ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ. Μ., Υπόθεση με αρ.: 6450/2022, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΧΡ. Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Π. Ε. Δ. Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Α. Ε. Δ. Ε. ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ-ΑΒΡΑΑΜ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 6450/
- ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Κ. Μ. Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 22/12/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Βαρνάβα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενος, παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία, έχει κριθεί ένοχος, στις κατηγορίες με αρ. 1 μέχρι και 5 στο κατηγορητήριο. Η κατηγορία αρ. 1, αφορά το ποινικό αδίκημα του βιασμού, του Άρθρου 144 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, οι κατηγορίες αρ. 2 και 4, αφορούν το ποινικό αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, των Άρθρων 3 [
(1)και
(4)] και 4 [
(1)και
(2), (α)] του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Νόμος 119(I)/2000 και του Άρθρου 151 του Κεφ. 154 και οι κατηγορίες αρ. 3 και 5, αφορούν το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας, του Άρθρου 3 [
(1)και
(4)] του Νόμου 119(Ι)/2000. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις διάπραξης των πιο πάνω αναφερόμενων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, εκτίθενται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 01/12/2023 και τα οποία για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνονται υπόψη στην ολότητα τους και κάθε λεπτομέρεια αυτών, χωρίς να καθίσταται η ανάγκη αναπαραγωγής τους. Για σκοπούς της παρούσας, όμως, αναφέρουμε ότι εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα, είναι ότι ο κατηγορούμενος περί τον Μάϊο του 2018, στην οικία - δωμάτιο όπου διέμενε τότε, επιτέθηκε άσεμνα και βίασε την Ζ.Κ, παραπονούμενη, η οποία είναι η πρώην σύζυγος του. Ειδικότερα και λεπτομερώς, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στην οικία του, κάθονταν μέσα στο σπίτι και έπιναν καφέ, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε, κατευθύνθηκε προς την πόρτα εισόδου του σπιτιού - μπαλκονόπορτα, την οποία κλείδωσε και αφαίρεσε από την κλειδαριά της το κλειδί. Την ίδια ώρα, όταν η παραπονούμενη τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, εκείνος γελούσε ειρωνικά. Η παραπονούμενη είχε τότε ανησυχήσει για τις προθέσεις του. Σηκώθηκε, στάθηκε απέναντι στον κατηγορούμενο και του ζήτησε να ανοίξει την πόρτα. Τότε, ο κατηγορούμενος άρχισε να της αγγίζει τα χέρια, τα πόδια και τον πισινό. Η παραπονούμενη είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να σταματούσε, λέγοντας του επίσης ότι δεν ήταν εντάξει με αυτό που έκανε, την ίδια ώρα που προσπαθούσε να του ξεφύγει. Δεν τα κατάφερε, όμως, επειδή, ο κατηγορούμενος, σχεδόν αμέσως, την είχε αρπάξει και ρίξει στο κρεβάτι, το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα τους. Στην συνέχεια, και ενώ η παραπονούμενη έσπρωχνε τον κατηγορούμενο για να τον απωθήσει και του έλεγε κατ' επανάληψη να σταματήσει, ο κατηγορούμενος, απότομα της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο που φορούσε και, αφού κατέβασε και το δικό του παντελόνι και εσώρουχο, πήγε από πάνω της. Κατόπιν, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διεισδύσει το πέος του στον κόλπο της παραπονούμενης, την ίδια ώρα που εκείνη αντιδρούσε, σπρώχνοντας και φωνάζοντας του, μεταξύ άλλων, να σταματούσε. Με το ένα του χέρι, είχε ακινητοποιήσει το αριστερό χέρι της παραπονούμενης και με το άλλο του χέρι, προσπαθούσε να της ανοίξει τα πόδια, τα οποία εκείνη, πιέζοντας, προσπαθούσε να κρατήσει κλειστά. Συγχρόνως, με το δεξί της χέρι, έσπρωχνε τον κατηγορούμενο για να τον απωθήσει και του έλεγε να σταματήσει. H παραπονούμενη, σε κάποιο στάδιο, κουράστηκε και δεν μπορούσε να προβάλλει άλλο αντίσταση και χαλάρωσε τα πόδια της. Τότε, ο κατηγορούμενος, κατάφερε και της άνοιξε τα πόδια και στην συνέχεια, διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της καταφέρνοντας να έρθει σε συνουσία μαζί της, για περίπου τρία λεπτά, μέχρι που εκσπερμάτωσε στον κόλπο της, οπότε και αποσύρθηκε και έγειρε πλάι της στο κρεβάτι. Η παραπονούμενη ένιωθε απαίσια και αηδία και ήθελε απλά να φύγει από εκεί. Σηκώθηκε, και αφού ντύθηκε, ζήτησε από τον κατηγορούμενο (ο οποίος συμπεριφερόταν ως σαν να μην είχε συμβεί κάτι κακό, ζητώντας της να μείνει), να ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού, για να έφευγε κάτι το οποίο εν τέλει έπραξε. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος σε μια δεύτερη περίπτωση, δηλαδή την 01ην/08/2021, επιτέθηκε άσεμνα στην Ζ.Κ., παραπονούμενη εντός της οικίας της τελευταίας. Όπως έχει προκύψει, κατά την 01ην/08/2021, περί τις 20:00, και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην τότε οικία της (όπου και συγκατοικούσε με την μητέρα, τον αδελφό και την αδελφή της), επικοινώνησε μαζί της ο κατηγορούμενος για να την επισκεπτόταν εκεί, με σκοπό, όπως της είχε αναφέρει, να της εξοφλούσε κάποιο χρέος του με μετρητά. Ο κατηγορούμενος κατέφθασε στην οικία της παραπονούμενης, όπου εκείνη βρισκόταν ήδη έξω από το σπίτι και τον περίμενε. Η παραπονούμενη φοβόταν να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να εισέλθει στην οικία, όμως, μετά από την επιμονή του και διαβεβαιώσεις ότι δεν θα την «πείραζε» και αφού αρχικά του πρόβαλε τη δικαιολογία ότι μέσα στο σπίτι βρισκόταν η αδελφή της - κάτι το οποίο στην πορεία, αποδείχθηκε ψευδές αφού έτυχε να έρθει η αδελφή της για να πάρει κάτι από το σπίτι και ακολούθως να φύγει - πείστηκε και εισήλθε μέσα στην οικία της. Ωστόσο, αμέσως μετά που η παραπονούμενη και κατηγορούμενος εισήλθαν στην οικία, και αφού πέρασαν από το σαλόνι και κατευθύνονταν προς την κουζίνα, ο κατηγορούμενος, αμέσως, έπιασε την παραπονούμενη, την στρίμωξε στον τοίχο και ξεκίνησε να την φιλά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Δηλαδή, στο στόμα, στον λαιμό και στο πρόσωπο. Η παραπονούμενη αντέδρασε, και στα πλαίσια της εναντίωσης της προς τις πράξεις του κατηγορουμένου, κουνούσε το κεφάλι της δεξιά προς αριστερά και αντίθετα, ενώ, ταυτόχρονα, προσπαθούσε να του ξεφύγει. Την ίδια ώρα, κατά επανάληψη, του έλεγε να σταματήσει. Εντούτοις, επειδή ο κατηγορούμενος κρατούσε σταθερά την παραπονούμενη από τους ώμους, η παραπονούμενη δεν μπορούσε να διαφύγει, και εκείνος συνέχιζε. Προσπάθησε, μάλιστα, ο κατηγορούμενος, να της βγάλει τα ρούχα της. Η παραπονούμενη φορούσε ένα φόρεμα με τιράντα, την οποία ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κατεβάσει, για να την ξεγυμνώσει. Η παραπονούμενη πανικοβλήθηκε, και για αυτό τον λόγο, ξεκίνησε με φωνές να λέει στον κατηγορούμενο να την αφήσει και να φύγει από την οικία της, καθώς επίσης, να καλεί προς βοήθεια οποιονδήποτε θα μπορούσε να την ακούσει. Ο κατηγορούμενος, σε κάποια στιγμή, αποτραβήχτηκε λίγο και γι' αυτό, η παραπονούμενη κατάφερε να του ξεφύγει, να καταφύγει στο υπνοδωμάτιο της, η είσοδος του οποίου βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το σημείο στο οποίο στέκονταν, και να κλειδώσει την πόρτα του. Οι προαναφερόμενες πράξεις του κατηγορουμένου έναντι της παραπονούμενης, την έκαναν να νιώσει αηδία και επανάφεραν τον φόβο που ένοιωθε για εκείνον. Η Ζ.Κ., παραπονούμενη είχε δύσκολα παιδικά χρόνια και βιώματα αφού μετά το χωρισμό των γονιών της, όταν ήταν στην ηλικία των 11 ετών, ο πατέρας της, ο οποίος κατάγεται από τη Συρία, αποφάσισε ότι, τόσο αυτή όσο και τα αδέλφια της, θα έπρεπε να μεταβούν στην Συρία, στη θεία της, κάτι το οποίο και έγινε. Η παραπονούμενη, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε αρραβωνιασμένη όταν ήταν σε ηλικία 13 ετών με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι πρώτος εξάδελφος της και ο οποίος ήταν στην ηλικία των 25 - 26 ετών. Περαιτέρω, η παραπονούμενη απέκτησε από το γάμο της με τον κατηγορούμενο μια κόρη. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν ήταν καλή και δεν επέτρεπε στην παραπονούμενη να έχει φίλους ή άλλες κοινωνικές συναναστροφές παρά μόνο η ίδια έκανε ότι εκείνος ήθελε. Η παραπονούμενη δεν είχε υποστηρικτικό περιβάλλον, αφού οι γονείς και τα αδέλφια της δεν ήταν ποτέ δίπλα της. Μετά το χωρισμό της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο, o κατηγορούμενος αποφάσισε ότι η ανήλικη κόρη τους θα έπρεπε να μεταφερθεί για να ζήσει στην Τουρκία, όπου διέμενε η μητέρα του, μακριά από την παραπονούμενη, κάτι το οποίο έγινε και η παραπονούμενη αναγκάστηκε να την μεταφέρει εκεί. Η σχέση της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο, μετά τα πιο πάνω, δεν ήταν καλή και δεν επέτρεπε την επικοινωνία της παραπονούμενης με την ανήλικη κόρη τους. Περί τον Ιανουάριο του 2018 εξεδόθη διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και μετά από αυτό η σχέση της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο βελτιώθηκε, ήταν φιλική και είχαν επικοινωνία, με απώτερο σκοπό και στόχο, εκ μέρους της παραπονούμενης, να της επιτρέπει ο κατηγορούμενος να έχει επικοινωνία με την ανήλικη κόρη της. Είναι στα πλαίσια αυτής της σχέσης τους που τον Μαΐο του έτους 2018, η παραπονούμενη επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στην οικία όπου διέμενε τότε, μετά και που ο κατηγορούμενος της το είχε ζητήσει, επειδή, όπως της είχε αναφέρει, ήταν άρρωστος. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μετά τον επίδικο βιασμό και το πρώτο περιστατικό, επακολούθησε μία χρονική περίοδος μέχρι και το τέλος, περίπου, του έτους 2020, κατά την διάρκεια της οποίας, η παραπονούμενη δεν μπορούσε να λειτουργήσει φυσιολογικά, ή, γενικά, λειτουργούσε με απάθεια. Η παραπονούμενη είχε τότε κλειστεί στον εαυτό της και, εκτός της ώρας που βρισκόταν στην εργασία της, ήταν ουσιαστικά απομονωμένη στο υπνοδωμάτιο της, χωρίς επαφή ή και επικοινωνία με οποιοδήποτε πρόσωπο, ακόμη και με πρόσωπα της οικογένειας της με τα οποία συγκατοικούσε. Επίσης, μετά από το περιστατικό του βιασμού και για χρονική περίοδο περίπου τριών χρόνων, η παραπονούμενη και κατηγορούμενος δεν είχαν επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί εκ νέου με γυναίκα η οποία διέμενε στη Τουρκία και περί τον Ιούνιο του έτους 2021, όταν, προς εξυπηρέτηση ουσιαστικά του δικού του συμφέροντος, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί με την παραπονούμενη ξανά και προσπάθησε και στην συνέχεια να έχει φιλική σχέση μαζί της. Ο κατηγορούμενος ήθελε η παραπονούμενη να τον εξυπηρετούσε με διάφορα ζητήματα, τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να χειριστεί λόγω έλλειψης γνώσεων, όπως ήταν η αποστολή χρημάτων στην σύζυγο του στην Τουρκία. Η παραπονούμενη τον βοηθούσε, επειδή αντιλαμβανόταν ότι, όταν το έκανε, ο κατηγορούμενος της επέτρεπε να έχει, και είχε εκείνη την περίοδο, επικοινωνία με την ανήλικη κόρη της. Πέραν των πιο πάνω, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κ. Ερωτοκρίτου, ο οποίος, ως συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά (σε αντικατάσταση, κατόπιν οδηγιών του κατηγορουμένου, άλλου δικηγόρου), στις 13/12/2023 (δηλαδή, μετά την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 01/12/2023 και στο στάδιο του μετριασμού της ποινής), προώθησε, τα όσα κατά την άποψη του είναι κρίσιμα για να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό. Ουσιαστικά ο συνήγορος υπεράσπισης επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε ικανής δικηγορίας και εκπροσώπησης κατά την ακροαματική διαδικασία και ότι υπάρχει κακοδικία και παραβίαση των δικαιωμάτων του. Σε σχέση με τα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου με λεπτομέρεια ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου (με αναφορά και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποφάσεις Δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου και Αυστραλίας) και τα οποία αφορούν, κατ' ουσία, θέση του περί χειρισμών του προηγούμενου δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στην διαδικασία, που οδήγησαν, ως ήταν η εισήγηση, σε κακή απονομή της δικαιοσύνης για τον κατηγορούμενο, κρίνουμε ότι αυτά, ως αφορώντα την απόφαση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου και την καταδίκη του, εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Εφετείου με βάση το Άρθρο 9
(4)του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Νόμος 33/1964. Το Δικαστήριο, στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, ως προνοείται στο Άρθρο 77
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μελέτησε ολόκληρη την υπόθεση και εξέδωσε την τελική του απόφαση. Αυτή, ήταν απόφαση ενοχής και καταδίκης του κατηγορουμένου. Αυτή την απόφαση του, σύμφωνα και με το Άρθρο 113
(2)του Κεφ. 155, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να την μεταβάλει ή να την αναθεωρήσει (βλ. και στο σύγγραμμα Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στην σελίδα 220 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Στο παρόν στάδιο, όπως ρητά ορίζει το Άρθρο 77
(3)του Κεφ. 155, το Δικαστήριο «προχωρεί» στην επιβολή προς τον κατηγορούμενο της αρμόζουσας ποινής. Σύμφωνα άλλωστε με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η καταδίκη ενός κατηγορουμένου, μπορεί να ακυρωθεί λόγω των χειρισμών του δικηγόρου της υπεράσπισης, μόνο όταν ο χειρισμός του δικηγόρου αποκαλύπτει έκδηλα ανίκανη δικηγορία («flagrantly incompetent advocacy») η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κακή απονομή της δικαιοσύνης, ή ότι το όλο θέμα δημιουργεί αμφιβολίες, έκδηλες ή υποβόσκουσες (βλ. Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 402, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1),
(2012)2 Α.Α.Δ. 370, Σκορδέλλη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2013, 06/06/2016, Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2017, 20/06/2022, Baratashvili v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2-7/2019, 04/11/2022 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 58/2022, 07/12/2022). Από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι εμφανές ότι, ο έλεγχος αυτός και η δυνατότητα ακύρωσης της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, ήταν της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πλέον, ως και προελέχθη, είναι του Εφετείου. Συνεπώς, θα προχωρήσουμε στα όσα αφορούν το ζήτημα της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Όπως ειπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ. α.,
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας, αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη. Τελικός κριτής της σοβαρότητας του εγκλήματος για σκοπούς καθορισμού της ποινής, είναι βεβαίως το Δικαστήριο, το οποίο όμως, είναι υποχρεωμένο: «να αποδώσει στη νομοθετική ταξινόμηση την πρέπουσα βαρύτητα.». Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632) Οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος είναι επίσης παράγοντας που επιδρά καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, επειδή η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του, αλλά: «. σε μεγάλο βαθμό [και] από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης». Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό προκύπτει από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα του βιασμού, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου (κατηγορία 1), το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνων (κατηγορίες αρ. 2 και 4)· και το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας, ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνων ή με χρηματική ποινή μέχρι και €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί (κατηγορίες αρ. 3 και 5). Πρόκειται σαφώς, για πολύ σοβαρά ποινικά αδικήματα, ειδικότερα αυτό του βιασμού. Γενικότερα, σεξουαλικά ποινικά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένων και των αδικημάτων της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου,
(2008)2 Α.Α.Δ. 562), απαιτούν αυστηρή αντιμετώπιση καθότι καταπατούν και εξευτελίζουν την προσωπικότητα μιας γυναίκας και προσβάλουν τα ήθη. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Hunganu, Ποινική Έφεση Αρ. 130/2020, 20/07/2021, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού: «Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36, ECLI:CY:AD:2014:B58). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67). Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)).». (βλ. επίσης, Selmani v. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 854, Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023 και Λοΐζου ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 469.) Όπως, επίσης, προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η επιτακτική, ως προαναφέρθηκε, ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου μέσω της ποινικής αντιμετώπισης κατηγορουμένων, προβάλλει εντονότερα στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο είδος ποινικών αδικημάτων, τα οποία εκ της φύσεως τους είναι πολύ σοβαρά, έχουν διαδοθεί και παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε, σύμφωνα με την Δικαστική μας γνώση, έχοντας υπόψη τον αριθμό των υποθέσεων που παρουσιάζονται για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου στις οποίες τελικά υπάρχει καταδίκη, να μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε το Δικαστήριο επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και τη γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής, ακόμη πιο αποτρεπτικών ποινών. Στην Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι: «. αυτής της φύσεως αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης της αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017).». (βλ. επίσης, Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, 21/11/2017 και την Selmani v. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 854 ανωτέρω.) Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας,
(2015)2 Α.Α.Δ. 680, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στο ζήτημα της διακύμανσης της σοβαρότητας του ποινικού αδικήματος του βιασμού, αναλόγως των περιστάσεων διάπραξης του. Παραθέτουμε σχετική, από την εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, περικοπή: «Τα Κυπριακά Δικαστήρια άντλησαν ιδιαίτερη βοήθεια και καθοδήγηση στον τρόπο αντιμετώπισης αναφορικά με το θέμα της ποινής σε αδικήματα βιασμού από την αγγλική νομολογία. Ως προς τη συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση στην υπόθεση Κeith Billam a.o. [1986] 3 Crim. App. Rep. (S)48. Ο Lord Chief Justice στις σελ. 50-51 αναφέρει τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): "Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη. Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη. Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
(1)Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική.
(2)Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα.
(3)Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται.
(4)Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί.
(5)Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας.
(6)Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό.
(7)Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο.
(8)Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας. Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν, η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο. Η περαιτέρω ταλαιπωρία (distress) του θύματος σε περίπτωση που δώσει μαρτυρία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από άλλα αδικήματα, θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να έχει ως αποτέλεσμα κάποια έκπτωση από την ποινή που θα επιβαλλόταν. Το ύψος της έκπτωσης αυτής βεβαίως ερείζεται σ' όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας καταδίκης σε περίπτωση ακρόασης. Το γεγονός ότι το θύμα δύναται να θεωρηθεί ότι είχε εκθέσει τον εαυτό της στον κίνδυνο με το να συμπεριφερθεί ασύνετα (όπως να αποδεχθεί από άγνωστο πρόσωπο να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο) δεν είναι ελαφρυντικό στοιχείο. Οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες του θύματος επίσης δεν είναι σχετικός παράγοντας. Αλλά εάν το θύμα έχει συμπεριφερθεί με τρόπο ο οποίος εύλογα θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι θα οδηγήσει τον κατηγορούμενο στο να πιστεύει ότι θα αποδεχόταν την συνουσία, τότε αυτό είναι ελαφρυντικό για την ποινή. Προηγούμενος καλός χαρακτήρας δεν είναι παρά περιορισμένης σχετικότητας."». Οι προαναφερόμενες κατευθυντήριες αρχές, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Hunganu, Ποινική Έφεση Αρ. 130/2020, 20/07/2021 ανωτέρω, «. αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια» (βλ. επίσης, Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023 ανωτέρω, Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, 21/11/2017 και Selmani v. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 854, ανωτέρω). Στην ίδια υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε επιπρόσθετα ότι: «Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014», από τις οποίες, κατά αναλογία, μπορεί επίσης να αντληθεί σημαντική καθοδήγηση. Στρεφόμενοι στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνουμε κατ' αρχάς πως, το γεγονός ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος είναι πρώην σύζυγοι, δηλαδή, πρόσωπα οικεία μεταξύ τους, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση (όπως αναλόγως δεν μπορεί και στην περίπτωση όπου υφίσταται ο δεσμός του γάμου), να αποτελέσει παράγοντα, η επίδραση του οποίου να είναι, η μείωση της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, κρίνουμε ότι το γεγονός της σχέσης της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου, ως διαζευγμένων, λόγω και της ύπαρξης του παιδιού τους, υπό τις περιστάσεις (και ειδικότερα από πλευράς της παραπονούμενης, η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν, λόγω ενεργειών του κατηγορουμένου, μία μητέρα ουσιαστικά αποξενωμένη από το παιδί της), καθιστούσε τη σχέση τους (στην οποία, είναι σημαντικό, κυριαρχούσε το στοιχείο της ευαλωτότητας της παραπονούμενης - η οποία, με τον κατηγορούμενο, ουσιαστικά ήταν αναγκασμένη να έχει επαφή, επικοινωνία και συναναστροφές, για να καθιστά εφικτή την όποια επικοινωνία της με την ανήλικη κόρη της), αν όχι εμπιστοσύνης, σχέση εξάρτησης. Στοιχείο βεβαίως, το οποίο, για σκοπούς ποινής, δικαιολογεί την επίδειξη από το Δικαστήριο, λιγότερης επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Στην R v. A, [2011] EWCA Crim 930 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την ανωτέρω επισήμανση μας (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρέπει να γίνει ξεκάθαρα κατανοητό ότι, στις μέρες μας, ως θέμα αρχής στο δίκαιο της επιβολής ποινής, η εξέταση της ποινής από το Δικαστήριο, πρέπει να έχει το εξής σημείο αφετηρίας: ο βιασμός μέσα σε μια σχέση, συμπεριλαμβανομένου του γάμου, δεν είναι λιγότερο σοβαρός από τον βιασμό από έναν ξένο.». Σε εκείνη την υπόθεση, το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, με αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του στην υπόθεση R v. N. W., [2011] EWCA Crim 97, επεξήγησε ότι: «Τα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά είναι διαφορετικά, υπό την έννοια ότι, ο βιασμός μέσα σε μια σχέση, συνιστά προδοσία, αλλά από τη σκοπιά του θύματος, το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο: είναι μια φρικτή εμπειρία. Φυσικά, οι περιπτώσεις βιασμού στο πλαίσιο μίας σχέσης, δεν έχουν ορισμένα από τα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά πολλών βιασμών από αγνώστους, - ιδιαίτερα, ακραίας βίας.». Παρ' όλα αυτά, αναφέρθηκε επίσης στην εν λόγω απόφαση, σε όλες τις υποθέσεις αυτού του είδους, συνήθως, ακόμη και όταν ελλείπει το στοιχείο της ακραίας βίας, περιλαμβάνεται βία που προσλαμβάνει σημαντική μορφή. Συνεπώς, μεταξύ των δύο αυτών χαρακτηριστικών, της βίας στην περίπτωση βιασμού από άγνωστο και της παραβίασης της εμπιστοσύνης λόγω βιασμού όταν υπάρχει σχέση, το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να ιδωθεί μέσα από τα μάτια του θύματος, το οποίο ήταν ευάλωτο και παγιδευμένο. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση, με τη διαφορά ότι, αντί για παραβίαση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ θύτη και θύματος, από πλευράς του κατηγορουμένου, υπήρξε, υπό τις περιστάσεις, εκμετάλλευση της θέσης εξουσίας και επιρροής που κατείχε έναντι της παραπονούμενης, λόγω, ως προελέχθη, της σχέσης εξάρτησης που υπήρχε μεταξύ τους, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω. Πέραν των πιο πάνω, είναι γεγονός ότι, η βία που εντοπίζεται στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης και η οποία ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο στην παραπονούμενη κατά την διάπραξη των αδικημάτων της άσεμνης επίθεσης και του βιασμού κατά τον Μάιο του έτους 2018, δεν ήταν ακραία, ή σε κάθε περίπτωση, ειδικά σε ότι αφορά το περιστατικό του βιασμού, τόσο ακραία όσο μπορεί, δυστυχώς, μερικές φορές να είναι. Αυτό, αν και λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη για σκοπούς ποινής, εντούτοις δεν αγνοείται ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τέτοια βία, που ήταν απαραίτητη για να ξεπεραστεί η αντίσταση που η παραπονούμενη προσπάθησε να προβάλει. Στην υπόθεση Hamieh v. Γενικός Εισαγγελέας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, λέχθηκε πως, το γεγονός ότι, όπως διαπιστώνεται και σε αυτή την υπόθεση, ελλείπουν από τις συνθήκες διάπραξης του ποινικού αδικήματος, τα επιβαρυντικά στοιχεία της άσκησης υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής, αν και, ως στοιχείο, προσμετρά στο αυστηρό της ποινής, δεν μειώνει σημαντικά την σοβαρότητα του σχετικού ποινικού αδικήματος. Παρά τα πιο πάνω, όμως, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της σχέσης της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δηλαδή, ως και προελέχθη, το γεγονός του χωρισμού τους και της, αμέσως μετά, αποξένωσης της παραπονούμενης, εξ υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, από την θυγατέρα τους, για σημαντικό χρονικό διάστημα. Όπως επίσης, και η, εν συνεχεία, περιορισμένη και ελεγχόμενη από πλευράς του κατηγορουμένου, απόμακρη, ως επί το πλείστο, επικοινωνία της παραπονούμενης με την ανήλικη, κάτι που ανάγκαζε, ουσιαστικά, ως και προελέχθη, την παραπονούμενη, να έχει, μαζί με τον κατηγορούμενο, επαφή, επικοινωνία και συναναστροφές, με αποτέλεσμα, τελικά, και τα επίδικα περιστατικά που στοιχειοθετούν το υπό αναφορά κατηγορητήριο. Τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό και με τη διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων έναντι της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ψυχικής βλάβης στην παραπονούμενη, ως αυτή έχει προκύψει και αναφέρεται ανωτέρω και στην απόφαση του Δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε υπόψη. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, ναι μεν, ως και προ ειπώθηκε, ελλείπουν από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τα επιβαρυντικά στοιχεία της άσκησης υπέρμετρης βίας και της απειλής κατά της ζωής της παραπονούμενης από πλευράς του κατηγορουμένου, αλλά κυριαρχεί, η ζημιά που υπέστη η παραπονούμενη στην ψυχική της υγεία, λόγω των εγκληματικών πράξεων του κατηγορουμένου. Παράγοντας που, ως και προελέχθη, εντείνει την σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Μ. Κ. 4 και Μ. Κ. 5, πραγματογνωμόνων κλινικών ψυχολόγων, η παραπονούμενη, λόγω των, από παιδικής ηλικίας, βιωμάτων της, αλλά και των διαφόρων περιστατικών που αφορούν τον κατηγορούμενο, την ανήλικη κόρη τους και την σχέση τους (περιλαμβανομένης και της εγκληματικής, σε βάρος της, διαγωγής του), αντιμετωπίζει διαταραχή μετατραυματικού στρες, τα συμπτώματα του οποίου, στην περίπτωση της, μπορούν να νοηματοδοτήσουν και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή ήπιας βαρύτητας, με αγχώδη δυσφορία. Τούτων λεχθέντων, και έχοντας υπόψη μας τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες οδηγίες, προσμετρά επιπρόσθετα για σκοπούς της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, πως, σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα του βιασμού και της άσεμνης επίθεσης, αυτά διαπράχθηκαν από αυτόν έναντι της παραπονούμενης, αφού προηγήθηκε παράνομη κατακράτηση της τελευταίας στο σπίτι του, όπου και την είχε προσκαλέσει, λόγω του ότι, όπως της είχε αναφέρει (και χωρίς να προκύπτει ότι αυτό αποτελούσε απλά ένα πρόσχημα για διευκόλυνση της έκνομης δράσης του και προσχεδιασμό της), ήταν άρρωστος. Σχετικά με αυτό, δεν αγνοούμε ότι, τόσο η προαναφερόμενη παράνομη κατακράτηση της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, όσο και το όλο περιστατικό της άσεμνης επίθεσης εναντίον της (η οποία αφορούσε άγγιγμα, πάνω από τα ρούχα, στα οπίσθια) και του βιασμού της (ποινικά αδικήματα τα οποία, είναι σημαντικό, διαπράχθηκαν διαδοχικά και μέσα σε πολύ σύντομο, μεταξύ τους, χρονικό διάστημα), ήταν, αντικειμενικά κρινόμενα, σχετικά μικρής διάρκειας και ότι, αμέσως μετά από αυτά, ο κατηγορούμενος ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, όπως του είχε ζητήσει η παραπονούμενη, επιτρέποντας της να φύγει. Όπως επίσης, δεν παραγνωρίζουμε ότι, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των εν λόγω ποινικών αδικημάτων, κατά τα υπόλοιπα, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες οδηγίες, απουσιάζουν τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να τα αναδείξουν ως περισσότερο σοβαρά. Σημαντικά βεβαίως, είναι και τα επακόλουθα του προαναφερόμενου περιστατικού του Μαΐου του έτους 2018, τα οποία αποτελούν και τη βάση για την αποτίμηση της εγκληματικής δράσης του κατηγορουμένου έναντι της παραπονούμενης την 01ην/08/2021, ως περιεγράφηκαν ανωτέρω. Σχετικά με αυτό, κατ' αρχάς, λαμβάνουμε υπόψη ότι, η παραπονούμενη, σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τριών περίπου χρόνων. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τις συνθήκες επαναπροσέγγισης της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο και ειδικά, τους προαναφερόμενους λόγους γι' αυτήν, τόσο για τον κατηγορούμενο, όσο και για την παραπονούμενη, σε σχέση και με την ευαλωτότητα της παραπονούμενης και την κατάσταση της ψυχικής της υγείας κατά τον ουσιώδη χρόνο και το γεγονός ότι η ίδια είχε αρχίσει συνεργασία με ψυχολόγο, όταν ο κατηγορούμενος εκ νέου προέβη σε βάρος της, στην προαναφερόμενη άσεμνη επίθεση. Το αποτέλεσμα της ήταν, όπως η παραπονούμενη ανέφερε, να νιώσει αηδία και να επαναφερθεί ο φόβος που ένοιωθε για τον κατηγορούμενο, λόγω και του παρελθόντος τους. Συνεπώς, αν και δεν παραβλέπουμε τα χαρακτηριστικά της εν λόγω άσεμνης επίθεσης από τον κατηγορούμενο στην παραπονούμενη - η επαφή δεν ήταν στα γεννητικά όργανα και στήθη της παραπονούμενης και περιορίστηκε, στα πλαίσια ενός αντικειμενικά σύντομου χρονικά περιστατικού, σε φιλιά σε διάφορα μέρη του σώματος της, ήτοι στο στόμα, στο λαιμό και στο πρόσωπο - επισημαίνουμε ότι, ως παράγοντας αποτίμησης της εγκληματικής δράσης του κατηγορουμένου, κυριαρχούν, η ευαλωτότητα της παραπονούμενης, η επανάληψη σε βάρος της, εγκληματικής σεξουαλικής συμπεριφοράς (αυτή την φορά, μέσα στο ίδιο το σπίτι της παραπονούμενης) και η ψυχική βλάβη που η δράση του της προκάλεσε. Αυτή τη φορά, ως συνάγεται από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκτός της οικίας της παραπονούμενης εκείνη την ημέρα, ως προαναφέρθηκαν, από πλευράς κατηγορουμένου, μετά και από κάποιου βαθμού σχεδιασμού της και σε καμία περίπτωση αυθόρμητα ή παρορμητικά. Συναφώς, το ώριμο της ηλικίας του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, των 40 ετών, που, σε κάθε περίπτωση, αντικειμενικά, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει, υπό τις περιστάσεις, την εκδήλωση συμπεριφοράς από παρόρμηση. Σε συνέχεια των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διαπίστωση της ενοχής και η καταδίκη του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, έλαβε χώρα μετά από ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν και αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του κάθε κατηγορουμένου, να μην παραδεχθεί το κατηγορητήριο του, ώστε, κάτι τέτοιο, να μην μπορεί, ως επιβαρυντικός παράγοντας, να προσμετρά εναντίον του, η παραδοχή, είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιου είδους αδικήματα, κάτι το οποίο ελλείπει στην παρούσα. Σε υποθέσεις, όπως και η προκείμενη, που αφορούν ποινικά σεξουαλικά αδικήματα και ειδικότερα, σε υποθέσεις που αφορούν το αδίκημα του βιασμού, η παραδοχή, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιδρά σημαντικά στην μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί ουσιαστικά, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με την παραπονούμενη, να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε (βλ. Hamieh v. Γενικός Εισαγγελέας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 61/2020, 14/07/2022 ανωτέρω και Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023 ανωτέρω και Γ. Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/2018. Συνεπώς, η μη παραδοχή του κατηγορουμένου, αν και αποτελούσε αναφαίρετο του δικαίωμα, ωστόσο, του αποστερεί το δικαίωμα έκπτωσης στην ποινή που θα του επιβληθεί, εάν προέβαινε σε παραδοχή. Μάλιστα, παρατηρείται, όπως έγινε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023 ανωτέρω, ότι: «Ακόμα και στο στάδιο επιβολής της ποινής, ο [κατηγορούμενος], μέσω του δικηγόρου του, καμιά μεταμέλεια δεν εξέφρασε για τα ειδεχθή εγκλήματα που διέπραξε σε βάρος της παραπονούμενης.». Στάση, βεβαίως, απολύτου και πάλι δικαιώματος του κατηγορουμένου, ο οποίος όμως, κατά ανάλογο, ως ανωτέρω, τρόπο, στερείται της όποιας, περιορισμένης, επιείκειας, θα μπορούσε για αυτό τον λόγο να του επιδειχθεί. Σε αυτή την υπόθεση, ως προαναφέρθηκε, υφίσταται ανάγκη για επιβολή από το Δικαστήριο ποινής προς τον κατηγορούμενο, ανάλογης με την σοβαρότητα των υπό αναφορά ποινικών αδικημάτων που αυτός διέπραξε και της ανησυχητικής διάδοσης τους στην κοινωνία. Ανάγκη, ωστόσο, που, με βάση την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε, η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και να λαμβάνει πραγματικά υπόψη, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν (βλ. Abe ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 A.A.Δ. 211). Διεργασία, απαιτούμενη και αναγκαία, η οποία όμως απαιτεί προσοχή, ώστε, το αποτέλεσμα της, να μην είναι η εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων, που σχετίζονται με τη σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023 ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Niland, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2017, 14/02/2018). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου,
(2008)2 Α.Α.Δ. 562: «Η εξατομίκευση της ποινής είναι μια διεργασία απαραίτητη, που σκοπό έχει να προσαρμόσει την ποινή όχι μόνο στο αδίκημα αλλά και στο συγκεκριμένο δράστη. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, αυτή δεν μπορεί να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση, είτε της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής είτε του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.». Προς μετριασμό της ποινής, λοιπόν, που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό του μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του, οποίος σήμερα είναι 42 ετών. Τούτο αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του προς την νομιμότητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού ημερομηνίας 11/12/2023, οι οποίες και, για σκοπούς παρουσίασης τους και από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, υιοθετήθηκαν στην ολότητα τους για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αν και δεν θα αναφερθούμε σε αυτές με λεπτομέρεια, παρά μόνο εκεί όπου, για σκοπούς ποινής, κρίνεται απαραίτητο, έχουμε εκτιμήσει και αξιολογήσει, σχετικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος δικαιούται, λόγω αυτών, σε μετριασμό της ποινής του και σε ποιο βαθμό, το κάθε τι. Το πράξαμε, χωρίς, ως και προαναφέρθηκε, να αγνοούμε, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή του. Η σημασία τους, έναντι της ανάγκης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, η οποία, για προστασία της κοινωνίας γενικότερα, προέχει, είναι, επαναλαμβάνεται, μειωμένη. Ειδικότερα, έχουμε λάβει υπόψη μας τα εξής. Ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι σήμερα ηλικίας 42 ετών, είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ανήλικων παιδιών. Της Α, ηλικίας σήμερα 14 ετών, την οποία απέκτησε από τον προηγούμενο του γάμο με την παραπονούμενη καθώς και των Β και Γ, ηλικίας σήμερα δύο ετών και 13 μηνών αντίστοιχα, τα οποία απέκτησε με την νυν σύζυγο του (ο γάμος του με την οποία τελέστηκε στην Τουρκία). Η τελευταία, η οποία, όπως και ο κατηγορούμενος, είναι Συριακής καταγωγής, διαμένει μόνιμα στην Τουρκία μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Η ανήλικη Α, πλέον, διαμένει μόνιμα με την παραπονούμενη στην Κύπρο. Περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το έτος 2010, είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας (τριών χωραφιών), στα χωριά Βουνί και Κολόσσι της Επαρχίας Λεμεσού, για την αγορά των οποίων κατέβαλε €57.000, καθώς και ενός αυτοκινήτου αξίας €4.000. Επίσης, ότι ο κατηγορούμενος έχει οφειλές σε πιστωτές, €25.000. Τέλος, ότι ο κατηγορούμενος, στην Συρία, φοίτησε στην δημοτική εκπαίδευση, αλλά δεν ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι τεχνίτης. Στην Συρία, υπήρξε αυτοεργοδοτούμενος και εργάστηκε ως πελεκάνος, ενώ στην Κύπρο, από τον Νοέμβριο του έτους 2022 εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής. Τέλος, δεν παραγνωρίζουμε το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και θα του δώσουμε τη δέουσα, υπό τις περιστάσεις, βαρύτητα (βλ. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638, Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Όπως έχει προκύψει το πρώτο περιστατικό της εγκληματικής δράσης του κατηγορούμενου, έλαβε χώρα κατά τον Μάιο του έτους 2018, το δεύτερο περιστατικό την 01ην/08/2021 ενώ η καταγγελία από την παραπονούμενη στην Αστυνομία, έγινε στις 10/09/2021 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 30/05/2022. Παρατηρείται καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο μετά την καταγγελία, η οποία ανέρχεται σε 7 περίπου μήνες, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε δικαιολογία ενώ η υπόθεση ολοκληρώθηκε μετά από πάροδο 1 ½ χρόνου περίπου από την καταχώρηση της, χωρίς να φέρει ιδιαίτερη ευθύνη ο κατηγορούμενος, πέραν από το γεγονός ότι αρνήθηκε τις κατηγορίες, κάτι το οποίο αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα του. Ο χρόνος όμως αυτός δεν είναι τέτοιος που θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο ύψος της ποινής, πόσο μάλλον στο είδος της, αφού έχουμε συνυπολογίσει και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Βέβαια, δεν παραγνωρίζεται η καθυστέρηση εκ μέρους της παραπονούμενης στο να προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα για το πρώτο περιστατικό, για τους λόγους όμως που εξηγούνται με λεπτομέρεια στην καταδικαστική μας απόφαση (βλ. επίσης XXX Μηνά ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 228/2018 ημερ. 16/2/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102 και Αθηνάκη ν. Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 218/2017, κ. α., 28/07/2020). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και έχοντας υπόψη την ανάγκη για αποτροπή, παρά τα όσα μετριαστικά χαρακτηρίζουν την περίπτωση, καμία άλλη ποινή, εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν ανεπαρκής και απαράδεκτη. Όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσεις του για το ζήτημα της ποινής, σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι: «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808: «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση και τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε, μνημονεύουμε, καταγράφοντας και τις ουσιαστικές παραμέτρους που συνέδραμαν στην ποινή, τις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των οποίων κρίνουμε ότι, τα γεγονότα, στο βαθμό που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα των υπό εξέταση αδικημάτων, προσομοιάζουν (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022): Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 80/2017, 17/09/2019, ο κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν τα ποινικά αδικήματα της απαγωγής με σκοπό την συνουσία και του βιασμού. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος με σκοπό τη συνουσία, απήγαγε και κατακράτησε την πρώην σύζυγο του, χωρίς τη θέληση της και ήλθε χωρίς την συναίνεση της σε παράνομη συνουσία μαζί της. Του επιβλήθηκε ποινή, μόνο στην κατηγορία που αφορούσε το ποινικό αδίκημα του βιασμού, έξι χρόνων. Η έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία και απορρίφθηκε, αφορούσε την ορθότητα της καταδίκης του κατηγορουμένου. Δεν αφορούσε την ποινή, ωστόσο αυτή δεν προκύπτει να σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αρνητικά. Στην υπόθεση Δημήτρης Οικονομίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 100 ποινή φυλάκισης 6 χρόνων που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στο αδίκημα του βιασμού, στο οποίο κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο εφεσειών ήταν νεαρής ηλικίας, λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές του συνθήκες και τα ιδιαίτερα προβλήματα του, ήταν μικρής διάρκειας επεισόδιο με περιορισμένη βία και απουσία πρόκλησης σωματικής βλάβης και ψυχικών προβλημάτων καθώς και έλλειψη προσχεδιασμού. Οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ήταν μάλλον συνθήκες επιπολαιότητας και νεανικού αυθορμητισμού. Στην υπόθεση Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 56/2022, 07/04/2023, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, είχαν καταγωγή από την Αίγυπτο. Ήταν συζευγμένοι, όμως σε διάσταση, για τρία με τέσσερα χρόνια περίπου, και στην Κύπρο, μαζί με τα τρία τους παιδιά, βρίσκονταν νόμιμα, με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου. Οι σχέσεις τους, παρά το γεγονός ότι διέμεναν, όπως και τα παιδιά τους, μαζί, ως οικογένεια, δεν ήταν καλές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κατηγορούμενος, σε 11 διαφορετικές περιπτώσεις, κατά την περίοδο ενός έτους, εξανάγκασε την παραπονούμενη, να έλθει σε συνουσία μαζί του, στο χώρο όπου διέμεναν. Η συναίνεσή της παραπονούμενης, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της. Ο κατηγορούμενος, δεν χρησιμοποιούσε προφυλακτικό και εκσπερμάτωνε στον κόλπο της. Μετά από ένα περιστατικό βίας από πλευράς κατηγορουμένου έναντι της παραπονούμενης, που επεκτάθηκε και εναντίον δύο από τα παιδιά του, τα οποία είχαν επέμβει για να το σταματήσουν, κλήθηκε η Αστυνομία με αποτέλεσμα, ακολούθως, να καταγγελθούν, τόσο το τελευταίο αυτό περιστατικό, όσο και τα προαναφερόμενα παλαιότερα, που αφορούσαν την εγκληματική του δράση. Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν ποινικά αδικήματα εναντίον προσώπου και κατόπιν ακρόασης, σε άλλη μία τέτοια κατηγορία, όπως και για το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας και περαιτέρω, σε 12 κατηγορίες βιασμού. Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των δέκα χρόνων, που του επιβλήθηκε σε κάθε μια των κατηγοριών που αφορούσαν το ποινικό αδίκημα του βιασμού. Ο κατηγορούμενος, ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο εναντίον της ορθότητας των προαναφερόμενων ποινών φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο μάλιστα ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν καν αυστηρές. Σημειώνεται το γεγονός, ότι σε εκείνη την υπόθεση υπήρχε η κατ' επανάληψη διάπραξη των αδικημάτων του βιασμού, κάτι το οποίο τη διαφοροποιεί, σε αυτό το ζήτημα, από την παρούσα. Στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, κ. α.,
(2009)2 Α.Α.Δ. 469, επιβλήθηκε τους κατηγορούμενους 1 και 2 ποινή φυλάκισης ύψους έξι χρόνων για το αδίκημα του βιασμού, στο οποίο μαζί με άλλες κατηγορίες, κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ήταν φίλοι. Με τον κατηγορούμενο 1, η παραπονούμενη, δύο χρόνια προηγουμένως, είχε συνάψει ερωτική σχέση, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαν δύο φορές σεξουαλική επαφή. Διέκοψε μαζί του όταν πληροφορήθηκε ότι αυτός επρόκειτο να παντρευτεί, είχε παιδιά από προηγούμενο γάμο και ήταν συγγενής της. Λίγο αργότερα, γνώρισε τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίο, αρχικά, μιλούσε στο τηλέφωνο και, στη συνέχεια, δημιούργησε ερωτικό δεσμό. Για την προηγούμενή της σχέση με τον κατηγορούμενο 1, τον είχε ενημερώσει. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, είχαν βιάσει την παραπονούμενη διαδοχικά και ασκώντας πραγματική και ψυχολογική βία εναντίον της και έδρασαν με σχεδιασμό . Η έφεση του κατηγορούμενου 2 εναντίον της ποινής, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, το νεαρό της ηλικίας του, των 22 ετών και το γεγονός ότι ήταν ο ερωτικός σύντροφος της παραπονούμενης, απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δε συνιστά λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στην υπόθεση Ivarsson v. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 1207, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης επτά χρόνων, στο αδίκημα του βιασμού, στο οποίο κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, βρίσκονταν στην Κύπρο για διακοπές και γνωρίζονταν μεταξύ τους. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, έχοντας όμως καλή αντίληψη και αμφότεροι επιστρέφοντας από μπυραρία μπήκαν στο δωμάτιο του κατηγορούμενου, όπου η παραπονούμενη αρνείτο να έλθει σε συνουσία με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ασκώντας βία έκαμψε την αντίσταση της και κατάφερε και ήρθε σε συνουσία μαζί της, χωρίς να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό για 20 περίπου λεπτά. Στην συνέχεια την έσπρωξε με βία έξω από το δωμάτιο, την στιγμή που η παραπονούμενη ήταν ημίγυμνη και δεν φορούσε εσώρουχο. Ο κατηγορούμενος ήταν νεαρός και είχε λευκό ποινικό μητρώο. Η έφεση του εναντίον της ποινής, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερβολική. Στην υπόθεση Fowoan v. Δημοκρατίας,
(2014)2 Α.Α.Δ. 36, στον εφεσείοντα, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία του βιασμού επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Μολονότι η υπόθεση δεν ήταν από τις χειρότερες του είδους, εντούτοις, υπήρχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, ανάμεσά τους και ο προσχεδιασμός του αδικήματος από πλευράς του εφεσείοντα, ο οποίος, προφασιζόμενος ότι ξέχασε κάτι, οδήγησε την παραπονούμενη στο διαμέρισμά του. Εκεί, όταν επιχείρησε να την πλησιάσει, παρά την εκφρασθείσα από μέρους της άρνηση, χρησιμοποίησε βία με στόχο να κάμψει τις αντιστάσεις της και αφού πέτυχε το στόχο του και τη βίασε, τότε την υποχρέωσε να λουστεί έτσι ώστε να εξαφανιστούν τα οποιαδήποτε σημάδια της εγκληματικής του πράξης. Ο εφεσειών, ήταν 34 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 229, ο εφεσείων, ηλικίας 35 ετών, έγγαμος με δύο παιδιά, βίασε γυναίκα από τη Σρι Λάνκα ηλικίας 47 ετών μέσα στο αυτοκίνητό του. Ο κατηγορούμενος, είδε και πλησίασε την παραπονούμενη, αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα, η οποία περίμενε σε σταθμό λεωφορείων και της πρότεινε να την μεταφέρει στον προορισμό της. Αντί όμως να κατευθυνθεί προς τον προορισμό της παραπονούμενης, και παρά την αντίδραση της τελευταίας, ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του σε απόμερο χώρο και στάθμευσε όπου και την βίασε χρησιμοποιώντας βια. Δεν υπήρχε προσχεδιασμός στη διάπραξη του αδικήματος, ο εφεσειών προέβη σε παραδοχή και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα, χαρακτηρίστηκε αυστηρή αλλά όχι σε βαθμό που να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου για μείωσή της, εν όψει και των όσων είχαν προκύψει κατά την έφεση και της εξουσίας του Εφετείου για αύξηση των ποινών. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 6 χρόνια φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 1 χρόνο φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 5η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του κατηγορουμένου, να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ. 155, αυτές θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που έχουν ανακοινωθεί στον κατηγορούμενο και θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 01/12/2023 μέχρι και σήμερα. €120 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.): ___________________________ ΧΡ. Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Π. Ε. Δ. (Υπ.): ___________________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Α. Ε. Δ. (Υπ.): ___________________________ Ε. ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ-ΑΒΡΑΑΜ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο