Λάμβαναν δε χώραν, στην απουσία της ανάδοχης μητέρας της, τόσο στην οικία που διέμενε η παραπονούμενη με την ανάδοχη οικογένεια της στη Λεμεσό, όσο και σε οικία του κατηγορούμενου σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φιλά την παραπονούμενη στο στόμα. Η παραπονούμενη του έλεγε ότι δεν της αρέσει και εκείνος αντιδρούσε και «εμούτρωνε». Όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να την ακουμπά και να τη γλύφει στο στήθος. Συγκεκριμένα άρχισε να τη βλέπει χωρίς σουτιέν, μετά έβαζε το χέρι του κάτω από τη μπλούζα της και έπαιζε με τα στήθη της και μεταγενέστερα άρχισε να της φιλά και να της γλύφει τα στήθη. Η παραπονούμενη έλεγε στον κατηγορούμενο ότι δεν της άρεσε να την αγγίζει στο στήθος αλλά εκείνος συνέχιζε να το κάνει. Η δε παραπονούμενη δεν ήξερε αν αυτή η πράξη ήταν κάτι το φυσιολογικό. Σε σχέση με τα φιλία στο στόμα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη ότι αυτό ήταν απόλυτα φυσιολογικό, ότι το κάνουν όλοι πατεράδες και όταν η παραπονούμενη τον ρώτησε γιατί να μην το αναφέρουν στη «μάμα» (Α.Α.), εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει και να γλύφει την παραπονούμενη στο στήθος, της έλεγε να μην το αναφέρει σε κανένα γιατί αν το αναφέρει η παραπονούμενη θα φύγει από την Α.Α. και ο ίδιος θα μπει στη φυλακή. Ο κατηγορούμενος άγγιζε την παραπονούμενη και στα γεννητικά της όργανα. Ως αναφέρει η παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος «έβαζε φτίμμα» και πείραζε τα γεννητικά της όργανα. Μια φορά δε ο κατηγορούμενος έβαλε το δάκτυλο του μέσα στο αιδοίο της παραπονούμενης και αυτή του είπε ότι δεν της αρέσει. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατέβαζε το παντελόνι της παραπονούμενης με σκοπό να της γλύψει το αιδοίο και η παραπονούμενη τραβούσε το παντελόνι πάνω και του έλεγε ότι δεν θέλει. Ο κατηγορούμενος όμως ήταν επίμονος και κάποιες φορές της έλεγε ότι θα της αγοράσει κάτι ενώ κάποιες άλλες φορές της έλεγε «εν να σε φκάλω που τιμωρία». Τελικά ο κατηγορούμενος έγλυψε το αιδοίο της παραπονούμενης μια φορά. Σύμφωνα πάντα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος «επείραζε το πράμα του τζαι εκάβλωνε» και της έλεγε να το αγγίξει αρχικά έξω από το παντελόνι, μετά μέσα από αυτό και πάνω από το εσώρουχο του και τέλος της έλεγε να αγγίζει το πέος του στο δέρμα. Ως αναφέρει η παραπονούμενη, «έπιανε το σιέρι μου τζιαι έβαζε το τζιαμέ». Ακολούθως ο κατηγορούμενος έβαζε την παραπονούμενη να «παίξει» το πέος του και στη συνέχεια την έβαζε να του το «φιλά», να του το γλύφει και μετά να το βάζει στο στόμα της. Κατά τη διάρκεια που γίνονταν τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος της έλεγε αισχρά λόγια, η δε παραπονούμενη ένιωθε πάρα πολύ άβολα και ήθελε να κλαίει. Όταν δε η παραπονούμενη αρνείτο να προβεί στα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος γκρίνιαζε. Κάθε φορά που η παραπονούμενη έγλυφε το πέος του κατηγορούμενου αυτός πήγαινε στην τουαλέτα, έπαιρνε μωρομάντηλα και εκσπερμάτωνε πάνω τους. Οι πιο πάνω πράξεις λάμβαναν χώραν καθημερινά. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος έλεγε στην παραπονούμενη να ψάχνει στο διαδίκτυο για πορνό, να βρίσκει φωτογραφίες που να της κινούν το ενδιαφέρον. Η παραπονούμενη έβρισκε μια φωτογραφία τυχαία και του την έδειχνε και εκείνος της έλεγε «τούτο να μου κάμεις». Όποτε η παραπονούμενη του έκανε αυτό ο κατηγορούμενος της έδινε χρήματα ή της αγόραζε κάτι που ήθελε ή την «έφκαλε από τιμωρίες. Σύμφωνα δε με την Α.Α. (βλ. κατάθεση της ημερ. 27/8/2023), ο κατηγορούμενος έπαιρνε την παραπονούμενη πιο νωρίς από το «μελετητήριο» πριν σχολάσει η Α.Α. και όταν αυτή τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό της έλεγε «για την κίνηση». Πολλές δε φορές ο κατηγορούμενος επέμενε να παίρνει την παραπονούμενη στο χωριό ενώ η παραπονούμενη δεν ήθελε και διανυκτέρευαν εκεί παρά το ότι η Α.Α. του έλεγε ότι δεν χρειαζόταν να την πάρει αλλά εκείνος επέμενε. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνουμε ότι, στην όψη του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού και μόνο, στοιχειοθετείται πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς φυσικά να αποκλείουμε κάθε λογική προσδοκία αθώωσης του. Η ιδιαίτερη σοβαρότητα της υπόθεσης είναι δε εμφανής και προβάλλει αβίαστα μέσα από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και δη από το σύνολο, τα διαφορετικά είδη και τη χρονική διάρκεια της σεξουαλικής φύσεως συμπεριφοράς που επέδειξε ο κατηγορούμενος έναντι της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία λάμβανε χώραν πάντοτε στην απουσία της ανάδοχης μητέρας αυτής (της Α.Α.). Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε λοιπόν να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης, αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σε υποθέσεις δε όπως η παρούσα, των οποίων η σοβαρότητα προκύπτει από τη φύση των αδικημάτων, τη διάρκεια και τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης τους, το κίνητρο φυγοδικίας ενός κατηγορουμένου, για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του, είναι βέβαια αντικειμενικά μεγαλύτερο. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Προς εξέταση αυτού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν σχετικά στην προκειμένη για τον κατηγορούμενο, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα ότι: Ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, λευκού ποινικού μητρώου, διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία και πριν την προφυλάκιση του για την παρούσα είχε μόνιμη εργασία. Είναι δε πατέρας ενός ανηλίκου που είναι τελειόφοιτος μαθητής. Εκ των άνω είναι λοιπόν προφανές ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου είναι με τη Δημοκρατία και όχι με οποιανδήποτε άλλη χώρα. Αναφορικά με τους δεσμούς ενός κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία, δεν μας διαφεύγουν τα κάτωθι που λέχθηκαν στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του με τη χώρα στην οποία διώκεται (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω -). Η στάθμιση όλων των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά». Η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Επαναλαμβάνουμε ωστόσο ότι οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (βλ. Καρυπίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/22, ημερ. 22/3/2022). Περαιτέρω οι δεσμοί ενός κατηγορούμενου με την Κύπρο, καθώς επίσης η οικονομική δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (βλ. Memic κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 81/19 (σχ. με 82/19 και 83/19), ημερ. 16/7/2019). Στην προκειμένη, οι δεσμοί του κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία και μόνο είναι δεδομένοι και λαμβάνονται υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Δεν παραγνωρίζουμε δε ότι η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί, οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής (βλ. Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 450). Ως επίσης έχει νομολογηθεί, κίνδυνος φυγοδικίας υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/21, ημερ.1/9/2021). Σε σχέση με το πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου να σημειώσουμε κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, ελάχιστη σημασία έχουν στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης σε σοβαρές υποθέσεις, όπως η παρούσα (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736). Σε κάθε περίπτωση, δεν παραγνωρίζουμε αλλά λαμβάνουμε δεόντως υπόψη για σκοπούς εξέτασης του θέματος, την ύπαρξη του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στο δεξί του μάτι και την κατάσταση του σήμερα. Ως έχει επισημανθεί από τη σχετική νομολογία, στις Κεντρικές Φυλακές παρέχεται - είναι άλλωστε αναμενόμενο - κάθε μορφή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και θεραπείας (βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Celik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 391). Στην προκειμένη λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ότι, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, μετά από την επιστολή του συνηγόρου του κατηγορούμενου, ημερ. 26/9/2023 οι Κεντρικές Φυλακές, έλαβαν άμεσα μέτρα προς αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος. Συγκεκριμένα, μετά την επικοινωνία τους με τον ιδιώτη οφθαλμίαατρο του κατηγορούμενου στη Λεμεσό και αφού εκείνος τους είπε βασικά ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει ο ίδιος τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος στις 29/9/2023 μεταφέρθηκε και εισήχθη στο Μακάριο Νοσοκομείου όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση. Παρέμεινε εκεί μέχρι την 1/10/2023 ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε ξανά στο Μακάριο Νοσοκομείο και εξετάσθηκε από τον εκεί θεράποντα ιατρό του, στις 4/10/2023 και στις 6/10/
  1. Του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και ορίσθηκε ως ημερομηνία περαιτέρω εξέτασης του από τον εν λόγω ιατρό η 1/11/
  2. Ως μάλιστα ανέφερε η κα Τιμοθέου, ο θεράποντας ιατρός του ανέφερε ότι σε περίπτωση που μέχρι τότε προκύψει οποιαδήποτε επιπλοκή, να ενημερωθεί αμέσως. Δεν έχει δε αμφισβητηθεί ότι το εν λόγω πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου και η κατάσταση του σήμερα, μπορούν να αντιμετωπισθούν επαρκώς από τις Κεντρικές Φυλακές, ώστε ο παράγοντας αυτός να μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερος και καταλυτικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα. Να πούμε βέβαια ότι αναμένουμε - είναι άλλωστε και υποχρέωση τους (βλ. Ε.Χ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 266/2022 ημερ. 15/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:B483) - όπως σε περίπτωση έκδοσης διαταγής κράτησης του κατηγορούμενου, οι Κεντρικές Φυλακές, θα ενσκήψουν με τη δέουσα προσοχή και θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς περαιτέρω αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος. Ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους και την όλη δράση του, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι παράγοντες που παρέθεσε ο κ. Σπύρου δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Πρόκειται για παράγοντες που ενόψει της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να λειτουργήσουν ως ικανό αντιστάθμισμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης αυτού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Καταληκτικά, για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για απάντηση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση και τον συνολικό χρόνο που ο κατηγορούμενος θα τελεί υπό κράτηση μέχρι τότε, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο δεν είναι μεγάλο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημέρα που η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση, ήτοι τις 18/12/
  3. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.