← Κύπρος

Έφορο Φορολογίας ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΟΝΝΑΡΗ, Αρ. Υπόθεσης 527/20, 22/11/2023

Έφορο Φορολογίας ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΟΝΝΑΡΗ, Αρ. Υπόθεσης 527/20, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 527/20 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας Εναντίον ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΟΝΝΑΡΗ Ημερομηνία: 22/11/23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Παναγή Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 24 του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, η κατηγορία 1 αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης ημερ. 05/03/2014, ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε, οι κατηγορίες 2 μέχρι 5 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται σε φορολογική δήλωση και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/08/2012 μέχρι και την 31/10/2013 και οι κατηγορίες 6 μέχρι 16 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/05/2015 μέχρι 31/07/2019. Επιπλέον, οι κατηγορίες 17 έως 21 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής πρόσθετων φόρων και τόκων

(1)λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερ. 05/03/2014 (κατηγορία 17) και
(2)λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α που αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/08/2012 μέχρι 31/10/2013 (κατηγορίες 18 - 21). Τέλος, οι κατηγορίες 22 έως 24 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη επρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης και αφορούν την φορολογική περίοδο από 01/05/2016 μέχρι 31/01/2017. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υπό παραγράφους
(9),
(10), (10Α)
(11),
(12)και
(13): «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.
(11)Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €62.200,35 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης εκ μέρους του Κατηγορούμενου, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €62.047,05. Περαιτέρω, η κα. Χατζηγιάννη ανάφερε ότι υπήρχε πλήρης συμμόρφωση του Κατηγορούμενου όσο αφορά τις κατηγορίες υπ'αρ. 6 έως 16 και 22 έως 24 του κατηγορητηρίου. Αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό που προκύπτει σε σχέση με τις κατηγορίες και που ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €62.047,05, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο όπως εκδοθεί διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου Ν.95(Ι)/2000, για τα ποσά, ως αναγράφονται στο Έγγραφο Α που βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η κα. Χατζηγιάννη δεν ανάφερε οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως τέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου και ότι αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ήτοι [..] και [.] αλλά και ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ο κ. Παναγή αναφέρθηκε και στην κοινωνικοοικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου, η οποία επιβεβαιώνονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 18/05/2022, η οποία είχε ετοιμαστεί από προηγούμενη δικάσιμο και βρίσκεται εντός του δικαστικού φακέλου. Περαιτέρω, με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης πρόβαλε αριθμό μετριαστικών παραγόντων, οι οποίοι όπως εισηγείται θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορούμενου. Μεταξύ αυτών αποτελούν το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή και απολογία του, η ηλικία του Κατηγορούμενου, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και ότι ο Κατηγορούμενος έχει μερικώς συμμορφωθεί με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών της περιστάσεων και συγκεκριμένα ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί τις εναντίον του κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και λαμβάνοντας επίσης τον σημαντικό χρόνο που έχει παρέλθει θα πρέπει να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και του Κατηγορουμένου μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου του. Περαιτέρω, έλαβα επίσης υπόψη μου τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 18/05/2022. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για τον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής οφειλόμενου φόρου και Φ.Π.Α. αλλά και τα αδικήματα της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης (Κατηγορίες 1 - 16). Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ως αναφέρω ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και τις δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96).» Στην ίδια απόφαση μάλιστα τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ. Π. Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα έχουν λεχθεί από πλευράς του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, προς μετριασμό της ποινής του, κρίνω ότι για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω ότι τα εξής αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου διαταράσσουν τον σχεδιασμό μίας αυτοσυντηρούμενης φορολογίας, που χαρακτηρίζεται από μελετητές της φιλοσοφίας του δικαίου της φορολογίας, ως η δικαιότερη υπάρχουσα φορολογία, εφόσον στηρίζεται στην κατανάλωση, γεγονός, που, εκτός του ότι οδηγεί σταδιακά, όταν είναι σε έξαρση, σε μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης σε άλλους φορολογουμένους, ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και τον οικονομικό προγραμματισμό του κράτους (βλ. Nina Rainbow v The Commissioner of Income Tax
(1984)3 Α.Α.Δ. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκος Σχίζας κ. α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 175).
(2)Η έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο.
(3)Το ύψος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού.
(4)Το γεγονός ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό δεν έχει πλήρως εξοφληθεί.
(5)Η χρονική διάρκεια της παράλειψης συμμόρφωσης του Κατηγορούμενου και το γεγονός ότι τα αδικήματα αφορούν μία μεγάλη συνολικά χρονική περίοδο. Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες του Κατηγορούμενου λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη:
(1)Η παραδοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα του επιβάλλεται ποινή. Χωρίς όμως να παραβλέπετε ότι αυτή δεν ήταν άμεση (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562).
(2)Το γεγονός ότι δεν έχουν λεχθεί προηγούμενες καταδίκες για τον Κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).
(3)Η μερική συμμόρφωση του Κατηγορούμενου, με την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων που αφορούν τις κατηγορίες 6 έως 16 και την πληρωμή των χρηματικών επιβαρύνσεων που αφορούν τις κατηγορίες 22 έως 24 του κατηγορητηρίου και την αποδοχή εκ μέρους του για έκδοση διατάγματος πληρωμής του εναπομείνοντος οφειλόμενου ποσού, το οποίο δεικνύει το έμπρακτο της μεταμέλειας του (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458).
(4)Η καθυστέρηση δίωξης του Κατηγορούμενου στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος του Κατηγορούμενου, αφ'ης στιγμής δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 617).
(5)Οι προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 18/05/2022 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ήτοι ότι οι οφειλές προήλθαν από συνεργασία του Κατηγορούμενου με τρίτο πρόσωπο που τον έχει ξεγελάσει και εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες και ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να εντοπίσει το τρίτο πρόσωπο, καθώς είχε να λαμβάνει €40.000, αλλά διαπίστωσε ότι αυτός απεβίωσε εδώ και 6 μήνες, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να προέβαινε έγκαιρα στις κατάλληλες ενέργειες και καταγγελίες εναντίον του τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, αφ'ης στιγμής ο Κατηγορούμενος με τις προαναφερθείσες αναφορές επί των γεγονότων δεν αναιρεί την παραδοχή του επί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, αυτός όφειλε να τηρεί τις πρόνοιες του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 και δεν μπορούν τα προαναφερόμενα να αποτελέσουν μετριαστικό παράγοντα καθότι τα χρήματα του Φ.Π.Α. εισπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο δια λογαριασμό της Δημοκρατίας στην οποία όφειλε να τα αποδώσει. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, τα γεγονότα της υπόθεσης, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον Κατηγορούμενο όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο , όσο αφορά τις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5, δια τις οποίες δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση, είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτών ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες, ιδίως για φορολογικά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε προκύπτει, ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε ουσιώδη τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη. Ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μήνες. Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην τέταρτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην πέμπτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Οι ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5 να συντρέχουν. Στις κατηγορίες 6 - 16, ενόψει της πλήρης συμμόρφωσης του κατηγορούμενου, επιβάλλεται, σε έκαστη κατηγορία υπ'αρ. 6 έως 16, ποινή προστίμου €50. Στις κατηγορίες 17 έως 24, δεν επιβάλλω καμιά ποινή εφόσον οι πρόσθετοι φόροι και τόκοι μπορούν να εισπραχθούν στην βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής και ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις όσο αφορά τις κατηγορίες υπ'αρ. 22 έως 24 έχουν ήδη εισπραχθεί. Επιπρόσθετα, δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου όπως καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας τα οφειλόμενα ποσά φόρου (Φ.Π.Α.), πρόσθετοι φόροι και τόκους, ως αυτά αναγράφονται στο Έγγραφο Α και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, αναφορικά με τις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5, θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Περαιτέρω, στην απόφαση ημερ. 21.09.2018 στην Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου αλλά και την μεγάλη παρέλευση του χρόνου που παρατηρείται στην δίωξη του Κατηγορουμένου αναφορικά με τις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5, χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αναστολής έκτισης της προαναφερθείσας επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, αναφορικά με τις κατηγορίες υπ'αρ. 1 - 5, με βάση το Άρθρο 3
(2)του Ν.95/72 για περίοδο τριών ετών. Το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου έχει πρόσφατα σχολιαστεί στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.» Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή. (Υπ.)........... Α. Παρπαρίνου, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.