ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V., Αρ. Υπόθεσης: 8442/23, 1/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8442/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. T. V. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 1/12/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. E. Χειμώνας. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες βιασμού, απόπειρας βιασμού, απαγωγής, απαίτησης περιουσίας με απειλές, επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, απειλής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και άσκησης ψυχολογικής βίας (κατηγορίες 1 - 8 αντίστοιχα). Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε συνολικά 14 μάρτυρες. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο στο στάδιο αυτό. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Χειμώνας υποστήριξε ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, είναι τόσο αντινομική και αντιφατική, που δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο. Προς υποστήριξη της θέσης του, ο συνήγορος προέβη, στη γραπτή του αγόρευση, σε εκτενή αναφορά τόσο στην ίδια τη μαρτυρία της παραπονούμενης (Μ.Κ.7), με αναφορά σε αντιφάσεις και διαφορές που εντόπισε σε αυτήν αλλά και κατ' αντιπαραβολή αυτής με τη λοιπή μαρτυρία και ιδιαίτερα την επιστημονική, ώστε να καταδείξει ότι η εκδοχή της παραπονούμενης είναι μη πειστική και διαψεύδεται από τη λοιπή μαρτυρία. Επιπρόσθετα δε, ο κ. Χειμώνας εισηγήθηκε ουσιαστικά ότι ακόμη και εάν κρινόταν ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν είναι αντιφατική ή αντινομική, δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 3, 6 και 8. Ως προς τούτο σε σχέση με τη κατηγορία 3, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η παραπονούμενη στη μαρτυρία της δεν ανέφερε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος όταν την πλησίασε (και ακολούθως την απήγαγε, ως η θέση της παραπονούμενης) είχε σκοπό να έλθει σε συνουσία μαζί της. Σε σχέση δε με τις κατηγορίες 6 και 8, ο κ. Χειμώνας ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε στη μαρτυρία της ότι της έχει προκληθεί φόβος, ο οποίος, ως η θέση του συνηγόρου, είναι κοινό συστατικό στοιχείο των δύο αυτών αδικημάτων. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η εκπρόσωπος της οποίας στη δική της αγόρευση, υποστήριξε ότι η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε, αντικειμενικά εξεταζόμενη είναι τέτοια ώστε αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Εδώ να λεχθεί ότι τα όσα παρατέθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και μαζί με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης, έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν περαιτέρω παράθεσης στο σημείο αυτό. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Εκτός της περιπτώσεως που η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Fowles v. Λ.M.G. κ.ά., Ποιν. Έφεση Αρ. 57/2022, ημερ. 8/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:B152). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι λοιπόν διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην προκειμένη, ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 - 8, είναι ότι στις 15/5/2023, στη Λεμεσό: · Ήλθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της Α.Α., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 1). · Αποπειράθηκε να έλθει σε παράνομη συνουσία δια πρωκτικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της Α.Α., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 2). · Με σκοπό τη συνουσία με αυτόν, απήγαγε ή κατακράτησε γυναίκα, δηλαδή την Α.Α., χωρίς τη θέληση της (κατηγορία 3). · Με σκοπό κλοπής αγνώστου χρηματικού ποσού, απαίτησε αυτό από την Α.Α. με τη χρήση απειλών και βίας (κατηγορία 4). · Διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Α.Α. δηλαδή της κτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του στο πρόσωπο και σε όλο της το σώμα με γροθιές, κλωτσιές και χαστούκια (κατηγορία 5). · Προκάλεσε τρόμο στην Α.Α., απειλώντας τη με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «Τζαι όι να πεις τίποτε του παπά σου ή να πάεις στην Αστυνομία, την επόμενη φορά εν να σου κόψω τη κκελλέ σου τζαι εν να σε πετάξω» (κατηγορία 6). · Εσκεμμένα και κακόβουλα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας στο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της Α.Α. (κατηγορία 7). · Με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράστηκε με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της Α.Α. και της προκάλεσε πραγματικό φόβο (κατηγορία 8). Έχουμε μελετήσει και εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν επί του θέματος θέσεις και έχουμε μελετήσει με την ίδια προσοχή τα αποσπάσματα από σύγγραμμα και τη νομολογία στην οποία οι δύο πλευρές στήριξαν αυτές. Για την απόφαση μας διήλθαμε με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και όχι μόνο τα αποσπάσματα στα οποία αναφέρθηκαν οι δύο πλευρές. Πράξαμε δε τούτο με γνώμονα τις ως άνω αρχές, δηλαδή χωρίς να προβούμε σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνοντας τα γεγονότα με αντικειμενική θεώρηση και χωρίς να υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Υπενθυμίζουμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται στο τέλος της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας καταδεικνύει, κατά την κρίση μας, ότι η μαρτυρία αυτή δεν είναι αντινομική ή αντιφατική στον βαθμό που υποστηρίζει η πλευρά της Υπεράσπισης και δη ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Τα όσα ο κ. Χειμώνας αναφέρει σχετικά στην αγόρευση του για να καταδείξει τούτο, άπτονται της αξιολόγησης και της αποδεικτικής βαρύτητας της τεθείσας ενώπιον μας μαρτυρίας, κάτι που βέβαια, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν πρέπει να γίνεται σε αυτό το στάδιο. Μη σύμφωνους μας βρίσκει και η θέση της Υπεράσπισης ότι, σε σχέση με τη κατηγορία 3, η εν λόγω μαρτυρία δεν αποδεικνύει, για σκοπούς πάντα διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το συστατικό στοιχείο του σκοπού που είχε ο κατηγορούμενος, όταν σύμφωνα με την παραπονούμενη απήγαγε αυτή, ήτοι τον σκοπό συνουσίας. Κρίνουμε δε τούτο χωρίς φυσικά στο στάδιο αυτό να προβαίνουμε σε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα ως προς τα γεγονότα και να καταλήγουμε σε τελικά συμπεράσματα, αφού λάβαμε υπόψη όλα όσα ανέφερε η παραπονούμενη σε σχέση με το τι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, τα οποία θα αξιολογηθούν στο τέλος της υπόθεσης και όχι σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με τη κατηγορία 6 και ειδικότερα ως προς το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης τρόμου, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Η κατηγορία 6 εδράζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα, πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- Ο κατηγορούμενος απείλησε άλλο πρόσωπο με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και
- Με την εν λόγω απειλή, ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου (βλ. Κούσουλος v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 119/2021, ημερ. 20/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:B13 και DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544). Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας 6, θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν της απειλής, η πρόκληση στο άτομο που απειλήθηκε, τρόμου ή ανησυχίας. Στην προκειμένη με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 6, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι προκάλεσε στην Α.Α. τρόμο. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή, τόσο τη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης (Τεκμήριο 46), την οποία υιοθέτησε κατά την ένορκη μαρτυρία της, όσο και τη λοιπή μαρτυρία της σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατηγορίας 6, η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την απείλησε με τη φράση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η παραπονούμενη, στη εν λόγω κατάθεση της και στη δια ζώσης μαρτυρίας της, δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι, από την εν λόγω απειλή, της προκλήθηκε φόβος, τρόμος ή ανησυχία. Η μόνη αναφορά της περί φόβου, υπήρξε όταν ερωτήθηκε κατά τη κυρίως εξέταση της για το πως ένιωσε τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να τη βιάσει πρωκτικά. Έκανε δηλαδή αναφορά για φόβο που της προκλήθηκε, που σχετίζεται όμως με άλλη κατηγορία (κατηγορία 2) και όχι με την κατηγορία
- Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το προαναφερόμενο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας
- Σε σχέση δε με τη κατηγορία 8, έχουμε διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία της παραπονούμενης και της Μ.Κ.
- Έχουμε επίσης μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις αμφοτέρων των συνηγόρων και ιδίως τα όσα εισηγήθηκε ο κ. Χειμώνας. Η κατηγορία 8 εδράζεται στο άρθρο 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας Κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/
- Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- Ο κατηγορούμενος, συμπεριφέρθηκε σε γυναίκα με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές και
- Η ως άνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της γυναίκας ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Να επισημάνουμε κατ' αρχάς ότι, ως προκύπτει από τα πιο πάνω, το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί όταν η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορούμενου έχει ως αποτέλεσμα, είτε να πλήξει σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας είτε να της προκαλέσει πραγματικό φόβο. Στις λεπτομέρειες δε της κατηγορίας 8 περιλαμβάνονται και τα δύο αυτά αποτελέσματα. Σχετική με το θέμα ήταν η μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά και όσα ανέφερε σχετικά η κλινική ψυχολόγος (Μ.Κ.8), η οποία εξέτασε την παραπονούμενη μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Τα όσα υποστήριξε ο κ. Χειμώνας στην αγόρευση του σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, αποτελούν κατά τη κρίση μας ζητήματα που επίσης άπτονται της αξιολόγησης και της αποδεικτικής βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας, κάτι που ως έχουμε προαναφέρει, δεν γίνεται σε αυτό το στάδιο. Λαμβάνοντας δε υπόψη τα πιο πάνω και τη σχετική με το θέμα μαρτυρία, κρίνουμε ότι στοιχειοθετούνται, για σκοπούς πάντα διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας
- Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης, όσον αφορά τις κατηγορίες 1 έως 5, 7 και 8 δεν ευσταθεί και ότι, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις εν λόγω κατηγορίες. Αντίθετα γίνεται δεκτή η εισήγηση της Υπεράσπισης για την κατηγορία
- Καταληκτικά ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 1 έως 5, 7 και 8 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
- (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο