ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. A., Αρ. Υπόθεσης: 18289/22, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18289/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22/12/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Π. Αβρααμίδης). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Λοχίας. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1, 2 και 3). Ό,τι του αποδίδεται σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι ότι, μεταξύ της 20ης και της 21ης Νοεμβρίου 2021, στη Λεμεσό, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης, δηλαδή: · Φίλησε στο στόμα τη Α.Α., με ημερ. γέννησης την 21/01/2006 (κατηγορία 1). · Άγγιξε το στήθος και τα οπίσθια της Α.Α. (κατηγορία 2). · Ήρθε σε σεξουαλική επαφή με την Α.Α. (κατηγορία 3) Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί έχουν ως ακολούθως: Η παραπονούμενη, με ημερομηνία γέννησης 21/01/2006, γνώριζε τον κατηγορούμενο λόγω της αδελφής της και αντάλλαξαν μερικά διαδικτυακά μηνύματα μέσω της εφαρμογής «Instagram». Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος συναντήθηκαν σε κέντρο διασκέδασης στη Λεμεσό, στις 20/11/2021. Ενώ διασκέδαζαν και χόρευαν μαζί και μετά από αρκετή κατανάλωση αλκοόλ, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να βγουν έξω από το κέντρο διασκέδασης και η τελευταία δέχτηκε. Όταν βγήκαν έξω, σε κοντινό πεζοδρόμιο, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 21/11/2021, ο κατηγορούμενος φίλησε την παραπονούμενη στο στόμα. Κατά τη διάρκεια του φιλιού, ο κατηγορούμενος άγγιζε την παραπονούμενη στο στήθος και στα οπίσθια τόσο πάνω από τα ρούχα της, όσο και μέσα από αυτά. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη μετακινήθηκαν σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας, όπου ο κατηγορούμενος ήλθε σε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη. Σε κάποια στιγμή, η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει λόγω του ότι βρίσκονταν σε πεζοδρόμιο, ωστόσο ο τελευταίος λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν, δεν την άκουσε και δεν αντιλήφθηκε αυτό που του είπε. Το περιστατικό εν τέλει σταμάτησε όταν κάποιος περαστικός τους έκανε παρατήρηση. Στις 23/11/2021, η μητέρα της παραπονούμενης, ενημέρωσε τηλεφωνικώς το Τ.Α.Ε. Λεμεσού για τα ως άνω περιστατικά. Την ίδια ημέρα, η παραπονούμενη με τη μητέρα της, μεταφέρθηκαν στο «Σπίτι του Παιδιού» όπου η παραπονούμενη εξετάστηκε από την ιατροδικαστή Δρ. Αγγελική Παπέττα. Στη συνέχεια, επεξηγήθηκε στην παραπονούμενη η διαδικασία λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων και εκείνη ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση για τα περιστατικά τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ακολούθως, η παραπονούμενη παραπέμφθηκε, από κλινικό ψυχολόγο, για ψυχολογική αξιολόγηση στο «Σπίτι του Παιδιού», από την οποία αξιολόγηση προέκυψε ότι είχε αναπτύξει συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, συνδεόμενη με τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Στις 23/03/2022, λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη, μετά από συγκατάθεση της μητέρας της, την οποία συνυπόγραψε Κοινωνική Λειτουργός. Στις 10/05/2022, στα γραφεία του Κλάδου Διερεύνησης Υποθέσεων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, λήφθηκε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην παρουσία του δικηγόρου του, κατά την οποία διατήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που διέπραξε και απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ο συνήγορος Υπεράσπισης, κατά την αγόρευσή του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε στην παραδοχή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, εισηγούμενος ότι αυτή αποτελεί στοιχείο της ειλικρινούς μεταμέλειας του, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στο νεαρό της ηλικίας του, στη μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης καθώς και στον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, ο κ. Λοχίας αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου με αναφορά στο διαζύγιο των γονιών του όταν αυτός ήταν 15 ετών, στην έλλειψη ουσιαστικής επαφής και επικοινωνίας με τη μητέρα του, η οποία ζει μόνιμα στη Αγγλία και στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο πατέρας του. Υιοθέτησε δε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας με τη διευκρίνιση ότι λόγω της παρούσας ποινικής υπόθεσης, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να απορρίψει την υποτροφία που έλαβε για σπουδές στην Αμερική. Ως εισηγήθηκε, αυτό αποτελεί μορφή εξωδικαστηριακής τιμωρίας, η οποία θα συνεχιστεί ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος δεν θα μπορεί πλέον να μεταβεί στην Αμερική για σπουδές. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο κ. Λοχίας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε την ηλικία της παραπονούμενης, ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους του για τη διάπραξη των αδικημάτων, ότι κατά τη διάρκεια διάπραξης τους, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η παραπονούμενη βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε χρήση βίας ή απειλής ή εξαναγκασμού από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη. Τέλος, ο κ. Λοχίας ανέφερε ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δεικνύουν ότι κατηγορούμενος αποτελεί κίνδυνο για το δημόσιο και εισηγήθηκε ότι αξίζει μιας δεύτερης ευκαιρίας. Ως εκ τούτου ζήτησε όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή εκτέλεσης ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε και ο συνήγορος Υπεράσπισης. Η σοβαρότητα που τα χαρακτηρίζει αντανακλάται κατ' αρχάς από την προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, η οποία είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας τους, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Υποδεικνύουμε ότι το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, επισύρει ποινή φυλάκισης 20 ετών. Η ως άνω νομοθεσία, στην οποία εδράζονται οι επίδικες στην παρούσα κατηγορίες, προβλέπει την ποινική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν σεξουαλικής φύσεως αδικήματα εις βάρος ανηλίκων προσώπων. Πρόκειται για ένα αυστηρό νομοθέτημα το οποίο συμβάλλει στην αδιάκοπη προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας να προστατεύσει τα παιδιά από τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση καθώς επίσης γενικότερα από απαράδεκτες συμπεριφορές (βλ. Aebi And Others, Criminal Punishment Around The World, Volumes 1-4, ABC-CLIO, 2010). Θεσπίστηκε ειδικά για την πάταξη της σεξουαλικής κακοποίησης και γενικότερα εκμετάλλευσης παιδιών. Η εισαγωγή αυστηρών ποινών στοχεύει ακριβώς στην αναχαίτηση εγκλημάτων σεξουαλικής φύσεως (βλ. Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 165/19 ημερ. 20/5/2021). Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί, αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Α.Γ.Α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 345). Το γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται σε βάρος ανηλίκων προσώπων, τα καθιστούν εξαιρετικής σοβαρότητας. Η εκμετάλλευση της νεαρής ηλικίας των θυμάτων που έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων και των συνεπειών των πράξεων τους, βρίσκει όσους διαπράττουν τέτοιες αξιόποινες πράξεις αντιμέτωπους με αυστηρές ποινές (βλ. Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57). Στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι λοιπόν η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/3/2017). Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη ότι οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το Νόμο είναι ότι όταν το παιδί-θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 69/17, ημερ. 5/12/2017). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, από τη μελέτη της σχετικής νομολογίας προκύπτει και είναι άλλωστε λογικό, η ύπαρξη διαφοροποίησης ως προς το ύψος των ποινών που επιβάλλονται και ανάλογα με το είδος της σεξουαλικής κακοποίησης των ανηλίκων. Έτσι μικρότερες ποινές επιβάλλονται όταν η σεξουαλική πράξη περιορίζεται σε αγγίγματα ή θωπείες στα σώματα των παιδιών, με τις ποινές να κλιμακώνονται και να γίνονται αυστηρότερες όταν υπάρχει συνουσία με τους ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση, να επαναληφθεί ότι η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα, προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται (βλ. Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφεση Αρ. 90/19, ημερ. 15/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:B353 και Γενικός Εισαγγελέας ν. S.J.L., Ποιν. Έφεση Αρ. 145/21 (σχ. με 129/21), ημερ. 27/10/2022). Εδώ να σημειωθεί ότι η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων προκύπτει αβίαστα τόσο από τη σχετική νομολογία όσο και από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, δεδομένου ότι πολύ σπάνια εντοπίζεται ταυτοσημία στον βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την επιβολή παρόμοιας ποινής. Κατά συνέπεια, η αναφορά σε ποινές που έχουν επιβληθεί σε άλλες περιπτώσεις για το ίδιο ή συναφές αδίκημα μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο εφόσον τα γεγονότα προσομοιάζουν (βλ. Al Dhess ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/21, ημερ. 16/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96). Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Δεν μας διαφεύγει φυσικά ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Στην προκειμένη, η σοβαρότητα προκύπτει τόσο από τη φύση όσο και από τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και πιο συγκεκριμένα από την όλη κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Εδώ να λεχθεί βέβαια ότι σοβαρότερη είναι η συμπεριφορά του όσον αφορά την κατηγορία 3, εφόσον αφορά σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη ενώ μικρότερης σοβαρότητας είναι αυτή των κατηγοριών 1 και 2, οι οποίες αφορούν φιλί και αγγίγματα στο σώμα της παραπονούμενης. Πρόκειται για στοιχείο που ασφαλώς πρέπει και θα έχει την ανάλογη αντανάκλαση στις ποινές που θα επιβληθούν. Σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, όντας μεγαλύτερος από την παραπονούμενη (κατά 4 χρόνια και σχεδόν 9 μήνες), όφειλε να ελέγξει τις ορμές του ως επίσης να επιδείξει μεγαλύτερη ωριμότητα αφού ήταν μεγαλύτερος ηλικιακά και να πειθαρχήσει τον εαυτό του, αντί να προχωρήσει στις επίδικες πράξεις (βλ. Χριστοφόρου ανωτέρω). Περαιτέρω δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι μετά το επίδικο συμβάν η παραπονούμενη ανέπτυξε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες συνδεόμενη με τα περιστατικά της σεξουαλικής κακοποίησης (ως διαπιστώθηκε από κλινική ψυχολόγο στο «Σπίτι του Παιδιού»), γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικός παράγοντας. Παρόλα αυτά σημειώνουμε ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να καθορίζει το χρονικό διάστημα που η παραπονούμενη παρουσίαζε την εν λόγω συμπτωματολογία ούτε και αν αυτή συνεχίζει να υφίσταται σήμερα ή ότι έχει οποιεσδήποτε μόνιμες ή άλλες επιπτώσεις στη ζωή της. Παρά τα πιο πάνω, η σοβαρότητα του αδικήματος και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς δίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου καθότι λόγω αυτού, ως έχει νομολογηθεί, δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/17 ημερ. 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311). Επίσης μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή και απολογία του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, παραδοχή η οποία, όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 3, έγινε αμέσως μετά την τροποποίηση τους, η οποία έλαβε χώραν στις 14/11/2023, ημερομηνία κατά την οποία παραδέχθηκε και την κατηγορία 1. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία, στην προκειμένη, ότι ενόψει της παραδοχής του, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Έχουμε δε πάντα κατά νου ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66 και Τράντα v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 8/16, ημερ. 14/11/2016). Είναι δε συναφές και λαμβάνεται υπόψη ως άλλος ένας, επίσης σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας, το γεγονός ότι ενόψει της παραδοχής του κατηγορούμενου, δεν χρειάστηκε η παραπονούμενη, να προσέλθει για να καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να αποφευχθούν το να αναβιώσει τα επίδικα γεγονότα αλλά και οι οποιεσδήποτε συνέπειες θα ενείχε κάτι τέτοιο στο πρόσωπο της (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 και Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ.112/19, ημερ. 3/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412). Τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία τα οποία δεικνύουν και την ειλικρινή μεταμέλεια του κατηγορούμενου, η οποία επίσης λαμβάνεται υπόψη. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου (22 ετών σήμερα και 20 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων). Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός μαζί με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Λαμβάνεται επίσης υπόψη το γεγονός ότι η διαφορά ηλικίας μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων δεν ήταν μεγάλη. Συγκεκριμένα η διαφορά της ηλικίας τους είναι 4 χρόνια και 9 μήνες αφού κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν 20 ετών και 7 μηνών και η παραπονούμενη 15 ετών και 10 μηνών. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος δεν ήταν εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους, όταν συναντήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο. Η παραπονούμενη γνώριζε από πριν τον κατηγορούμενο λόγω της αδελφής της και αντάλλαξαν μερικά διαδικτυακά μηνύματα μέσω της εφαρμογής «Instagram». Το επίδικο βράδυ συναντήθηκαν σε κέντρο διασκέδασης της Λεμεσού, όπου, σύμφωνα με τον συνήγορο Υπεράσπισης, δεν επιτρέπεται η είσοδος σε πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Λαμβάνουμε δε σχετικά υπόψη ότι, ενόψει του πιο πάνω αλλά και του ότι κατά την ανταλλαγή των μηνυμάτων με την παραπονούμενη ουδεμία αναφορά έγινε στην ηλικία τους ούτε και ήταν εμφανής η ηλικία της παραπονούμενης από το προφίλ της στην εν λόγω εφαρμογή, ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε την πραγματική ηλικία της παραπονούμενης και δη ότι ήταν ανήλικη. Βέβαια δεν μας διαφεύγει ότι δεν προσπάθησε να βεβαιωθεί για αυτό. Ως δε έχει διευκρινισθεί από τον συνήγορο Υπεράσπισης και δεν έχει αμφισβητηθεί, όταν η παραπονούμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του κατηγορούμενου εκεί, τον προσέγγισε και άρχισαν να χορεύουν μαζί. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η παραπονούμενη είχαν καταναλώσει αρκετό αλκοόλ και αμφότεροι βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πρότεινε στην παραπονούμενη να εξέλθουν του κέντρου, πρόταση την οποία η παραπονούμενη αποδέχτηκε. Ήταν όταν βγήκαν έξω από το κέντρο και ενώ βρίσκονταν σε κοντινό πεζοδρόμιο που ο κατηγορούμενος φίλησε την παραπονούμενη στο στόμα και κατά τη διάρκεια αυτού την άγγιζε στο στήθος και στα οπίσθια, τόσο πάνω όσο και μέσα από τα ρούχα. Ακολούθως πήγαν σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας όπου ήρθαν σε σεξουαλική επαφή. Δεν μας διαφεύγει δε ότι σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει. Προκύπτει όμως από τα γεγονότα ότι ζήτησε αυτό λόγω του χώρου όπου βρίσκονταν και δη ότι ήταν σε πεζοδρόμιο. Ούτε το ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε παρά την έκκληση της παραπονούμενης προς τούτο, μας διαφεύγει. Από την άλλη λαμβάνουμε όμως υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε όχι γιατί επέλεξε να επιμείνει στην πράξη του αλλά γιατί, λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν, δεν άκουσε την παραπονούμενη και δεν αντιλήφθηκε αυτό που του είπε. Το περιστατικό εν τέλει σταμάτησε όταν ένα περαστικό πρόσωπο τους έκανε παρατήρηση και ακολούθως αμφότεροι επέστρεψαν στο κέντρο διασκέδασης και στα άτομα με τα οποία διασκέδαζαν προηγουμένως χωριστά. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός, ούτε και κίνητρο του κατηγορούμενου στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, αλλά και ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε οποιαδήποτε βία, απειλή ή εξαναγκασμό στην παραπονούμενη, ούτε και φαίνεται να της προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Δεν μας διαφεύγει δε ότι, ως έχει προαναφερθεί, κατά τον επίδικο χρόνο τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η παραπονούμενη βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης. Ως προς τούτο δέον όπως επισημάνουμε τα ακόλουθα: Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιόλη
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, αναγνωρίσθηκε νομολογιακά ότι η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στην Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, λέχθηκε δε ότι σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες, όμως, επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί, ανάλογα με την επίδρασή του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. Είναι δε δυνατό να έχει μετριαστικές επιπτώσεις, όπου διαφαίνεται ότι επηρέασε την κρίση του κατηγορουμένου. Στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος (βλ. και Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34). Τέλος διευκρινίσθηκε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμηση της. Στην προκειμένη, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν επέφερε τον εαυτό του σε αυτή την κατάσταση ώστε να διευκολύνει οποιαδήποτε απόφαση για διάπραξη των επίδικων αδικημάτων αλλά και το ότι δεν γνώριζε την ηλικία της παραπονούμενης, θεωρούμε ότι η κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας ότι η ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό αφού, πέραν του λευκού του ποινικού μητρώου, αυτός απέχει από οποιανδήποτε παραβατική συμπεριφορά από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα (βλ. Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου (Αρ. 2) 2010 2 Α.Α.Δ. 678). Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα ότι: · Είναι ηλικίας 22 ετών και είναι άγαμος. · Προέρχεται από πενταμελή οικογένεια. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 15 ετών. Μετά τον χωρισμό η μητέρα του έφυγε από την Κύπρο και έκτοτε διαμένει μόνιμα στη χώρα καταγωγής της και δη στην Αγγλία, όπου διαμένει και μια εκ των αδελφών του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν τηρεί ουσιαστική επαφή ή επικοινωνία με τη μητέρα του αφού αυτή δεν επιδεικνύει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για αυτόν. Λόγω δε της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να μεταβεί στην Αγγλία. · Μετά τον χωρισμό των γονέων του, ο κατηγορούμενος παρέμεινε με τον πατερά του στην Κύπρο, με τον οποίο διαμένει μέχρι και σήμερα. · Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Λυκείου και από το 2018 μέχρι σήμερα ασχολείται επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο. · Ενόψει της επαγγελματικής του αυτής ενασχόλησης πήρε προσωρινή τριετή απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά. Τον Ιανουάριο του 2023 κατατάγηκε ξανά στη Εθνική Φρουρά και ολοκλήρωσε τη θητεία του στις 20/11/2023. · Ο πατέρας του κατηγορούμενου εδώ και 6 μήνες αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, υποβάλλεται σε θεραπεία και παρακολουθείται σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο. · Ο κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει υποτροφία για σπουδές στην Αμερική αλλά λόγω της παρούσας ποινικής υπόθεσης αναγκάστηκε να την απορρίψει. · Η παρούσα υπόθεση έχει προκαλέσει μεγάλη ψυχική αναστάτωση και άγχος τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και στα λοιπά μέλη της οικογένειας του. Ο κ. Λοχίας υποστήριξε ότι η απώλεια της υποτροφίας σπουδών στην Αμερική, αποτελεί μορφή εξωδικαστηριακής τιμωρίας για τον κατηγορούμενο, η οποία θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντας μετριασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στον δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Polycarpou v. The Police
(1970)2 C.L.R. 111 και Πετρίδη ν. Αστυνομίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 447). Στην προκειμένη, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι, εν όψει του ότι, μετά που κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα της παρούσας, ο κατηγορούμενος ανέμενε ότι θα καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του, αναγκάστηκε να απορρίψει την υποτροφία που είχε λάβει με αποτέλεσμα να χάσει την ευκαιρία για σπουδές στην Αμερική. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ότι, ως επίσης ανέφερε ο συνήγορος του, η αδυναμία του κατηγορούμενου να σπουδάσει στην Αμερική θα συνεχισθεί και μετά την επιβολή ποινής στην παρούσα εφόσον λόγω της απώλειας της υποτροφίας δεν έχει την οικονομική δυνατότητα αλλά και γιατί, σε κάθε περίπτωση, λόγω της καταδίκης του δεν θα έχει πλέον καθαρό ποινικό μητρώο και συναφώς δεν θα μπορεί να πετύχει την έκδοση άδειας παραμονής του στην Αμερική. Τα πιο πάνω είναι τέτοια ώστε κρίνουμε ότι αποτελούν είδος εξωδικαστηριακής τιμωρίας του κατηγορούμενου, την οποία λαμβάνουμε δεόντως υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής. Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (βλ. Xiaojin κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (βλ. Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Χρυσοστόμου "Κανάρη" ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει όμως να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (βλ. Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Τέλος, θα εξετάσουμε για σκοπούς επιβολής της ποινής το ζήτημα του χρόνου που διέρρευσε μέχρι σήμερα. Έχει νομολογηθεί, ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα εφόσον η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Όσον δε αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης, το στοιχείο αυτό επίσης λαμβάνεται υπόψη και ανάλογα λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Πεγειώτη κ.ά. ανωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει ασφαλώς προς μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην προκειμένη τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 21/11/
- Η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε από την παραπονούμενη στις 23/03/2022 (ημερομηνία κατά την οποία η παραπονούμενη έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση), δηλαδή 4 μήνες μετά το επίδικο συμβάν. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει ανακριτική κατάθεση στις 10/05/2022, ήτοι σχεδόν 2 μήνες μετά την καταγγελία της παραπονούμενης, καθυστέρηση για την οποία δεν δόθηκε κάποια εξήγηση. Η υπόθεση καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο στις 14/10/2022, σχεδόν 1 χρόνο μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και σχεδόν 7 μήνες μετά την καταγγελία της παραπονούμενης. Για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης καμία λοιπόν ευθύνη δεν προκύπτει να έχει ο κατηγορούμενος ενώ για τον χρόνο που παρήλθε από την καταγγελία της παραπονούμενης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την Κατηγορούσα Αρχή. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, αυτή ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 31/10/2022, ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με την υπόθεση να ορίζεται για τον σκοπό αυτόν στις 13/12/
- Ακολούθως, στις 13/12/2022, ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στο κατηγορητήριο ενόψει του ότι το κατηγορητήριο που του παραδόθηκε παρουσίαζε διαφορές ως προς τις κατηγορίες από αυτό που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο και περαιτέρω η πλευρά της Υπεράσπισης δεν είχε λάβει σημαντικό μέρος του μαρτυρικού υλικού. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 23/01/2023, οπόταν ο κατηγορούμενος απάντησε στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Έκτοτε και μέχρι τις 14/11/2023, η υπόθεση αναβλήθηκε, για σκοπούς ακρόασης, 3 φορές. Οι δύο εκ των αναβολών ήταν κατόπιν αιτημάτων της Κατηγορούσας Αρχής και μία αναβολή δόθηκε για λόγο που αφορούσε το Δικαστήριο. Στις 14/11/2023 τροποποιήθηκαν οι κατηγορίες 2 και 3 και αμέσως μετά ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίσθηκε για να εκτεθούν τα γεγονότα και για αγόρευση προς μετριασμό της ποινής. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται ούτε για την καθυστέρηση που παρουσιάστηκε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή σε αυτόν σήμερα, 2 και πλέον χρόνια μετά από τη διάπραξη των αδικημάτων. Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και της ανάγκης για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοια επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98) και ειδικά ότι για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλονται τέτοιες ποινές εκτός αν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ότι είναι ακατάλληλα. Ως εκ των άνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Κρίνεται δε επιβεβλημένο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως ο κατηγορούμενος παραπεμφθεί και παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, για χρονικό διάστηµα 3 ετών από σήμερα. Επισημαίνονται δε στον κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Τα DVD της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, διατάσσεται όπως καταστραφούν. Με δεδομένο ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενόψει της εισήγησης του συνηγόρου του, κατά πόσο αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τέθηκαν σε σωρεία νομολογίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω άσκηση δεν περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη σε αυτούς που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει σημασία και να επηρεάσει την απόφαση για αναστολή. Ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται ενδεικτικά, η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος περιλαμβανομένης της μεταμέλειας του, τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, οι προσωπικές και σε ορισμένες περιπτώσεις οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο καθώς και το κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως έχει νομολογηθεί η εξέταση του θέματος συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση τόσο του αδικήματος όσο και των περιστάσεων του δράστη και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» στους παράγοντες - επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς. Για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B24. Έχουμε εξετάσει με προσοχή και λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς του θέματος της αναστολής εκτέλεσης όχι μόνο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αλλά και κάθε άλλο σχετικό με το θέμα παράγοντα που έχει τεθεί ενώπιον μας. Κατ' αρχάς να πούμε ότι δεν μας διαφεύγει ούτε υποβαθμίζουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, η οποία είναι δεδομένη. Παρά ταύτα, αφού λάβαμε υπόψη τα όσα τέθηκαν σχετικά και ιδιαίτερα: · Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, εφόσον κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 20 ετών και σήμερα είναι 22 ετών. · Το ότι είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. · Τις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, δηλαδή ότι δεν γνώριζε την ηλικία της παραπονούμενης και τόσο ο ίδιος όσο και η παραπονούμενη βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης κατά τον επίδικο χρόνο. · Την όχι μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης. · Το ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο και ούτε υπήρξε προσχεδιασμός για τη διάπραξη των αδικημάτων. · Το ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος δεν άσκησε οποιαδήποτε βία ή εξαναγκασμό στην παραπονούμενη, ούτε και φαίνεται να της προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη. · Τη μετέπειτα διαγωγή και συμπεριφορά του, η οποία καταδεικνύει ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των πράξεων του και την ειλικρινή μεταμέλεια του, ως προκύπτει μέσα από την παραδοχή και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου. · Το μεμονωμένο της εγκληματικής συμπεριφοράς του και τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό με το ότι έκτοτε απέχει από οποιαδήποτε μορφή παραβατικής συμπεριφοράς, κάτι που δείχνει ότι δεν υπάρχει ορατός κίνδυνος επανάληψης συμπεριφοράς όπως την επίδικη. · Την εξωδικαστηριακή τιμωρία, την οποία έχει υποστεί δια της απώλειας της υποτροφίας του για σπουδές στην Αμερική και την αδυναμίας του να σπουδάσει εκεί, μετά από την καταδίκη του στην παρούσα εφόσον, πέραν της οικονομικής αδυναμίας, δεν θα έχει πλέον καθαρό ποινικό μητρώο και συναφώς δεν θα μπορεί να πετύχει την έκδοση άδειας παραμονής του στην Αμερική, κρίνουμε ότι είναι ορθό όπως η διακριτική μας ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διαταγής για τριετή αναστολή των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν ώστε να του δοθεί μια πρώτη αλλά και τελευταία ευκαιρία την οποία ευελπιστούμε ότι θα εκμεταλλευθεί. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο