← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Μ., Αρ. Υπόθεσης: 6450/2022, 1/12/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Μ., Αρ. Υπόθεσης: 6450/2022, 1/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ Μ.Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. ​ ​ Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 6450/2022 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. ​ Κ.Μ. ----------------------------------------------------------------------------------------- Hμερ.: 01/12/2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Βαρνάβα μαζί με κ. Κ. Ιωάννου, ασκούμενο δικηγόρο. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Μαρκουλλή. Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πέντε

(5)συνολικά κατηγορίες και συγκεκριμένα την κατηγορία του Βιασμού, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των Άρθρων 2,3,5 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν. 119
(1)/2000), ως έχει τροποποιηθεί (κατηγορία αρ. 1), δύο κατηγορίες Άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των Άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν. 119
(1)/2000), ως έχει τροποποιηθεί και του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 2 και 4) και δύο κατηγορίες Πρόκλησης ψυχικής βλάβης, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)
(4), 22, 23 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν. 119
(1)/2000), ως έχει τροποποιηθεί (κατηγορίες αρ. 3 και 5). Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η κατ' ισχυρισμό διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων έλαβε χώρα σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες και αφορούν δύο ξεχωριστά περιστατικά. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι κατά τον μήνα Μάϊο του 2018, ήρθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης με την Ζ.Κ., χωρίς τη συναίνεση της και ότι κατά τον ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο παράνομα και άσεμνα της επιτέθηκε, δηλαδή, την άγγιξε στα οπίσθια. Αποδίδεται, επίσης, στον κατηγορούμενο ότι με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε, κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, προκάλεσε ψυχική βλάβη στην πρώην σύζυγο του, Ζ.Κ. (βλ. κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3). Το δεύτερο περιστατικό φέρεται να έλαβε χώρα κατά την 01ην/08/2021 και αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της πρώην συζύγου του Ζ.Κ., δηλαδή, την στρίμωξε στον τοίχο και την φίλησε σε διάφορα μέρη του σώματος της και με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε της προκάλεσε ψυχική βλάβη (βλ. κατηγορίες αρ. 4 και 5). Ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε, συνολικά, έξι
(6)μάρτυρες κατηγορίες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη Ζ.Κ. (Μ.Κ.1), την κα. Χαραλαμπία Νικολάου (Μ.Κ.2), την κα. Λυσιμάχη Ζωγράφου (Μ.Κ.3), την κα Μαρία Μπαλλή (Μ.Κ.4), τον κ. Παναγιώτη Βασιλείου (Μ.Κ.5) και τον Αστ. 4116 Ανδρέα Κάστορα (Μ.Κ.6). Πέραν των πάνω, αποτέλεσε παραδεχτό γεγονός εκ μέρους του κατηγορούμενου, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η Λοχ. 213 Άντρια Θεοδοσίου, έλαβε την κατάθεση της παραπονούμενης στις 10/09/
  1. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κλήθηκε σε απολογία, εξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε επίσης οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Έχουμε διεξέλθει και μελετήσει επισταμένα ολόκληρη την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, θα αναφερθούμε κατωτέρω στα κυριότερα της μέρη και ακολούθως θα προχωρήσουμε σε αξιολόγηση της επί των σημείων και γεγονότων τα οποία έτυχαν αμφισβήτησης και σημείο τριβής των μερών. Προηγουμένως όμως, κρίνουμε ορθό να παραθέσουμε ένα πλέγμα και υπόβαθρο γεγονότων, το οποίο, προκύπτει να αποτέλεσε κοινό έδαφος των μερών και/ή αυτό που δεν έτυχε καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβήτησης και το Δικαστήριο δύναται να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Προκύπτει λοιπόν, ότι ο πατέρας της παραπονούμενης κατάγεται από τη Συρία και η μητέρα της από την Κύπρο και η παραπονούμενη έχει ακόμη μια αδελφή και ένα αδελφό. Οι γονείς της χώρισαν και μετά από αυτό ο πατέρας της την έστειλε στη Συρία, στη θεία της. Η παραπονούμενη μέχρι τα 11 χρόνια της ήταν στην Κύπρο και ακολούθως τα επόμενα 6 χρόνια στη Συρία. Οι γονείς της δεν ήταν ποτέ δίπλα της. Ο πατέρας της ήταν αδιάφορος, ενώ η μητέρα της δεν την καταλάβαινε και ποτέ δεν την στήριζε. Οι σχέσεις της γενικότερα με την οικογένεια της, συμπεριλαμβανομένων και των αδελφιών της δεν είναι καλές, κατ' επιλογή της παραπονούμενης λόγω της πιο πάνω περιγραφόμενης στάσης τους. Περί το έτος 2007 και όταν η παραπονούμενη ήταν σε ηλικία των 13 - 14 χρόνων και βρισκόταν στη Συρία, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε αρραβωνιασμένη και στη συνέχεια παντρεμένη με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι πρώτος εξάδελφος της. Τότε εκείνος ήταν ηλικίας 25 - 26 χρόνων. Η παραπονούμενη, σε ηλικία 16 χρόνων, απέκτησε μια κόρη με τον Κατηγορούμενο, η οποία γεννήθηκε στις 31/03/
  2. Χώρισαν το έτος 2017 και στις 24/01/2018 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού διαζύγιο, κατόπιν αίτησης του Κατηγορούμενου (βλ. τεκμήριο 1). Μετά το χωρισμό τους, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε ότι η κόρη τους θα έμενε με την μητέρα του στην Τουρκία και η παραπονούμενη μετέβηκε εκεί όπου και την άφησε. Στη συνέχεια, η ίδια μετέβηκε στη Γερμανία και επέστρεψε πίσω στην Κύπρο περί το τέλος του έτους
  3. Αργότερα, η παραπονούμενη κίνησε δικαστικές διαδικασίες για να φέρει πίσω την κόρη της και τελικά κατάφερε να το επιτύχει προσφάτως. Περί τις αρχές του 2021 ο Κατηγορούμενος παντρεύτηκε εκ νέου με κοπέλα η οποία διαμένει στην Τουρκία και μαζί της διέμενε και η ανήλικη κόρη της παραπονούμενης προτού μεταφερθεί στην Κύπρο. Σήμερα η παραπονούμενη διαμένει με την κόρη της σε άλλη διεύθυνση, μόνες τους. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, η υπόθεση και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής προκύπτει από τη μαρτυρία της βασικής μάρτυρος για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή, της παραπονούμενης Ζ.Κ. (Μ.Κ.1). Η Μ.Κ.1 κατά τη μαρτυρία της ανάφερε ότι δεν περνούσε καλά στο γάμο της με τον Κατηγορούμενο. Όταν ήταν στη Συρία δεν είχε καμία κοινωνική ζωή και μετέβαινε μόνο στο σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου. Φοίτησε μέχρι την έκτη τάξη Δημοτικού και ο Κατηγορούμενος δεν της επέτρεψε να συνεχίσει το σχολείο. Aργότερα φοίτησε για δύο χρόνια σε εσπερινό σχολείο. Η ίδια περί τον Μάρτιο του 2017 του είπε ότι θέλει να χωρίσουν διαφωνούντος της μητέρας της, η οποία της έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος δεν πρόκειται να την αφήσει ήσυχη. Η παραπονούμενη ανάφερε, ότι όταν ήταν στη Γερμανία, ο Κατηγορούμενος δεν την άφηνε να έχει επικοινωνία με την κόρη της και δεν ήταν καλή η σχέση τους. Όταν ήρθε στην Κύπρο και μετά από πάροδο 2 - 3 μηνών την άφησε και επισκέφθηκε την κόρη της στην Τουρκία και ακολούθως μέχρι τον Μάϊο του 2018 ήταν όλα μια χαρά. Η παραπονούμενη ανάφερε ότι φοβόταν τον Κατηγορούμενο ότι μπορούσε να της κάνει κακό και ότι ήθελε να του κάνει τα θελήματα του με απώτερο σκοπό να την αφήνει να επικοινωνεί με την κόρη της. Δεν ήθελε, όμως, να έχουν οποιεσδήποτε σεξουαλικές επαφές. Βοηθούσε ακόμα τον Κατηγορούμενο με την αποστολή χρημάτων προς τη νέα του σύζυγο. Κατά την 01ην/08/2021 και περί ώρα 20:00 ενώ βρισκόταν στην οικία της όπου διέμενε με την μητέρα της και τα άλλα δύο της αδέλφια, την κάλεσε ο Κατηγορούμενος και της ζήτησε να την επισκεφθεί στην οικία της με σκοπό να της παραδώσει κάποια χρήματα που της χρωστούσε. Βγήκε έξω από το σπίτι και τον περίμενε να έρθει και όταν έφθασε της έδωσε τα χρήματα που της χρωστούσε. Σε ερώτηση του κατά πόσο ήταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο σπίτι, του απάντησε ψέματα ότι ήταν η μικρή της αδελφή μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγα λεπτά, όμως, ήρθε η αδελφή της, μπήκε στο σπίτι, πήρε κάτι που ήθελε και έφυγε και τότε εκείνος την ρωτούσε γιατί του είπε ψέματα. Η παραπονούμενη του απάντησε ότι το έκανε διότι είναι επικίνδυνος και τον φοβάται και τότε εκείνος την έπεισε να περάσουν μέσα στο σπίτι και να μην φοβάται και δεν θα την πειράξει. Μόλις μπήκαν στο σπίτι, αμέσως την έπιασε, την στρίμωξε στον τοίχο και ξεκίνησε να την φιλά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Επίσης, προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της παρά τη θέληση της και χωρίς τη συγκατάθεση της. Πανικοβλήθηκε και άρχισε να φωνάζει πολύ δυνατά να την αφήσει και να φύγει από το σπίτι της καθώς επίσης φώναζε για βοήθεια, αλλά κανένας δεν την άκουσε. Κανένας άλλος βρισκόταν εντός της οικίας της την ώρα εκείνη. Εκείνος, σε κάποια στιγμή, επειδή φώναζε πολύ δυνατά, τραβήχτηκε λίγο πίσω και εκείνη βρήκε ευκαιρία και κατάφερε να του ξεφύγει προλαβαίνοντας να εισέλθει εντός του υπνοδωματίου της που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τον τοίχο στον οποίο την είχε στριμώξει και κλείδωσε την πόρτα. Ακολούθως, εκείνος έφυγε. Στη συνέχεια, αφότου ηρέμησε, μετά από λίγα λεπτά κάλεσε την συναδέλφισσα και φίλη της Λυσιμάχη και της ανάφερε ακριβώς τί είχε γίνει επειδή ήθελε να τα πει σε κάποιον. Επίσης, μετά από λίγα λεπτά μίλησε και με την συναδέλφισσα και φίλη της Χαραλαμπία, στην οποία επίσης ανάφερε τι είχε προηγηθεί με τον πρώην σύζυγο της. Διευκρίνησε κατά τη μαρτυρία της ότι αρχικά τηλεφώνησε της φίλης της Λυσιμάχης, με την οποία ήταν πιο κοντά και δεν της απάντησε και αργότερα όταν η τελευταία την κάλεσε πίσω, της ανάφερε τί είχε γίνει. Ακολούθως, η παραπονούμενη ανάφερε ότι δεν ήθελε να καταγγείλει το εν λόγω συμβάν γιατί φοβόταν τον Κατηγορούμενο αλλά στις 08/09/2021 επισκέφθηκε τον ψυχολόγο της, κ. Πάνο Βασιλείου, στον οποίο ανάφερε τί είχε συμβεί με τον πρώην σύζυγο της στις 01/08/
  4. Τότε εκείνος την παρότρυνε και την συμβούλευσε να πάει στην Αστυνομία για να το καταγγείλει και αφού το σκέφτηκε αποφάσισε να το καταγγείλει. Στα πλαίσια της καταγγελίας του πιο πάνω επεισοδίου, η παραπονούμενη ανάφερε ότι περί τον Μαϊο του 2018, επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο στο σπίτι - δωμάτιο που διέμενε τότε, αφού ο ίδιος της ανάφερε να το πράξει καθότι, όπως της είπε, ήταν άρρωστος. Ενώ κάθονταν εντός της οικίας του και έπιναν καφέ, μετά από λίγα λεπτά ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε, κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα και την κλείδωσε από μέσα και πήρε το κλειδί. Τον ρώτησε γιατί κλείδωσε την πόρτα και χωρίς να της απαντήσει γελούσε ειρωνικά, οπότε άρχισε να ανησυχεί για τις προθέσεις του. Άρχισε να την αγγίζει στα χέρια, πόδια και στον πισινό ενώ η ίδια προσπαθούσε να του ξεφύγει. Μετά σε κάποια φάση την άρπαξε και την έριξε στο κρεββάτι, το οποίο ήταν μέσα στο σαλόνι. Τότε άρχισε να της βγάζει τα ρούχα από κάτω, δηλαδή, το παντελόνι και το εσώρουχο της. Της τα έβγαλε και μετά εκείνος κατέβασε κάτω το παντελόνι του και το εσώρουχο του και πήγε από πάνω της. Η ίδια στην αρχή τον έσπρωχνε, αντιδρούσε, φώναζε αλλά εκείνος είχε πολλή δύναμη, η παραπονούμενη κουράστηκε και δεν μπορούσε να αντιδράσει άλλο. Αυτό διήρκεσε 2 - 3 λεπτά και μετά τέλειωσε. Εκείνος έχυσε μέσα της. Μετά από το πιο πάνω, η ίδια σηκώθηκε, φόρεσε το παντελόνι της και το εσώρουχο της και του ζήτησε να της ανοίξει για να φύγει. Εκείνος σηκώθηκε από το κρεββάτι και της είπε να μην φύγει αλλά από το ύφος του κατάλαβε ότι δεν πήρε είδηση ότι αυτό που έκανε ήταν άσχημο. Πριν της ανοίξει του είπε «Φαντάστου να έρτει να κάμει κάποιος της κόρης σου έτσι πράγμα». Εκείνος της άνοιξε και έφυγε. Πέραν των πιο πάνω, η παραπονούμενη ανάφερε ότι μετά από εκείνο το συμβάν, ο Κατηγορούμενος δεν την ενόχλησε ξανά και δεν της μίλησε ξανά για πολλά χρόνια. Η ίδια δεν το ανάφερε σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, όμως, το ανάφερε στη γυναίκα του αδελφού του Κατηγορούμενου με βιντεοκλήση, αφού η τελευταία βρίσκεται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Τουρκία. Η παραπονούμενη, επίσης, ανάφερε ότι ήταν πάρα πολύ κλειστός άνθρωπος. Μετά το χωρισμό της δεν είχε καθόλου κοινωνική ζωή, πήγαινε στην εργασία της και μετά ήταν κλειδωμένη στο δωμάτιο της. Δεν ήθελε να βλέπει κανένα. Έμαθε να μην αντιδρά ποτέ της για το ό,τι της κάνουν. Την βοήθησε κυρίως η φίλη της η Χαραλαμπία, με την οποία εργάζονταν μαζί και εν τέλει περί το τέλος του 2020 με αρχές του 2021 άρχισε να πηγαίνει σε ψυχολόγο, ο οποίος την βοήθησε και πλέον άρχισε να αντιδρά. Κατά την αντεξετάση της αμφισβητήθηκε η πιο πάνω εκδοχή της παραπονούμενης και της υποβλήθηκε η θέση, ότι όλα όσα ανάφερε είναι δημιούργημα της φαντασίας της και ότι ο σκοπός της είναι για να διαλύσει το γάμο του Κατηγορούμενου, τον οποίο ζηλεύει. Η Μ.Κ.2 ανάφερε ότι είναι φίλη της παραπονούμενης και ότι η τελευταία την κάλεσε στο τηλέφωνο της, κατά τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου του 2021, δεν θυμάται ακριβή ημερομηνία, ήταν νύχτα και ακουγόταν πολύ αναστατωμένη. Η παραπονούμενη της ανάφερε ότι λίγα λεπτά προηγουμένως την είχε επισκεφθεί στην οικία της ο πρώην σύζυγος της και αφού μπήκαν εντός του σπιτιού της, της είχε επιτεθεί και άρχισε να την φιλά, χωρίς αυτή να θέλει. Επίσης, η μάρτυρας αυτή είπε ότι η παραπονούμενη της ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της σε κάποια στιγμή και ότι αυτή του φώναζε και τον παρακαλούσε να σταματήσει. Στη συνέχεια, όταν την ρώτησε τί είχε εν τέλει συμβεί, εκείνη της απάντησε ότι κατάφερε να του ξεφύγει και να κλειδωθεί στο δωμάτιο της και μετά ο Κατηγορούμενος έφυγε. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη δεν πήγε στην Αστυνομία για να το καταγγείλει αμέσως όταν συνέβηκε ενώ η ίδια την είχε συμβουλεύσει να το κάνει. Η παραπονούμενη τότε της είπε ότι δεν ήταν σίγουρη αν θα το κάνει και ότι θα το σκεφτόταν. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στο χαρακτήρα και συμπεριφορά της παραπονούμενης για να πει ότι ήταν ένας άνθρωπος κλειστός στον εαυτό της και η ίδια την προσέγγισε και την έκανε να της ανοιχθεί και να της πει τα οικογενειακά της ζητήματα. Είναι ένας άνθρωπος πληγωμένος, είπε η μάρτυρας για την παραπονούμενη, και της πρότεινε να επισκεφθεί ψυχολόγο για να την κάνει να νοιώσει καλύτερα. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 κινήθηκε στα ίδια πλαίσια, ως η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ανωτέρω. Δηλαδή, και η Μ.Κ.3 ανάφερε ότι είναι φίλη της παραπονούμενης, όχι όμως τόσο κοντά της όσο η Μ.Κ.2 και ότι κατά τον Αύγουστο του 2021, χωρίς να θυμάται ημερομηνία αλλά μόνο ότι ήταν νύκτα, την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη η οποία ακουγόταν πολύ αναστατωμένη. Της ανάφερε ότι την είχε επισκεφθεί ο πρώην σύζυγος της πριν από λίγο στην οικία της και αφού μπήκαν μέσα, την στρίμωξε στον τοίχο και άρχισε να την φιλά, χωρίς αυτή να θέλει και να φωνάζει βοήθεια. Επίσης, της ανάφερε ότι προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της κάποια στιγμή και ότι αυτή τον παρακαλούσε να σταματήσει. Μετά της είπε ότι κατάφερε να του ξεφύγει και να κλειδωθεί στο δωμάτιο της και ο Κατηγορούμενος έφυγε. Είπε, περαιτέρω, ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν πήγε στην Αστυνομία να το καταγγείλει αμέσως όταν συνέβηκε και ότι αυτή της είχε πει να το κάνει. Πέραν των πιο πάνω, και η μάρτυρας αυτή ανάφερε ότι η παραπονούμενη δεν είχε πολλή κοινωνική ζωή. Οι Μ.Κ.4 και 5 καταθέσαν ως Κλινικοί Ψυχολόγοι. Η μεν Μ.Κ.4 κατάθεσε ως αξιολογική ψυχολόγος η οποία εξέτασε την παραπονούμενη ενώ ο Μ.Κ.5 ως θεράπων ψυχολόγος ο οποίος παρακολουθεί την παραπονούμενη από τον Ιούνιο του
  5. Η Μ.Κ.4 κατάθεσε στο Δικαστήριο Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης ημερομηνίας 11/10/2022 (βλ. τεκμήριο 3), την οποία επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας ανάφερε ότι εργάζεται ως Κλινική Ψυχολόγος στη Διεύθυνση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και η Έκθεση της ετοιμάστηκε κατόπιν αιτήματος του Κλιμακίου Βίας στην Οικογένεια του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού, ημερομηνίας 16/05/
  6. Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η αξιολόγηση της παραπονούμενης και κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα των διαγνωστικών εγχειριδίων DSM - 5 και ICD - 10 (βλ. τεκμήρια 4 και 5) καθώς επίσης αντίγραφα συγκεκριμένων συγγραμμάτων (βλ. τεκμήρια 6 και 7). Συνοπτικά, εκείνο το οποίο προκύπτει, τόσο μέσα από την Έκθεση της μάρτυρος όσο και από τη μαρτυρία της, είναι ότι διαπιστώθηκε, από αδρή εκτίμηση, το νοητικό επίπεδο της παραπονούμενης να κυμαινόταν στα πλαίσια του φυσιολογικού. Είχε καλή προσοχή και συγκέντρωση και καλή απόδοση στην άμεση, πρόσφατη και απώτερη μνήμη. Είχε επίσης καλό ρυθμό, δομή και ποιότητα ομιλίας, καλή κριτική σκέψη με ανεμπόδιστη ροή και περιεχόμενο σκέψεων απαλλαγμένο παραληρητικών και αυτοκαταστροφικών ιδεών. Είχε καλή αντίληψη χωρίς ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα και δεν παρουσίασε ιδέες μεγαλείου, ούτε στοιχεία αποπροσωποποίησης ή αποπραγματοποίησης κατά την αξιολόγηση. Από τη χορήγηση του ερωτηματολογίου SCID-5-SPQ και της δομημένης κλινικής συνέντευξης SCID-5-PD, διαπιστώθηκε πως δεν ικανοποιούνται τα διαγνωστικά κριτήρια διαταραχής προσωπικότητας. Περαιτέρω, από τη συμπλήρωση και ανάλυση του ερωτηματολογίου DASS καταγράφηκε αγχώδης συμπτωματολογία και διαταραχή διάθεσης. Η παραπονούμενη μιλώντας για τα καταγγελθέντα περιστατικά εξέφραζε συναισθήματα θλίψης και αδιεξόδου, καθώς σύμφωνα με τις αναφορές της ο πρώην σύζυγος της την έχει αποξενώσει από το παιδί τους. Από τη συνολική αξιολόγηση, διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει συμπτωματολογία Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής Ήπιας Βαρύτητας στο παρόν στάδιο, με αγχώδη δυσφορία. Από τις αναφορές της παραπονούμενης διαφάνηκε πως οι ψυχοκοινωνικές συνθήκες που αντιμετώπισε από την παιδική της ηλικία, καθώς επίσης και τα όσα βίωσε στον γάμο της και στη συνέχεια μετά από τη λήψη του διαζυγίου ήσαν ιδιαίτερα ψυχοπιεστικές, με πρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα την απουσία επικοινωνίας με το παιδί της. Εντούτοις, διαπιστώθηκε πως στο παρόν στάδιο έχει ανακτήσει το αναγκαίο συναίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας, γεγονός που της επιτρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά στον εργασιακό και κοινωνικό τομέα. Συνεστήθη στην παραπονούμενη η συνέχιση της συνεργασίας με κλινικό ψυχολόγο και η επανασύνδεση της με ψυχίατρο για σκοπούς αντιμετώπισης και θεραπείας της προαναφερόμενης συμπτωματολογίας. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αυτή είπε ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε η παραπονούμενη, μπορούν να προκαλέσουν ψυχική διαταραχή. Περαιτέρω, ανάφερε ότι ο συζυγικός βιασμός, είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν καταγγέλλεται με ευκολία, θέση την οποία εξήγησε παραπέμποντας σε σχετικό σύγγραμμα. Ο Μ.Κ.5 ανάφερε ότι παρακολουθεί την παραπονούμενη, μετά από παραπομπή της από τον προσωπικό της ιατρό από τον Ιούνιο του
  7. Πραγματοποίησαν μέχρι σήμερα 35 περίπου συναντήσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η παραπονούμενη δεν αντιμετωπίζει κάποιο ψυχιατρικό πρόβλημα και οι συναντήσεις τους είναι συμβουλευτικού χαρακτήρα, λόγω των διαφόρων προβλημάτων οικογενειακής φύσεως κυρίως με τον πρώην σύζυγο της και το παιδί τους, εδώ και παρά πολλά χρόνια. Η παραπονούμενη, λόγω αυτής της κατάστασης μεταξύ του πρώην συζύγου της, αντιμετωπίζει μετατραυματικό στρες λόγω και των διαφόρων γεγονότων που κατ' ισχυρισμό της συνέβησαν από αυτόν. Ο μάρτυρας, επίσης, είπε ότι κατά τη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη στις 08/09/2021, η τελευταία του είχε αναφέρει ότι την 01ην/08/2021 μετέβη στην οικία της ο πρώην σύζυγος της προφασιζόμενος ότι ήθελε να μιλήσουν, αφού προηγουμένως την είχε καλέσει αναφέροντας της ότι θα την επισκεπτόταν και τον περίμενε έξω από αυτή, λόγω του ότι φοβόταν να μπει στο σπίτι μαζί του και να είναι μόνοι τους. Όταν έφτασε εκεί ο πρώην σύζυγος, της ζήτησε να έμπαιναν στο σπίτι αλλά αυτή του είχε πει ότι ήταν η αδελφή της για να το αποφύγει. Τότε είχε εμφανιστεί η αδελφή της, μπήκε σπίτι, έπιασε κάτι που ήθελε και έφυγε. Μετά, απ' ότι η παραπονούμενη του είπε, την πίεσε και μπήκαν μέσα στο σπίτι και αυτός της επιτέθηκε άσεμνα, δηλαδή, την στρίμωξε στον τοίχο και την φιλούσε στο σώμα της χωρίς αυτή να θέλει και προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της χωρίς τη συγκατάθεση της. Μετά, αυτή κατάφερε και του ξέφυγε και μπήκε μέσα στο υπνοδωμάτιο της και κλειδώθηκε. Ο μάρτυρας είπε ότι μετά τα πιο πάνω, ρώτησε την παραπονούμενη κατά πόσο κατάγγειλε το όλο συμβάν στην Αστυνομία και η τελευταία του απάντησε ότι δεν το έπραξε, αφού φοβόταν τον κατηγορούμενο ότι θα της έκανε κακό σε μια τέτοια περίπτωση. Ο ίδιος την συμβούλευσε να το καταγγείλει παρά τους ενδοιασμούς της. Περαιτέρω, είπε ότι σε συνάντηση που είχαν με την παραπονούμενη πριν από τις 08/09/2021, του είχε αναφέρει ότι ο πρώην σύζυγος της πριν από κάποια χρόνια την είχε βιάσει αλλά δεν του ανάφερε καμία λεπτομέρεια. Απλά του το είπε στα αρχικά στάδια των συναντήσεων τους, ως σύντομο ιστορικό της. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό και βιώματα της παραπονούμενης, για να πει ότι αυτή ήταν πολύ τραυματισμένη. Παρουσιάζει συμπτώματα μετατραυματικού στρες το οποίο έχει διακυμάνσεις και στην περίπτωση που υπάρχουν ερεθίσματα επαναφέρονται τα συμπτώματα. Όταν του ανάφερε το περιστατικό που βίωσε την 01/08/2021 ένοιωθε ότι υπήρχε κίνδυνος επιδείνωσης της κατάστασης, γι' αυτό και την συμβούλευσε να το καταγγείλει. Ο Μ.Κ.6 ήταν ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα και πιστή μετάφραση αυτής (βλ. τεκμήρια 11Α και 11Β) καθώς επίσης τις γραπτές κατηγορίες (βλ. τεκμήρια 12Α και 12Β). Επίσης, ο μάρτυρας είπε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με το πρόσωπο που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι της ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος την βίασε, δηλαδή την γυναίκα του αδελφού του, χωρίς αποτέλεσμα αφού αυτή βρίσκεται στην Τουρκία, δεν είχε στοιχεία επικοινωνίας της και εκείνη δεν μιλά ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Για την ενέργεια του αυτή κατάθεσε ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 15/09/2023, λέγοντας, αντεξεταζόμενος, ότι προσπάθησε και τότε που έγινε η καταγγελία να το πράξει, χωρίς όμως να έχει ετοιμάσει ημερολόγιο ενεργείας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη είναι η τρίτη φορά που τον καταγγέλλει, κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα εντύπων από το σύστημα της Αστυνομίας - Ημερολόγια Παραπόνων και Συμβάντων (βλ. τεκμήρια 16 και 17), από τα οποία προκύπτει ότι η παραπονούμενη είχε προβεί σε παράπονα εναντίον του Κατηγορούμενου ακόμη δύο φορές στο παρελθόν, τα οποία όμως δεν επιθυμούσε να προωθήσει και να δώσει γραπτή κατάθεση. Το πρώτο αφορούσε καταγγελία για απαγωγή του ανήλικου τέκνου της από τον Κατηγορούμενο στις 17/05/2013 και μεταφορά του στην Τουρκία και η δεύτερη αφορούσε καταγγελία για απειλή που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 17/01/
  8. Έχουμε διεξέλθει και μελετήσει επισταμένα ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και θα προχωρήσουμε κατωτέρω στην αξιολόγηση της. Έχουμε παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να το πράξουμε, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρούμε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 754, Ιωσηφίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 243/2012, Ημερ. 02/05/2014 και Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017, 131/2017, Ημερ. 26/04/2018). Είναι επίσης γνωστό ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά πολλές φορές την ενδυναμώνουν, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Άριστος Μαρκίτσης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 23/2015, Ημερ. 21/04/2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 345, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στη Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 επαναλήφθηκε η αρχή ότι «Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220).». Για σκοπούς δομής της αξιολόγησης που ακολουθεί, κρίνουμε ορθότερο να αξιολογήσουμε αρχικά την μαρτυρία όλων των υπόλοιπων μαρτύρων και ακολούθως τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Oι Μ.Κ.2 και 3 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να αναφερθούν, κατ' ουσία στο τηλεφώνημα που δέχθηκαν από την παραπονούμενη περί τις αρχές Αυγούστου του 2021 στο οποίο η παραπονούμενη τους ανάφερε τι είχε συμβεί με τον Κατηγορούμενο στην οικία της. Αναφέρθηκαν, επίσης, στο χαρακτήρα και τρόπο συμπεριφοράς της παραπονούμενης. Έχουμε διεξέλθει της μαρτυρίας των πιο πάνω μαρτύρων και έχουμε λάβει υπόψη μας τον τρόπο που αυτές κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Αρχικά, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί, είναι ότι, γενικά, μας άφησαν θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν έχουμε επίσης διαπιστώσει με κανένα τρόπο ότι οι μάρτυρες αυτές δεν είχαν δεχθεί το κατ' ισχυρισμό τηλεφώνημα από την παραπονούμενη και ότι ο μοναδικός λόγος της μαρτυρίας τους ήταν για να βοηθήσουν την εκδοχή της παραπονούμενης και φίλης τoυς. Κατά την αντεξέταση τους, επίσης, δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε η πιο πάνω μαρτυρία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο και ουδέποτε τους υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε λάβει χώρα ή ότι οι καταθέσεις τους στην Αστυνομία ήταν προϊόν προσυνεννόησης με την παραπονούμενη ή και μεταξύ τους. Τα όσα δε ανάφεραν σε σχέση με το περιεχόμενο της συνομιλίας τους με την παραπονούμενη, προκύπτει να συνάδουν με τα όσα η παραπονούμενη ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία της, ως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Περαιτέρω, δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι αναφορές τους ότι η παραπονούμενη ήταν κλειστός άνθρωπος και δεν είχε κοινωνική ζωή, ζητήματα τα οποία επεξήγησαν, στην βάση της προσωπικής γνώσης και εμπειρίας τους ως άτομα τα οποία την γνώριζαν και έκαναν παρέα με την παραπονούμενη. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο της συνομιλίας τους, σημειώνεται ότι αμφότερες ανάφεραν ότι η παραπονούμενη ακουγόταν αγχωμένη και ταραγμένη όταν τους μίλησε στο τηλέφωνο και ανάφεραν το τι τους ανάφερε η παραπονούμενη, κάτι το οποίο συνάδει με και με τα όσα η τελευταία ανάφερε στο Δικαστήριο ότι έλαβαν χώρα κατά το επίδικο συμβάν. Πέραν των πιο πάνω, κρίνουμε ότι σε κάποιες εκ των αναφορών τους δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα, διότι αυτές, είτε έγιναν χωρίς οι μάρτυρες αυτές να είναι σίγουρες γι' αυτές είτε έγιναν στη βάση των αναφορών της παραπονούμενης προς αυτές για όσα βίωνε και οι οποίες δεν είχαν άμεση γνώση των γεγονότων αυτών. Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω αναφορές τους δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους επί των βασικών τους θέσεων που προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Ειδικότερα και σε επεξήγηση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη θέση της Μ.Κ.2 ότι όταν η παραπονούμενη την πήρε τηλέφωνο, η τελευταία βρισκόταν στη θάλασσα, όπου συνήθως πάει και το γνωρίζει αυτό καθώς και τον τόπο που πάει. Η μάρτυρας αυτή σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση για το πού βρισκόταν η παραπονούμενη όταν την πήρε τηλέφωνο, είπε ότι βρισκόταν στη θάλασσα χωρίς όμως να είναι βέβαιη γι αυτό και να μην προκύπτει με βεβαιότητα ότι η παραπονούμενη της είπε κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, είπε τα εξής: Ε: Εκείνη την ημέρα που σε πήρε τηλέφωνο και ανάφερες ότι ήταν τρομαγμένη, πού ήταν, όταν σε πήρε τηλέφωνο; Α: Πού ήταν η ίδια; Ε: Ναι. Α: Ήταν στη θάλασσα, νομίζω, απ' ότι θυμάμαι, στη θάλασσα ήταν. Ε: Πού ήξερες ότι ήταν στη θάλασσα; Α: Η ίδια, γιατί λέω της Ισαβέλλα πες μου πού είσαι τζιαι επειδή ξέρω ότι η Ισαβέλλα ο συγκεκριμένος τόπος είναι η θάλασσα, ξέρω πού πάει θάλασσα στη θάλασσα.» Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ότι όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα ήταν νύκτα χωρίς όμως να μπορεί με βεβαιότητα να θυμάται την ώρα. Μπορεί να ήταν στις 09.30, μπορεί να ήταν στις 10.00 το βράδυ, όμως δεν θυμόταν ακριβώς πότε ήταν. Το ότι όμως ήταν νύκτα που την πήρε τηλέφωνο, προκύπτει να συνάδει με τα όσα η παραπονούμενη ανάφερε σε σχέση με το χρόνο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο και μετέπειτα τηλεφώνησε στις φίλες της. Όσον αφορά τις αναφορές της για την ενδυμασία της παραπονούμενης κατά το επίδικο συμβάν ημερομηνίας 01/08/2021, επίσης η μάρτυρας δεν θυμόταν κατά πόσο της είχε αναφέρει κάτι τέτοιο η παραπονούμενη, πέραν από τις γενικές της αναφορές ότι τότε συνήθως φορούσε φουστάνια λόγω των κιλών της. Η Μ.Κ.3 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς τί ώρα ήταν όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα από την παραπονούμενη, παρά μόνο ότι ήταν βράδυ και δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις ώρες που ανάφερε. Ότι δηλαδή, μπορεί να ήταν 10.00, μπορεί να ήταν 11.00, μπορεί να ήταν 12.00 το βράδυ. Επίσης, η αναφορά της ότι όταν την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη ήταν εκεί ακόμη ο κατηγορούμενος, δεν προκύπτει να βασίζεται σε οποιαδήποτε αναφορά της παραπονούμενης. Κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 και να εξάξουμε ασφαλή ευρήματα γεγονότων με τις πιο πάνω διευκρινήσεις γι' αυτό η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή ως ανωτέρω. Οι Μ.Κ.4 και 5 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες - κλινικοί ψυχολόγοι. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται και αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας έχει τα απαραίτητα και αναγκαία προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομολογηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών. Σημειώνεται ότι το βασικό από τη μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, στην παρούσα υπόθεση, είναι οι διαπιστώσεις που έχουν προβεί σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και από πού και με ποιο τρόπο δύναται τα τυχόν ψυχολογικά τραύματα που θα διαφανεί ότι παρουσιάζει, να προέρχονται ή να προκλήθηκαν. Τα πιο πάνω, βρίσκονται εκτός της εμπειρίας και γνώσης του Δικαστηρίου και η μαρτυρία τους μπορεί να είναι αποδεκτή (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, 2.8.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214, ECLI:CY:AD:2018:B214, R v. Turner [1975] QB 834 και Ε.Α. v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, Ημερ. 19/11/2019). Προχωρώντας λοιπόν στην αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων, θα πρέπει, αρχικά, να λεχθεί ότι έχουμε ικανοποιηθεί ότι αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί έχουν τα απαραίτητα προσόντα και πείρα για να αναφερθούν στα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, στη βάση τόσο των ακαδημαϊκών τους προσόντων όσο και της πείρας τους, ως αυτά αποκαλύπτονται από τα σχετικά βιογραφικά τους τα οποία καταθέσαν στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 2 και 8) και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Σημειώνεται επίσης ότι σε κανένα στάδιο η πλευρά της υπεράσπισης αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων. Η Μ.Κ.4, κατ' αρχάς, μας έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και έχει διαφανεί μέσα από ολόκληρη τη μαρτυρία της, ότι ο απώτερος σκοπός και στόχος της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με την τρέχουσα ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης, δηλαδή, κατά το χρόνο που αυτή διενεργήθηκε. Η μάρτυρας αυτή κατάθεσε στα πλαίσια των καθηκόντων της και ο σκοπός της Έκθεσης της ήταν για να αξιολογήσει την ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης, μετά από σχετική παραπομπή από την Αστυνομία. Η ίδια δεν γνώριζε και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την παραπονούμενη πριν την διενέργεια της εξέτασης της, αλλά ούτε και μετά από αυτή. Επίσης, η ίδια εξήγησε ότι κατά την αξιολογητική διαδικασία δεν λαμβάνεται ως δεδομένο αυτό που φέρνει το άτομο ως τραυματικό γεγονός ή ως σημαντικό γεγονός που τον δυσκολεύει στη συναναστροφή με άλλο ή τη λειτουργικότητα του και όλο αυτό διερευνάται με μια αντικειμενικότητα και απόσταση. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αυτή έχει επεξηγήσει με επάρκεια και με επιστημονική τεκμηρίωση όλα τα ευρήματα και συμπεράσματα της και έχει δώσει όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Αναφέρθηκε στον τρόπο που γενικά διενεργείται μια τέτοια αξιολογική Έκθεση και αναφέρθηκε ειδικά και για την εξέταση την οποία διενέργησε για την παραπονούμενη. Η αντεξέταση της μάρτυρος ήταν κατ' ουσία διευκρινιστικής φύσεως και σε κανένα στάδιο αυτής αμφισβητήθηκε ο τρόπος αξιολόγησης της παραπονούμενης και τα ευρήματα της. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τα συμπεράσματα της μάρτυρος για την κατάσταση της παραπονούμενης δεν βασίστηκαν μόνο στο αποτέλεσμα των ψυχομετρικών εξετάσεων. Αυτά αξιολογήθηκαν και στα πλαίσια κλινικής εξέτασης και συνέντευξης, με τον τρόπο που η μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο. Όπως η ίδια ανάφερε, οι ψυχομετρικές εξετάσεις δεν είναι διαγνωστικά εργαλεία και δεν θα οδηγήσουν από μόνα τους σε μια διάγνωση. Είναι βοηθητικά. Είναι πολύτιμη, για τη διάγνωση, η κλινική πείρα και το να έχεις τη δυνατότητα να εντοπίσεις μέσω όλης της εικόνας εάν συνάδει το σύμπτωμα που αναφέρει το άτομο με την κλινική του κατάσταση. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αιτιολόγησε τα συμπεράσματα της παραπέμποντας στα αποτελέσματα των ψυχομετρικών εργαλείων που χρησιμοποίησε (DASS-5 και ICD-10), τα οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και εξήγησε την εγκυρότητα και αξιοπιστία τους αλλά και στις κλινικές εξετάσεις, που προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν τα πιο πάνω αποτελέσματα. Η μάρτυρας ανάφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει από πού προκλήθηκαν τα ψυχικά τραύματα της παραπονούμενης και πότε. Ανάφερε με βεβαιότητα, όμως, ότι αυτά δυνητικά μπορεί να προκληθούν μετά από ένα βιασμό ή σεξουαλική κακοποίηση παραπέμποντας σε σχετική βιβλιογραφία (βλ. τεκμήριο 6 - Οδηγός Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας). Ανάφερε, συγκεκριμένα, ότι οι πολύπλοκες συνέπειες του βιασμού πρέπει να τοποθετούνται εντός των πλαισίων της ιστορίας των γυναικών. Και η αντίδραση μιας γυναίκας στο τραύμα μιας τέτοιας επίθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: Από τον βαθμό της αγριότητας του βιαστή, από την έκταση της απειλής που ένοιωσε εναντίον της ζωής της, από την αίσθηση του εαυτού και την ποιότητα του δικτύου των σχέσεων της πριν από τον βιασμό, αλλά και από την ανταπόκριση των άλλων μετά από αυτόν, από την συναισθηματική της ανάπτυξη και τις παλαιότερες τραυματικές εμπειρίες. Εξήγησε επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ότι οι ενδοοικογενειακές δυσκολίες, αντιξοότητες και προβλήματα που συνδέονται με οικονομικές συνθήκες, με την παροχή εκπαίδευσης και εν γένει με το κοινωνικό περιβάλλον που κλήθηκε να αντιμετωπίσει από της παιδικής της ηλικίας και γενικότερα τα βιώματα της, θα μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχικά τραύματα, θα μπορούσαν και όχι όμως, είπε. Το κατά πόσο ένα ψυχοπιεστικό γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε ψυχικό τραύμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως την ηλικία, το φύλο, την ψυχική ανεκτικότητα, την ιδιοσυγκρασία, τα χαρακτηριστικά, την προσωπικότητα. Γενικότερα όμως κατά το στάδιο της κυρίως της εξέτασης η μάρτυρας εξήγησε ότι τα βιώματα της παραπονούμενης καταδεικνύουν μια αυξημένη ευαλωτότητα. Περιγράφηκαν, είπε, πολλές δυσκολίες που αφορούν και στο οικογενειακό περιβάλλον και στο οικονομικό, στις σχέσεις των μελών της πυρηνικής οικογένειας - διαταραγμένες, στην έλλειψη σχολικής φοίτησης και ότι ήταν ουσιαστικά ένα γονεοποιημένο παιδί, καθώς είχε αναλάβει τη φροντίδα ενός μικρότερου αδελφού της σε πολύ μικρή ηλικία, ένα μητρικό ρόλο. Σημειώνεται ότι όλα τα πιο πάνω, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση και της παραπονούμενης Μ.Κ.1, όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της, δηλαδή τα βιώματα της. Η μάρτυρας αναφέρθηκε, επίσης, σε μια συναισθηματική διακύμανση της παραπονούμενης κατά την περιγραφή των δύο επίδικων περιστατικών. Κατά την περιγραφή του βιασμού, η παραπονούμενη περιέγραψε συναισθήματα φόβου για το ότι δεν είχε στήριξη από κανένα. Περιέγραψε το συναίσθημα της θλίψης, αδιεξόδου, έντονου θυμού, γι' αυτό και είχε αναφέρει πως διέκοψε στη συνέχεια την επικοινωνία με τον πρώην σύζυγο της. Κατά την περιγραφή του δεύτερου επεισοδίου, αναφέρθηκε στην προσπάθεια που είχε καταβάλει, ώστε να μην επανέλθει αυτό που βίωσε την πρώτη φορά και περιέγραψε την αντίδραση της στο ότι φώναζε πάρα πολύ έντονα. Φαινόταν, είπε η μάρτυρας, έτσι όπως το περιέγραφε σαν η προηγούμενη εμπειρία της, ότι κάποια στιγμή είχε σταματήσει να φωνάζει, γιατί ένοιωθε αδύναμη, ότι τη δεύτερη φορά παίρνοντας απόσταση, περιέγραψε ότι είχε τη δυνατότητα να φωνάξει με έντονο τρόπο, με αποτέλεσμα να την αφήσει να φύγει. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας είπε ότι η ψυχική διαταραχή που διέγνωσε στην παραπονούμενη, είναι μια χρόνια κατάσταση, που δυνητικά θα μπορούσε να υπάρχουν αυξομειώσεις στη βαρύτητα και ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί η πορεία των συμπτωμάτων γιατί επηρεάζεται από εξωγενή παράγοντα. Η διάγνωση της αφορά την κατάσταση της παραπονούμενης για την τελευταία εβδομάδα, πριν από την εξέταση της. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε και στους λόγους που ένα θύμα βιασμού ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης μπορεί να καθυστερήσει στο να υποβάλει καταγγελία ή παράπονο, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Σημειώνεται ότι οι αναφορές της αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη, στο βαθμό που αυτές μπορούν επιστημονικά να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τον τρόπο αντίδρασης μιας κατηγορίας ανθρώπων. Αν και η σύγχρονη τάση, σε σχέση με την καθυστέρηση υποβολής παραπόνου από θύματα σεξουαλικών αδικημάτων, καταδεικνύει ότι και το ίδιο το Δικαστήριο, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, μπορεί να προβεί σε σχετικό, ισορροπημένο, σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών (Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος αυτού βλ. Ε.Α v Δημοκρατία (ανωτέρω)). Η μάρτυρας, λοιπόν, στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο γεγονός της καταγγελίας ή της καθυστέρησης στην καταγγελία ενός βιασμού από σύζυγο ή πρώην σύζυγο, το οποίο δεν έτυχε και αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Η μάρτυρας εξήγησε παραπέμποντας σε σχετική βιβλιογραφία (βλ. τεκμήριο 7), ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο που δεν καταγγέλλεται με ευκολία, γιατί υπάρχουν σημαντικές παράμετροι που έχουν να κάνουν με το στίγμα, με τα παιδιά στην οικογένεια που έχει κλονιστεί η σχέση σημαντικά. Με τη σοβαρή διατάραξη των σχέσεων των μελών της οικογένειας καθώς και με παραμέτρους που αφορούν το φύλο, την ηλικία, το επίπεδο μόρφωσης του ατόμου, το κατά πόσο είναι δυναμωμένο, κατά πόσο έχει οικονομικές δυσκολίες, συναντάται στη βιβλιογραφία ένα προφίλ γυναικών που δεν καταγγέλλουν εύκολα. Συνήθως κακοποιούνται σε νεαρή ηλικία στον γάμο. Επίσης, ο βιασμός ανήκει σε ένα συνεχές φάσμα κακοποίησης, δηλαδή, είναι και σωματική βία είναι και ψυχολογική βία και σεξουαλική κακοποίηση. Περαιτέρω, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα έντονα δυναμικά της σχέσης μεταξύ συζύγου, το αίσθημα του φόβου, της ενοχής, και του εγκλωβισμού, δίδοντας παράδειγμα το γεγονός ότι η μη επιθυμία να διαταραχθεί η επικοινωνία με το παιδί ή να μην έχει κανένα οικονομικό πόρο για να ζήσει ανεξάρτητα. Ανάφερε, επιπρόσθετα, ότι τα πιο πάνω αλλά και τα όσα αναφέρονται στις σελ. 185 και 187 του τεκμηρίου 7, χωρίς κατ' ανάγκη να πρέπει να υπάρχουν σωρευτικά, συχνά συνηγορούν στο να μην καταγγελθεί ο βιασμός ή να καταγγελθεί εκ των υστέρων όταν ενδυναμωθούν οι γυναίκες. Έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής στην ολότητα της, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή και να εξάξουμε τα δικά μας ασφαλή ευρήματα. Αποδεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής στην ολότητα της και θα ληφθεί υπόψη κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος αλλά και του Μ.Κ.5, η αξιολόγηση του οποίου ακολουθεί, δεν δύναται να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, που είναι και η βασική μάρτυρας γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο.» O M.K.5 είναι ο θεράπων ψυχολόγος που παρακολουθούσε την παραπονούμενη από τον Ιούνιο του 2021 και εξακολουθεί να την παρακολουθεί. Ο μάρτυρας αυτός, επίσης, κρίνουμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός, πέραν από την εμπειρογνωμοσύνη του αναφέρθηκε και σε γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του καθώς και στις δικές του ενέργειες μετά από αυτά. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην δική του εμπλοκή και την παρότρυνση που ο ίδιος έκανε στην παραπονούμενη για να καταγγείλει τα επίδικα περιστατικά. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και ο μάρτυρας αυτός μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ειδικότερα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της παραπονούμενης λόγω της σχέσης που έχει με αυτή, δηλαδή ψυχολόγου - ασθενή. Σημειώνεται ότι η παραπονούμενη τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά μέσω του ΓΕΣΥ και δεν έχει προκύψει να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ τους, πλην της πιο πάνω αναφερόμενης. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στη διάγνωση στην οποία είχε προβεί για την παραπονούμενη και στην κατάληξη του ότι αυτή αντιμετωπίζει μετατραυματικό στρες. Αναφέρθηκε στο ιστορικό που έλαβε από την ίδια, στα βιώματα της και στην σχέση της με τον κατηγορούμενο και το παιδί της και επεξήγησε το συμπέρασμα του, παραπέμποντας στο εγχειρίδιο ICD-10, παράγραφος F.
  1. Σημειώνεται ότι η κατάληξη του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Επίσης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην κλινική εικόνα που σχημάτισε για την παραπονούμενη, μετά τις πρώτες συναντήσεις τους. Είπε ότι ήταν ένα άτομο αποτραβηγμένο μέσα στον εαυτό της, αφηγόταν ότι ήταν κλειδωμένη για πάρα πολύ καιρό στο δωμάτιο της και ένοιωσε θλίψη και ανησυχίες. Βρισκόταν, την περίοδο εκείνη, στο σπίτι της μητέρας της και ένοιωθε ότι οι σχέσεις εκεί ήταν τέτοιες που της προκαλούσαν διάφορα συναισθήματα, αλλά χωρίς ξεκάθαρα να μπορεί να τα αιτιολογήσει. Αναφέρθηκε επίσης στα βιώματα της, όπως του τα περιέγραψε η ίδια και αποτέλεσε θέση του ότι, όπως ο ίδιος την έβλεπε, ήταν ένα παιδάκι κλειδωμένο μέσα στο σώμα μιας νεαράς, η οποία ήταν πολύ τραυματισμένη. Ο μάρτυρας είπε, επίσης, ότι τα συμπτώματα του μετατραυματικού στρες εμφανίζονται και παραμένουν σταθερά, κάποιες φορές χρόνια και στην παρούσα περίπτωση, που είναι επαναλαμβανόμενη μια κακοποίηση για πάρα πολύ καιρό, περίπου σταθεροποιείται και κατά καιρούς και περιόδους κυμαίνονται σε πιο ψηλό βαθμό ή πιο χαμηλό. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του μάρτυρα, στη βάση πάντοτε του ιστορικού της παραπονούμενης όπως του το ανάφερε αλλά και από την κλινική της εικόνα, δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση. Κατά την αντεξέταση του επιχειρήθηκε να αποδοθούν τα συμπτώματα αυτά στην παιδική ηλικία της παραπονούμενης και στο γεγονός ότι αυτή ήταν παχύσαρκη, όπως ο μάρτυρας είχε αναφέρει σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του, κατά την περίοδο εκείνη. Ο μάρτυρας είπε, ότι ένα άτομο με παιδικά τραύματα μπορεί να παρουσιάσει μετατραυματικό στρες. Αναφορικά όμως με το ζήτημα της παχυσαρκίας, η θέση του μάρτυρα, ήταν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση το ιστορικό, θα μπορούσε να ήταν μια ανάγκη της παραπονούμενης για να κρύψει το σώμα της, καθώς το νοιώθει βεβηλωμένο, θέσεις που αποδεχόμαστε. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη θεραπεία της παραπονούμενης, η οποία πέραν από ψυχολογική και ψυχοθεραπευτική, σε κάποιο στάδιο παραπέμφθηκε και σε ψυχίατρο για λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Είπε ότι κατά καιρούς υπήρχε διαφοροποίηση της κατάστασης της παραπονούμενης. Αυτή τη στιγμή, από εκεί που ήταν αποτραβηγμένη, εγκλωβισμένη στο δωμάτιο της, σήμερα είναι άτομο που μπορεί να αναπτύξει σχέσεις χωρίς αυτό να γίνεται με την αίσθηση ότι θα την βλάψουν οι άνθρωποι. Έχει, επίσης, χάσει κιλά. Υπάρχουν όμως διακυμάνσεις. Τα συμπτώματα στο μετατραυματικό στρες επανεμφανίζονται ραγδαία, αν οτιδήποτε έχει να κάνει με προηγούμενα τραυματικά γεγονότα. Όποτε υπάρχουν τέτοιου είδους ερεθίσματα, επαναφέρονται τα συμπτώματα της. Ούτε αυτή του η θέση αμφισβητήθηκε, συνάδει και με τα όσα η Μ.Κ.4 ανάφερε και μπορούμε να την αποδεχτούμε. Όσον αφορά τα επίδικα περιστατικά, ο μάρτυρας βεβαίωσε ότι κατά την συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη στις 08/09/2021 του ανάφερε για το περιστατικό που, κατ' ισχυρισμό, έλαβε χώρα με τον πρώην σύζυγο της την 01/08/2021 και ότι ήταν αυτός που την συμβούλευσε και επέμενε να το καταγγείλει, αιτιολογώντας τη θέση του. Είπε ότι ένοιωσε ένα ισχυρό κίνδυνο για την ίδια και για την κατάσταση της, γι' αυτό έπραξε με τον τρόπο αυτό. Προσπάθησε να την πείσει να προβεί σε καταγγελία καθότι δεν είχε υποστηρικτικό περιβάλλον και την βεβαίωσε ότι θα ήταν δίπλα της. Μάλιστα, ανάφερε ότι στις 08/09/2021 η παραπονούμενη πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό και επειδή καθυστέρησαν, ένοιωθε άγχος, μια απροθυμία ίσως και έφυγε. Τον επισκέφθηκε ξανά στις 09/09/2021, οπότε είχαν την ίδια συζήτηση και τελικά πήγε και έκανε την καταγγελία. Δεν έχουν αμφισβητηθεί τα πιο πάνω και η εν λόγω εμπλοκή του μάρτυρα και τα αποδεχόμαστε, διευκρινίζοντας ότι κατά πόσο έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό που του αναφέρθηκε από την παραπονούμενη, θα ανευρεθεί μόνο από την αξιολόγηση της ίδιας. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί και η αναφορά του μάρτυρα ότι πριν από τις 08/09/2021 και πριν από την 01/08/2021 είχε 5 συναντήσεις με την παραπονούμενη και στα πλαίσια λήψης του ιστορικού της, η τελευταία του ανάφερε ότι είχε βιαστεί από τον Κατηγορούμενο κάποια χρόνια πριν. Ούτε η θέση του αυτή έτυχε αμφισβήτησης και δεν διακρίνουμε οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην την αποδεχτούμε. Η θέση που του υποβλήθηκε ήταν ότι τότε δεν την συμβούλεψε να πάει να καταγγείλει εκείνο το περιστατικό διότι δεν την πίστεψε. Η απάντηση του μάρτυρα ήταν πλήρως επεξηγηματική και αρκούντως πειστική. Είπε ότι τούτο εκείνη την περίοδο δεν επηρέαζε την κατάσταση της παραπονούμενης και ο ίδιος δεν είναι κάποιο νομικό όργανο. Η δική του πρακτική είναι ότι όταν κρίνει ότι είναι καιρός να μπορέσει να καταγγείλει κάτι τέτοιο το άτομο και αναπτύξει τη δύναμη που χρειάζεται για να μπορέσει να καταγγείλει θα τον συμβουλεύσει να το πράξει. Σε κάθε περίπτωση το κατά πόσο η παραπονούμενη είπε ψέματα στο μάρτυρα αυτό ή γενικότερα για τα γεγονότα που κατάγγειλε, είναι ζήτημα που θα προκύψει από την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μας το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτήν και να εξάξουμε τα δικά μας, ασφαλή ευρήματα γεγονότων και συμπερασμάτων, γι αυτό την αποδεχόμαστε στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.6, ως προειπώθηκε, αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, ως ο ανακριτής της. Πλείστη από τη μαρτυρία του και οι ενέργειες που προέβηκε, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Δεν διακρίνουμε, επίσης, οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχτούμε τη μαρτυρία του αυτή. Ο μάρτυρας αυτός ενέργησε εντός των καθηκόντων του και είναι υπό αυτή του την ιδιότητα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, χωρίς να διαφανεί σε οποιοδήποτε στάδιο ότι η μαρτυρία του σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ο μάρτυρας κατάθεσε τα τεκμήρια 16 και 17, τα οποία είναι Ημερολόγια Παραπόνων και Συμβάντων της Αστυνομίας, από τα οποία προκύπτει ότι η παραπονούμενη στις 17/05/2013 κατάγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος στις 12/04/2013 πήρε το ανήλικο τέκνο τους και μετέβηκε στην Τουρκία, χωρίς στην ουσία τη γνώση και συγκατάθεση της και ότι ανάφερε στην παραπονούμενη ότι δεν θα το έβλεπε ξανά. Προκύπτει από το τεκμήριο αυτό, ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου. Στις 31/07/2014 η παραπονούμενη απέσυρε την καταγγελία της καθότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 16, επισκέφθηκε την Τουρκία και αφού τα βρήκαν με τον σύζυγο της, η πρόθεση του ήταν να επιστρέψει πίσω με την ανήλικη. Όσον αφορά τη δεύτερη καταγγελία, προκύπτει από το τεκμήριο 17 ότι η παραπονούμενη στις 17/01/2021, κατάγγειλε στη Αστυνομία ότι στις 16/01/2021 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στην Τουρκία και ο οποίος την απείλησε. Η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να προβεί σε γραπτή καταγγελία. Διαπιστώθηκε όμως από τις ενέργειες της Αστυνομίας, ότι ο Κατηγορούμενος είχε περάσει στα κατεχόμενα στις 17/11/
  2. Αφίχθηκε πίσω στις 12/03/2021 και στις 16/03/2021 μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου του έγιναν αυστηρές συστάσεις. Αρνήθηκε ότι απείλησε την παραπονούμενη, ωστόσο απολογήθηκε, είπε ότι θα είναι πιο προσεχτικός και ότι δεν έχει καμία επικοινωνία με την παραπονούμενη. Λαμβάνουμε υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, στο βαθμό που αποκαλύπτονται μέσα από τα τεκμήρια 16 και
  3. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το περιεχόμενο της απειλής, που ανάφερε στην Αστυνομία η παραπονούμενη, αφού δεν ήταν αυτός που τη διερεύνησε. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι στο τεκμήριο 17, υπάρχει αναφορά ότι στις 03/03/2023 επικοινώνησε με την Αστυνομία η συνήγορος του Κατηγορούμενου και ανάφερε ότι ο τελευταίος την ενημέρωσε ότι πιθανόν η πρώην σύζυγος του να προβεί σε ψευδή καταγγελία εναντίον του. Τα ανάφερε για ενημέρωση της Αστυνομίας ενώ δεν επιθυμεί να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο αυτό εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση και δεν έχουν προκύψει από την ενώπιον μας μαρτυρία άλλα στοιχεία για αυτή την ανησυχία του κατηγορούμενου. Στα στάδιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την αποδεχόμαστε στην ολότητα της, ως ανωτέρω. Η θέση της υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε στο μάρτυρα περί πλημμελής διερεύνησης της υπόθεσης, αναλύεται κατωτέρω. Θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.1, έχοντας κατά υπόψη ότι το κατηγορητήριο αφορά αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Είναι γνωστός ο κανόνας πρακτικής που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις τέτοιου είδους αδικημάτων και ότι για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείτο ενισχυτική μαρτυρία, ασχέτως αν κάτι τέτοιο προνοείτο νομοθετικά. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αφού πρώτα προειδοποιούσε τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση. Στην Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1972)2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150).» Επίσης, επί του θέματος αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικό όταν αποδέχεται τη μαρτυρία μιας γυναίκας - παραπονούμενης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. R v. Κιng
(1914)10 Cr. App. R. 117 και Χαράλαμπου Χ΄΄Μάρκου v. Δημοκρατίας, Π.Ε. 6887, ημερ. 10/10/2002). Βλέπε επίσης Α v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/2014, Ημερ. 5.10.2016 και Χ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 175/2016, Ημερ. 23.11.2018. Ωστόσο ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής που ίσχυε στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων έχει καταργηθεί με κάποια νομοθετήματα στα οποία προβλέπεται πλέον ρητά ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία και το Δικαστήριο μπορεί πλέον να καταδικάσει βασιζόμενο στη μαρτυρία της παραπονούμενης και μόνο, εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες και στις οποίες είναι επιθυμητό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει τότε να γίνεται η σχετική, ανάλογα με την περίπτωση, αυτοπροειδοποίηση (βλ. Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/2018, Ημερ. 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473 και Makanjuola; Easton, [1995] 2 Cr. App. R. 469). Στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 97/2022, Σχ. Με 98/2022, 114/2022, 115/2022, η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία εδράζονταν τόσο στο Ποινικό Κώδικα όσο και στο Νόμο 91
(1)/2014, στον οποίο υπάρχει ρητή πρόνοια ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στο Νόμο (βλ. Άρθρο 21
(1)του πιο πάνω Νόμου), αναφέρθηκαν τα εξής: «Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.» Απόλυτα σχετικό επίσης είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, Ημερ. 20.11.2019: «Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζόμενου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.» Παρά το ότι με το Άρθρο 21
(1)του Νόμου 91
(1)/2014 έχει καταργηθεί ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για τα προβλεπόμενα στο Νόμο εκείνο αδικήματα καθώς και με το Άρθρο 9 του Περί Απόδειξης Νόμου, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η σχετική αυτοπροειδοποίηση, εντούτοις παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονούμενων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα και ο ίδιος κανόνας έχει υιοθετηθεί ως νομοθετική πρόνοια στο Ν. 119
(1)/2000 (βλ. Σ.Σ. v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016 (Σχ. με 148/16), Ημερ. 20/11/2019). Στην παρούσα περίπτωση, η κατηγορία του βιασμού (βλ. κατηγορία αρ.1) και οι κατηγορίες των Άσεμνων Επιθέσεων (βλ. κατηγορίες αρ. 2 και 4) στηρίζονται, τόσο στα σχετικά Άρθρα του Ποινικού Κώδικα όσο και στα σχετικά Άρθρα του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119
(1)/2000. Οι δε κατηγορίες της Πρόκλησης ψυχικής βλάβης, στηρίζονται αποκλειστικά στο Νόμο 119
(1)/2000. Το Άρθρο 16 του Νόμου 119
(1)/2000 προνοεί τα ακόλουθα, σε σχέση με το ζήτημα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας για τα αδικήματα τα οποία δημιουργούνται δυνάμει των προνοιών του: «16. Το ∆ικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούµενο µε µόνη την κατάθεση του θύµατος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική µαρτυρία.» Στην Α.G. v. Aστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, Ημερ. 16/04/2021, αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 4 του Νόμου 119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) - (ιβ) του εδαφίου 2 και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα και κατ' επέκταση νέο αδίκημα και τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 16 του Νόμου 119
(1)/2000. Συνεπώς, κρίθηκε ότι στις περιπτώσεις των πιο πάνω αδικημάτων του Νόμου, το Δικαστήριο θα μπορεί να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη τη μαρτυρία της παραπονούμενης συζύγου του, νοουμένου ότι έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία. Και βέβαια, εάν έτσι κρίνει να αποφασίσει κατά πόσο θα προχωρήσει στην καταδίκη με μόνη τη μαρτυρία της. Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω, για τα αδικήματα των Άσεμνων Επιθέσεων και της Πρόκλησης ψυχικής βλάβης, εφόσον αυτά εδράζονται επί του Νόμου 119
(1)/2000 και σύμφωνα με τα ανωτέρω, αυτά είναι ξεχωριστά αδικήματα από αυτά του Ποινικού Κώδικα και για να επιτευχθεί καταδίκη, απαιτείται κατ' αρχάς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. επίσης Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/2016, ημερ. 20.11.2019). Δεν μπορεί όμως να λεχθεί ότι και το αδίκημα του βιασμού, της κατηγορία αρ. 1, αποτελεί νέο αδίκημα. Όπως προκύπτει από το Άρθρο 5 του Νόμου 119(Ι)/2000, αλλά και από την σχετική για το προκείμενο νομολογία, δεν τίθεται ζήτημα ενσωμάτωσης του Άρθρου 144 του Κεφ. 154, στα Άρθρα 2, 3 και 5 του Νόμου 119(Ι)/2000, για την δημιουργία ενός νέου ποινικού αδικήματος, διαφορετικού από αυτό του Άρθρου 144 του Κεφ. 154, που να καλύπτει τον βιασμό συζύγoυ από σύζυγο, ή για την δημιουργία ενός νέου ποινικού αδικήματος επαυξημένης σοβαρότητας. Αυτό, φαίνεται να υποστηρίζεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικολαϊδης ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 645, αλλά και από την απόφαση της τότε Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v R [1992] A.C. 599. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει, είτε νομοθετικά είτε δυνάμει του κανόνα πρακτικής που ισχύει για σεξουαλικά αδικήματα, προτού καταδικάσει να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να κρίνει κατά πόσο ήταν εφικτό να εξασφαλιστεί μια τέτοια μαρτυρία και αν όχι ή δεν υπάρχει τέτοια, τότε να αποφασίσει κατά πόσο θα καταδικάσει με μόνη τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης συνολικά και αφού λάβουμε υπόψη μας τόσο το περιεχόμενο της, την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας καθώς επίσης τη θέση του κατηγορούμενου, όπως αυτή διαφάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων περί ψευδής καταγγελίας της παραπονούμενης (βλ. Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, Αttorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] 2 All ER 488 και Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/16, Ημερ. 20/11/2019). Έχουμε λοιπόν μελετήσει και διεξέλθει επισταμένα τη μαρτυρία της παραπονούμενης - Μ.Κ.1, καθώς επίσης λάβαμε υπόψη μας τον τρόπο που αυτή απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν από το εδώλιο του μάρτυρα, τόσο κατά την κυρίως της εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο λόγος της είχε συνοχή και περιέγραψε με σαφήνεια και με λογική και χρονική αλληλουχία τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως της εξέτασης όσο και κατά την αντεξέταση της, με αμεσότητα και αυθορμητισμό. Η μαρτυρία της σε σχέση με την περιγραφή των επίδικων περιστατικών, παρέμεινε σταθερή και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της έχουμε διαπιστώσει να αναίρεσε βασικές της θέσεις επί αυτών. Δεν έχει επίσης προκύψει να κλονίζεται η αξιοπιστία της κατά την αντεξέταση της, απαντώντας αυθόρμητα σε όλες τις θέσεις που της υποβάλλονταν σε πλήρη συμφωνία με τα όσα ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση της και δίνοντας απαντήσεις και λεπτομέρειες για κάθε ζήτημα που της είχε τεθεί. Tυχόν ανακρίβειες ή μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία της, δεν μπορούν να δημιουργήσουν ρήγματα στην όλη εκδοχή της. Η αντεξετάση της, όπως προκύπτει, ήταν περισσότερο διερευνητικής φύσεως με την υποβολή σε αυτήν κάποιων θέσεων και στο τέλος της υποβλήθηκε γενικά η θέση της περί ψευδής καταγγελίας η οποία διαπνεόταν με αλλότρια κίνητρα και δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει ρήγματα στην εκδοχή της. Στην Λ.Κ. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 αναφέρθηκε ότι « .στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντιδίκου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υποβάθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» (βλ. επίσης Σ.Α.Χ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2020, Ημερ. 28/01/2021), ECLI:CY:AD:2021:B23. Η όλη εικόνα η οποία προκύπτει, τόσο μέσα από τη μαρτυρία της όσο και με τον τρόπο που συμπεριφερόταν από το εδώλιο του μάρτυρα, καταδεικνύει, εκ πρώτης, μια βιωματική εμπειρία από ένα άτομο το οποίο έζησε και υπέστη τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο. Αναφερόμενη στο περιστατικό του βιασμού, η παραπονούμενη έδωσε, κατ' αρχάς, πλήρη περιγραφή του χώρου όπου ο κατηγορούμενος διέμενε. Η παραπονούμενη ήταν καθόλα σταθερή και πλήρως περιγραφική και κατατοπιστική. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε γνώση του χώρου όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, προκύπτει και από την ίδια τη θέση της υπεράσπισης ότι η ίδια είχε επισκεφθεί τον κατηγορούμενο στον εν λόγω χώρο και άλλες φορές. Η παραπονούμενη επίσης ήταν σταθερή για την ύπαρξη της μπαλκονόπορτας και για το γεγονός ότι αυτή είχε κλειδαριά, αφού όπως εξήγησε και περιέγραψε, αυτή - η μπαλκονόπορτα - στο εν λόγω σπίτι ή δωμάτιο, χρησιμοποιείτο ως είσοδος. Η θέση της αυτή δεν αναιρείται και από οποιαδήποτε άλλη υπάρχουσα, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η εγγύτητα αυτής - της μπαλκονόπορτας - με το κρεββάτι του κατηγορούμενου και η παραπονούμενη συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι ο εν λόγω χώρος ήταν βαρυφορτωμένος και είχε διάφορα αντικείμενα σε σακούλια και ότι στην ουσία επρόκειτο για ένα μικρό χώρο. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε και στο κατά πόσο στον εν λόγω χώρο διέμενε κάποιο άλλο πρόσωπο μαζί με τον κατηγορούμενο κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα. Η ίδια δεν γνώριζε να πει, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι έμενε και κάποιος άλλος εκεί μαζί του. Ουδέποτε όμως τέθηκε οποιαδήποτε θέση στη μάρτυρα ότι κατά την επίσκεψη της παραπονούμενης στον εν λόγω χώρο παρών βρισκόταν άλλο πρόσωπο. Η περιγραφή του επίδικου βιασμού και ο χρόνος που εκτυλίχθηκαν τα περιγραφόμενα γεγονότα δεν αντίκειται στη λογική. Η παραπονούμενη με σταθερότητα και παραστατικότητα περιέγραψε πλήρως τις ενέργειες του κατηγορούμενου και την δική της αντίδραση. Περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο την έριξε στο κρεββάτι και της έβγαλε το παντελόνι που φορούσε και το εσώρουχο της, μετά που αυτός κλείδωσε την μπαλκονόπορτα. Το γεγονός ότι η ίδια δεν κατάφερε να ξεφύγει του κατηγορούμενου, το επεξήγησε πλήρως. Ο κατηγορούμενος ασκούσε δύναμη κρατώντας την από τους ώμους και παρά το γεγονός ότι η ίδια αντιδρούσε και προσπαθούσε να ξεφύγει, ξέμεινε, όπως είπε από αντοχές και δεν τα κατάφερε. Δεν διαπιστώνεται κάτι το μεμπτό στη θέση της αυτή. Εκείνο το οποίο της υποβλήθηκε ήταν γιατί δεν πήρε κάποιο αντικείμενο από αυτά που της τέθηκε ότι υπήρχαν στο δωμάτιο για να κτυπήσει τον κατηγορούμενο. Πέραν της εξήγησης που η μάρτυρας έδωσε, δεν μπορεί τούτο να κλονίσει την αξιοπιστία της δεδομένης της θέσης της ότι ήταν φοβισμένη και με τον κατηγορούμενο από πάνω της να ασκεί βία εναντίον της για να μην ξεφύγει. Η παραπονούμενη εξήγησε και γιατί στο χρόνο που ο κατηγορούμενος έβγαλε τα ρούχα του, δεν θα μπορούσε να του ξεφύγει, λέγοντας ότι δεν πρόλαβε να κάνει κάτι και ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Γενικά έδωσε εξηγήσεις για τον τρόπο αντίδρασης της και δεν διακρίνεται κάτι το μεμπτό, λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση της, ότι δεν γνώριζε αρχικά τις προθέσεις του κατηγορούμενου και ήταν φοβισμένη. Η μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι φορούσε κατ' εκείνο το διάστημα συνήθως ένα τζιν και μια φανέλα και δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι αυτά τα ρούχα που φορούσε κατά το επίδικο περιστατικό. Της υποβλήθηκε μόνο κατά πόσο το τζιν ήταν στενό, λέγοντας ότι αυτό ήταν κανονικό. Η θέση της αυτή δεν προκύπτει να αναιρείται από τις αναφορές της Μ.Κ.2, περί του ότι η παραπονούμενη φορούσε συνήθως φουστάνια λόγω του ότι ήταν παχύσαρκη. Η μάρτυρας εκείνη δεν είχε καθορίσει τη χρονική περίοδο για το γεγονός αυτό που ανάφερε. Το ότι επίσης δεν θυμόταν τί χρώμα ήταν τα ρούχα που φορούσε και συγκεκριμένη ημερομηνία του συμβάντος εντός του Μαϊου του 2018, δεν κλονίζει την αξιοπιστία της. Πρόκειται για περιστατικό που έλαβε τρία και πλέον χρόνια πριν την καταγγελία και η παραπονούμενη εξήγησε την τοποθέτηση της αυτή, δηλαδή την χρονολογία και ότι ήταν εντός του Μαϊου του 2018 αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβή ημερομηνία. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας εξήγησε γιατί βρέθηκε στην οικία του κατηγορούμενου και δεν αμφισβητήθηκε ευθέως και ρητώς η θέση της ότι κατά τον επίδικο χρόνο, η ίδια είχε μεταβεί εκεί. Αντιθέτως, της υποβλήθηκε η θέση ότι και άλλη φορά είχε μεταβεί εκεί και είχε μαγειρέψει του κατηγορούμενου, δίνοντας φυσικά την θέση της και ότι είχε μαγειρέψει στο σπίτι της και μετέφερε το φαγητό εκεί. Η χρονική περίοδος κατά την οποία η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι διαπράχθηκε ο επίδικος βιασμός, επεξηγήθηκε πλήρως και συνάδει με τις υπόλοιπες αναφορές της. Συγκεκριμένα, είπε ότι μετά από την επιστροφή της στην Κύπρο περί τα τέλη του 2017 και μετά από πάροδο 2 - 3 μηνών, οι σχέσεις της με τον κατηγορούμενο βελτιώθηκαν και ο τελευταίος την άφησε να επισκεφθεί και την κόρη της στην Τουρκία. Ακολούθως, η ίδια ήθελε να του κάνει τα «θελήματα» του και να έχει καλή σχέση έτσι ώστε να της επιτρέπει να έχει επικοινωνία με την κόρη της. Σημειώνεται ότι, το γεγονός ότι είναι ο κατηγορούμενος που αποφάσισε όπως, μετά το διαζύγιο τους, η κόρη τους να μεταφερθεί στην Τουρκία και να διαμένει με την μητέρα του, δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε ή τουλάχιστο ευθέως και ρητώς. Σταθερή ήταν επίσης η θέση της ότι για να μιλήσει με τη κόρη της έπρεπε να το επιτρέψει ο κατηγορούμενος, δίνοντας σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της λεπτομέρειες γι' αυτό. Επιπρόσθετα, η μάρτυρας είπε ότι και σε άλλη χρονική περίοδο είχε μεταβεί με το κατηγορούμενο στη Λάρνακα για να δει κάποιο λυόμενο, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Τούτο επίσης δεν δημιουργεί ερωτηματικά για τις θέσεις της μάρτυρος καθότι χρονολογικά τοποθετείται περί τον Ιούνιο του 2021, όταν οι σχέσεις τους ήταν, αν μπορεί να επιτραπεί ο όρος, καλές και η παραπονούμενη είχε επικοινωνία με το παιδί της αφού εξυπηρετούσε τον κατηγορούμενο. Η παρουσία της παραπονούμενης, επίσης, στην οικία του κατηγορούμενου κατά τον ισχυριζόμενο επίδικο χρόνο, δεν ήταν, υπό τις περιστάσεις εκτός λογικής και δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτή εντασσόταν στα πλαίσια μιας άλλης ενδεχόμενης σχέσης που θα μπορούσαν, παραπονούμενη και κατηγορούμενος να είχαν κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα. Ούτε και υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Όσον αφορά το δεύτερο περιστατικό που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα την 01ην/08/2021, η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν σταθερή στην περιγραφή και στην εξέλιξη του. Δεν έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία της ότι η παραπονούμενη βοηθούσε τον κατηγορούμενο με την αποστολή χρημάτων στην Τουρκία στην νέα του σύζυγο. Κατά συνέπεια, η θέση της παραπονούμενης για το λόγο επίσκεψης του κατηγορούμενου, που ήταν για να της δώσει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων που της χρωστούσε, δικαιολογείται. Επίσης, προκύπτει η όλη στάση της, αρχικά, να συνάδει με τις θέσεις της για τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορούμενου απέναντι της και στο γεγονός ότι τον φοβόταν και δεν ήθελε να έχουν οτιδήποτε σεξουαλικό μεταξύ τους, παρά μόνο να τα πηγαίνει καλά μαζί του για να μπορεί να έχει επικοινωνία με την κόρη της. Αυτή τον ανάμενε έξω από το σπίτι και αρχικά, παρά την επιμονή του, αρνείτο να μπουν στο σπίτι μαζί προβάλλοντας του τη δικαιολογία ότι μέσα ήταν η αδελφή της. Στην πορεία όμως και με την έλευση της αδελφής της καταδείχθηκε το ψέμα της με αποτέλεσμα να πιεζόταν από τον κατηγορούμενο για να εισέλθουν στην οικία και να μην βρίσκονται στο δρόμο. Έχουμε στρέψει την προσοχή μας στις θέσεις της υπεράσπισης περί, στην ουσία, του παράλογου να μπουν στο σπίτι μόνοι τους δεδομένου του όλου ιστορικού της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής όμως ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα ως αναφέρθηκε ανωτέρω και η ανάγκη που η παραπονούμενη είχε για να τα πηγαίνει καλά με τον κατηγορούμενο για τους λόγους που εξήγησε. Επίσης, ο κατηγορούμενος κατάφερε και την έπεισε ότι δεν πρόκειται να της κάνει κάτι και να την πειράξει. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα βιώματα της παραπονούμενης, όπως η ίδια τα περιέγραψε και δεν έχει προκύψει να αμφισβητήθηκαν. Ειδικότερα το περιβάλλον όπου μεγάλωσε και η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος καθώς επίσης και η κατάσταση του ψυχικού της κόσμου και η ευαλωτότητα της, η οποία υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία των ψυχολόγων. Κατά συνέπεια, η ενέργεια της να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να εισέλθει στην οικία της ενώ σε αυτή δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα και στη βάση της ιδιάζουσας ψυχικής κατάστασης της παραπονούμενης σε συνδυασμό με την επιθυμία της να έχει επαφή με το ανήλικο τέκνο της, δεν καταδεικνύουν, υπό τις περιστάσεις παραλογία. Η δε περιγραφή του όλου επεισοδίου κατά την είσοδο στην οικία δεν παρουσιάζει αντιφάσεις. Αντιθέτως, προκύπτει η παραπονούμενη να ήταν σταθερή χωρίς να υπάρχουν οποιαδήποτε ρήγματα στη μαρτυρία και αξιοπιστία της. Είμαστε συνεχώς σε εγρήγορση και αντιμετωπίζουμε με την απαραίτητη καχυποψία τη μαρτυρία της παραπονούμενης δεδομένης και της καθυστέρησης στην υποβολή της καταγγελίας της στην Αστυνομία. Ειδικότερα για τον ισχυριζόμενο βιασμό και το πρώτο περιστατικό η καταγγελία έγινε μετά από πάροδο 3 και πλέον χρόνων ενώ για το δεύτερο περιστατικό 1 ½ και πλέον μήνες από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του. Το ερώτημα σε τέτοιες περιπτώσεις - υποβολής καθυστερημένου παραπόνου - αφορά τη σημασία που τούτο μπορεί να έχει. Η παραδοσιακή αντίληψη του κοινού δικαίου ότι το θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή εκμετάλλευσης αναμένεται να προβεί σε παράπονο με την πρώτη ευκαιρία θεωρείται πλέον απηρχαιωμένη. Όπως έχει αναφερθεί στην Ε.Α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) «Έχει προ πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Aντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/13, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R. v. MM [2007] EWCA Crim. 1558, Doody [2008] EWCA Crim. 2557, Miller [2010] EWCA Crim. 1578). Θα πρέπει να λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψιν τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε κατασκευασμένο παράπονο (R. v. GJB [2011] EWCA Crim 867). Είναι σημαντικό η καθοδήγηση να είναι προσαρμοσμένη στα γεγονότα της υπόθεσης και να περιορίζεται σε αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις της κοινής πείρας (ΜΜ v. R. [2011] EWCA Crim 1291). Στα πλαίσια αυτά, στην υπόθεση Doody (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι κατά τρόπο θεμιτό εξηγήθηκε από το δικαστή στους ενόρκους ότι η εμπειρία καταδεικνύει πως οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο τραυματικό βίωμα σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων, ότι δεν υπάρχει στερεότυπη αντίδραση και ότι εναπόκειται στους ενόρκους να αξιολογήσουν τη θέση της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση καταδεικνύει ψευδές παράπονο και να λάβουν υπόψιν ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να υποβάλουν παράπονο αμέσως στο πρώτο πρόσωπο που θα δουν, ενώ άλλοι μπορεί να αισθάνονται ντροπή και σοκ με αποτέλεσμα να μην υποβάλουν παράπονο για κάποιο χρόνο και ότι ένα καθυστερημένο παράπονο δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ψευδές παράπονο. Αποφασίστηκε επίσης ότι δικαιολογημένα υποδείχθηκε από τον πρωτόδικο δικαστή ότι είναι καλά γνωστό ότι το τραυματικό βίωμα ενός βιασμού μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής και ενοχής, τα οποία εμποδίζουν το θύμα από του να υποβάλει παράπονο.» (βλ. επίσης Γ.Π.Β. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, Ημερ. 30/07/2021). Η παραπονούμενη έδωσε επαρκείς και πειστικούς λόγους για την καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας της στην Αστυνομία. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζονται οι προσωπικές περιστάσεις της παραπονούμενης και τα βιώματα της καθώς επίσης η συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της από την αρχή της σχέσης τους, όπως έχουν προκύψει από τη μαρτυρία της, στην οποία δεν διακρίνουμε κάτι το μεμπτό. Δηλαδή, το ότι η παραπονούμενη ήταν, στην ουσία, υποχείριο του κατηγορούμενου. Όπως η ίδια ανάφερε ήταν όπως ένα μωρό. Σε ό,τι της έλεγε, του έλεγε εντάξει. Η ίδια δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα. Σημειώνεται ότι είχε παντρευτεί ενώ ήταν στην ηλικία των 13 - 14 ετών ενώ ο κατηγορούμενος 25 - 26 ετών. Εκείνος είχε πάντα νεύρα και της επέτρεπε να πηγαίνει επίσκεψη μόνο στη μητέρα του. Δεν της επέτρεπε να είχε φίλους και δεν είχε οποιοδήποτε δίπλα της. Η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν ήταν καλή απέναντι της. Οι γονείς της δεν ήταν ποτέ δίπλα της, τόσο πριν όσο και μετά το χωρισμό της. Μετά το χωρισμό τους, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να κρατήσει τη κόρη τους στην Τουρκία και μακριά από την παραπονούμενη. Εξήγησε, η παραπονούμενη, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες μετέφερε η ίδια την κόρη της στην Τουρκία και ότι υπέγραψε κάποια χαρτιά που της έδωσε ο κατηγορούμενος. Ανάφερε ότι φοβόταν ακόμα και για τη ζωή της μετά που του ανάφερε ότι ήθελε να χωρίσουν, τις απειλές που δέχθηκε αμέσως πριν μεταβεί στη Τουρκία και ακολούθως, τους λόγους που η ίδια μετέβηκε στη Γερμανία. Η παραπονούμενη, επίσης, έδωσε λεπτομέρειες και υποστήριξε επαρκώς τη θέση της για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν την άφηνε να έχει επικοινωνία με την κόρη της και ότι για να τα πηγαίνει καλά με την τελευταία και να της μιλά έπρεπε να το επιτρέψει ο κατηγορούμενος. Όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα που η παραπονούμενη ανάφερε στο Δικαστήριο δεν έχουν κλονιστεί καθ'οιονδήποτε τρόπο και δεν αναιρούνται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. Μέσα σε αυτές τις ιδιάζουσες προσωπικές συνθήκες της παραπονούμενης έχουν εξεταστεί οι θέσεις της για την καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας εναντίον του κατηγορούμενου λαμβάνοντας υπόψη και τη μαρτυρία των ψυχολόγων. Ειδικότερα, λάβαμε υπόψη το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ψυχιατρική πάθηση, πέραν των ψυχολογικών της προβλημάτων καθώς επίσης και το γεγονός ότι ένας συζυγικός βιασμός δεν αποκαλύπτεται εύκολα. Η παραπονούμενη ανάφερε ότι δεν μπορούσε να πει σε κανένα για τον επίδικο βιασμό. Ένοιωθε ντροπή, νόμιζε ότι έφταιγε και σκεφτόταν ότι έφταιγε που επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στην οικία του. Δεν ήθελε να το ξέρει κάποιος. Οι πιο πάνω θέσεις της, δεδομένης και της ανυπαρξίας οποιουδήποτε υποστηρικτικού περιβάλλοντος και των βιωμάτων της, δεν εκφεύγουν της λογικής. Λαμβάνεται υπόψη και η στέρηση από την παραπονούμενη της ανήλικης κόρης της και σε κάποια διαστήματα η επικοινωνία ή έστω ομαλή επικοινωνία μαζί της, ένεκα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια και η μη έγκαιρη καταγγελία για το δεύτερο περιστατικό, φαίνεται λογική αφού η παραπονούμενη είπε ότι αν πήγαινε στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος δεν θα την άφηνε να μιλήσει με το παιδί και εκείνο το διάστημα ήταν πάρα πολύ κοντά με αυτό, κάτι που συνάδει με την όλη εκδοχή της, χρονολογικά. Εν τέλει είπε, ήταν αυτό που συνέβηκε μετά την επίδικη καταγγελία. Περαιτέρω, ο τρόπος συμπεριφοράς της παραπονούμενης και ότι είχε μάθει πάντα να μην αντιδρά σε ό,τι της κάνουν, υποστηρίζει και δικαιολογεί την μη έγκαιρη υποβολή παραπόνου, ειδικά για το πρώτο επεισόδιο. Οι πιο πάνω θέσεις της προκύπτει να υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, η οποία εξήγησε γιατί δεν υποβάλλεται έγκαιρα ή ακόμα και καθόλου καταγγελία για βιασμό εναντίον συζύγου. Ο Μ.Κ.5, επίσης, εξήγησε την κατάσταση της παραπονούμενης στην βάση των βιωμάτων της και της κλινικής του εξέτασης ενώ η Μ.Κ.4 την ευαλωτότητα της. Όπως προκύπτει, περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 η παραπονούμενη είχε την αίσθηση ότι μπορεί κάποιος να της κάνει κακό, εξ' ου και ήταν κλειστή στον εαυτό της και ότι είναι μετά από δική του παρότρυνση που την έπεισε να προβεί σε καταγγελία, δεδομένης και της προηγούμενης συνεργασίας τους, η οποία κατά κάποιο τρόπο την ενδυνάμωσε και αφού ο ίδιος την διαβεβαίωσε ότι θα ήταν δίπλα της. Κατά συνέπεια η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας της, υπό τις περιστάσεις, δεν καταδεικνύει άνευ άλλου ψευδή καταγγελία. Η παραπονούμενη, περαιτέρω, εξήγησε γιατί τελικά αποφάσισε να καταγγείλει τα επίδικα περιστατικά. Πείστηκε από τις αναφορές και την επιμονή του Μ.Κ.5 και ότι πλέον έμαθε να μην σιωπά και να αντιδρά. Οι θέσεις της αυτές υποστηρίζονται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, ο οποίος ανάφερε στο Δικαστήριο το τί έλαβε χώρα μεταξύ του και της παραπονούμενης και ότι είναι ο ίδιος που την έπεισε να προβεί σε καταγγελία και ότι στην ουσία μπορούσε να το κάνει αφού η ψυχολογική της κατάσταση είχε βελτιωθεί. Η θέση της υπεράσπισης περί ψευδής καταγγελίας και κατασκευασμένου στην ουσία παραπόνου, προκύπτει επίσης να μην βρίσκει έρεισμα στο σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας. Δηλαδή, ότι η καταγγελία του επίδικου βιασμού στις 10/09/2021 ήταν κατασκευασμένη. Η παραπονούμενη προκύπτει σε ανύποπτο χρόνο και πριν από την καταγγελία της στην Αστυνομία να είχε αναφέρει στην γυναίκα του αδελφού του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος την είχε βιάσει. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη στη μαρτυρία της είπε ότι το έτος 2020 και όταν συνομιλούσε μαζί της, το είχε αναφέρει πάνω στην κουβέντα. Η θέση της μάρτυρος αυτής δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αντιθέτως, συμφώνησε ότι η μάρτυρας το είχε αναφέρει αυτό, αποδίδοντας της όμως αλλότρια κίνητρα. Παραθέτουμε κάτωθι τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις: «Ε: Σου υποβάλλω ότι αυτό το φτιαχτό σενάριο όλο που έκανες και το ανάφερες στο εν λόγω πρόσωπο αποσκοπούσε μόνο να διαλύσεις τον γάμο του κατηγορούμενου με τη γυναίκα του, την οποία ζηλεύεις. Α: Οκ. Δεν ήταν παντρεμένος, όταν της το είπα. Ε: Πότε της το είπες; Α: Νομίζω πρέπει να ήταν το 2020. Η κόρη μου ήταν ακόμα σπίτι τους, όταν της το είπα, θυμούμαι. Ε: Σου υποβάλλω ότι το 2020 ο κατηγορούμενος ήταν παντρεμένος. Α: Ναι. Ήταν παντρεμένος. Πότε παντρεύτηκε όμως το 2020;» Παρά το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό που φέρεται η παραπονούμενη να του ανάφερε για τον επίδικο βιασμό, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει, εντούτοις προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω, ότι η θέση της αυτή είναι αποδεκτή και αποτελεί κοινό έδαφος, αποδίδοντας της όμως αλλότρια κίνητρα, τα οποία όμως φαίνεται να μην ευσταθούν, αφού δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος κατ' εκείνο το διάστημα είχε ήδη παντρευτεί. Η μόνη μαρτυρία περί τούτου είναι η αναφορά της παραπονούμενης ανωτέρω, η οποία στην ουσία αμφισβητεί ότι τότε ήταν παντρεμένος ο κατηγορούμενος και μια άλλη της αναφορά κατά την κυρίως της εξέταση, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, ότι είναι αρχές του έτους 2021 που ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε. Κατά συνέπεια, μπορούμε να εκλάβουμε ως δεδομένο ότι η αναφορά αυτή έγινε προς το εν λόγω πρόσωπο, σε ανύποπτο χρόνο και πολύ πριν την καταγγελία και όχι με οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Παρόλο που δεν αποτελεί πρώτο παράπονο εν τη έννοια του Άρθρου 10 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, αλλά «αυτοεξυπηρετική» δήλωση (self - serving statement), εντούτοις μπορεί να γίνει αποδεκτή κατ' εξαίρεση για να καταδείξει, όχι την αλήθεια του περιεχομένου της, αλλά τη συνέπεια της παραπονούμενης εν όψει της αμφισβήτησης της και υποβολής κατασκευασμένου παραπόνου (βλ. Moύρτζινος v. Πλοίο "Galaxias" κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 612 και Ε.Α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Περαιτέρω, η μάρτυρας αυτή είχε αναφέρει τον επίδικο βιασμό και στον Μ.Κ.5, στα πλαίσια των πρώτων συναντήσεων τους για σκοπούς παράθεσης του ιστορικού της και τούτο έλαβε χώρα περί τον Ιούνιο του 2021 και πριν την επίδικη καταγγελία αλλά και πριν το δεύτερο επίδικο περιστατικό, μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή, ως ανωτέρω εξηγήθηκε και που τείνει να καταρρίψει τη θέση περί κατασκευασμένου παραπόνου. Έχουμε στρέψει την προσοχή μας και στην αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για τα δύο περιστατικά που η παραπονούμενη κατάγγειλε στην Αστυνομία στις 10/09/
  1. Για το πρώτο περιστατικό και το βιασμό, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ή δεν ήταν δυνατό, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλιστεί οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία. Για το δεύτερο περιστατικό, παρατηρούμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία προερχόμενη από τις Μ.Κ.2 και
  2. Η παραπονούμενη είπε ότι μετά από πάροδο 30 - 40 λεπτών από το δεύτερο περιστατικό με τον κατηγορούμενο, το είχε αναφέρει τηλεφωνικώς, αρχικά στην Μ.Κ.3 και μετά στην Μ.Κ.
  3. Η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ειδικότερα ότι είναι την ημέρα του περιστατικού που προέβηκε σε αυτές τις αναφορές. Η παραπονούμενη ναι μεν είπε ότι ηρέμησε και μετά τηλεφώνησε προς τα δύο πρόσωπα, όμως είναι φανερό ότι ήταν φοβισμένη όταν τις πήρε τηλέφωνο και αυτό φαινόταν όταν τους μίλησε. Η πιο πάνω μαρτυρία προέρχεται και από τις ίδιες τις Μ.Κ.2 και 3, η μαρτυρία των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και έχει κριθεί αξιόπιστη. Το γεγονός ότι δεν ανάφεραν στις καταθέσεις τους την ακριβή ημερομηνία που δέχθηκαν το τηλεφώνημα και μόνο ότι ήταν αρχές του Αυγούστου του 2021, δε διαφοροποιεί την κατάσταση και ότι ήταν την 01ην Αυγούστου του 2021 που αυτό έλαβε χώρα. Άλλωστε δεν τους υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση τους αντίθετη θέση και ούτε η θέση της παραπονούμενης περί τούτου, δηλαδή περί της ημερομηνίας των τηλεφωνημάτων, αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι το περιεχόμενο της συνομιλίας τους και η περιγραφή του όλου επεισοδίου στις Μ.Κ.2 και 3 συνάδει πλήρως με τα όσα τη παραπονούμενη ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, έγινε με την πρώτη ευκαιρία προς τα πρόσωπα αυτά, διαδοχικά και κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 10 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 και της Νομολογίας (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Trussler ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 38 και Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476) τα πιο πάνω αποτελούν πρώτο παράπονο. Το γεγονός ότι οι αναφορές της παραπονούμενης έγιναν στα πιο πάνω πρόσωπα, δεν αναιρούν την πιο πάνω κατάληξη μας. Η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε άλλο υποστηρικτικό περιβάλλον και εξήγησε τις σχέσεις της με την οικογένεια της και την μητέρα της, η οποία και να της το έλεγε δεν θα την καταλάβαινε, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Αντιθέτως, τα πιο κοντινά της πρόσωπα ήταν οι πιο πάνω μάρτυρες, φίλες και συναδέλφισσες της, οι οποίες της συμπαραστέκονταν. Στην Νικολαΐδης ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 645 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Οι λέξεις "μέλος του στενού περιβάλλοντος του θύματος" δεν περιορίζονται μόνο σε μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος αλλά μπορεί να συμπεριλάβουν και πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της οικογένειας. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να περιορίσει τα πρόσωπα στα οποία υποβάλλεται μια καταγγελία μόνο σε πρόσωπα που αποτελούν μέλη της οικογένειας, θα το ανέφερε τούτο ρητά. Αντίθετα η διεύρυνση των προσώπων που μπορεί να δεχθούν μια καταγγελία όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 10
(2)του Νόμου, υποδεικνύει ότι τα μέλη του στενού περιβάλλοντος του θύματος μπορεί να συμπεριλαμβάνουν και πρόσωπα που δεν αποτελούν στενά μέλη της ίδιας οικογένειας.». Περαιτέρω και σε συνέχεια των προαναφερόμενων, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο βάσιμα μπορεί να αποκλειστεί η παρουσίαση πέραν του ενός παραπόνου από πέραν του ενός προσώπου ή ακόμη και περισσότερων προσώπων, εάν όλα έγιναν σε εύλογο χρονικό διάστημα (Βλ. R v Lee
(1911)7 Cr App Rep 31 και Sutton v The King (No. 2) (1929 - 1933) 14 C.L.R. 160). Μπορεί να περιλάβει διαδοχικά παράπονα ή δηλώσεις που πληρούν τις πρόνοιες του σχετικού άρθρου του Νόμου. Έχουμε λάβει υπόψη μας τη γραμμή υπεράσπισης περί ψευδής καταγγελίας και ότι το κίνητρο της παραπονούμενης είναι να χωρίσει τον κατηγορούμενο από τη νέα του σύζυγο και τα δύο του παιδιά. Τούτη η θέση όμως, η οποία προβλήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης, δεν προκύπτει ως μια εύλογη, υπό τις περιστάσεις και την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, πιθανότητα. Ούτε δημιουργεί οποιαδήποτε υποβόσκουσα αμφιβολία για την γνησιότητα της καταγγελίας της. Η επίσκεψη της στην Αστυνομία στις 17/01/2021 για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για απειλή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο Συμβάντων της Αστυνομίας, ενέργεια την οποία και η ίδια η παραπονούμενη παραδέχθηκε καθώς και ο χρόνος που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία σε συνδυασμό με την τελευταία επίσκεψη της στην Τουρκία για να επισκεφθεί την κόρη της και να προσπαθήσει να την μεταφέρει (ανεπιτυχώς) στην Κύπρο, δεν μπορούν να υποστηρίξουν άνευ άλλου τη θέση της υπεράσπισης αλλά ούτε και να δημιουργήσουν αλλότρια κίνητρα στην καταγγελία της παραπονούμενης, όπως της υποβλήθηκαν. Η παραπονούμενη εξήγησε το λόγο που επισκέφθηκε την Αστυνομία στις 17/01/2021 λέγοντας ότι τότε είχε τσακωθεί με τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο και την απείλησε. Ο λόγος ήταν διότι η ίδια ανησυχούσε για την κόρη της όταν έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε παντρευτεί, μια ανήλικη κατά τη θέση της, η οποία θα πρόσεχε ένα άλλο ανήλικο, την κόρη της. Από όσα αποκαλύπτονται για αυτή την καταγγελία, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι σχετιζόταν με τη λογομαχία που η παραπονούμενη είχε με τον κατηγορούμενο σε σχέση με την κόρη τους. Δεν έχει προκύψει σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την μαρτυρία της παραπονούμενης ότι η τελευταία είχε οποιοδήποτε πρόβλημα που ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε εκ νέου ή ότι τον ζήλευε, θέση που της υποβλήθηκε σε κάποιο στάδιο. Η υποβολή της αίτησης διαζυγίου από τον κατηγορούμενο, δεδομένων των εξηγήσεων που η παραπονούμενη έδωσε - δεν την ενδιέφερε, δεν είχε χρήματα και είχαν μιλήσει με τον κατηγορούμενο να υποβάλει εκείνος την αίτηση- δεν καταδεικνύει ότι είναι ο κατηγορούμενος που επιθυμούσε να χωρίσουν με την παραπονούμενη και η ίδια δεν το δεχόταν ή ότι δεν ήθελε. Ούτε υποστηρίχθηκε τέτοια εκδοχή. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προέκυψε είναι ότι είναι η παραπονούμενη που επιθυμούσε να χωρίσει τον κατηγορούμενο εξηγώντας τις δυσκολίες στο γάμο της και τη συμπεριφορά του. Κατά συνέπεια, δεν έχει προκύψει να υπήρχε οποιοδήποτε αίσθημα της αγάπης της παραπονούμενης στον κατηγορούμενο ή έστω να το ζήλευε. Τη στιγμή που για τρία χρόνια περίπου μετά το πρώτο περιστατικό δεν είχαν επικοινωνία και η παραπονούμενη ήταν κλειστή στον εαυτό της και στο σπίτι της, μετά το πρώτο συμβάν. Οι δε σχέσεις της με τη νέα σύζυγο του κατηγορούμενου μέχρι και την καταγγελία προκύπτει να ήταν καλές, όπως η ίδια τις περιέγραψε και τις εξήγησε στο Δικαστήριο, χωρίς να προκύπτει αυτό να έτυχε αμφισβήτησης. Μάλιστα, είναι μη αμφισβητούμενο γεγονός από τη μαρτυρία της ότι από τον Ιούνιο του 2021, η ίδια βοηθούσε τον κατηγορούμενο και της απέστελλε χρήματα, με γνώμονα πάντοτε το καλό του παιδιού της. Κατά την παραμονή της στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2021, δεν υπήρχε οποιοδήποτε επεισόδιο με τη νέα σύζυγο του κατηγορούμενου, πέραν των διαπιστώσεων και απογοήτευσης της παραπονούμενης για τις συνθήκες διαβίωσης της ανήλικης κόρης της, παράπονο το οποίο εξέφρασε στον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο καταδεικνύουν είναι το ενδιαφέρον της παραπονούμενης για την κόρη της και μόνο και τις προσπάθειες που έκανε για να μπορεί να έχει επαφή μαζί της και αν είναι δυνατό να την έχει κοντά της και σε καμία περίπτωση καταδεικνύουν ζήλια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου και προσπάθεια της να τον χωρίσει από τη νέα του σύζυγο. Η δε καταγγελία της το 2013 όταν ακόμα ήταν παντρεμένοι με τον κατηγορούμενο, συνηγορεί επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Αν η παραπονούμενη ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο θα μπορούσε από τον Ιανουάριο του 2021, όταν έμαθε ότι ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε ξανά, να προέβαινε τότε σε ψεύτικη καταγγελία στην Αστυνομία ότι είχε βιαστεί και να την προωθούσε και όχι όταν το έπραξε και κάτω από τις συνθήκες που το έκανε και κατόπιν προτροπής του Μ.Κ.5. Περαιτέρω, ούτε η θέση ότι η παραπονούμενη θέλει να αποξενώσει τον κατηγορούμενο από τα δύο του παιδία, προκύπτει, να αποτελεί την κινητήριο δύναμη της παρούσας καταγγελίας. Δεν έχει προκύψει πότε ο κατηγορούμενος απέκτησε τα δύο αυτά παιδιά με τη νέα του σύζυγο και κατά πόσο αυτά κατά την υποβολή της καταγγελίας της υπήρχαν. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω η παραπονούμενη είχε αρχίσει συνεργασία με τον Μ.Κ.5 περί τον Ιούνιο του 2021, δηλαδή, πριν από το ταξίδι της στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2021 και στα πλαίσια αναφοράς του ιστορικού της, είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει το 2018 ενώ τον προηγούμενο χρόνο το είχε αναφέρει στη γυναίκα του αδελφού του. Γενικότερα όμως και στη βάση όλης της μαρτυρίας δεν προκύπτει η παραπονούμενη να είχε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα, όπως αυτά που της υποβλήθηκαν. Έχουμε αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να αποδεχθούμε την εκδοχή της παραπονούμενης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία για το πρώτο επεισόδιο και ανεξαρτήτως της ύπαρξης μιας τέτοιας μαρτυρίας στην περίπτωση του δεύτερου περιστατικού, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό ότι πρόκειται για μια γνήσια καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη μας έχει κάνει εξαιρετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και στην βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της, η μαρτυρία της δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ρήγματα ή ενδείξεις αναξιοπιστίας. Η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας της, επίσης, δικαιολογείται πειστικά από την ίδια και συνάδει πλήρως και με τη μαρτυρία των ψυχολόγων, Μ.Κ.4 και 5. Κατά συνέπεια, η ποιότητα της μαρτυρίας της είναι τέτοια, που ανεξαρτήτως της ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας ή όχι, μας παρέχει την αναγκαία ασφάλεια να βασιστούμε σε αυτή. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της παραπονούμενης στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο 11 Α και Β). Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων στην Αστυνομία, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ουσιαστικά αρνείται την διάπραξη των αδικημάτων, ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις αναφορές του αυτές, τόσο σε σχέση με το πρώτο όσο και σε σχέση με το δεύτερο επεισόδιο. Η αναφορά του ότι η παραπονούμενη είναι πρώην σύζυγος του και ότι μαζί έχουν αποκτήσει μια κόρη, τη Μαρία, συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία και μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η παραπονούμενη είναι η τρίτη φορά που τον καταγγέλλει, τούτος συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 και τα τεκμήρια 16 και
  1. Δηλαδή ότι σε δύο προηγούμενες ημερομηνίες είχε προβεί σε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου, το οποίο όμως δεν προώθησε. Το κατά πόσο όμως η παραπονούμενη είναι ψεύτρα ή όχι ένεκα τούτων ή και γενικότερα, δεν είναι θέση στην οποία μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Η αξιολόγηση της παραπονούμενης έγινε ανωτέρω και η θέση αυτή του κατηγορούμενου στην κατάθεση του δεν συνάδει με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία. Έχοντας λοιπόν υπόψη μας την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα κάτωθι αποτελούν τα περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου: - Μετά το χωρισμό της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη μετέβηκε στη Τουρκία όπου μετέφερε την ανήλικη κόρη τους στην μητέρα του κατηγορούμενου, αφού ο τελευταίος αποφάσισε ότι η ανήλικη θα έπρεπε να διαμένει εκεί. Στη συνέχεια η παραπονούμενη μετεβηκε στη Γερμανία αφού φοβόταν να γυρίσει πίσω στην ίδια οικία μαζί με τον κατηγορούμενο ένεκα και των απειλών που είχε εκτοξεύσει εναντίον της και την αντίδραση του από το γεγονός ότι η παραπονούμενη ήθελε να χωρίσουν. - Ο κατηγορούμενος δεν επέτρεπε στην παραπονούμενη να έχει επικοινωνία και επαφή με την ανήλικη κόρη της. Η παραπονούμενη επέστρεψε στην Κύπρο περί τα τέλη του 2017 και μετά από πάροδο 2 - 3 μηνών οι σχέσεις της με τον κατηγορούμενο βελτιώθηκαν και ο τελευταίος της επέτρεπε να έχει επικοινωνία με την ανήλικη κόρη της. - Ένεκα των πιο πάνω και με σκοπό η παραπονούμενη να διατηρεί επαφή με την κόρη της, προσπαθούσε να τα έχει καλά με τον κατηγορούμενο. - Στα πιο πάνω πλαίσια, η παραπονούμενη κατά τον Μαϊο του 2018, επισκέφθηκε την οικία - δωμάτιο όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, αφού ο τελευταίος της το ζήτησε λέγοντας της ότι ήταν άρρωστος και ήθελε παρέα. - Η παραπονούμενη ενώ βρισκόταν στο πιο πάνω μέρος και έπινε καφέ με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος σε κάποια στιγμή, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα, η οποία χρησιμοποιείτο ως η είσοδος στο χώρο διαμονής του κατηγορούμενου, την οποία κλείδωσε και πήρε το κλειδί. - Η παραπονούμενη άρχισε να ανησυχεί διότι δεν γνώριζε τις προθέσεις του και όταν τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, ο κατηγορούμενος δεν της απάντησε και άρχισε να γελά ειρωνικά. - Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει την παραπονούμενη στα χέρια, τα πόδια και στον πισινό της, ενώ η ίδια προσπαθούσε να του ξεφύγει ανεπιτυχώς. - Μετά την άρπαξε και την έριξε στο κρεββάτι το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα, την πίεζε με τα χέρια του τα οποία είχε τοποθετημένα στους ώμους της και της έβγαλε τη φανέλα που φορούσε, της κατέβασε και της έβγαλε το τζιν παντελόνι που φορούσε και το εσώρουχο της. - Η παραπονούμενη αντιδρούσε και προσπαθούσε να ξεφύγει και σφιγγόταν. - Ο κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι του και το εσώρουχο του και πήγε από πάνω της. - Η παραπονούμενη αντιδρούσε, έσφιγγε τα πόδια της για να μην καταφέρει να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της και φώναζε αλλά εκείνος είχε πολλή δύναμη. - Στη συνέχεια και μετά από πάροδο 3 - 4 λεπτών κουράστηκε και δεν μπορούσε να αντιδράσει άλλο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να καταφέρει να έρθει σε σεξουαλική επαφή - κολπική μαζί της και να τελειώσει μέσα της. Η όλη πράξη διήρκεσε 2 - 3 λεπτά. - Μετά τα πιο πάνω, η παραπονούμενη σηκώθηκε από το κρεββάτι, ντύθηκε και του ζήτησε να της ανοίξει για να φύγει με τον κατηγορούμενο να της λέει να παραμείνει στο χώρο, δίνοντας της την εντύπωση από το ύφος του ότι δεν είχε καταλάβει ότι αυτό που έκανε ήταν άσχημο και για να της ζητήσει συγνώμη. - Πριν της ανοίξει την πόρτα, η παραπονούμενη του είχε αναφέρει «Φαντάστου να έρτει να κάμει κάποιος της κόρης σου έτσι πράγμα.» Εν τέλει της άνοιξε και έφυγε. - Μετά το πιο πάνω περιστατικό η παραπονούμενη ένοιωσε αηδία και φόβο για τον κατηγορούμενο. Πήγαινε στην εργασία της και στη συνέχεια επέστρεφε στο σπίτι της όπου ήταν κλειδωμένη στο δωμάτιο της. Δεν είχε κοινωνική ζωή και ακόμη και τα απαραίτητα, όπως αγορά φαρμάκων, κάποιες φορές την βοηθούσε η φίλη της, η Μ.Κ.
  2. - Ο κατηγορούμενος μετά το πιο πάνω επεισόδιο δεν ενόχλησε την παραπονούμενη ξανά, για περίοδο περίπου τριών χρόνων. Ο ίδιος επικοινώνησε μαζί της περί τον Ιούνιο του 2021 όταν ήθελε βοήθεια για την αποστολή χρημάτων προς την νέα του σύζυγο μέσω της Τράπεζας. - Η παραπονούμενη τον βοηθούσε με την αποστολή των χρημάτων αυτών και οι σχέσεις τους είχαν βελτιωθεί σε μια προσπάθεια της να τα πηγαίνει καλά με το παιδί της και να έχει καλή επικοινωνία. Μάλιστα σε μια περίπτωση συνόδευσε τον κατηγορούμενο στη Λάρνακα όπου ήθελε να πάει για να δει ένα λυόμενο. - Περί τον Ιούλιο του 2021, ο κατηγορούμενος επέτρεψε στην παραπονούμενη και επισκέφθηκε την ανήλικη κόρη της στην Τουρκία. - Κατά την 01ην/08/2021 και περί τις 20:00 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε της παραπονούμενης και της ζήτησε να την επισκεφθεί στην οικία της με σκοπό να της παραδώσει κάποια χρήματα που της χρωστούσε. Τον περίμενε έξω από το σπίτι για να έρθει καθότι δεν ήθελε να είναι μέσα μόνοι τους. Η παραπονούμενη φοβόταν τον κατηγορούμενο και είχε αντιληφθεί από τις προηγούμενες συναντήσεις τους ότι αυτός ήθελε να έχουν και σεξουαλικές σχέσεις ενώ η ίδια δεν ήθελε. - Όταν έφθασε εκεί και τις έδωσε τα χρήματα, παρά την επιμονή του για να εισέλθουν στην οικία, η παραπονούμενη αρνείτο λέγοντας του ότι μέσα ήταν η αδελφή της. Κατά το χρόνο εκείνο όμως εμφανίστηκε η αδελφή της, η οποία αφού πήρε κάτι από το σπίτι, έφυγε. - Ο κατηγορούμενος τότε ξεκίνησε να την ρωτά γιατί του είπε ψέματα και μετά από επιμονή του και διαβεβαιώσεις που της έδωσε ότι δεν θα την πειράξει, να μην φοβάται και να μπουν στο σπίτι, η παραπονούμενη πείστηκε. - Μόλις μπήκαν στο σπίτι και αφού διέσχισαν το σαλόνι, εισερχόμενοι στην κουζίνα, ο κατηγορούμενος την έπιασε, την στρίμωξε στον τοίχο και ξεκίνησε να την φιλά σε διάφορα μέρη του σώματος της και ειδικότερα στο λαιμό και το πρόσωπο. Προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της παρά τη θέληση της και χωρίς τη συγκατάθεση της. Πανικοβλήθηκε και του φώναζε πολύ δυνατά να σταματήσει, να φύγει από το σπίτι της και καλούσε για βοήθεια, αλλά κανένας δεν την άκουσε. - Ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή, επειδή η παραπονούμενη φώναζε πολύ δυνατά τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω και τότε η παραπονούμενη βρήκε ευκαιρία και κατάφερε και του ξέφυγε προλαβαίνοντας να εισέλθει εντός του υπνοδωματίου της και κλείδωσε τη πόρτα. - Μετά από πάροδο 30 λεπτών περίπου και αφού δεν άκουγε οποιοδήποτε θόρυβο, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε φύγει. - Ακολούθως, επικοινώνησε με τις Μ.Κ.2 και 3, στις οποίες ανάφερε το όλο συμβάν. - Μετά το πιο πάνω συμβάν η παραπονούμενη ένοιωσε και πάλι αηδία για τον κατηγορούμενο και φόβο. - Η παραπονούμενη από τον Ιούνιο του 2021, άρχισε συνεργασία με τον Μ.Κ.5 - ψυχολόγο και στα πλαίσια συνάντησης τους στις 08/09/2021 του ανάφερε το όλο συμβάν. Η ίδια δεν είχε σκοπό να το καταγγείλει στην Αστυνομία διότι την περίοδο εκείνη είχε μια καλή επικοινωνία με την κόρη της και δεν ήθελε να διακοπεί. Εν τέλει ο Μ.Κ.5 την έπεισε να προβεί σε καταγγελία. - Η παραπονούμενη πάσχει από χρόνιο μετατραυματικό στρες το οποίο έχει διακυμάνσεις ανάλογα με τα ερεθίσματα. Ο Μ.Κ.5 ένοιωσε ότι το τελευταίο περιστατικό έθετε σε κίνδυνο και επηρέαζε την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης για αυτό επέμενε να καταγγελθεί. - Κατά την αξιολόγηση της παραπονούμενης από τη Μ.Κ.4 κατά τον Αύγουστο του 2022 διαπιστώθηκε αυτή να παρουσιάζει Μείζονος Καταθλιπτική Διαταραχή Ήπιας Βαρύτητας με αγχώδη δυσφορία. - Το δύσκολο οικογενειακό και οικονομικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε η παραπονούμενη και τα βιώματα της θα μπορούσαν να προκαλέσουν τα πιο πάνω ψυχολογικά προβλήματα, θα μπορούσαν και όχι. Το κατά πόσο ένα ψυχοπιεστικό γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε ψυχικό τραύμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως την ηλικία, το φύλο, την ψυχική ανεκτικότητα, την ιδιοσυγκρασία, τα χαρακτηριστικά, την προσωπικότητα. - Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι δυνητικά τα τραύματα που παρουσιάζει η παραπονούμενη μπορεί να προκληθούν μετά από ένα βιασμό ή σεξουαλική κακοποίηση. - Η παραπονούμενη περιέγραψε το συναίσθημα της θλίψης, αδιεξόδου, έντονου θυμού στην Μ.Κ.4 μετά τον βιασμό γι' αυτό και είχε αναφέρει πως διέκοψε στη συνέχεια την επικοινωνία με τον πρώην σύζυγο της. Προτού καταλήξουμε στο κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, στο σημείο αυτό, θα αναφερθούμε στη θέση της υπεράσπισης περί πλημμελής διερεύνησης της υπόθεσης και παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Αποτέλεσε λοιπόν θέση της υπεράσπισης ότι η Αστυνομία προέβηκε σε πλημμελή διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Υποβλήθηκε συγκεκριμένα στο Μ.Κ.6 ότι δεν διερευνήθηκε το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διέμενε μόνος του στην οικία όπου έγινε ο κατ' ισχυρισμό βιασμός, ότι δεν διερευνήθηκε ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι σε προγενέστερο στάδιο της καταγγελίας της ανάφερε τον εν λόγω βιασμό στην σύζυγο του αδελφού του και ότι δεν λήφθηκε κατάθεση από την αδελφή της παραπονούμενης, η οποία πριν το δεύτερο συμβάν είχε μεταβεί στην οικία της και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της. Επίσης, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν λήφθηκαν τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και ούτε έγιναν έρευνες για να εντοπιστούν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της βασιζόμενη στα πιο πάνω, υποστήριξε τη θέση της περί πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης και παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Είναι νομολογημένο, ότι σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (βλ. Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Το ερώτημα όμως που προκύπτει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο οι εν λόγω παραλείψεις άπτονται ή εκτείνονται μέχρι του σημείου που να μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης ή απλώς αυτές επηρεάζουν την αποδοχή της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Είναι ξεκάθαρο επίσης και νομολογημένο ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων καθότι η μαρτυρία που η Αστυνομία συλλέγει στο στάδιο αυτό καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δίκης (βλ. Panovits v. Cyprus, Aρ. Αιτ. 4268/04, Ημερ. 11/12/2008 και Salduz v. Turkey, Αίτηση Αρ. 36391/02, Ημερ. 27/11/2008 του ΕΔΑΔ και Σκορέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 101/2013, ημερ. 06/06/2016). Στην Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459 λέχθηκε ότι ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση. Για να κριθεί ως μη δίκαιη η δίκη για ένα κατηγορούμενο λόγω των παραλείψεων των διωκτικών αρχών κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η δράση τους μολύνεται από αλλότρια κίνητρα και ότι οι παραλείψεις αυτές θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση και το βάρος απόδειξης τούτου το φέρει ο κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22/05/2014). Στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει να έχει υποστηριχθεί ότι οι ανακριτικές αρχές λειτούργησαν με αλλότρια κίνητρα. Η όλη εισήγηση, στην ουσία, εστιάζεται σε συγκεκριμένες παραλείψεις οι οποίες κατά την υπεράσπιση αφήνουν κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και δημιουργούν το κίνδυνο για άδικη καταδίκη και αποδοχή της εκδοχής της παραπονούμενης. Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε έκαστο των θεμάτων που έχει θέσει η υπεράσπιση, επί αυτής της πτυχής για να καταδείξουμε ότι υπό τις περιστάσεις δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα για πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης σε βαθμό που να προκαλείται αδικία στον κατηγορούμενο, λαμβάνοντας υπόψη μας ολόκληρη τη μαρτυρία. Το κατά πόσο διερευνήθηκε αν ο κατηγορούμενος διέμενε με άλλο ή άλλα πρόσωπα, δεν προκύπτει να είναι ουσιώδες ζήτημα στην υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή. Κατ' αρχάς ουδέποτε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανάφερε ότι μαζί του στην συγκεκριμένη οικία διέμενε άλλο πρόσωπο για να διερευνηθεί η θέση αυτή. Κατά δεύτερο, που είναι και το σημαντικό, ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι παρών κατά την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν άλλο πρόσωπο το οποίο διέμενε με τον κατηγορούμενο. Η μόνη ερώτηση που υποβλήθηκε στη παραπονούμενη ήταν κατά πόσο διέμενε κάποιο άλλο πρόσωπο μαζί του και έδωσε την απάντηση της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Η μη λήψη κατάθεσης από τη σύζυγο του αδελφού του κατηγορούμενου, δεν αποτελεί ουσιώδη παράλειψη, στην βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Κατ' αρχάς, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε για τις ενέργειες στις οποίες έκανε για να εντοπίσει το πρόσωπο αυτό. Κατά δεύτερο, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης η ισχυριζόμενη θέση της ότι όντως ανάφερε στο εν λόγω πρόσωπο ότι είχε βιαστεί από τον κατηγορούμενο, ως λεπτομερώς αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Ουδέποτε της υποβλήθηκε ότι δεν ανάφερε στο εν λόγω πρόσωπο κάτι τέτοιο και ότι δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία στον ανακριτή με σκοπό να μην μπορεί να εντοπιστεί. Το τι της έχει υποβληθεί ήταν ότι όντως της ανάφερε ότι είχε βιαστεί αλλά με αλλότρια κίνητρα και με σκοπό να χωρίσει τον κατηγορούμενο από τη νέα του σύζυγο. Εν όψει αυτής της θέσης της υπεράσπισης, η μη λήψη κατάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο, δεν αποτελεί παράλειψη ή επηρεάζει καθοιονδήποτε τρόπο την αξιολόγηση της παραπονούμενης. Η μη λήψη κατάθεσης από την αδελφή της παραπονούμενης η οποία πριν το δεύτερο συμβάν είχε μεταβεί στην οικία της και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της καθώς και από τον εργοδότη της, δεν έχει καταδειχθεί πώς επηρεάζει τον κατηγορούμενο και την εκδοχή της παραπονούμενης. Η αδελφή της δεν ήταν παρούσα και μάρτυρας των γεγονότων του δεύτερου επεισοδίου. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί την παραπονούμενη την 01ην/08/2021 είναι ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε η ίδια και η θέση της έχει αξιολογηθεί. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι σχέσεις της παραπονούμενης με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της δεν έχει προκύψει να αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ούτε η θέση της για το ότι για περίοδο τριών περίπου χρόνων ήταν κλειστή στον εαυτό της και στο σπίτι, κάτι το οποίο επιβεβαίωσαν και οι Μ.Κ.2 και 3. Όσον αφορά το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και ούτε έγιναν έρευνες για να εντοπιστούν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, δεν έχει υποδειχθεί πώς επηρεάζει τον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για την ύπαρξη τέτοιων κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης στο χώρο των συμβάντων. Δεν έχει επίσης υποδειχθεί με ποιο τρόπο η λήψη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και αν αυτό θα μπορούσε να κριθεί νόμιμο επηρεάζουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένες θέσεις για ανταλλαγή μηνυμάτων και επικοινωνίας με τον κατηγορούμενο υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη και είχε συμφωνήσει με αυτές. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εφικτό, υπό τις περιστάσεις, να λαμβανόταν γενετικό υλικό από τα ρούχα της παραπονούμενης, δεδομένου και του χρόνου που έλαβε χώρα η καταγγελία, ούτε και ποια θα ήταν η χρησιμότητα αυτής. Ο Μ.Κ.6 διερεύνησε τις θέσεις του κατηγορούμενου για τις δύο προηγούμενες καταγγελίες - παράπονα που υπέβαλε η παραπονούμενη στην Αστυνομία και κατάθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 16 και 17, τα οποία συνυπολογίστηκαν κατά την αξιολόγηση της εκδοχής της. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν έχει, υπό τις περιστάσεις, καταδειχθεί ότι η μη εξασφάλιση και προσκόμιση στο Δικαστήριο της ανωτέρω μαρτυρίας έθεσε το κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση ή θα μπορούσε να αφήνει οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Στην βάση, λοιπόν, των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαραίτητο βαθμό, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με την 1ην κατηγορία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα του βιασμού. Η εν λόγω κατηγορία εδράζεται επί του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και επί των Άρθρων 2, 3, 5 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Ν. 119
(1)/
  1. Το Άρθρο 144 του Κεφ. 154, ως ίσχυε κατά τον επίδικο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, επί του οποίου εδράζεται επίσης η επίδικη κατηγορία, έχει ως ακολούθως: «
  2. Όποιος έρχεται σε παράνοµη συνουσία µε γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή µε τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωµατικής βλάβης ή προκειµένου για παντρεµένη γυναίκα, µε την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήµατος το οποίο καλείται βιασµός.» Στη βάση των πιο πάνω Άρθρων, τα συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθούν για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του βιασμού είναι η παράνομη συνουσία με γυναίκα και αυτή να έλαβε χώρα, χωρίς τη συναίνεση της ή με τη συναίνεση της η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης Σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί βιασμός θα πρέπει να υπάρχει εισδοχή του πέους στον κόλπο ή στον πρωκτό της παραπονουμένης. Όπου αποδεικνύεται εισδοχή ο βιασμός συντελείται ακόμα και αν δεν υπάρξει εκσπερμάτωση. Πρέπει, επίσης ,να αποδειχθεί η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea) ότι, δηλαδή, αυτός γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι η παραπονουμένη δεν συναινούσε στη συνουσία ή ότι ήταν αδιάφορος ως προς το εάν συναινούσε ή όχι. Στην Bejandi ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/2012, ημερομηνίας 17.12.2014 λέχθηκαν τα εξής σχετικά σε σχέση με το ζήτημα της συναίνεσης: «Ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[2]. Στο βαθμό και την έκταση που μας αφορά το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει η παραπονούμενη κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Και αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;» Δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος για σωματική βλάβη, η απόδειξη της οποίας απαιτείται μόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συναίνεσης της, όμως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συναίνεσης. Για την έννοια της «συναίνεσης», θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Dunn, LJ στην υπόθεση R. ν. Olugboja [1981] EWCA Crim 2: « Although "consent" is an equally common word it covers a wide range of states of mind in the context of intercourse between a man and a woman, ranging from actual desire on the one hand to reluctant acquiescence on the other. We do not think that the issue of consent should be left to a jury without some further direction. What this should be will depend on the circumstances of each case. The jury will have been reminded of the burden and standard of proof required to establish each ingredient, including lack of consent, of the offence. They should be directed that consent, or the absence of it, is to be given its ordinary meaning and if need be, by way of example, that there is a difference between consent and submission; every consent involves a submission, but it by no means follows that a mere submission involves consent, (per Coleridge J. in R. ν Day
(1841)9 C. & P. 722, at page 724). In the majority of cases, where the allegation is that the intercourse was had by force or the fear of force, such a direction coupled with specific references to and comments on the evidence relevant to the absence of real consent will clearly suffice. In the less common type of case where intercourse takes place after threats not involving violence or the fear of it, as in the examples given by Mrs. Trewella, to which we have referred earlier in this judgment, we think that an appropriate direction to a jury will have to be fuller. They should be directed to concentrate on the state of mind of the victim immediately before the act of sexual intercourse, having regard to all the relevant circumstances, and in particular the events leading up to the act, and her reaction to them showing their impact on her mind. Apparent acquiescence after penetration does not necessarily involve consent, which must have occurred before the act takes place. In addition to the general direction about consent which we have outlined, the jury will probably be helped in such cases by being reminded that in this context consent does comprehend the wide spectrum of states of mind to which we earlier referred, and that the dividing line in such circumstances between real consent on the one hand and mere submission on the other may not be easy to draw. Where it is to be drawn in a given case is for the jury to decide, applying their combined good sense, experience and knowledge of human nature and modern behaviour to all the relevant facts of that case.» Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο. Όμως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι συναινεί.» Πέραν των ως άνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και την ύπαρξη ένοχης σκέψης από πλευράς του κατηγορουμένου, εάν δηλαδή η σεξουαλική πράξη η οποία διενεργείται στην απουσία πραγματικής συναίνεσης, διενεργείται από πλευράς κατηγορουμένου εν γνώση του ότι δεν υφίσταται πραγματική συναίνεση ή αδιαφορώντας για το ζήτημα (βλ. σχετικά Ν.Χ.ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 503). Λαμβάνοντας υπόψη μας τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος τον Μάϊο του 2018, στην οικία ή δωμάτιο όπου διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, με τον τρόπο που η τελευταία ανάφερε. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος έβαλε το πέος του στο κόλπο της και τέλειωσε εντός αυτού. Επίσης, προκύπτει από τα γεγονότα, ως αυτά αποδείχθηκαν και από την όλη εκδοχή της παραπονούμενης, η οποία έγινε αποδεκτή, ότι η τελευταία δεν είχε συναινέσει σε αυτή την συνουσία. Μετά που ο κατηγορούμενος κλείδωσε την μπαλκονόπορτα, η παραπονούμενη ανησύχησε για τις προθέσεις του κατηγορούμενου και όταν στη συνέχεια, την έπιασε και την έριξε στο κρεββάτι αρχίζοντας να της βγάζει τα ρούχα, η παραπονούμενη τον έσπρωχνε και τον απωθούσε από πάνω της, φώναζε και αντιδρούσε λέγοντας του να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος ασκούσε βία εναντίον της κρατώντας της και πιέζοντας της στους ώμους και όταν η παραπονούμενη κουράστηκε πλέον να αντιδρά, επήλθε η συνουσία. Στη βάση των πιο πάνω περιστάσεων και των γεγονότων όπως αποδείχθηκαν, προκύπτει ξεκάθαρα η έλλειψη συναίνεσης της παραπονούμενης. Τούτη η έλλειψη συναίνεσης επίσης ήταν αντιληπτή στον κατηγορούμενο ο οποίος όμως προχώρησε, κρατώντας την από τους ώμους και πιέζοντας την παραπονούμενη για να μην ξεφύγει ή τουλάχιστον αδιαφόρησε για τούτο. Εξ' ου και μετά τον βιασμό, σύμφωνα με τις αναφορές της παραπονούμενης, ο ίδιος της ζητούσε να παραμείνει στο χώρο σαν μην είχε συμβεί τίποτε. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι στοιχειοθετούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Η 2η και 4η κατηγορία, αφορούν το αδίκημα της Άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Το Άρθρο 4
(1)
(2)(α) του Νόμου 119
(1)/2000 δημιουργεί νέο αδίκημα αυξημένης σοβαρότητας όταν το αδίκημα του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δηλαδή της Άσεμνης Επίθεσης διαπράττεται εναντίον μέλους της οικογένειας. Το Άρθρο 151 του Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «Όποιος παράνοµα και άσεµνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.» Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου χχχ Πετρίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 153/2021, Ημερ. 14/11/2023 έγινε ανασκόπηση των συστατικών στοιχείων του πιο πάνω αδικήματος, την οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης του Π.Κ. 151 απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Επιτέθηκε (assault), (β) Άσεμνα (indecently), (γ) Παράνομα (unlawfully), (δ) Εναντίον γυναίκας. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω αδίκημα είναι όμοιο με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 14
(1)του προϊσχύσαντος αγγλικού Sexual Offences Act 1956 («indecent assault on a woman»). Αναγκαία είναι επίσης και η υπενθύμιση ότι στην ημεδαπή έννομη τάξη ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει και τα δύο είδη επιθέσεων που είναι γνωστά στο κοινοδίκαιο ως «assault» και «battery» (Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου
(2015)2(Α) Α.Α.Δ. 128), αν και γενικά είναι δεκτό ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις ο όρος «assault» χρησιμοποιείται ως περιέχων και τα δύο αυτά αδικήματα του κοινοδικαίου (Archbold 2023, §19‑ 221). Ειδικά ως προς την άσεμνη επίθεση θεωρούμε πως αποδίδει τα ισχύοντα το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Court
(1989)Α.C. 28 H.L.: «. it is self evident, that the first stage in the proof of the offence is for the prosecution to establish an assault. The «assault» usually relied upon is a battery, the species of assault, conveniently described by Lord Lane C.J. in Faulkner v. Talbot [1981] 1 W.L.R. 1528, 1534 as «any intentional touching of another person without the consent of that person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate». But the «assault» relied upon need not involve any physical contact but may consist merely of conduct which causes the victim to apprehend immediate and unlawful personal violence. In the case law on the offence of indecent assault, both categories of assault feature». Σε απόλυτη συνάφεια με τα ανωτέρω προσθέτουμε πως η επίθεση είναι δυνατόν να διαπραχθεί και διά λόγων ή ακόμα και διά της σιωπής υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναλόγως των περιστάσεων. Επ' αυτού σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Ireland, Burstow
(1998)A.C. 147 H.L.: «The proposition that a gesture may amount to an assault, but that words can never suffice, is unrealistic and indefensible. A thing said is also a thing done. There is no reason why something sa

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.