← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΦΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4952/22, 29/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΦΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4952/22, 29/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4952/22 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΦΑΡΙΔΗΣ -------------------------- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα.Γιασκούρη Για κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O κατηγορούμενος κατηγορείται με δύο κατηγορίες που αφορούν μη συμμόρφωση σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Καν.58

(4)(θ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)
(7), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία). Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος την 22/08/2021 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου, ενώ οδηγούσε το όχημα Α με ταχύτητα 153χαω αντί 100χαω, παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα Α όταν εκλήθη από τον Αστυφύλακα του οποίου τα στοιχεία αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1η κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση του, αρνήθηκε τις κατηγορίες. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ.Χ.Μ. (ΜΚ1). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση, ενώ κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον μηχανικό του Σ.Σ. (ΜΥ2). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. ΜΚ1 Στις 22/08/21 και περί ώρα 11:00-11:35π.μ. βρισκόταν για έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού- Πάφου, παρά την Αυδήμου, με κατεύθυνση την Πάφο. Την 11:30π.μ. εντόπισε με το ταχύμετρο του, το όχημα Α να οδηγείται με ταχύτητα 153χαω, του έκανε σήμα να σταματήσει και ο οδηγός αυτού συνέχισε την πορεία του στη δεξιά λωρίδα προς Πάφο. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα του ήταν άριστη από το σημείο που βρισκόταν. Όταν έκανε το σήμα δεν μπήκε στο δρόμο αλλά βρισκόταν έξω από αυτόν, από την αριστερή λωρίδα. Ανέφερε ότι εντόπισε το όχημα στα 455 μέτρα και είχε καθαρή ορατότητα και είδε τους αριθμούς εγγραφής και από το μπροστινό μέρος του οχήματος Α και από το πισινό. Πρόσθεσε, ότι βεβαιώθηκε ότι το ταχύμετρο του λειτουργούσε πριν να φύγει από το σταθμό και επεξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε προς τούτο. Τόνισε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας στο σημείο που βρισκόταν ήταν 100χαω, ενώ ανέφερε το χρώμα και τη μάρκα του οχήματος Α. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, είπε ότι πρώτη φορά τον είδε στο Δικαστήριο. Επιπλέον κατέθεσε τα στοιχεία ιδιοκτήτη του οχήματος Α ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω ανέφερε ότι, μετά που δεν σταμάτησε ο οδηγός, μετέβη στο σταθμό και μέσω του Η.Υ εντόπισε τον ιδιοκτήτη του οχήματος Α, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος και του τηλεφώνησε. Ο κατηγορούμενος στην τηλεφωνική τους επικοινωνία, του είπε ότι οδηγούσε το όχημα Α αλλά δεν τον είδε που του έκανε σήμα. Του εξέδωσε εξώδικο €330 ευρώ και 3 βαθμούς ποινής και του είπε ότι θα βρίσκεται στο σταθμό να περάσει να το πάρει. Το εξώδικο δεν πληρώθηκε και συμπλήρωσε τον φάκελο για ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε στην υποβολή του κατηγορούμενου ότι στο τηλέφωνο ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος Α, αλλά οδηγούσε άλλο όχημα διότι το όχημα Α ήταν ακινητοποιημένο στο συνεργείο. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για τη θέση του κατηγορούμενου ότι υπάρχει άλλο όχημα με τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος Α. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος ανέφερε ενόρκως ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν καθοδόν προς το αεροδρόμιο Πάφου με πελάτη που θα αναχωρούσε από το αεροδρόμιο Πάφου, αλλά ήταν με άλλο ταξί, ενώ ανέφερε το χρώμα και τη μάρκα. Ανέφερε ότι τον πελάτη που μετέφερε δεν τον γνωρίζει και μετέβη στην Πάφο για να πάρει άλλην πελάτισσα του. Καθοδόν για την Πάφο είδε το περιπολικό που έκανε έλεγχο, αλλά ο ίδιος πήγαινε 72 μίλια, 114χαω με τον πιλότο, ενώ στο δρόμο δέχτηκε τηλεφώνημα από αριθμό της επαρχίας Λευκωσίας και ερωτήθηκε αν είναι ιδιοκτήτης του οχήματος Α και απάντησε θετικά. Σε ερώτηση γιατί δεν σταμάτησε στο σήμα του Αστυνομικού, του απάντησε ότι δεν του έκανε σήμα να σταματήσει, ενώ του ανέφερε ότι πήγαινε με 153χαω και ο κατηγορούμενος του είπε ότι αποκλείεται. Ανέφερε ότι έφτασε στην Πάφο, έκανε την παραλαβή του από το αεροδρόμιο και επέστρεψε Λεμεσό και στη συνέχεια έλαβε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος, επέμεινε στη θέση του ότι οδηγούσε άλλο όχημα, ενώ απέρριψε την υποβολή ότι απάντησε στον ΜΚ1 ότι δεν τον είδε. Πρόσθεσε ότι οι συγκεκριμένες πινακίδες εγγραφής έχουν θεαθεί και από τον ίδιο να βρίσκονται τοποθετημένες σε άλλο αυτοκίνητο και όχι στο δικό του, ενώ έχει κάνει καταγγελία στην Αστυνομία 3 φορές, το 2021, το 2022 και το 2023, ενώ οι καταγγελίες του είναι καταχωρημένες στην τροχαία Λεμεσού, εφόσον πήγε στον Αστυνομικό σταθμό και έδωσε κατάθεση, πλην όμως δεν θυμάται ποιος Αστυνομικός έλαβε την κατάθεση του. Επέμεινε στη θέση του ότι το όχημα του ήταν ακινητοποιημένο τη συγκεκριμένη ημερομηνία και μάλιστα από τον Αύγουστο. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ανέφερε είναι μηχανικός, έχει συνεργείο και γνωρίζει τον κατηγορούμενο πολλά χρόνια και είναι πελάτης του. Ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στην τελική του αγόρευση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπάρχει ελαφρά υποψία ότι ο Αστυφύλακας ίσως να είδε λάθος πινακίδες, γιατί αποκλείεται το αυτοκίνητο του να ήταν στον αυτοκινητόδρομο. Τόνισε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν στον αυτοκινητόδρομο ο ίδιος, αλλά οδηγούσε άλλο όχημα. H κα.Γιασκούρη ανέφερε ότι κατάθεσε ο εξεταστής- ΜΚ1 σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος είπε με κάθε σαφήνεια που βρισκόταν και τις ενέργειες που έκανε αφού διαπίστωσε την ταχύτητα των 153χαω. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είδε το όχημα Α όταν στόχευσε με το ραντάρ και όταν είδε τον οδηγό να οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα, ο οποίος παρέλειψε να σταματήσει και εντόπισε το όχημα Α από τις μπροστινές και πισίνες πινακίδες και από τον τύπο του οχήματος. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι πινακίδες ήταν πλαστές και ότι το αυτοκίνητο ήταν στο συνεργείο, όμως καμία μαρτυρία δεν προσέφερε στο Δικαστήριο για να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Τόνισε η κα.Γιασκούτη ότι δεν ήλθαν μάρτυρες από το συνεργείο και ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία από την Αστυνομία ότι έκανε καταγγελία. Τέλος, ανέφερε ότι δεν πληρώθηκε το εξώδικο, ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και πρέπει να βρεθεί ένοχος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο που απαντούσαν, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα τους (βλ.C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έκαστου εξ' αυτών, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης τους, τη μνήμη τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (βλ.Αθανασίου ν. Κουνουνη
(1997)1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (βλ.Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, έλαβα επίσης υπόψιν μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ.Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών της, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (βλ.Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ.Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2),
(2009)1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (βλ.Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψήγμα ψέματος ή πρόθεσης επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τουναντίον, αυτός ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που ανέφερε ότι δεν θυμάται το πρόσωπο του οδηγού που πέρασε από δίπλα του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση, ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι είδε τις πινακίδες του οχήματος Α. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. O κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε, αναφορικά με το ότι δεν οδηγούσε το όχημα του αλλά κάποιο άλλο αυτοκίνητο εκείνη την ημέρα, επειδή το όχημα του βρισκόταν στο συνεργείο ακινητοποιημένο, δεν με έπεισαν, εφόσον δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή μαρτυρία από το συνεργείο του κατηγορούμενου. Επιπλέον ο ισχυρισμός του ότι είχε προβεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία ότι άλλο όχημα κυκλοφορεί με τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του και πάλι δεν με έπεισε, αφενός μεν διότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί τέτοιων καταγγελιών, αφετέρου δε διότι είναι Νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση (βλ.GURULI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποιν.Έφ.263/2017, ημερ.22/5/2020, ECLI:CY:AD:2020:B160) Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αναφορικά με τον ΜΥ2 παρατηρώ τα ακόλουθα. Αυτός ανέφερε ότι είναι μηχανικός, έχει συνεργείο και γνωρίζει τον κατηγορούμενο πολλά χρόνια και είναι πελάτης του. Η μαρτυρία του διήρκησε ελάχιστα λεπτά. Δεν ερωτήθηκε από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε ερώτηση αναφορικά με τον ισχυρισμό για ακινητοποιημένο όχημα στο συνεργείο αυτού, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αποδεικτικά έγγραφα και δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Συνακόλουθα, η όλη ολιγόλεπτη μαρτυρία του, δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων και άρα απορρίπτεται. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθοριζόμενο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο και άρα στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το Τεκμήριο της κανονικότητας, δηλαδή ότι όλα έγιναν Νόμιμα μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου (βλ.Γιωργαλλίδης ν. Δήμος Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ789). Ως εκ τούτου, παρόλο που δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή, ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, επενεργεί το Τεκμήριο της κανονικότητας, ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας στον εν λόγω αυτοκινητόδρομο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο 100χαω και καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή. Επιπλέον και σύμφωνα με το σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη & Ν.Σάντη,, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ.595-596 η μαρτυρία Αστυνομικού αναφορικά με ταχύτητα οχήματος, όπως τη διαπιστώνει ο ίδιος από τη ένδειξη του ταχυμέτρου είναι αρκετή για να αποδείξει το αδίκημα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και αποδεχόμενος, όπως προανέφερα, τη μαρτυρία του ΜΚ1 καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Την 22/08/21 και περί ώρα 11:30π.μ., ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν για έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού- Πάφου, παρά την Αυδήμου, με κατεύθυνση την Πάφο, εντόπισε με το ταχύμετρο του το όχημα Α να οδηγείται με ταχύτητα 153χαω αντί 100χαω, που ήταν το ανώτατο όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο, του έκανε σήμα να σταματήσει και ο οδηγός αυτού συνέχισε την πορεία του στη δεξιά λωρίδα προς Πάφο. Το όχημα Α οδηγείτο από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ.Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482) και εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ.Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ο Κανονισμός 58
(4)(θ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει: «58
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο µηχανοκινήτου οχήµατος σε οποιοδήποτε δρόµο οφείλει- ...... (θ) να σταµατήσει το όχηµα, εφόσον κληθεί να πράξει τούτο από αστυνοµικό µε στολή και να επιτρέψει στον αστυνοµικό αυτόν να εξετάσει το όχηµα και υποβάλει αυτό σε κάθε αναγκαία εξέταση για να εξακριβώσει τη συµµόρφωση του µε τις διατάξεις των παρόντων Κανονισµών και σε τέτοια περίπτωση οφείλει να οδηγήσει το όχηµα υπό την εποπτεία του αστυνοµικού αυτού, ο οποίος καθορίζει ταυτόχρονα και την απόσταση, το χρόνο και την ταχύτητα της οδήγησης». Εκείνο που προκύπτει από τον ανωτέρω Κανονισμό είναι ότι κάθε οδηγός οφείλει να σταματήσει το όχημα του εφόσον κληθεί από Αστυνομικό με στολή να πράξει τούτο. Επομένως για να κριθεί ο κατηγορούμενος ένοχος του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα και Αστυνομικός με στολή τον κάλεσε όπως σταματήσει το όχημα που οδηγούσε και αυτός παρέλειψε να το πράξει. Το άρθρο 6
(2)
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «......
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Άρα για αν αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι αυτός οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Από την προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία έχω κάνει αποδεκτή και τα ευρήματα μου, έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2, δηλαδή ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα Α με ταχύτητα 153 χαω αντί 100χαω και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγία Αστυνομικού με στολή και να ακινητοποιήσει το όχημα του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έκανα αποδεκτή, τη Nομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................. Κ. Γεωργίου, Προσ.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.