ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5967/2023, 18/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5967/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/12/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Αποστολίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε κατηγορίες ληστείας (κατηγορία 3), πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 4), κατοχής εκρηκτικών υλών (κατηγορία 6), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και χρήσης αυτού (κατηγορίες 10-12 και 14-16 αντίστοιχα), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ (κατηγορία 13) και καπνίσματος φυτού κάνναβης (κατηγορία 17). Εδώ να λεχθεί ότι αρχικά ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, στις οποίες απαλλάχθηκε μετά από καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν τεθεί, είναι βασικά τα ακόλουθα: Στις 16/04/2023 και περί ώρα 23:15, ενώ η Olena Balanda (στο εξής «η παραπονούμενη») βρισκόταν στην οικία της στην οδό [ ] στη Λεμεσό, αντιλήφθηκε να βρίσκεται μέσα στο σπίτι της, ένα πρόσωπο το οποίο φορούσε σκούρα ρούχα, είχε το πρόσωπο καλυμμένο με κουκούλα και κρατούσε άσπρο ρούχο, το οποίο η παραπονούμενη εξέλαβε ως σακούλα. Ο άγνωστος (που αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος) της επιτέθηκε και τη χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο, φωνάζοντας της στα αγγλικά «money, money» και «I will kill you». H παραπονούμενη προσπάθησε να προστατευθεί, τον παρακαλούσε να σταματήσει και του είπε ότι θα του δώσει χρήματα. Ωστόσο ο κατηγορούμενος τη χτυπούσε με μανία, ενώ προσπάθησε να την πνίξει χωρίς να τα καταφέρει. Από τα χτυπήματα του έπεσαν στο πάτωμα τα γάντια που φορούσε. Η παραπονούμενη ξεκίνησε να φωνάζει, οπόταν ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή. Όταν έφυγε ο κατηγορούμενος έκλεψε τα κλειδιά που βρίσκονταν στην πόρτα της κουζίνας και το τηλεχειριστήριο του συναγερμού. Περίπολο της άμεσης επέμβασης μετέβηκε στην οικία, οπότε διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν χτυπημένη. Μετά από πάροδο μερικών λεπτών, περίπου γύρω στις 23:20, γειτόνισσα αντιλήφθηκε άγνωστο της πρόσωπο στην αυλή της οικίας της. Ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν αμέσως στο μέρος, όπου εντόπισαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος όταν τους αντιλήφθηκε προσπάθησε να διαφύγει και ανακόπηκε. Ο κατηγορούμενος φορούσε μαύρο σακάκι και καφέ παντελόνι, σκούρου χρώματος, στο οποίο υπήρχαν κηλίδες ομοιάζουσες με αίμα. Σε έρευνα που έγινε σε τσαντάκι μέσης που είχε στην κατοχή του, εντοπίστηκε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης - κάνναβη, μικτού βάρους 5,5 γραμμαρίων και συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄. Σε περαιτέρω έρευνα που ακολούθησε εντοπίστηκαν 12 κυλινδρικές κροτίδες εργοστασιακής κατασκευής, με την ονομασία «dum bum» 5 γραμμαρίων που περιείχαν ποσότητα εκρηκτικής ύλης. Κατά την άφιξη των μελών του Τ.Α.Ε. στη σκηνή, ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού παραλάμβανε την παραπονούμενη, η οποία διαπιστώθηκε ότι αιμορραγούσε στη μύτη, ενώ έφερε εμφανείς κακώσεις από χτυπήματα στο πρόσωπο. Από εξετάσεις που έγιναν στην οικία της παραπονούμενης, διαπιστώθηκε ότι η είσοδος σε αυτήν επιτεύχθηκε από αλουμινένια συρόμενη πόρτα, στη δυτική πλευρά της οικίας, η οποία ήταν κλειστή αλλά ανασφάλιστη και η οποία παραβιάστηκε. Η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε αιματώματα περιοφθαλμικά, μετωπικά και στη μύτη και εκδορές στον αγκώνα. Μετά από αξονική τομογραφία διαπιστώθηκε ότι έφερε παρεκτοπισμένο κάταγμα ρινικού οστού και αραχνοειδές αιμάτωμα στον εγκέφαλο και κρατήθηκε για νοσηλεία στο Χειρουργικό Τμήμα. Στις 18/04/2023, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, τα ανευρεθέντα στην κατοχή του κατηγορούμενου ναρκωτικά ήτοι η κάνναβη, ζυγίσθηκε με ειδική ζυγαριά ακρίβειας και διαπιστώθηκε ότι ήταν βάρους 5,0461 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα, σε θεληματική κατάθεση παραδέχτηκε ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα για δική του χρήση αφού είναι χρήστης κάνναβης τα τελευταία 10 χρόνια. Ανέφερε επίσης ότι, μια ώρα πριν συλληφθεί, έκανε χρήση κάνναβης, μεθαμφεταμίνης, κοκαΐνης και 1 χαπιού LSD. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις ακόλουθες προηγούμενες καταδίκες:
- Στις 27/06/2019 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Υπόθεση Αρ. 4453/19, σε 3 μήνες φυλάκιση για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών.
- Στις 25/09/2019 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στην Υπόθεση Αρ. 21069/18, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 6 ετών, για αδικήματα κατοχής, κατοχής με σκοπό την προμήθεια και προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄. Αποφυλακίστηκε με άδεια του Συμβουλίου Αποφυλάκισης επ' αδεία στις 19/01/
- Λόγω παραβίασης των όρων αποφυλάκισης του, η άδεια ανακλήθηκε και ο κατηγορούμενος επέστρεψε στις Φυλακές στις 24/02/2023 και αποφυλακίστηκε στις 07/04/
- Στις 18/08/2020 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Υπόθεση Αρ. 748/18, σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄. Σε αυτήν λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις Αρ. 13605/18 και 3178/18 που αφορούσαν αδικήματα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια, συνομωσίας, παράνομης κατοχής περιουσίας, κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων και κάπνισμα φυτού κάνναβης.
- Στις 24/03/2022 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Υπόθεση Αρ. 11512/18, σε ποινή προστίμου €800 για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Στο πλαίσιο αγόρευσης για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στην παραδοχή του πελάτη του, στο νεαρό της ηλικίας του, στη μεταμέλεια του καθώς επίσης στα δύσκολα οικογενειακά βιώματα του, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να εθιστεί από την εφηβική του ηλικία στα ναρκωτικά και στο να στραφεί στην παρανομία. Περαιτέρω, ο κ. Αποστολίδης αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας για τον σκοπό αυτό και την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια κοκτέιλ ναρκωτικών και ότι αυτό το γεγονός θα πρέπει να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας. Διευκρίνισε όμως ότι ο κατηγορούμενος είχε αντίληψη των πράξεων του και ότι είχε πρόθεση να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα αλλά η προηγούμενη χρήση ναρκωτικών, είχε ως αποτέλεσμα, το μένος και η βία που χρησιμοποίησε έναντι της παραπονούμενης να είναι μεγαλύτερης έντασης. Ανέφερε επίσης ότι στην παρούσα, ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού, καθότι ο σκοπός που ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία της παραπονούμενης ήταν για να κλέψει για να πάρει λεφτά για να εξασφαλίσει τη δόση του, αγνοώντας ότι εντός αυτής βρισκόταν η παραπονούμενη. Διευκρίνισε όμως ότι, όταν την αντίκρυσε, της επιτέθηκε, τη χτύπησε και είχε πρόθεση να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη. Σε σχέση με τις συνέπειες διάπραξης των αδικημάτων, ο κ. Αποστολίδης υποστήριξε ότι αυτές, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, διαχωρίζονται από άλλες σοβαρότερες υποθέσεις, στις οποίες τα τραύματα είναι πολύ σοβαρότερα από αυτά που υπέστη η παραπονούμενη και ότι στην προκειμένη δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα τραύματα αυτά είναι μη αναστρέψιμα ή ότι η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Σε σχέση δε με τα κλαπέντα από την οικία της παραπονούμενης, ο συνήγορος ζήτησε να ληφθούν υπόψη ότι αυτά είναι ευτελούς αξίας και ανευρέθηκαν λίγα λεπτά αργότερα. Τέλος, ο κ. Αποστολίδης εισηγήθηκε, με αναφορά σε σχετική νομολογία, ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 5 έτη. Αυτό καθότι, ως η θέση του, τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από αυτά άλλων σοβαρότερων υποθέσεων ληστείας αλλά και λόγω των προσωπικών του περιστάσεων και επειδή ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων (των κατηγοριών 3 και 4) τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της ληστείας, στην περίπτωση που αμέσως πριν τη ληστεία ο κατηγορούμενος χτυπήσει, τραυματίσει ή πλήξει κάποιο πρόσωπο, όπως στην προκειμένη, προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου. Τέτοια ποινή προνοείται και για το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ενώ για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, προνοείται ποινή φυλάκισης 15 ετών (βλ. Νόμο 27/1978) ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.000 (βλ. Νόμο 173(Ι)/2020) ή και οι δύο αυτές ποινές. Τέλος για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄, προνοείται ποινή φυλάκισης 12 και 8 ετών αντίστοιχα ενώ για τα αδικήματα της χρήσης ή καπνίσματος ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ ή Β΄ προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου. Η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας έχει τονιστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο και χαρακτηρίζεται ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232). Εγκλήματα του είδους άσχετα από την επακριβή μορφή που παίρνουν σε κάθε περίπτωση βρίσκονται σε έξαρση και με αυξητική τάση, γεγονός που καθιστά εντονότερο το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Rangajeeva v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 485 και Talal Faeg Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128). Ο προσχεδιασμός, o βαθμός της βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Στην πιο πρόσφατη Dygdalowicz ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 11/21, ημερ. 04/11/2022, αναφέρθηκε ότι η ληστεία αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες ενώ παράλληλα δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα με τη σοβαρότητα του να έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα, κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Πρόκειται για αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς. Τέτοιας φύσης αδικήματα όπως και άλλα ομοειδή με αυτά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, σημειώνουν έξαρση και για αυτό τα Δικαστήρια τα αντιμετωπίζουν με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Περαιτέρω, μεταξύ άλλων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής σε τέτοια αδικήματα, εφόσον συντρέχουν φυσικά τέτοιες περιστάσεις, τα συναισθήματα πανικού και φρίκης, που συνήθως διακατέχουν θύματα ληστείας, ιδιαιτέρως όταν έρχονται αντιμέτωπα με τον δράστη, ο οποίος εισέρχεται κατά τη διάρκεια της νύκτας στο άσυλο της κατοικίας τους (βλ. Giannakov ν. Δημοκρατίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 137). Σοβαρό είναι βέβαια και το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, εφόσον εμπεριέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς» (βλ. και Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189). Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 και Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2016)2Α Α.Α.Δ. 268). Ως δε λέχθηκε στην Urgur ανωτέρω, τα «φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». Η σοβαρότητα του αδικήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την απαιτούμενη άδεια, έγκειται στο ότι στρέφεται κατά της έννομης τάξης και της ασφάλειας της Πολιτείας και ενέχει στοιχεία απειλής και επικινδυνότητας που προκαλούν φόβο στους πολίτες. Σοβαρά είναι και τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α΄ και Β΄. Εδώ φυσικά πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι όλα τα προαναφερόμενα αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση, κάτι για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση τόσο μέσα από τη σχετική νομολογία όσο και από τον αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που καταχωρούνται ενώπιον μας και γενικά ενώπιον πρωτόδικων δικαστηρίων. Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία μπορεί να γίνει μόνο προς ένδειξη του μέτρου τιμωρίας τέτοιων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με αδικήματα όπως τα επίδικα, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία. Έχουμε δε υπόψη περαιτέρω ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Ως προαναφέρθηκε, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Στην προκειμένη, η σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος και ιδίως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4 είναι αναμφίβολα ιδιαιτέρως σοβαρές. Αυτό καθότι, κατ' αρχάς, ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της νύκτας, εισέβαλε στην οικία της παραπονούμενης με σκοπό να κλέψει, φορώντας γάντια αλλά και κουκούλα, προφανώς για να μην αναγνωριστεί. Δεν μας διαφεύγει ότι δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν εντός της οικίας, εάν και αυτό είναι κάτι που ήταν πιθανόν εφόσον επρόκειτο για κατοικία. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη τέτοιας γνώσης καταδεικνύει ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός εκ μέρους του στο να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4. Παρά ταύτα ενώ όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της παραπονούμενης στην οικία θα μπορούσε κάλλιστα να υπαναχωρήσει από το σχέδιο του να κλέψει, δεν πτοήθηκε ούτε και ματαίωσε αυτό. Αντίθετα, διαμορφώνοντας πλέον την πρόθεση να διαπράξει σοβαρότερο αδίκημα και δη αυτό της ληστείας, χωρίς κανένα δισταγμό και για να επιτύχει τον στόχο του αυτό, με σκοπό να επιφέρει βαριά σωματική βλάβη στην παραπονούμενη, μεταχειρίστηκε αυτή βάναυσα, ασκώντας της ωμή βία που είχε ως αποτέλεσμα να της προκαλέσει πολύ σοβαρά τραύματα. Συγκεκριμένα, χωρίς προηγουμένως αυτή να επιχειρήσει οτιδήποτε που θα πρόδιδε την παρουσία του ή θα τον εμπόδιζε να κλέψει, της επιτέθηκε χτυπώντας τη με γροθιές στο πρόσωπο με βία και μένος, αυξημένης μάλιστα έντασης, φωνάζοντας της και ουσιαστικά απειλώντας την με τις φράσεις «money, money» και «I will kill you». Παρά δε το ότι η παραπονούμενη προσπαθούσε να προστατευθεί από τα χτυπήματα που δεχόταν, τον παρακαλούσε να σταματήσει και του έλεγε ότι θα του δώσει χρήματα, εν τούτοις ο κατηγορούμενος όχι μόνο συνέχισε να τη χτυπά με μανία, αλλά προσπάθησε να την πνίξει κιόλας, ευτυχώς χωρίς να τα καταφέρει. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε μόνο όταν η παραπονούμενη άρχιζε να φωνάζει, οπόταν τράπηκε σε φυγή. Φεύγοντας δε ο κατηγορούμενος, έκλεψε τα κλειδιά που βρίσκονταν στην πόρτα της κουζίνας, μαζί με το τηλεχειριστήριο του συναγερμού. Ο τρόπος δράσης του κατηγορουμένου και ο βαθμός της βίας που άσκησε εναντίον μιας ανυπεράσπιστης γυναίκας, η οποία βρισκόταν μόνη της στην οικία της αργά το βράδυ, αναμφίβολα προκαλεί αποτροπιασμό. Το στοιχείο αυτό δεν μεταβάλλεται και σε καμία περίπτωση δεν μετριάζεται η σοβαρότητα της απαράδεκτης και βάναυσης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης, από το ότι, ως αναφέρει ο κ. Αποστολίδης στη γραπτή του αγόρευση, η πρόκληση φόβου και η άσκηση βίας στην παραπονούμενη δεν ήταν «παρατεταμένη» εφόσον παρά την όχι μεγάλη διάρκεια της, η ένταση της βίας ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ως προς τούτο δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή μόνο όταν η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και προφανώς αντιλήφθηκε ότι θα γινόταν αντιληπτός από τους περιοίκους. Η φύση και η έκταση των τραυμάτων που υπέστη η παραπονούμενη, καταδεικνύει αβίαστα ότι αυτά είναι πολύ σοβαρά. Πέραν των αιματωμάτων που ο κατηγορούμενος της προκάλεσε περιοφθαλμικά, μετωπικά και στη μύτη καθώς και των εκδορών στον αγκώνα, της προκάλεσε ακόμη σοβαρότερα τραύματα και δη παρεκτοπισμένο κάταγμα ρινικού οστού και αραχνοειδές αιμάτωμα στον εγκέφαλο. Λόγω δε των ως άνω τραυμάτων, χρειάστηκε όπως η παραπονούμενη κρατηθεί για νοσηλεία στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Δεν μας διαφεύγει βέβαια και λαμβάνουμε υπόψη ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι τα ως άνω τραύματα της παραπονούμενης δεν έχουν θεραπευθεί, ούτε και ότι έχουν αφήσει οποιεσδήποτε μόνιμες βλάβες ή άλλες συνέπειες στην υγεία της. Το πιο πάνω δεν μεταβάλλει φυσικά το ότι ο κατηγορούμενος με τις παράνομες πράξεις του προκάλεσε πολύ σοβαρά τραύματα σε μια ανυπεράσπιστη γυναίκα, ενώ μάλιστα αυτή βρισκόταν ανέμελη αργά το βράδυ στην οικία της. Όσον αφορά την κλαπείσα περιουσία, λαμβάνουμε υπόψη ότι δεν έχει καθορισθεί ποια ήταν η αξία της και δεν φαίνεται να ήταν μεγάλης αξίας. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτή ανευρέθηκε λίγα λεπτά αργότερα και επιστράφηκε στην παραπονούμενη. Η επιστροφή όμως αυτής και κατ' επέκταση η εξ αυτής μη πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην παραπονούμενη δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας ενέργειας του κατηγορούμενου που να δείχνει μεταμέλεια του αλλά έγινε κατορθωτή λόγω του ότι αυτός συνελήφθη λίγο αργότερα από την Αστυνομία και τα κλαπέντα βρέθηκαν στην κατοχή του. Το γεγονός ότι, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4, ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια κοκτέιλ ναρκωτικών δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο συνήγορος Υπεράσπισης μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη το στοιχείο αυτό ως μετριαστικό παράγοντα κατ' αναλογία της μέθης, στο μέτρο που, ως διευκρίνισε στην αγόρευση του, επίδρασε όχι στην κρίση του αλλά στο να επιδείξει ο κατηγορούμενος, έναντι της παραπονούμενης, κατά τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 4, «τέτοιο μένος», «τέτοιου μεγέθους βία», «τον έκανε πιο επιθετικό και πιο βίαιο». Ως προς τούτο δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος, περίπου μια ώρα πριν τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, έκανε χρήση 4 διαφορετικών ειδών ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης, μεθαμφεταμίνης, κοκαΐνης και ενός χαπιού LSD), ανάμεσα στα οποία και σκληρά ναρκωτικά. Το αδίκημα της κατηγορίας 4 προϋποθέτει όμως την ύπαρξη σκοπού να επιφέρει ο δράστης στο θύμα, βαριά σωματική βλάβη. Συνεπώς, παραδεχόμενος την κατηγορία 4, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ουσιαστικά ότι παρά τη χρήση των προαναφερόμενων ναρκωτικών ουσιών είχε επίγνωση των πράξεων του και έδρασε με τον συγκεκριμένο σκοπό, κατά την επίθεση του εναντίον της παραπονούμενης, δηλαδή με σκοπό να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, κάτι που αποδέχθηκε και ο συνήγορος του. Έχουμε δε υπόψη μας τη νομολογία που αφορά τη βαρύτητα που δίδεται στη μέθη στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιόλη
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ. 854). Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμηση της. Η επήρεια δε της μέθης λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες, επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί, ανάλογα με την επίδρασή της στη διάπραξη του αδικήματος, σε συνάρτηση με τη φύση αυτού, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. Είναι δε δυνατό να έχει μετριαστικές επιπτώσεις, όπου διαφαίνεται ότι επηρέασε την κρίση του κατηγορουμένου. Στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για διάπραξη του αδικήματος (βλ. και Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34). Όσον όμως αφορά τη μεταχείριση των δραστών που δρουν υπό την επήρεια ναρκωτικών, δεν έχουμε εντοπίσει νομολογία, η οποία να αναγνωρίζει τον εν λόγω παράγοντα ως μετριαστικό. Η κατ' αναλογία εφαρμογή των αρχών που ισχύουν για τη μέθη, ως μετριαστικού παράγοντα, στην περίπτωση της επήρειας ναρκωτικών θα εξομοίωνε τις δύο περιπτώσεις, κάτι που θα παραγνώριζε, κατά την κρίση μας, την ουσιώδη διαφορά αυτών και δη ότι η επήρεια ναρκωτικών είναι αποτέλεσμα προηγούμενης διάπραξης σοβαρών αδικημάτων εκ μέρους του δράστη και δη αυτών της παράνομης κατοχής και χρήσης τέτοιων απαγορευμένων ουσιών. Θα ήταν δε παράλογο, κατά την κρίση μας, το πρόσωπο που επιφέρει τον εαυτό του σε τέτοια κατάσταση - διαπράττοντας προηγουμένως τα σοβαρά αυτά ποινικά αδικήματα - να πιστώνεται την κατάσταση αυτή ως ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής, για αδικήματα που διέπραξε στη συνέχεια όντας υπό την επήρεια τέτοιων ουσιών. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι στην προκειμένη, το γεγονός ότι η εν λόγω κατάσταση στην οποία επέφερε τον εαυτό του ο ίδιος ο κατηγορούμενος, επίδρασε κατά τρόπο ώστε ενέτεινε βασικά τη βιαιότητα και βαναυσότητα των πράξεων του έναντι της παραπονούμενης, με τις σοβαρές συνέπειες που αυτό ενείχε για την τελευταία, κάθε άλλο παρά μετριαστικός παράγοντας μπορεί να θεωρηθεί. Σε σχέση δε με την αναφορά του κ. Αποστολίδη ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία της παραπονούμενης με σκοπό να κλέψει χρήματα για να εξασφαλίσει τη δόση του, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Η επίκληση ενός τέτοιου στοιχείου δεν αποτελεί δικαιολογία για το κολάσιμο των πράξεων του, ενώ καταδεικνύει και το κίνητρο του κατηγορούμενου που ήταν η εξασφάλιση χρημάτων για τον εν λόγω σκοπό. Ως έχει νομολογηθεί, κανένας λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και ιδιαίτερα σε εγκλήματα τέτοιου είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της ασφάλειας των πολιτών (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154). Αντίθετα ο κατηγορούμενος, εφόσον αντιμετώπιζε αυτόν τον σοβαρό εθισμό όφειλε να αναζητήσει σχετική βοήθεια και στήριξη και όχι να καταφύγει στα σοβαρά επίδικα αδικήματα. Σε κάθε περίπτωση το στοιχείο αυτό λαμβάνεται όμως υπόψη στον βαθμό που υποδεικνύεται στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587: «Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτισε εναντίον της περιουσίας των παραπονουμένων με σκοπό να εξασφαλίσει λεφτά για να ικανοποιήσει τον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά δεν αποτελεί ελαφρυντικό (βλ. McInerney
(2003)1 Cr. App. R. 627, Lawrence
(1988)10 Cr. App. R (S) 463). Το ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να ενήργησε - αν σε αυτό στόχευε να παραπέμψει η υπεράσπιση με την αναφορά στην εξάρτησή του - κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών, αν και του πιστώνεται ως ελαφρυντικό δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των εγκλημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή μεταχείρισή του». Η θέση του κ. Αποστολίδη, στη γραπτή του αγόρευση, ότι τον κατηγορούμενο τον μετέφεραν στο μέρος τρίτο/α πρόσωπο/α, τα οποία εκμεταλλευόμενα την κατάσταση που βρισκόταν τον έστειλαν να κλέψει από την επίδικη οικία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό καθότι, δεν τέθηκε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν έδρασε μόνος του ή ότι ενήργησε υπό την καθοδήγηση ή επιρροή ή συνέργεια άλλων ατόμων. Άλλωστε η βασική θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν διαφορετική και δη ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία της παραπονούμενης με σκοπό να κλέψει ώστε να εξασφαλίσει τη δόση του. Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, επισημαίνουμε και λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα: Δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε σχετικό που να καταδεικνύει κατά πόσο οι 12 κυλινδρικές κροτίδες εργοστασιακής κατασκευής, που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, ήταν ψηλής ή χαμηλής ισχύος. Ούτε και έχει τεθεί οτιδήποτε αναφορικά με τον σκοπό για τον οποίο κατείχε ο κατηγορούμενος τις κροτίδες. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ως αντικειμενικό γεγονός ο εντοπισμός μιας όχι σημαντικής ποσότητας κροτίδων στην κατοχή του κατηγορουμένου. Εδώ να λεχθεί ότι από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εν λόγω κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι ασφαλώς μικρότερης σοβαρότητας από αυτήν που αφορά τις κατηγορίες 3 και 4, κάτι που θα έχει ανάλογο αντίκρισμα στις ποινές. Αναφορικά δε με τα αδικήματα που αφορούν την κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεν παραγνωρίζουμε ότι αυτά δεν σχετίζονται με εμπορία, προμήθεια ή διακίνηση ναρκωτικών αλλά σχετίζονται με ιδίαν χρήση εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν χρόνιος χρήστης τέτοιων ουσιών. Δεν μας διαφεύγει δε ότι η κατοχή αφορούσε όχι μόνο ναρκωτικά Τάξεως Β΄ (κατηγορία 13) αλλά και ναρκωτικά Τάξεως Α΄ (κατηγορίες 10-12) που εμπίπτουν στα σκληρά ναρκωτικά. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε υπόψη ότι οι κατηγορίες κατοχής αφορούν πολύ μικρές ποσότητες τέτοιων ναρκωτικών. Ενόψει των πιο πάνω και με δεδομένη τη σχετική νομολογία, η οποία διακρίνει τη μεταχείριση των εμπόρων ναρκωτικών από αυτή των χρηστών, ανάλογες θα είναι και οι ποινές που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο στις ως άνω κατηγορίες, οι οποίες είναι επίσης μικρότερης σοβαρότητας από αυτές των κατηγοριών 3 και 4. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι οι κατηγορίες που αφορούν τη χρήση των πιο πάνω ναρκωτικών ουσιών (κατηγορίες 14-16 και 17 αντίστοιχα), χωρίς να μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης τέτοιων ουσιών, θα πρέπει να τύχουν αυστηρότερης μεταχείρισης για τον λόγο ότι έλαβαν χώραν την ίδια ημέρα (ο κατηγορούμενος έκανε χρήση κάνναβης, μεθαμφεταμίνης, κοκαΐνης και ενός χαπιού LSD) και συγκεκριμένα περίπου μια ώρα πριν τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4 και ιδίως λόγω του αποτελέσματος τους, που ήταν, σύμφωνα με τον κ. Αποστολίδη, να εντείνουν τη βιαιότητα και βαναυσότητα των πράξεων του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης, με τις σοβαρές συνέπειες που αυτό ενείχε για την τελευταία. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, αλλά βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, δεν λαμβάνεται φυσικά υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικαστεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί αποτελούν ένδειξη του σεβασμού του και της στάσης του στην τήρηση των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην προκειμένη, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το ότι ενώ ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 4 προηγούμενες καταδίκες, όχι μόνο δεν συνετίστηκε ώστε να αποστεί από την παραβατική του συμπεριφορά, αλλά παρά το ότι στο πλαίσιο έκτισης της ποινής φυλάκισης των 6 ετών, που του επιβλήθηκε στις 25/09/2019 (ήταν η μεγαλύτερη από τις συντρέχουσες ποινές) στην Υπόθεση Αρ. 21069/18 (που ήταν και η σοβαρότερη εκ των προηγούμενων καταδικών), αποφυλακίσθηκε με άδεια από το Συμβούλιο Αποφυλάκισης στις 19/01/2023, στις 24/02/2023 επέστρεψε στη φυλακή λόγω παράβασης των όρων αποφυλάκισης του και 9 μόνο μέρες μετά την αποφυλάκιση του (η οποία έγινε στις 07/04/2023) διέπραξε τα σοβαρά αδικήματα της παρούσας. Τα πιο πάνω είναι τέτοια ώστε καταδεικνύουν ότι δυστυχώς η στάση του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων είναι άκρως περιφρονητική και ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αποτροπής του. Πάρα τα πιο πάνω, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Προς όφελος του κατηγορούμενoυ λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία, στην προκειμένη, ότι ενόψει της παραδοχής του, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Έχουμε δε πάντα υπόψη την αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα G. Pikis, Sentencing in Cyprus (2nd edition), σελ. 65-66). Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δηλώνει μέσω του συνηγόρου του, μετανιωμένος για τις πράξεις του και ότι βαρύνεται με τύψεις για αυτές καθώς και για τις σωματικές βλάβες και την αναστάτωση που προκάλεσε στη παραπονούμενη. Τα πιο πάνω δεικνύουν τη μεταμέλεια του κατηγορούμενου, η οποία επίσης λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα συμπληρωματικά έθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης και ιδιαίτερα ότι: · Είναι σήμερα ηλικίας 31 ετών, άγαμος και άτεκνος. Ως προς την ηλικία του κατηγορουμένου, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν τον κατατάσσει στα νεαρά πρόσωπα ώστε να τύχει, ως εισηγήθηκε ο κ. Αποστολίδης, της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 30 ετών. · Είναι το μικρότερο από τα 2 παιδιά που απέκτησαν οι γονείς του, οι οποίοι χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν μωρό. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, λόγω αδυναμιών της μητέρας κατά την άσκηση του γονικού της ρόλου και απουσίας του πατέρα, ο οποίος εξέτιε ποινή φυλάκισης. Μετά το διαζύγιο των γονιών του, τη φύλαξη και φροντίδα των 2 παιδιών ανέλαβε αρχικά η μητέρα τους. Η τελευταία, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, ασκούσε βία και κακοποιούσε τα παιδιά της. Λόγω των αδυναμιών που παρουσίαζε κατά την άσκηση του γονικού της ρόλου, περί το 2000, τα παιδιά μετακινήθηκαν στην οικία της πατρικής τους γιαγιάς, η οποία ανέλαβε τη φροντίδα τους. · Ακολούθως, η μητέρα του κατηγορούμενου απέκτησε νέα οικογένεια και ο κατηγορούμενος ουδέποτε διατηρούσε σταθερές επαφές μαζί της. · Ο πατέρας του κατηγορούμενου προχώρησε σε δεύτερο γάμο. Η δεύτερη σύζυγος του πατέρα του κατηγορούμενου (στο εξής «η μητριά του») και η πατρική του γιαγιά, ανέλαβαν την ανατροφή των παιδιών του αφού εκείνος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης. · Η οικογένεια συντηρείτο οικονομικά από κρατικά επιδόματα. · Η μητριά του κατηγορούμενου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο μεγαλώνοντας τον και για αυτό τη θεωρεί σαν μητέρα του. Πριν 16 χρόνια, ενώ η οικογένεια βρισκόταν για διακοπές, η μητριά του απεβίωσε μετά από πνευμονικό οίδημα, λόγω υπερβολικής χρήσης ουσιών. Στην προσπάθεια του να διαχειριστεί το πένθος του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν έφηβος, βρήκε διέξοδο στην κατάχρηση αλκοόλ, γεγονός το οποίο τον οδήγησε σε περαιτέρω αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά. · Ο κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτησή του στη Β΄ τάξη του λυκείου, ενώ δεν έχει εκτίσει στρατιωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά. · Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που υπήρχαν ναρκωτικά. Μεγάλωσε χωρίς την απαιτούμενη αγάπη και στήριξη, κάτι που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στον εθισμό του στα ναρκωτικά από εφηβική ηλικία και στη μεταστροφή του στην παρανομία συνεπεία τούτου. Συγκεκριμένα, σε ηλικία 17 ετών, άρχισε τη χρήση κάνναβης, ενώ μερικά χρόνια μετά άρχισε την περιστασιακή χρήση κοκαΐνης και από 23 ετών προβαίνει σε συστηματική χρήση κοκαΐνης. · Περιστασιακά απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες. · Ο αδερφός του κατηγορούμενου πάσχει από πολύ σοβαρή ασθένεια. · Τον τελευταίο χρόνο, ο κατηγορούμενος διατηρεί δεσμό με γυναίκα 34 ετών, η οποία εργάζεται, έχει ιστορικό χρήσης ναρκωτικών και στο παρόν στάδιο συμμετέχει σε ανοιχτό πρόγραμμα απεξάρτησης. Τόσο αυτή όσο και η 78χρονη πατρική του γιαγιά, επισκέπτονται τον κατηγορούμενο στις Φυλακές και τον στηρίζουν. Μετά την αποφυλάκιση του ο κατηγορούμενος έχει στόχο να συνεχίσει τη ζωή του στο εξωτερικό μακριά από το περιβάλλον που μεγάλωσε. · Ο κατηγορούμενος παρουσιάζει νεφρολογικά προβλήματα ως αποτέλεσμα της χρόνιας κατάχρησης αλκοόλ και χρήσης ναρκωτικών. Μετά τη σύλληψη του για την παρούσα, ήταν σχεδόν για μια εβδομάδα κατάκοιτος στο Γενικό Νοσοκομείο, υποβαλλόμενος σε συνεχή θεραπεία και ειδικές εξετάσεις για την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων που του προκλήθηκαν στα νεφρά συνεπεία της λήψης ναρκωτικών την επίδικη ημέρα, οι παρενέργειες των οποίων παραλίγο να του στοιχίσουν τη ζωή. Περαιτέρω λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις προσπάθειες που κατέβαλε ο κατηγορούμενος στις Κεντρικές Φυλακές με τη στήριξη των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, με αποτέλεσμα να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας
(2016)2Α Α.Α.Δ. 364). Στο σημείο αυτό δεν μας διαφεύγει βέβαια, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του, αποτελούν παράγοντες που πρέπει και συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η φύση και η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει αποτρεπτικές ποινές, όπως στην παρούσα αυτά των κατηγοριών 3 και 4, οι παράγοντες αυτοί δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση Αρ. 300/18, ημερ. 17/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B147, Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Cristinel v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742). Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας λάβει ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος και ιδιαίτερα αυτά των κατηγοριών 3 και 4, τις συνέπειες που επέφεραν οι πράξεις του στην παραπονούμενη, το ότι αυτός δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, τη συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και τη συναφή ανάγκη για αποτροπή και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες και ενδεδειγμένες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην κατηγορία 6: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη κατηγορία 10: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη κατηγορία 11: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη κατηγορία 12: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στη κατηγορία 13: ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στη κατηγορία 14: ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στη κατηγορία 15: ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στη κατηγορία 16: ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στη κατηγορία 17: ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 25/04/2023. Όσον αφορά τα τεκμήρια της υπόθεσης, δίδονται οδηγίες όπως: § Καταστραφούν: η μαύρη προσωπίδα, τα παρειακά επιχρίσματα, τα γάντια, οι δειγματοληψίες, οι κροτίδες, το κατσαβίδι, ο σουγιάς και τα ναρκωτικά. § Επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους: η άσπρη ολόσωμη φόρμα, το καφέ παντελόνι μάρκας «GAP», το μαύρο σακάκι μάρκας «ZARA», τα κλειδιά, το τσαντάκι μάρκας «urban», ο ψηφιακός δίσκος ακτινολογικής εξέτασης της παραπονούμενης και το χρηματικό ποσό των €2.960. (Υπ.) .................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Φυλακτού Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο