Έφορο Φορολογίας ν. A.P. HATZICHRISTOU SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης 21455/19, 15/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 21455/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον
- A.P. HATZICHRISTOU SERVICES LIMITED
- ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΝΑΓΗ Ημερομηνία: 15/11/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενους 1 - 2: κα. Ε. Γιαννακού για Χατζηλοΐζου, Χατζηνικολάου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 - 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 6 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 μέχρι 3 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/12/2013 μέχρι και την 31/08/2014 και οι κατηγορίες 4 μέχρι 6 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκων από παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και καταβολής Φ.Π.Α. αλλά και παράλειψη έγκαιρης διαγραφής από το Μητρώο Φ.Π.Α. και αφορούν την ίδια φορολογική περίοδο. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υπό παραγράφους
(9), (10Α)
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. [.] (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. [.]
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Επιπλέον, το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προνοεί τα εξής: «48
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €33.156,39 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €8.948,63. Αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σε σχέση με τις κατηγορίες και που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €8.948,63, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στους Κατηγορούμενους 1 και 2, όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, ήτοι το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου Ν.95(Ι)/2000, για τα εξής ποσά:
(1)Αναφορικά με την 3η κατηγορία, ποσό €1.838,65 για τη φορολογική περίοδο από 01/06/2014 μέχρι 31/08/2014 πλέον νόμιμο τόκο από 10/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
(2)Αναφορικά με την 4η κατηγορία, ποσό €2.751,69 για τη φορολογική περίοδο από 01/12/2013 μέχρι 28/02/2014.
(3)Αναφορικά με την 5η κατηγορία, ποσό €3.260,66 για τη φορολογική περίοδο από 01/03/2014 μέχρι 31/05/2014.
(4)Αναφορικά με την 6η κατηγορία, ποσό €1.097,63 για τη φορολογική περίοδο από 01/06/2014 μέχρι 31/08/
- Παράλληλα, η κα. Χατζηγιάννη ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία δεν βαρύνετε με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη και η Κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και
- Το σύνολο της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2, ήτοι ότι ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 2 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας όπως [.] και [.]. Προς τούτο κατατέθηκε δέσμη ιατρικών εγγράφων αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο σύζυγος της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 4). Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 10/10/2022, η οποία είχε ετοιμαστεί από προηγούμενη δικάσιμο και βρίσκεται εντός του δικαστικού φακέλου. Επιπλέον, αναφορά έγινε από την συνήγορο Υπεράσπισης στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η ίδια η Κατηγορούμενη 2, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του συζύγου της. Συγκεκριμένα, ως η σχετική Ιατρική Βεβαίωση ημερ. 12.04.22 (Τεκμήριο 5), η Κατηγορούμενη 2 «παρουσιάζει [.] κάποιες φορές λόγω των προβλημάτων υγείας του συζύγου». Αναφορά επιπλέον έγινε και στις οικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2 και προς τούτο κατατέθηκε πιστοποιητικό αποδοχών της Κατηγορούμενης 2 για το έτος 2021 (Τεκμήριο 2). Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, ως αναφέρθηκε από την συνήγορο Υπεράσπισης, πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση, την οποία δραστηριοποιούσε ο σύζυγος της Κατηγορούμενης 2 και Διευθυντής αυτής είναι η Κατηγορούμενη
- Κατά την αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 2 αναφέρθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία από τον Ιούνιο του 2014 έχει σταματήσει τις δραστηριότητες της. Προς τούτο κατατέθηκε επιστολή ημερ. 15.05.2018 του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, όπου από τις 30.06.2014 έγινε δεκτή, από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο τερματισμός των δραστηριοτήτων της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας ως εργοδότης (Τεκμήριο 1). Σημειώνεται βεβαίως ότι εντός της προαναφερθείσας επιστολής προτρέπετε η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία όπως προβεί σε εξόφληση τυχόν οφειλόμενων εισφορών. Περαιτέρω, με την αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης πρόβαλε αριθμό μετριαστικών παραγόντων, οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και
- Μεταξύ αυτών αποτελούν το λευκό τους ποινικό μητρώο, η παραδοχή και απολογία τους, η ηλικία της Κατηγορούμενης 2, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει την ποινή, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν μερικώς συμμορφωθεί με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών της περιστάσεων και συγκεκριμένα ότι ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 2 εξαρτάται αποκλειστικά από αυτήν, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί τις εναντίον της κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και λαμβάνοντας επίσης τον σημαντικό χρόνο που έχει παρέλθει θα πρέπει να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέσω της ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Περαιτέρω, έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 10/10/
- Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. (Κατηγορίες 1 - 3). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λεχθεί από πλευράς της συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2, προς μετριασμό της ποινής τους, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και 2.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Η χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 και το γεγονός ότι τα αδικήματα αφορούν μία μεγάλη συνολικά χρονική περίοδο. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Οι οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορούμενων 1 και 2, που όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85).
(4)Η σοβαρή συμμόρφωση των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς καταβολή του οφειλόμενου ποσού, δηλαδή την πλήρη συμμόρφωση των Κατηγορουμένων με τις κατηγορίες 1 και 2 του κατηγορητηρίου και την μερική συμμόρφωση των Κατηγορουμένων με τις κατηγορίες 3 και 4 του κατηγορητηρίου, αλλά και την αποδοχή εκ μέρους τους για καταβολή των εναπομείναντος οφειλόμενων ποσών, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας τους (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412).
(5)Η καθυστέρηση δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2, αφ'ης στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403).
(6)Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορουμένης 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 10/10/
- Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ήτοι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μπορούσαν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό λόγω και της πανδημίας του κορονοϊού, κρίνω ότι αφ'ης στιγμής η Κατηγορούμενη 2 ήτο καθ'ολους τους ουσιώδης χρόνους η Διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, όφειλαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να τηρούν τις πρόνοιες του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 και δεν μπορούν τα προαναφερόμενα να αποτελέσουν μετριαστικό παράγοντα καθότι τα χρήματα του Φ.Π.Α. εισπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, Διευθύντρια της οποίας είναι η Κατηγορούμενη 2, δια λογαριασμό της Δημοκρατίας στην οποία όφειλαν να τα αποδώσουν. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, τα γεγονότα της υπόθεσης, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για την Κατηγορούμενη 2 όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για την Κατηγορούμενη 2, όσο αφορά την τρίτη κατηγορία δια την οποία δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση, είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτών ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, ιδίως για φορολογικά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε προκύπτει, από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί προς μετριασμό της ποινής της Κατηγορουμένης 2, ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 2 έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε ουσιώδη τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη. Ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης
- Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η μόνη ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία: Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €
- Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €
- Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €
- Στις κατηγορίες 4 έως 6, δεν επιβάλλω καμιά ποινή εφόσον οι πρόσθετοι φόροι, χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκοι μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας όπως καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετοι φόροι, χρηματικές επιβαρύνσεις και τόκους, ως ακολούθως:
(1)Αναφορικά με την 3η κατηγορία, ποσό €1.838,65 για τη φορολογική περίοδο από 01/06/2014 μέχρι 31/08/2014 πλέον νόμιμο τόκο από 10/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
(2)Αναφορικά με την 4η κατηγορία, ποσό €2.751,69 για τη φορολογική περίοδο από 01/12/2013 μέχρι 28/02/2014.
(3)Αναφορικά με την 5η κατηγορία, ποσό €3.260,66 για τη φορολογική περίοδο από 01/03/2014 μέχρι 31/05/2014.
(4)Αναφορικά με την 6η κατηγορία, ποσό €1.097,63 για τη φορολογική περίοδο από 01/06/2014 μέχρι 31/08/
- Στην Κατηγορούμενη 2: Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €
- Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €
- Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Επιπρόσθετα όσον αφορά τις κατηγορίες 4 έως 6 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2 ποινή στις κατηγορίες 1 έως 3 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην Κατηγορούμενη 2, αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα της ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Περαιτέρω, στην απόφαση ημερ. 21.09.2018 στην Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 2, την σοβαρή συμμόρφωση εκ μέρους αυτής αναφορικά με το συνολικό οφειλόμενο ποσό καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών της Κατηγορουμένης 2 και συγκεκριμένα ότι ο σύζυγος της, ο οποίος πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας και εξαρτάται αποκλειστικά από την Κατηγορούμενη 2, ως έχει συγκεκριμένα διευκρινιστεί στο Δικαστήριο, χωρίς να υποβιβάζω την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη 2, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναφερθείσας επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη 2, αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Περαιτέρω, στην απόφαση μου αυτή για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης έλαβα επιπλέον υπόψη την μεγάλη παρέλευση του χρόνου που παρατηρείται στην δίωξη της Κατηγορούμενης 2. Το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου έχει πρόσφατα σχολιαστεί στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.» Το Δικαστήριο εξηγεί στην Κατηγορούμενη 2 τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο