← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MARIUS GABRIEL GHETEA, Αρ. Υπόθεσης: 4783/23, 30/11/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MARIUS GABRIEL GHETEA, Αρ. Υπόθεσης: 4783/23, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4783/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MARIUS GABRIEL GHETEA Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30/11/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Kατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα, ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του ιδίου Νόμου και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 272

(1)του ιδίου Νόμου (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Κατά το στάδιο της αγόρευσης της αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, καταχώρησε προφορικά αναστολή ποινικής δίωξης όσον αφορά την κατηγορία 1, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί από αυτήν. Έτσι παρέμειναν οι κατηγορίες 2 και
  1. Ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών (ως έχει τροποποιηθεί το κατηγορητήριο στις 09/10/2023) είναι ότι ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 25/01/2023 και της 26/01/2023, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Ruslana Samotkal, με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής (κατηγορία 2) και έκλεψε από την εν λόγω κατοικία τα αντικείμενα που αναφέρονται στον συνημμένο, επί του κατηγορητηρίου, Πίνακα Α, συνολικής αξίας €307.500, περιουσία της Ruslana Samotkal. Με ενδιάμεση απόφαση μας, την 01/11/2023 κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο ως άνω κατηγορίες και συναφώς ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν παρουσίασε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες. Εδώ να λεχθεί ότι προσφέρθηκε για αντεξέταση ο μάρτυρας 12 επί του κατηγορητηρίου, τον οποίο όμως η Υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να αντεξετάσει, ενώ δεν κατέθεσε ο μάρτυρας 2 επί του κατηγορητηρίου (για τους λόγους που θα εξηγηθούν κατωτέρω), τον οποίο η Υπεράσπιση δήλωσε ότι επιθυμεί να αντεξετάσει. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου:
  2. Στις 26/01/2023 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού ότι διαρρήχθηκε οικία επί της οδού [ ] στον Άγιο Τύχωνα.
  3. Σύμφωνα με την εταιρεία συστημάτων ασφαλείας CYPCANA, από την οποία έχουν εγκατασταθεί τόσο οι κάμερες όσο και ο συναγερμός στην ως άνω οικία, στις 25/01/2023 και η ώρα 19:35 υπήρξε διακοπή ρεύματος και το σύστημα συναγερμού ήχησε στις 23:35 της ίδιας ημέρας.
  4. Στις 26/01/2023, από τις 02:00 μέχρι τις 09:25, οι Αστ.744 Μ. Μέρτας, Αστ.3081 Κ. Ολυμπίου και Αστ.1009 Σ. Κυπριανού, ανέλαβαν ανά βάρδιες χρέη φρούρησης της σκηνής διάρρηξης της ως άνω οικίας. Κατά την παραμονή τους στη σκηνή μέχρι την ολοκλήρωση των εξετάσεων και την απελευθέρωση της σκηνής, κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εισήλθε εντός αυτής.
  5. Στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ο Αστ.2463 Γ. Οικονομίδης επιθεώρησε αριθμό κλειστών κυκλωμάτων βιντεοπαρακολούθησης από γειτονικά υποστατικά, χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση.
  6. Το Τεκμήριο 19 (πλαστικό μπουκάλι νερού από γυάλινο τραπεζάκι στο υπνοδωμάτιο του 1ου ορόφου της επίδικης οικίας) στάληκε για δακτυλοσκοπική εξέταση, κατά την οποία δεν βρέθηκε κανένα αξιοποιήσιμο αποτύπωμα.
  7. Η παραλαβή και διακίνηση όλων των τεκμηρίων έγινε με την ορθή και νόμιμη διαδικασία και το περιεχόμενο τους δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλοίωση. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.2180 Θεοδόσης Θεοδοσίου. Σύμφωνα με αυτόν στις 26/01/2023 και περί η ώρα 00:25 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού από τον Αδάμο Κυπριανού ότι μεταξύ των ημερομηνιών 25/01/2023 και 26/01/2023 και των ωρών 23:35 - 00:15 διαρρήχθηκε η οικία της συζύγου του, Ruslana Samotkal στην οδό [ ] στον Άγιο Τύχωνα, στη Λεμεσό. Ο μάρτυρας μετέβηκε στη σκηνή όπου από τις επιτόπιες εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η είσοδος και έξοδος από την επίδικη οικία επιτεύχθηκε από την κύρια είσοδο της οικίας, η οποία παραβιάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο και ότι κλάπηκε η εξωτερική σειρήνα του συναγερμού. Έγινε επίσης απόπειρα διάρρηξης στην πλαϊνή πόρτα. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι οι δράστες κατευθύνθηκαν προς το χρηματοκιβώτιο, το οποίο διατηρούσε η ένοικος για φύλαξη των αντικειμένων της και το οποίο βρισκόταν μέσα σε ξύλινο ερμάρι στο κυρίως υπνοδωμάτιο στον 1ο όροφο της οικίας και το οποίο παραβίασαν. Περαιτέρω εντοπίστηκε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου, με το οποίο οι δράστες άνοιξαν και έκλεψαν το περιεχόμενο του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στα τεκμήρια που παρέλαβε από τον Αν./Λοχία316 Γ. Γεωργίου και στην παράδοση τους από τον ίδιο για μεταφορά στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για επιστημονικές εξετάσεις. Ως ανέφερε, υπάρχει επιστημονική σύνδεση του κατηγορούμενου με δειγματοληψία (Τεκμήριο 9), η οποία λήφθηκε από το εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της πόρτας του χώρου στάθμευσης, όπου υπήρχε απόπειρα παραβίασης. Στις 13/03/2023 ο μάρτυρας συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και επίστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Δεν έκαμα τίποτε». Την ίδια ημερομηνία, με τη βοήθεια διερμηνέα, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορούμενου έλαβε από αυτόν παρειακά επιχρίσματα τα οποία παρέδωσε στις 14/03/2023 για μεταφορά στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, για επιστημονικές εξετάσεις. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αν.Λοχ.316 Γιώργος Γεωργίου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη λήψη φωτογραφιών της σκηνής και κατέθεσε σχετικό βιβλιάριο φωτογραφιών ως Τεκμήριο
  8. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη λήψη διαφόρων δειγματοληψιών από τη σκηνή, ανάμεσα στις οποίες και δειγματοληψία από το εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της πόρτας του χώρου στάθμευσης της επίδικης οικίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι η είσοδος εντός της επίδικης οικίας επιτεύχθηκε από την κύρια είσοδο αυτής. Ως Μ.Κ.3 κατάθεσε ο Μάρκος Πανταζόπουλος, φρουρός στην εταιρεία CYPCANA. Ως αυτός ανέφερε, στις 25/01/2023 και η ώρα 23:36 - 23:37 έλαβε οδηγίες από τα γραφεία της εταιρείας του να μεταβεί στην οδό [ ] στον Άγιο Τύχωνα καθότι έλαβαν σήμα παραβίασης συσκευής από την εξωτερική σειρήνα της οικίας. Αφίχθηκε στην περιοχή η ώρα 00:00 και εντόπισε, μετά από δυσκολία, την επίδικη οικία, η ώρα 00:
  9. Μόλις έφτασε εκεί, είδε τη μπροστινή πόρτα της οικίας ανοικτή και ενημέρωσε το γραφείο. Δεν αντιλήφθηκε η μπροστινή πόρτα να είναι παραβιασμένη, δεν εισήλθε εντός της οικίας και δεν είδε οποιοδήποτε άτομο, ούτε αντιλήφθηκε οιαδήποτε κίνηση ή θόρυβο εντός αυτής. Μετά από περαιτέρω έλεγχο της οικίας αντιλήφθηκε ότι η σειρήνα έλειπε. Μίλησε με το γραφείο και αφού επιβεβαίωσε ότι η σειρήνα ήταν στο πίσω μέρος της οικίας, τους είπε να ενημερώσουν την Αστυνομία. Σε μεταγενέστερο στάδιο είδε τη σειρήνα στην πισίνα της οικίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι στη δεξιά πλευρά του σπιτιού είδε την πλαϊνή πόρτα της οικίας να είναι παραβιασμένη και να έχει πολλή ζημία αλλά να είναι κλειστή. Δίπλα από την εν λόγω πόρτα ήταν ο πίνακας της ηλεκτρικής με κατεβασμένους διακόπτες. Ως είπε, η περιοχή όπου βρίσκεται η επίδικη οικία είναι απομονωμένη, με στενούς δρόμους, με αραιά σπίτια και η επίδικη οικία βρίσκεται σε συγκρότημα μετά από χωράφια και αλάνες. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Δρ. Σταυρούλα Ξενοφώντος, δικανικός γενετιστής, η οποία εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, στο Τμήμα Καρδιαγγειακής Γενετικής και Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής. Κατά τη μαρτυρία της παρουσίασε δύο εκθέσεις που ετοίμασε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήρια 33 και 34) καθώς και τα σχετικά αποτελέσματα ηλεκτροφόρησης - ηλεκτροφερογράμματα (Τεκμήριο 35) και επεξήγησε το περιεχόμενο αυτών. Περαιτέρω, προέβη σε διευκρινήσεις σε ότι αφορά τη διασύνδεση του κατηγορούμενου με γενετικό υλικό που απομονώθηκε από συγκεκριμένο επίχρισμα που λήφθηκε από τη σκηνή (Τεκμήριο 9). Αναφέρθηκε επίσης στους τρόπους εναπόθεσης γενετικού υλικού σε επιφάνειες, διαχωρίζοντας την σε άμεση και έμμεση και επεξήγησε ότι στην προκειμένη το γενετικό υλικό που προέκυψε δε συνηθίζεται σε περιπτώσεις δευτερεύουσας μεταφοράς και ότι πρόκειται για άμεση εναπόθεση γενετικού υλικού. Επεξήγησε επίσης την έννοια του καλού και κακού δότη και ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλός δότης. Κατά την αντεξέταση της έδωσε την επιστημονική εκτίμηση και γνώμη της επί σεναρίου που της τέθηκε και που είχε ως επίκεντρο τον τρόπο μεταφοράς του γενετικού υλικού και την ποιότητα αυτού. Εξήγησε επίσης ότι ο χρόνος εναπόθεσης γενετικού υλικού δεν μπορεί να προσδιοριστεί επιστημονικά, επισημαίνοντας όμως ότι ο χρόνος λειτουργεί ενάντια στο γενετικό υλικό αφού το αλλοιώνει και το κατατεμαχίζει. Τέλος ανέφερε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα λάθους στα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργούνται όταν δεν πρόκειται για Ελληνοκύπριο πολίτη ενόψει της χρήσης της τιμής θ για διόρθωση οποιασδήποτε διαφοράς υπάρχει μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών. Ως Μ.Κ.5 κατάθεσε η ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, Ruslana Samotkal, η οποία διαμένει μόνη της στην εν λόγω οικία. Σύμφωνα με αυτήν, στην οικία της υπήρχε χρηματοκιβώτιο, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ξύλινο έπιπλο σαν ερμάρι και το οποίο ήταν πάντα κλειδωμένο. Μέσα στο ερμάρι είχε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου. Στις 13/01/2023 το βράδυ έφυγε από την Κύπρο και πήγε στον Ντουμπάι και στις 26/01/2023 το πρωί ενημερώθηκε ότι έγινε διάρρηξη στην οικία της και κλάπηκε το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου. Ανέφερε ότι πριν φύγει για το Ντουμπάι κλείδωσε το σπίτι, έκλεισε τα παραθυρόφυλλα αλλά δεν θυμάται αν έβαλε τον συναγερμό. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, στις 28/01/2023 διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου είχε κλαπεί. Αναφέρθηκε επίσης στα αντικείμενα που είχαν κλαπεί και στην αξία τους, προσκομίζοντας σχετικό κατάλογο των κλοπιμαίων (Τεκμήριο 38). Ως Μ.Κ.6 κατάθεσε η ανακριτής της υπόθεσης, Αστ.1861 Μερόπη Καβάζη. Σύμφωνα με αυτήν στις 26/01/2023 και περί η ώρα 00:25 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού από τον Αδάμο Κυπριανού, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 25/01/2023 και 26/01/2023 και των ωρών 23:35 - 00:15 διαρρήχθηκε η οικία της συζύγου του, Ruslana Samotkal στην οδό [ ] στον Άγιο Τύχωνα, στη Λεμεσό. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε τις ενέργειες που έκανε προς διερεύνηση της υπόθεσης και τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις επιστημονικές εξετάσεις. Είπε δε ότι έγιναν εξετάσεις στην περιοχή και ότι παραλήφθηκαν κλειστά κυκλώματα από τα οποία δεν προέκυψε οποιοδήποτε βοηθητικό στοιχείο. Περαιτέρω στη σκηνή διενεργήθηκε δακτυλοσκοπικός έλεγχος και λήφθηκαν διάφορα τεκμήρια τα οποία στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυψε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα το γενετικό του υλικό συνδέθηκε με τη δειγματοληψία που λήφθηκε από το χερούλι της εξωτερικής πόρτας (Τεκμήριο 9). Ο κατηγορούμενος είναι το μόνο άτομο που συνδέθηκε επιστημονικά με τη σκηνή της διάρρηξης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στο πλαίσιο της διερεύνησης ανακρίθηκαν όλα τα άτομα που είχαν κάνει κάποιες δουλείες στην επίδικη οικία, χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε εναντίον τους. Ο κατηγορούμενος, κατά την ακροαματική διαδικασία άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση επί της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο αυτής, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Αφού εξετάσαμε την μαρτυρία στο σύνολο της καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά την σειρά, η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Ο Μ.Κ.1 μας έκανε καλή εντύπωση. Κατά η μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και απάντησε με ευθύτητα, σταθερότητα και ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Κατά την αντεξέταση, δέχθηκε ότι από τις εξετάσεις που έγιναν, η σύνδεση του κατηγορούμενου προκύπτει μόνο από δειγματοληψία που λήφθηκε από την εξωτερική πλαϊνή πόρτα του χώρου στάθμευσης και ότι εντός της οικίας δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να συνδέει τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, ερωτηθείς κατά πόσο στο σημείο όπου βρέθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου μπορούσε να έχει πρόσβαση οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, απάντησε ότι η περιοχή όπου βρίσκεται η επίδικη οικία δεν είναι πυκνοκατοικημένη και δεν είναι περιοχή από όπου περνά κόσμος, πέραν των όσων διαμένουν εκεί. Εξήγησε, σε σχέση με την πόρτα όπου βρέθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, ότι αυτή βρίσκεται σε απόσταση 10 ποδιών από το εξωτερικό κάγκελο της οικίας, το οποίο συναντά κάποιος μετά το πεζοδρόμιο. Θα μπορούσε, ως είπε, να περάσει κάποιος από το εν λόγω κάγκελο και να πάει στην πόρτα, νοουμένου όμως ότι είχε κάποια δουλεία εκεί. Ως προς την αξία των κλοπιμαίων, ανέφερε ότι αυτή καθορίστηκε στη βάση των όσων ανέφερε η παραπονούμενη (Μ.Κ.5) στην κατάθεση της και του σχετικού καταλόγου που αυτή παρέδωσε στην Αστυνομία. Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν προσκόμισε σχετικά πιστοποιητικά, αποδείξεις ή άλλα έγγραφα ή δικαιολογητικά που να αποδεικνύουν την αξία των κλοπιμαίων ή πως αυτά περιήλθαν στην κατοχή της. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι όφειλαν να ζητήσουν περισσότερες λεπτομέρειες και αποδεικτικά από την παραπονούμενη ως προς τα κλοπιμαία, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι ζήτησαν στοιχεία και η παραπονούμενη τους προσκόμισε σχετικό κατάλογο στα ρωσικά. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πριν τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, τόσο ο ίδιος όσο και ο υπεύθυνος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού ρώτησαν τον κατηγορούμενο αν επιθυμούσε να τον μεταφέρουν στην επίδικη οικία για να τη δει να θυμηθεί και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Στην υποβολή ότι αυτό δεν έγινε ποτέ και ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να μεταβεί στην επίδικη οικία για να θυμηθεί κατά πόσο εισήλθε σε αυτήν ή εάν πέρασε από εκεί, ο Μ.Κ.1 απάντησε πειστικά ότι ο λόγος που κατά την ανακριτική κατάθεση έγιναν πολλές ερωτήσεις στον κατηγορούμενο σε σχέση με το αν γνωρίζει την περιοχή ήταν ακριβώς επειδή δεν επιθυμούσε να μεταβεί εκεί. Ήταν δε ειλικρινής ότι δεν τήρησε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή στην ολότητα της, ως αληθής και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Στη βάση της συνολικής εικόνας της μαρτυρίας του, κρίνουμε ότι ήταν μάρτυρας αληθείας. Η αντεξέταση του Μ.Κ.2 περιορίστηκε στο κατά πόσο είναι σε θέση ο ίδιος να γνωρίζει αν η απόπειρα παραβίασης της εξωτερικής πλαϊνής πόρτας έγινε ταυτόχρονα με την παραβίαση της κεντρικής εισόδου της επίδικης οικίας, με τον μάρτυρα να απάντα με ειλικρίνεια ότι δεν είναι σε θέση να πει, αφού οι ενέργειες του περιορίζονται στο να μεταβεί στη σκηνή και να διενεργήσει εξετάσεις στα σημεία παραβίασης της οικίας. Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι το γεγονός ότι βρέθηκε σύνδεση του κατηγορούμενου στο χερούλι της εν λόγω πόρτας δεν σημαίνει ότι είναι αυτός που παραβίασε την πόρτα, με τον μάρτυρα να λέει ότι δεν μπορεί να απαντήσει αφού δεν είναι το αρμόδιο άτομο και ότι υπάρχουν ειδικοί «για ζητήματα DNA». Επίσης κατά την αντεξέταση υπέδειξε τις φωτογραφίες 13 και 14 όπου ανέφερε ότι φαίνεται καθαρά, δίπλα από το χερούλι της πλαϊνής πόρτας ότι αυτή είναι «παραβιασμένη» εννοώντας προφανώς ότι έγινε προσπάθεια παραβίασης της, αφού διευκρίνισε ότι η είσοδος δεν επιτεύχθηκε από τη συγκεκριμένη πόρτα αλλά από την κύρια είσοδο. Ο Μ.Κ.3 επίσης μας άφησε θετική εικόνα. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και ήταν πειστική. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και υπερβολές και δεν έχουμε οποιαδήποτε ένδειξη ότι δεν κατάθεσε την αλήθεια. Περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα όσα παρατήρησε στη σκηνή καθώς και τις ενέργειες του. Η αντεξέταση του περιορίστηκε δε μόνο στα σημεία που αναφέρουμε κατωτέρω και τα όσα δεν αμφισβητήθηκαν παραμένουν αναντίλεκτα. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 και σε σχέση με την πλαϊνή εξωτερική πόρτα, του ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοεί με τη φράση ότι η πόρτα είναι «παραβιασμένη μεν αλλά κλειστή». Ήταν δε προφανές από όλα όσα είπε σχετικά ότι εννοούσε ότι έγινε προσπάθεια παραβίασης της πόρτας, κάτι που προέκυπτε από τη ζημιά που είδε να υπάρχει σε αυτήν και όχι ότι επιτεύχθηκε είσοδος στην οικία μέσω αυτής. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι παρατήρησε ότι η εν λόγω πόρτα «ήταν τσακισμένη στο σημείο που είναι η πόρτα με τους δεσμούς που ενώνεται και κλείνει στο τοιχίο το πλαστικό, όλο αυτό στη φωτογραφία ήτανε ξηλωμένο, λυγισμένο» αλλά δεν ξέρει αν η εν λόγω πόρτα ήταν κλειδωμένη αφού δεν την άνοιξε και δεν γνωρίζει αν αυτή είχε ανοιχθεί από πριν. Σε άλλη ερώτηση ως προς το τι εννοεί με τη λέξη «παραβιασμένη» εξήγησε ότι η πόρτα ήταν «τσακισμένη στο σημείο που κλείνει από το χερούλι η κλειδαριά και στο τοιχίο που ενώνεται, που γίνεται η επαφή της πόρτας με το τοιχίο που γίνεται επαφή της κλειδαριάς του αλουμινίου, κατά μήκος του στο σημείο εκείνο ήταν παραβιασμένο όπως τη φωτογραφία». Διευκρίνισε δε ότι η πόρτα «οπτικά ήταν κλειστή» αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτή παραβιάστηκε ή ανοίχθηκε. Σε σχέση με την κεντρική πόρτα ανέφερε ότι αυτή ήταν αρκετά ανοικτή και ότι μπορούσε να δει μέσα στην οικία. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση και σε σχέση με το θέμα της ζημιάς στην εξωτερική πλαϊνή πόρτα, διευκρίνισε ότι η αναφορά σε ζημία δεν αφορούσε απλά φυσιολογική φθορά της πόρτας αλλά ζημία, η οποία είχε γίνει επί σκοπό με αναφορά σε «τσάκιση», «λύγισμα» και «σκέβρωση» της πόρτας. Στην υποβολή ότι η αναφορά του σε ζημία της πόρτας έγινε κατόπιν προτροπής του αστυνομικού που του πήρε κατάθεση είπε ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι η ζημία που παρατήρησε δεν ήταν από φυσική φθορά αλλά από κάποιο χέρι. Σημειώνουμε δε ότι η εν λόγω θέση δεν υποβλήθηκε στην αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση του Μ.Κ.3, ήτοι στη Μ.Κ.6, για να απαντήσει και το όλο θέμα να τύχει ενδελεχούς ελέγχου και αξιολόγησης. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.4 κλητεύθηκε ως εμπειρογνώμονας σε θέματα εξετάσεων που αφορούν γενετικό υλικό. Τα προσόντα και η πείρα της στα θέματα αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και συνεπώς η μαρτυρία της θα εξετασθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, λόγω της ιδιότητας της ως εμπειρογνώμονα και της βαρύτητας που απέδωσαν αμφότερες οι πλευρές στη μαρτυρία της. Η αντεξέταση της, περιορίσθηκε βασικά στον τρόπο και χρόνο εναπόθεσης του γενετικού υλικού. Η Μ.Κ.4 διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο σε σχέση με τις επιστημονικές εξετάσεις που διενήργησε στα τεκμήρια και τον τρόπο που αυτά εξετάστηκαν. Επεξήγησε με επάρκεια, λεπτομέρεια και πειστικότητα όλα όσα της τέθηκαν και αφορούσαν τον τρόπο και χρόνο εναπόθεσης γενετικού υλικού. Τεκμηρίωσε επιστημονικά, με παραπομπή σε σχετική μελέτη, σε ποιες περιπτώσεις ένα άτομο που έρχεται σε επαφή με κάποιο αντικείμενο ή επιφάνεια μπορεί να αφήσει το γενετικό του υλικό. Οι εξετάσεις, η μεθοδολογία, τα ευρήματα, τα συμπεράσματα και οι εξηγήσεις που έδωσε δεν έχουν αμφισβητηθεί. Κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.4, ερωτήθηκε πως μπορεί να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι Ελληνοκύπριος. Η Μ.Κ.
  1. εξήγησε με σαφήνεια ότι στη στατιστική της εκτίμηση χρησιμοποιείται η τιμή θ=0,05 η οποία διορθώνει οποιεσδήποτε διαφορές υπάρχουν μεταξύ πληθυσμών. Ως εξήγησε, η τιμή θ αποτελεί ένα αριθμό που εισάγεται στην εξίσωση ώστε να διορθώσει στο λογιστικό πρόβλημα οποιεσδήποτε διαφορές μπορεί να προκύψουν στη συχνότητα των αλληλίων σε συγκεκριμένο πληθυσμό σε σύγκριση με τον Ελληνοκυπριακό. Ανέφερε περαιτέρω ότι η τιμή αυτή είναι αρκετά συντηρητική αφού σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της δικανικής γενετικής είναι αρκετά ασφαλές να γίνει η διόρθωση με την τιμή αυτή. Ως εκ τούτου και εν όψει της συντηρητικής αυτής τιμής δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την ταύτιση που έδωσε για το συγκεκριμένο δείγμα ούτε και οποιοσδήποτε κίνδυνος να γίνουν λάθη. Ως προς τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού, υποβλήθηκε στη Μ.Κ.4 ότι δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρη ότι ο εντοπισμός του ήταν αποτέλεσμα άμεσης μεταφοράς. Η Μ.Κ.4 εξήγησε ότι, με βάση τη δική της εμπειρία και μελέτη και λαμβάνοντας υπόψη την πολύ καλή ποιότητα του συγκεκριμένου γενετικού προφίλ, το εν λόγω αποτέλεσμα είναι πολύ πιο πιθανόν να παρατηρηθεί σε περίπτωση άμεσης μεταφοράς παρά έμμεσης και ότι το γενετικό υλικό του επιπέδου που παρατηρείται στην προκειμένη δεν συνηθίζεται σε σενάρια δευτερεύουσας μεταφοράς. Επίσης με βάση το υποθετικό σενάριο ο κατηγορούμενος να φόρεσε ένα γάντι, το οποίο έβγαλε από την ανάποδη και να το άγγιξε άλλο πρόσωπο, η Μ.Κ.4 ρωτήθηκε κατά πόσο εκείνο το γάντι στο συγκεκριμένο σημείο θα μπορούσε να αφήσει το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.4 απάντησε ότι η ποιότητα του γενετικού υλικού δεν θα ήταν η ίδια εξηγώντας ότι σε αυτό θα υπήρχαν απαγορευτικές ουσίες που να μην επέτρεπαν να δώσει καλό αποτέλεσμα, όπως για παράδειγμα πούδρα και πιθανόν το γενετικό προφίλ να ήταν μεικτό, δηλαδή το άτομο που έπαιρνε το γάντι να άφηνε και το δικό του υλικό ή σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος τοποθετούσε κάπου το εν λόγω γάντι και η επιφάνεια ήταν μολυσμένη με γενετικό υλικό κάποιου τρίτου προσώπου θα υπήρχαν και από εκεί αλλήλια. Περαιτέρω εξήγησε ότι στο υποθετικό σενάριο που της τέθηκε είναι πολύ πιθανόν το γενετικό προφίλ να ήταν ταλαιπωρημένο σε αντίθεση με την ποιότητα που παρατηρείται στην παρούσα περίπτωση. Βασιζόμενη δε στη δική της πολύχρονη εμπειρία, ανέφερε ότι είναι πολύ απίθανο να υπήρχε τόσο καθαρό προφίλ στην περίπτωση του υποθετικού αυτού σεναρίου. Σε υποβολή ότι ο χρόνος εναπόθεσης γενετικού υλικού σε μια επιφάνεια δεν μπορεί να προσδιοριστεί παρά τις οποίες εξετάσεις και επεξεργασίες, η Μ.Κ.
  2. ανέφερε ότι πράγματι ο χρόνος εναπόθεσης γενετικού υλικού δεν μπορεί να προσδιοριστεί μόνο βλέποντας το γενετικό υλικό. Εξήγησε όμως ότι ο χρόνος συνήθως ενεργεί εναντίον του γενετικού υλικού, αναφέροντας ότι εάν ένα δείγμα τοποθετηθεί σε μια επιφάνεια και παραμείνει εκεί αρκετές μέρες και εβδομάδες τότε αυτό θα αλλοιωθεί, δηλαδή δεν θα υπάρχουν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση και ως εκ τούτου θα υπάρχουν χαρακτηριστικά που δείχνουν ότι το γενετικό υλικό έχει κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Περαιτέρω, στην υποβολή ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε τοποθετήθηκε το γενετικό υλικό, η Μ.Κ.4 απάντησε ότι δεν μπορεί να το προσδιορίσει με ακρίβεια αλλά μπορεί να προσδιορίσει εάν το αποτέλεσμα είναι καλό ή κακό και κατά συνέπεια αν κάποιος χρόνος το έχει επηρεάσει αρνητικά. Στην προκειμένη παρατηρήθηκαν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση που δείχνουν ότι το γενετικό υλικό δεν έχει κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, την οποία αποδεχόμαστε, προκύπτει λοιπόν ότι εντοπίστηκε γενετικό υλικό στο εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της εξωτερικής πόρτας του χώρου στάθμευσης της επίδικης οικίας (δειγματοληψία Τεκμήριο 9). Πέραν δε και συμπληρωματικά των όσων προκύπτουν από τα πιο πάνω αποδεχόμαστε και τα εξής: · Το γενετικό υλικό που ανευρέθηκε στο Τεκμήριο 9 αποτελεί μονό πλήρες γενετικό υλικό που αντιστοιχεί σε ανδρικό γενετικό προφίλ, το οποίο ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. · Η πιθανότητα εντοπισμού του εν λόγω γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό εκτιμάται στατιστικά ότι είναι περίπου 1:416.600.000.000.000.000, δηλαδή είναι παρά πολύ σπάνιο να εντοπιστεί τέτοιο γενετικό προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό. · Είναι πολύ πιο πιθανόν το ως άνω γενετικό προφίλ να είναι το αποτέλεσμα άμεσης μεταφοράς γενετικού υλικού παρά έμμεσης μεταφοράς. Διεξήχθη τεστ για αμυλάση δηλαδή για σάλιο και έδωσε αρνητικό αποτέλεσμα. Είναι πιο πιθανόν το εν λόγω γενετικό προφίλ να είναι αποτέλεσμα αγγίγματος - επαφής με το δέρμα. · Παρατηρήθηκαν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση που δείχνουν ότι το γενετικό υλικό δεν έχει κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Ως εκ των άνω, καταλήγουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.4 ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και γίνεται δεκτή. Κατ' επέκταση μπορούμε να στηριχθούμε σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσουμε τη δική μας ανεξάρτητη κρίση, στη βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με βάση την αποδεκτή μαρτυρία. Η μαρτυρία της Μ.Κ.5 δεν αμφισβητήθηκε, με εξαίρεση το ότι αυτή κατείχε τα αντικείμενα που ισχυρίσθηκε ότι κλάπηκαν και την αξία αυτών. Ως προς τα υπόλοιπα, το μόνο που της τέθηκε από τη συνήγορο Yπεράσπισης ήταν ότι ο κατηγορούμενος συνόδευσε δύο φορές τον άνθρωπο που συντηρεί την πισίνα της επίδικης οικίας και τον βοήθησε στον καθαρισμό της πισίνας, με τη Μ.Κ.5 να απαντά ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ή τον άνθρωπο που συντηρεί την πισίνα, δεν έχει εμπλοκή σε αυτά τα θέματα, δεν ξέρει και δεν είναι εκεί για να βλέπει ποιος έρχεται να καθαρίσει την πισίνα. Ως εκ των άνω η αξιολόγηση της μαρτυρίας της θα περιορισθεί στα θέματα της αξίας και κατοχής των αντικειμένων. Ως προς τον καθαρισμό και την αξία της κλαπείσας περιουσίας, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ετοίμασε σχετικό κατάλογο, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 38 και αναγνώσθηκε από αυτήν (είναι στη ρωσική γλώσσα και μεταφράσθηκε στο Δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του από τη Μ.Κ.5). Κατά τη σχετική με το θέμα μαρτυρία της, η Μ.Κ.5 διευκρίνισε ότι το αντικείμενο υπ' αριθμό 8 του Τεκμηρίου 38 δεν αποτελεί μέρος της κλαπείσας περιουσίας αφού έχει ανευρεθεί από την ίδια. Ανέφερε επίσης ότι όλα τα αντικείμενα που κλάπηκαν της τα είχε δωρίσει ο σύζυγος της. Δέχθηκε δε ότι δεν κατέχει σήμερα πιστοποιητικά γνησιότητας σε σχέση με τα κλοπιμαία αφού αυτά αγοράστηκαν από τον σύζυγο της πριν από 15 - 20 χρόνια και ότι εν όψει του γεγονότος ότι μετακόμισαν αρκετές φορές, για ευκολία δεν έπαιρνε μαζί της οποιαδήποτε κουτιά και χαρτιά. Ως προς την αξία του κάθε αντικειμένου, υποστήριξε ότι η ίδια είναι σε θέση να την καθορίσει. Εξήγησε δε σχετικά ότι γνωρίζει προσωπικά πόσα στοιχίζει η κάθε πέτρα και ο χρυσός και ότι η ίδια κατέχει πολλά κοσμήματα και γνωρίζει απ' έξω πόσα στοιχίζει το κάθε ένα από αυτά και «το κάθε είδος χρυσού, η καθαρότητα, τα καράτια και όλα αυτά». Πρόσθεσε δε ότι είναι σε θέση να γνωρίζει τις τιμές και την αξία τους καθότι επισκέπτεται συχνά καταστήματα κοσμημάτων, όπου παρατηρεί τις τιμές και της αρέσει να ρωτά «πόσα καράτια είναι, πόσο καθαρό είναι το διαμάντι, όλες αυτές τις λεπτομέρειες». Ήταν η θέση της ότι δεν χρειάζεται τα πιστοποιητικά γνησιότητας αφού ουδέποτε σκέφτηκε να πουλήσει τα χρυσαφικά της. Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη για την κλαπείσα περιουσία ήταν επειδή ουδέποτε την είχε στην κατοχή της, επέμενε ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν στην κατοχή της και ότι όταν ρωτήθηκε από την Αστυνομία για την κλαπείσα περιουσία, τους την ανέφερε. Αναφορικά με το κατά πόσο η Μ.Κ.5 πράγματι είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που ισχυρίσθηκε ότι κλάπηκαν, πρέπει να λεχθεί ότι αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της αφού παράθεσε αυτά με τέτοια λεπτομέρεια στην περιγραφή που έδειχνε ότι έλεγε την αλήθεια και η μαρτυρία της για αυτό δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Η ειλικρίνεια της προκύπτει άλλωστε από το ότι η ίδια ανέφερε ότι το αντικείμενο υπ' αριθμό 8 του Τεκμηρίου 38, το βρήκε η ίδια μεταγενέστερα. Ερχόμενοι τώρα στο ζήτημα της αξίας της κλαπείσας περιουσίας, σημειώνουμε ότι η Μ.Κ.5 ανέφερε εξαρχής ότι η αξία των εν λόγω αντικείμενων που αναφέρεται στο Τεκμήριο 38 καθορίστηκε από την ίδια στη βάση της δικής της εκτίμησης και με βάση τα όσα γνωρίζει προσωπικά και από τις αγορές της και τις επισκέψεις σε καταστήματα χρυσαφικών. Ουσιώδες για το θέμα είναι κατά την κρίση μας το γεγονός ότι, ως η ίδια η Μ.Κ.5 ανέφερε, τα αντικείμενα αυτά της τα δώρισε όλα ο σύζυγος της, ο οποίος και τα αγόρασε. Παρά όμως το γεγονός ότι αυτός καταγράφεται ως μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου (υπ' αριθμό 2) δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξετασθεί. Ως προς τούτο, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι από ενημέρωση που έλαβε από τον ίδιο, αυτός απουσίαζε στο εξωτερικό χωρίς όμως να της δίδει λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο επιστροφής του στην Κύπρο. Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή εξέδωσε μαρτυρική κλήση σε αυτόν, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατό να του επιδοθεί παρά τις προσπάθειες που έγιναν για τον σκοπό αυτό ενώ περαιτέρω ούτε στο τηλέφωνο ανταποκρινόταν. Μέλη δε της Αστυνομίας, μετέβηκαν στην οικία του στην Κύπρο δύο φορές (στις 21/10/2023 και στις 28/10/2023), χωρίς όμως να τον εντοπίσουν. Περαιτέρω έγινε προσπάθεια από την εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.6) να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τη Μ.Κ.5 και τον υιό τους, χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση. Να λεχθεί δε ως προς τούτο ότι η πλευρά της Υπεράσπισης δήλωσε ότι επιθυμούσε να αντεξετάσει το εν λόγω πρόσωπο, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της αξίας της κλαπείσας περιουσίας. Δεν μας διαφεύγουν οι ενέργειες που έκανε η Κατηγορούσα Αρχή για να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο. Εκείνο όμως που παραμένει στο τέλος, ως το ουσιώδες, είναι ότι η μη κλήτευση του συζύγου της Μ.Κ.5 και κατ' επέκταση η μη κατάθεση του και η αντεξέταση του, στέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια να εξετάσει και να αξιολογήσει το όλο θέμα στην ορθή και πλήρη πραγματική του βάση, εφόσον ήταν το πρόσωπο αυτό που αγόρασε και δώρισε στη Μ.Κ.5 τα εν λόγω αντικείμενα και άρα ήταν προφανώς σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από όλους την αξία τους. Παρέμεινε έτσι η μαρτυρία της Μ.Κ.5, η οποία όμως ήταν ουσιαστικά μαρτυρία γνώμης, εφόσον η ίδια δεν γνώριζε την αξία αγοράς των αντικειμένων αλλά στήριξε τις θέσεις της ουσιαστικά στις γνώσεις της για αυτά. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχθούμε σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.
  3. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή με εξαίρεση το μέρος της εκείνο που αφορά την αξία της κλαπείσας περιουσίας. Η Μ.Κ.6 επίσης μας άφησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και τα αποτελέσματα των διαφόρων εξετάσεων που έγιναν και η μαρτυρία της ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι πρόκειται για αναφαίρετο δικαίωμα του και δεν είναι επιτρεπτό εκ της άσκησης του να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλ. Charalambous a.ο. ν. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97, Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Ως προς την ανακριτική του κατάθεση ημερ. 13/03/2023 (Τεκμήρια 4Α-4Β) δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει νομολογηθεί, κάθε μέρος της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Στα πλαίσια αυτά μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου και μικρότερη σημασία ή ακόμη και απόρριψη άλλων μερών της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Στην προκειμένη, στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος στις περισσότερες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Σε ερώτηση δε εάν πήγε ποτέ στην επίδικη οικία και εάν ναι για ποιο λόγο, απάντησε ότι δεν πήγε ποτέ εκεί και δεν είχε κανένα λόγο να πάει εκεί. Περαιτέρω σε ερώτηση αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε άλλο απάντησε «Δεν έχω καμία σχέση με αυτή την υπόθεση, δεν ξέρω πως βρέθηκε το DNA μου εκεί. Εγώ ποτέ μου δεν μπήκα σε κανένα σπίτι για να κλέψω». Οι πάνω απαντήσεις του κατηγορούμενου όσο και οι λοιπές απαντήσεις που έδωσε στην εν λόγω κατάθεση του κρίνονται ότι είναι αυτοεξυπηρετικές ενώ δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε κανένα μέρος της κατάθεσης του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε κάνει δεκτή στην παρούσα και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγουμε στα ακόλουθα: Η Μ.Κ.5 διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το
  1. Το 2019 ο σύζυγός της της αγόρασε την επίδικη οικία, η οποία βρίσκεται στην οδό [ ], στον Άγιο Τύχωνα, στη Λεμεσό και έκτοτε διαμένει μόνη της στην εν λόγω οικία. Η εν λόγω οικία βρίσκεται δίπλα από την οικία του συζύγου της Μ.Κ.5, σε απομονωμένη και αραιοκατοικημένη περιοχή του Αγίου Τύχωνα. Το καλοκαίρι του 2022, η Μ.Κ.5 τοποθέτησε ένα χρηματοκιβώτιο στην επίδικη οικία. Αυτό τοποθετήθηκε σε υπνοδωμάτιο στον 1ο όροφο της οικίας, σε ξύλινο έπιπλο σαν ερμάρι, το οποίο ήταν πάντα κλειδωμένο και μέσα στο ερμάρι βρίσκονταν τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου. Στις 13/01/2023 το βράδυ, η Μ.Κ.5 έφυγε από την Κύπρο και πήγε στο εξωτερικό. Πριν αποχωρήσει από την οικία της, έκλεισε και κλείδωσε αυτήν και έκλεισε τα παραθυρόφυλλα. Σύμφωνα με την εταιρεία συστημάτων ασφαλείας CYPCANA, από την οποία έχουν εγκατασταθεί τόσο κάμερες όσο και συναγερμός στην επίδικη οικία, στις 25/01/2023 και η ώρα 19:35 υπήρξε διακοπή ρεύματος και το σύστημα συναγερμού ήχησε στις 23:35 της ίδιας ημέρας. Ακολούθως, η ώρα 23:36 - 23:37 ο Μ.Κ.3, ο οποίος εργάζεται στην ως άνω εταιρεία, έλαβε οδηγίες από τα γραφεία της εταιρείας, όπως μεταβεί στην επίδικη οικία, καθότι έλαβαν σήμα παραβίασης συσκευής από την εξωτερική σειρήνα της οικίας. Ο Μ.Κ.3 αφίχθηκε στην περιοχή η ώρα 00:00 και εντόπισε την επίδικη οικία η ώρα 00:
  2. Μόλις έφτασε εκεί είδε τη μπροστινή πόρτα της κυρίας εισόδου της οικίας ανοικτή και ενημέρωσε το γραφείο. Δεν αντιλήφθηκε τη μπροστινή πόρτα να είναι παραβιασμένη, δεν εισήλθε εντός της οικίας και δεν είδε οποιοδήποτε άτομο, ούτε αντιλήφθηκε οποιαδήποτε κίνηση ή θόρυβο εντός αυτής. Μετά από περαιτέρω έλεγχο της οικίας ο Μ.Κ.3 αντιλήφθηκε ότι η σειρήνα του συναγερμού έλειπε καθότι είδε πάνω στον τοίχο, στο σημείο που ήταν η σειρήνα, ότι υπήρχε μόνο μια βίδα και ένα πλαστικό να κρέμεται. Μίλησε με το γραφείο και αφού επιβεβαίωσε ότι η σειρήνα συναγερμού ήταν στο πίσω μέρος της οικίας, τους είπε να ενημερώσουν την Αστυνομία. Είδε στη συνέχεια τη συσκευή της σειρήνας συναγερμού στην πισίνα. Στη δεξιά πλευρά της επίδικης οικίας ο Μ.Κ.3 είδε την εξωτερική πλαϊνή πόρτα του χώρου στάθμευσης της οικίας να έχει υποστεί ζημίες, ως αυτές φαίνονται στις φωτογραφίες 10 έως 14 του Τεκμηρίου
  3. Δίπλα από την εν λόγω πόρτα ήταν ο πίνακας της Ηλεκτρικής με κατεβασμένους διακόπτες. Η εν λόγω πόρτα βρισκόταν σε απόσταση 10 ποδιών από το εξωτερικό κάγκελο της οικίας. Στις 26/01/2023 και περί η ώρα 00:25 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε Λεμεσού από τον σύζυγο της Μ.Κ.5, η διάρρηξη της επίδικης οικίας. Κατά την άφιξη του στην επίδικη οικία, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε πως δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα σε αυτή και από τις επιτόπιες εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η είσοδος στην οικία επιτεύχθηκε από τη μπροστινή ξύλινη ανοιγόμενη πόρτα της κύριας εισόδου, η οποία είχε παραβιαστεί με αιχμηρό αντικείμενο. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι ανοίχθηκε το ως άνω αναφερόμενο χρηματοκιβώτιο, στον 1ο όροφο της οικίας. Στη συνέχεια εντοπίστηκε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να ανοιχθεί αυτό. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι έγινε απόπειρα διάρρηξης της εξωτερικής πλαϊνής πόρτας του χώρου στάθμευσης της οικίας. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα (26/01/2023), ο Μ.Κ.2 έλαβε δειγματοληψίες εσωτερικά της επίδικης οικίας και ειδικότερα από το υπνοδωμάτιο του 1ου ορόφου (από το έπιπλο εντός του οποίου ήταν το χρηματοκιβώτιο και από το χρηματοκιβώτιο, από συρταροθήκες και πλαστικά σταντ ρολογιών, από πλαστικό μπουκάλι νερού, από την πόρτα της γκαρνταρόμπας και από ανοικτά κουτιά κοσμημάτων στη γκαρνταρόμπα). Δειγματοληψίες λήφθηκαν και εξωτερικά της επίδικης οικίας και συγκεκριμένα από την εξωτερική χειρολαβή της πόρτας της κύριας εισόδου, από το εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της εξωτερικής πόρτας του χώρου στάθμευσης (Τεκμήριο 9) και από το γυαλί εξωτερικά της ίδιας πόρτας. Περαιτέρω, εντός της οικίας έγιναν δακτυλοσκοπικές εξετάσεις. Από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν στη δειγματοληψία Τεκμήριο 9 απομονώθηκε μονό γενετικό υλικό. Το πλήρες ανδρικό προφίλ του εν λόγω γενετικού υλικού ταυτίσθηκε με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου. Η πιθανότητα εντοπισμού αυτού του γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό εκτιμάται στατιστικά ότι είναι περίπου 1:416.600.000.000.000.000, δηλαδή είναι παρά πολύ σπάνιο να εντοπιστεί τέτοιο γενετικό προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό. Το γενετικό αυτό προφίλ είναι πολύ πιο πιθανόν να είναι το αποτέλεσμα άμεσης μεταφοράς γενετικού υλικού και όχι έμμεσης - δευτερεύουσας μεταφοράς και συγκεκριμένα είναι πιο πιθανόν να είναι αποτέλεσμα αγγίγματος - επαφής με το δέρμα. Ο χρόνος εναπόθεσης γενετικού υλικού δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις επιστημονικές εξετάσεις. Ο χρόνος συνήθως ενεργεί εναντίον του γενετικού υλικού, δηλαδή εάν ένα δείγμα τοποθετηθεί σε μια επιφάνεια και παραμείνει εκεί αρκετές μέρες και εβδομάδες τότε αυτό θα αλλοιωθεί, δηλαδή δεν θα υπάρχουν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση και ως εκ τούτου θα υπάρχουν χαρακτηριστικά που δείχνουν ότι το γενετικό υλικό έχει κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Στην προκειμένη παρατηρήθηκαν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση που δείχνουν ότι το εν λόγω γενετικό υλικό δεν είχε κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Πέραν του Τεκμηρίου 9, από τις επιστημονικές και δακτυλοσκοπικές εξετάσεις που έγιναν στη επίδικη οικία, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να συνδέει τον κατηγορούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Από το χρηματοκιβώτιο της επίδικης οικίας κλάπηκαν τα ακόλουθα αντικείμενα:
  4. Δακτυλίδι με ρουμπίνια 2,5 καρατίων.
  5. Δακτυλίδι με ρουμπίνια και διαμαντάκια.
  6. Δακτυλίδι με ρουβελίτη 10 καρατίων.
  7. Δακτυλίδι με διαμαντάκια μάρκας Graff 2,5 καρατίων με άσπρο χρυσό.
  8. Δακτυλίδι με διαμάντι σε σχήμα αχλαδίου 4 καρατίων μάρκας Graff.
  9. Βραχίολι με διαμαντάκια.
  10. Ρολόι Chanel με κολανάκι από κεραμικό μαύρου χρώματος με ρουμπίνια.
  11. Ρολόι από άσπρο χρυσό με διαμαντάκια.
  12. Χρυσή καδένα με πολύτιμους λίθους (ροζ χρυσό).
  13. Σετ από σκουλαρίκια με αμέθυστο.
  14. Δακτυλίδι κεραμικό άσπρου χρώματος με αμέθυστο.
  15. Δακτυλίδι με διαμαντάκια και αμέθυστο 10 καρατίων.
  16. Δακτυλίδι με ρουμπίνια και κεραμικό μαύρου χρώματος.
  17. Σκουλαρίκια Cartier με ρουμπίνια και κεραμικό μαύρου χρώματος.
  18. Κεραμικό περιδέραιο Cartier μαύρου χρώματος με ρουμπίνια.
  19. Χρυσά σκουλαρίκια Louis Vuitton. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα. Κάποιος θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 291 του ίδιου Νόμου, ότι προβαίνει σε διάρρηξη κτιρίου όταν «διαρρήχνει οποιοδήποτε µέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει µε ξεκλείδωµα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή µε οποιοδήποτε άλλο µέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγµα προορισµένο για το κλείσιµο ή για την κάλυψη ανοίγµατος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγµα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα µέρος του κτιρίου σε άλλο». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 292(α) που πρέπει να αποδειχθούν στην παρούσα, ως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου και τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας 2, είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
  20. Η διάρρηξη κτιρίου,
  21. Το κτίριο αυτό να χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων,
  22. Η είσοδος στο εν λόγω κτίριο και
  23. Τα πιο πάνω να γίνουν με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος και δη κλοπής στην κατοικία. Ο σκοπός διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικός θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενος αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει συνοψισθεί, με αναφορά και στην σχετική αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας, κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, μεταξύ των ωρών 19:35 της 25/01/2023 και 00:10 της 26/01/2023, έγινε διάρρηξη της επίδικης οικίας, δια παραβίασης με αιχμηρό αντικείμενο της μπροστινής ξύλινης ανοιγόμενης πόρτας της κύριας εισόδου και αφού επιτεύχθηκε, από εκεί, είσοδος στην οικία, κλάπηκαν από χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν σε υπνοδωμάτιο στον 1ο όροφο, τα αντικείμενα που αναφέρονται ανωτέρω στα ευρήματα μας. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Αυτό που αμφισβητείται και αποτέλεσε το κύριο ζητούμενο, είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κατηγορούμενος που διέπραξε τα ως άνω αδικήματα ή συμμετείχε στη διάπραξη τους. Η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, στα επιστημονικά ευρήματα επί του γενετικού υλικού που εντοπίσθηκε στο εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της εξωτερικής πλαϊνής πόρτας του χώρου στάθμευσης της επίδικης οικίας, της οποίας πόρτας έγινε προσπάθεια παραβίασης. Είναι ουσιαστικά η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο εντοπισμός γενετικού υλικού του κατηγορουμένου στο σημείο εκείνο (στο Τεκμήριο 9 που είναι δειγματοληψία που λήφθηκε από αυτό), συνδέει τον κατηγορούμενο με τα επίδικα αδικήματα. Είναι δε προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία προς κρίση επί του θέματος. Το ερώτημα θα απαντηθεί λοιπόν με βάση το κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τέτοια ώστε να αποδεικνύει την ως άνω θέση της Κατηγορούσας Αρχής, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26-36). Σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη μαρτυρίας από γενετικό υλικό, στην Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 τονίστηκε ότι η επιστημονική μαρτυρία που προβάλλεται ως αποδεικτική ορισμένου γεγονότος είναι δυνατό να θεμελιώσει εκείνο το γεγονός σε βαθμό ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να κυμαίνεται από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το εγγενές στη φύση της μαρτυρίας από γενετικό υλικό που να το καθιστά μη αποδεκτό αφ' εαυτού ή που να δικαιολογεί ειδικό, ιδιαίτερο κανόνα, ότι μαρτυρία που εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δεν είναι δυνατό να στηρίξει καταδίκη στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Ως λέχθηκε δε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 Α.Α.Δ. 525, περιστατική μαρτυρία που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο γενετικού υλικού είναι ιδιαίτερα σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή (γίνεται παραπομπή στις R. v. Melias, The Times 14.11.87, Ιωάννου ανωτέρω και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Αναφέρεται όμως ότι παρά τη δυναμική της δεν έχει οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να τη διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. Μαρτυρία γενετικού υλικού, η οποία συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται λοιπόν και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Vedad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 1). Αυτό προκύπτει σαφώς από τη σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα: Σε κάποιες υποθέσεις, υπό τις συγκεκριμένες πάντα περιστάσεις τους, επικυρώθηκε η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, όπου η σύνδεση του κατηγορούμενου με τη διάπραξη των αδικημάτων στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στον εντοπισμό του γενετικού του υλικού σε αντικείμενα της υπόθεσης (βλ. Νικολάου (Αρ. 1) ανωτέρω, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 547, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231 και Makushenko ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 267). Αντίθετα σε κάποιες άλλες υποθέσεις η εν λόγω επιστημονική μαρτυρία, κρίθηκε ότι δεν ήταν αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485). Στη πιο πρόσφατη Givikutchashvili v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 94/2020, ημερ. 4/7/2022, έγινε επισκόπηση της νομολογίας όσον αφορά το γενετικό υλικό. Η υπόθεση αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Η μόνη μαρτυρία, που υπήρχε εναντίον του εφεσείοντα ήταν ο εντοπισμός μικτού γενετικού υλικού σε δειγματοληψία από το εσωτερικό μέρος της παραβιασμένης εισόδου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, με το σκεπτικό ότι όσον αφορά τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού, η έμμεση μεταφορά αυτού δεν ήταν μια «πρακτικώς αμελητέα πιθανότητα», όπως ήταν στην Νικολάου (Αρ. 1), έχοντας υπόψη ότι η επιστημονική μαρτυρία δεν μπορούσε να αποκλείσει τη δευτερεύουσα μεταφορά γενετικού υλικού, αφού επρόκειτο περί μικρής ποσότητας μικτού γενετικού υλικού (στο οποίο ο εφεσείων ήταν δότης με κάποιο άλλο πρόσωπο), με πιθανή προέλευση του τα δερματικά κύτταρα και δεν εντοπίστηκε πλήρες μονό γενετικό προφίλ και έτσι δεν μπορούσε να συναχθεί πως ο εφεσείων άγγιξε το συγκεκριμένο σημείο που σχετιζόταν με τα αδικήματα. Περαιτέρω, η επιστημονική μαρτυρία δεν μπορούσε να καθορίσει τον χρόνο εναπόθεσης του εν λόγω γενετικού υλικού. Κρίθηκε λοιπόν ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αιτιώδης σχέση περιστατικής μαρτυρίας και συμμετοχής του κατηγορουμένου ήταν άμεση και δεν μπορούσε να συμβιβαστεί αφ' ετέρου με οποιαδήποτε άλλη λογική ερμηνεία. Περαιτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη του εφεσείοντα να δώσει εξηγήσεις για την ύπαρξη του συγκεκριμένου γενετικού υλικού, ουσιαστικά μετέθεσε το βάρος απόδειξης στους ώμους του να αποδείξει την αθωότητα του για το πώς εναποτέθηκε το γενετικό υλικό, όταν αυτό μπορούσε, σύμφωνα με την προσαχθείσα επιστημονική μαρτυρία, να είχε εναποτεθεί με έμμεσο τρόπο και μάλιστα πριν από την ημερομηνία διάπραξης των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. Κρίθηκε επίσης ότι από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας μπορούσε εύλογα να εξαχθούν διαζευκτικές πιθανότητες. Από την πιο πάνω νομολογία, συνάγεται λοιπόν ότι ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης, όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου στο οποίο εντοπίσθηκε, του τρόπου εναπόθεσης του σε αυτό αλλά και του χρόνου που προκύπτει από τη μαρτυρία ότι αυτό τέθηκε, δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση (βλ. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225). Ως δε φυσικά προκύπτει από την υπόλοιπη σχετική νομολογία είναι πιο πιθανή η καταδίκη εάν, πέραν της ανεύρεσης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου πάνω ή γύρω από αντικείμενα μιας υπόθεσης ή στη σκηνή, υπάρχει και πρόσθετη ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του, η οποία θεμελιώνει σύνδεση μεταξύ αυτού και του εγκλήματος (βλ. Παντελή ν. Δημοκρατίας
(2016)2Α Α.Α.Δ. 5, στην οποία γίνεται παραπομπή στις R. v. Ogden
(2013)EWCA Crim 1294 και Doheny and Adams
(1997)1 Cr. App. R. 369 καθώς και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231). Στην προκειμένη, από τα όσα τέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι η μαρτυρία στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου είναι περιστατική μαρτυρία που περιλαμβάνει μαρτυρία γενετικού υλικού. Ως έχει προαναφερθεί, αποτελεί εύρημα μας ότι γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίσθηκε στο Τεκμήριο 9 δηλαδή στο εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της εξωτερικής πλαϊνής πόρτας του χώρου στάθμευσης της επίδικης οικίας, της οποίας πόρτας έγινε προσπάθεια παραβίασης - ανοίγματος. Αυτή είναι και η μόνη μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του κατηγορούμενου. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για μονό γενετικό υλικό δηλαδή που ανήκε αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο και μάλιστα σε άντρα και ήταν σε βαθμό που στατιστικώς η πιθανότητα να μην ανήκε στον κατηγορούμενο ήταν μόνο μια στα 416.600.000.000.000.000, δηλαδή η πιθανότητα αυτή είναι πρακτικώς και νομικώς μη συζητήσιμη. Όσον αφορά τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού, από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτει ότι είναι πολύ πιο πιθανό η εναπόθεση του να είναι το αποτέλεσμα άμεσης μεταφοράς γενετικού υλικού και πιο συγκεκριμένα αποτέλεσμα αγγίγματος - επαφής με το δέρμα. Ως εκ των άνω και ελλείψει άλλης μαρτυρίας που να δίδει μια άλλη λογική εξήγηση ως προς την παρουσία του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο εν λόγω σημείο, κρίνουμε ότι το μόνο λογικό και αναμφίβολο συμπέρασμα είναι ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε - ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο μέρος της πόρτας. Δεν μας διαφεύγει ασφαλώς ότι, ως διαπιστώθηκε από τα μέλη της Αστυνομίας που εξέτασαν τη σκηνή, έγινε προσπάθεια παραβίασης της εν λόγω πόρτας, με προφανή σκοπό - εφόσον επρόκειτο για εξωτερική πόρτα από την οποία υπήρχε πρόσβαση στην οικία - να επιτευχθεί είσοδος στην επίδικη οικία. Η κατάσταση της πόρτας, ως την περιέγραψε ο Μ.Κ.3 αλλά φαίνεται και από τις φωτογραφίες 10 έως 14 του Τεκμηρίου 30 επιβεβαιώνει άλλωστε αυτό. Ενόψει των πιο πάνω και του ότι ο κατηγορούμενος άγγιξε - ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο σημείο της πόρτας και ότι αυτό, δηλαδή το εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της πόρτας, είναι το μέρος στο οποίο κατά την κοινή λογική αγγίζει κάποιος για να ανοίξει την πόρτα και ελλείψει άλλης αθώας εξήγησης που να προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, οδηγούμαστε στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ήταν ο κατηγορούμενος που επιχείρησε να την παραβιάσει με σκοπό να εισέλθει στην οικία. Αυτό διαψεύδει και τη θέση του, στην ανακριτική του κατάθεση, ότι δεν πήγε ποτέ στην επίδικη οικία. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Απομένει προς εξέταση κατά πόσο η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να οδηγεί σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι η ενέργεια του αυτή έγινε κατά τον χρόνο και στα πλαίσια της επίδικης διάρρηξης της οικίας και της επακόλουθης κλοπής από αυτήν. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς, σύμφωνα με την επιστημονική μαρτυρία που προσήχθη όσον αφορά το γενετικό υλικό, δεν μπορεί να καθορισθεί ο χρόνος εναπόθεσης αυτού στην εν λόγω πόρτα. Το μόνο που προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4 είναι ότι στην προκειμένη το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, δεν ήταν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό καθότι, ως είπε η Μ.Κ.4, εάν το γενετικό υλικό τοποθετηθεί σε μια επιφάνεια και παραμείνει εκεί αρκετές μέρες και εβδομάδες τότε θα αλλοιωθεί, (δηλαδή δεν θα υπάρχουν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση και θα υπάρχουν χαρακτηριστικά που δείχνουν ότι έχει κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου) κάτι που δεν ίσχυε στην προκειμένη εφόσον παρατηρήθηκαν ισοζυγισμένα αλλήλια σε κάθε θέση που δείχνουν ότι το εν λόγω γενετικό υλικό δεν είχε κατατεμαχιστεί λόγω χρόνου. Από την άλλη, από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή, προκύπτει ότι η είσοδος στην επίδικη οικία δεν επιτεύχθηκε από την εν λόγω πόρτα αλλά από την ξύλινη ανοιγόμενη μπροστινή πόρτα της κύριας εισόδου της οικίας. Δεν υπάρχει δε μαρτυρία που να οδηγεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η εξωτερική πόρτα του χώρου στάθμευσης δεν ήταν στην κατάσταση που διαπιστώθηκε ότι ήταν στις 26/1/2023, πριν διαπραχθεί η επίδικη διάρρηξη και κλοπή. Εκείνο που προκύπτει από τη αποδεκτή μαρτυρία, εφόσον δεν έχει τεθεί κάτι αντίθετο, είναι ότι στις 13/1/2023 που έφυγε η ιδιοκτήτρια της οικίας (η Μ.Κ.5) η εν λόγω πόρτα δεν ήταν σε αυτή την κατάσταση. Όμως δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με τον ακριβή χρόνο που έγινε η προσπάθεια παραβίασης της. Από την άλλη, με βάση τα όσα είπε σχετικά η Μ.Κ.4, προκύπτει ότι η εναπόθεση του γενετικού υλικού στο χερούλι της εξωτερικής πόρτας χρονικά δεν ήταν παλιά. Συνεπώς παρά το ότι προκύπτει ότι η προσπάθεια παραβίασης της πόρτας έγινε μετά τις 13/01/2023, δεν υπάρχει μαρτυρία που να οδηγεί με βεβαιότητα στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι αυτή έγινε κατά τον χρόνο της επίδικης διάρρηξης και κλοπής, ώστε κατ' επέκταση να μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που προέβη στην επίδικη διάρρηξη και κλοπή ή ότι συμμετείχε σε αυτές. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το σύνολο της πιο πάνω περιστατικής μαρτυρίας, τη δύναμη και τη συνοχή της, τη σειρά και τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να καταλήξουμε ότι το μόνο λογικό και αναμφίβολο συμπέρασμα είναι ότι ήταν ο κατηγορούμενος που διέπραξε τα επίδικα αδικήματα ή ότι συμμετείχε στη διάπραξη τους. Συνεπώς κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικασθεί στις κατηγορίες 2 και 3. Παρά ταύτα, με βάση τα όσα έχουμε προαναφέρει, προκύπτει από τα ευρήματα μας και την περιστατική μαρτυρία, δίχως αμφιβολία ότι ήταν ο κατηγορούμενος που επιχείρησε να παραβιάσει την εξωτερική πόρτα του χώρου στάθμευσης με σκοπό να εισέλθει στην επίδικη οικία, σε χρόνο μετά τις 13/01/2023 και προγενέστερο της επίδικης διάρρηξης και κλοπής. Προκύπτει περαιτέρω ότι, στο πλαίσιο των ενεργειών του για να πετύχει τούτο, ήταν ο κατηγορούμενος που προκάλεσε και τις ζημιές στην εν λόγω πόρτα, ως αυτές φαίνονται στις φωτογραφίες 10 έως 14 του Τεκμηρίου 30. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια κατά πόσο η πιο πάνω δράση του κατηγορούμενου στοιχειοθετεί τη διάπραξη κάποιου άλλου ποινικού αδικήματος και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο σε τέτοια περίπτωση να προστεθεί άλλη σχετική κατηγορία. Μας έχει προβληματίσει, στο πλαίσιο εξέτασης του εν λόγω θέματος, κατά πόσο η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορούμενου στοιχειοθετεί το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το τι συνιστά απόπειρα προβλέπεται από το άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα. Είναι δε αδιάφορο το κατά πόσο ο κατηγορούμενος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του ή ότι λόγω περιστατικών που δεν του είναι γνωστά, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατη. Απλή πρόθεση διάπραξης ενός αδικήματος δεν συνιστά απόπειρα. Απαιτείται η απόδειξη κάποιας πράξης από τον κατηγορούμενο, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με το αδίκημα. Θα πρέπει λοιπόν να γίνουν βήματα προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία, η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι το actus reus του αδικήματος (βλ. Russell on Crime, 10th edition, σελ. 1788). Προς στοιχειοθέτηση του actus reus θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία αποτελεί ένα βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από τον σκοπό της διάπραξης του. Στην προκειμένη, προκύπτει από τα προαναφερόμενα ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να παραβιάσει τη συγκεκριμένη πόρτα της επίδικης οικίας με προφανή σκοπό να εισέλθει σε αυτήν. Εκείνος όμως που κατά την κρίση μας δεν αποδεικνύεται με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι ότι ο σκοπός του κατηγορούμενου, εισερχόμενος στην οικία ήταν να διαπράξει κάτι που να συνιστά αδίκημα και μάλιστα κακούργημα. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Στοιχειοθετείται όμως, κατά την κρίση μας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, από την προαναφερόμενη δράση του κατηγορούμενου, το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Αυτό καθότι στοιχειοθετείται τόσο η πρόκληση ζημιάς στην εν λόγω πόρτα που αποτελεί περιουσία αλλά και το ότι αυτή ήταν εσκεμμένη, αφού έγινε με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου, ήταν αυτονόητη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της δράσης του και δη της προσπάθειας του να παραβιάσει την πόρτα για να εισέλθει στην επίδικη οικία. Εδώ να λεχθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές και τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του και στην παρούσα το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί (βλ. Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404). Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτό έγινε παράνομα δηλαδή χωρίς νόμιμο σκοπό, χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365 και Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice 2018 παρ. 19-261 σελ. 2219-2220). Να λεχθεί περαιτέρω ότι προς στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται η ζημιά αυτή να είναι μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431) ενώ το ύψος της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Ενόψει των πιο πάνω χρήζει εξέτασης κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο με βάση το νόμο και τη νομολογία να προβούμε σε προσθήκη τέταρτης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αυτού και τις υποθέσεις Φουρής ν. Αστυνομίας
(1980)2 C.L.R. 152 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
  2. Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, και
  4. Η μεταβολή του κατηγορητήριου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Εξετάζοντας το θέμα στην παρούσα, κρίνουμε ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφόσον η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, η καταδίκη του κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και η ποινή που μπορεί να του επιβληθεί δεν είναι μεγαλύτερη αλλά μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσε να του επιβληθεί βάσει των κατηγοριών 2 και
  5. Τέλος εξετάζοντας την υπόθεση στο σύνολο της κρίνουμε ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, εφόσον τα γεγονότα της υπόθεσης ουδόλως μεταβάλλονται και η πρόκληση της ζημιάς στην πόρτα ήταν ένα στοιχείο που περιλαμβανόταν στις περιστάσεις της υπόθεσης και προβλήθηκε εξ αρχής κατά την ακροαματική διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο τροποποιείται με την προσθήκη της ακόλουθης κατηγορίας: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τέταρτη Κατηγορία Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία, μεταξύ της 13/01/2023 και 25/01/2023, προγενέστερη όσον αφορά την 25/01/2023, της περιόδου που αναφέρεται στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία, στον Άγιο Τύχωνα, της Επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στην εξωτερική πλαϊνή πόρτα του χώρου στάθμευσης της κατοικίας, περιουσία της Ruslana Samotkal. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2 και 3 ενώ κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
  2. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.