Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. H. G. A., Αρ. Υπόθεσης: 15167/23, 27/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15167/23 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. H. G. A. Ημερομηνία: 27.10.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Έπειτα από παραδοχή του κατηγορούμενου στις δύο από τις τρεις κατηγορίες που του προσάπτονται μέσω του κατηγορητήριου και που αφορούν σε παράνομη είσοδο του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμονή του στο νησί ως «απαγορευμένος μετανάστης», έχει οδηγηθεί σε ακρόαση η μία κατηγορία που αφορά στη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας για την οποία υπάρχει εύλογη υποψία ότι είναι κλοπιμαία, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι στις 16/07/23 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των Ευρώ 15304,15 για το οποίο υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαίο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της κατηγορίας της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 1807 κ. Μαρίνο Περικλέους (ΜΚ1) και τον Αστ. 2745 κ. Βασίλη Βασίλη (ΜΚ2), ενώ σειρά γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά και έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο. Από τη πλευρά της Υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αλλά και ο Farhad Aghaei, αδελφότεκνος του κατηγορούμενου (MY2). Ο ΜΚ1, υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσής του που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, κατέθεσε ότι υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, είναι αποσπασμένος στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων και στις 16/07/23 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσα υπόθεσης. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, παρέλαβε από τον Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακο το ποσό των Ευρώ 15,304.15 ως ακολούθως: 12 χαρτονομίσματα των Ευρώ 200, 32 χαρτονομίσματα των Ευρώ 100, 192 χαρτονομίσματα των Ευρώ 50 καθώς και διάφορα νομίσματα συνολικού ποσού Ευρώ 104.15 τα οποία εντοπίστηκαν σε έρευνα στην οικεία του κατηγορούμενου, μετά από γραπτή συγκατάθεσή του. Αργότερα την ίδια μέρα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και προχώρησε στη σύλληψή του δυνάμει δικαστικού εντάλματος που εκδόθηκε εναντίον του. Τα χρήματα κρατήθηκαν από την αστυνομία ως τεκμήρια. Ο ΜΚ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου μαζί με πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια 2Α και 2Β) καθώς και το Ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας στην οικεία του κατηγορούμενου και επομένως δεν έχει ιδίαν γνώση ως προς την τοποθεσία όπου εντοπίστηκαν τα χρήματα. Επίσης, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος μένει μόνος του στην οικεία αυτή ή εάν μένει με τον αδελφότεκνο του ή άλλο άτομα. Διευκρίνισε ότι τα χρήματα καταμετρήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα και ότι ο ίδιος ενεπλάκη στην υπόθεση κατά το χρόνο που γινόταν η καταμέτρηση. Του υποδείχθηκε η κατάθεση του αδελφότεκνου του κατηγορούμενου, ΜΚ2, ημερομηνίας 20/07/23 και ο μάρτυρας την αναγνώρισε. Η κατάθεση του ΜΚ2 σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείς σχετικά, είπε ότι δεν διεξήγαγε κάποια έρευνα για να επιβεβαιώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος έφερε τα χρήματα από το Ιράν, ως ο ισχυρισμός του στην ανακριτική του κατάθεση, ούτε γνώριζε κατά πόσο ο κατηγορούμενος στο παρελθόν διέμενε για 19 περίπου χρόνια στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ίδιος δεν είχε κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να επικοινωνήσει με τη μητέρα του κατηγορούμενου, η οποία διαμένει στο Ιράν, για να εξετάσει την αλήθεια των ισχυρισμών του κατηγορούμενου ως προς την προέλευση των χρημάτων. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ζει, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων του και εξόδων διαβίωσής του, ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσο είναι πιθανόν ο κατηγορούμενος να έχει καταφέρει να αποταμιεύσει το «σεβαστό ποσό» που βρέθηκε στην κατοχή του. Ο ίδιος υποψιάζεται ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με τη διάπραξη άλλων αδικημάτων, πέραν αυτών που βρίσκονται στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα, ότι εμπλέκεται σε παράνομη διακίνηση λαθρομεταναστών, αλλά ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία για να στηρίξει τέτοια κατηγορία. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι στην κατοχή του Κατηγορούμενου βρέθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 15,304.15 σε μορφή χαρτονομισμάτων και νομισμάτων με τον τρόπο που περιέγραψε ο ΜΚ
- Ομοίως, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακου, το οποίο καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω κατάθεση ο Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακος αναφέρει ότι παρέλαβε το ποσό των χρημάτων από τον ΜΚ2 και ότι τα παρέδωσε στον ΜΚ1 στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Και αυτό το γεγονός εγκρίθηκε ως παραδεκτό από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ2, υιοθετώντας την κατάθεσή του (Τεκμήριο 6), ανέφερε ότι υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Επαρχιακό Κλιμάκιο Λεμεσού. Στις 16/07/23 έλαβε μέρος σε συντονισμένη επιχείρηση για έλεγχο αλλοδαπών σε εγκαταλειμμένο κτίριο στην περιοχή του Άγιου Τύχωνα, Λεμεσού. Εκεί ανευρέθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος μετά από εξετάσεις που έγιναν μέσω της ΥΑΜ Λεμεσού, διαπιστώθηκε ότι διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία καθότι στις 05/07/22 απελάθηκε από τη Δημοκρατία δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης προς τη χώρα του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τα στοιχεία του κατηγορούμενου εντοπίζονται στον κατάλογο STOP-LIST ημερομηνίας 05/07/22 ως «απαγορευμένος μετανάστης». Έπειτα από γραπτή συγκατάθεσή του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7), ερευνήθηκε η οικεία του, όπου ο μάρτυρας εντόπισε μια τσάντα ώμου χρώματος μπλε με γκρίζο εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των Ευρώ 15200 σε διάφορα χαρτονομίσματα και το ποσό των Ευρώ 104,15 σε διάφορα κέρματα. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορούμενου και μετέπειτα ο κατηγορούμενος υπέγραψε απόδειξη παράδοσης και παραλαβής τεκμηρίων, δηλαδή του ποσού των Ευρώ 15,304.15 από την αστυνομία (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω, καρά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τα χαρτονομίσματα ήταν χωρισμένα σε δέσμες αλλά ο διαχωρισμός τους δεν φαίνεται να έγινε με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο (ήτοι βάσει του είδους του χαρτονομίσματος ή της συνολικής αξίας κάθε δέσμης) ενώ τα κέρματα βρέθηκαν διάσπαρτα μέσα στην τσάντα. Ο κατηγορούμενος διέμενε σε ένα φαινομενικά «εγκαταλειμμένο» κτίριο, όπου διέμεναν και άλλοι λαθρομετανάστες (ως ανέφερε εκείνη τη μέρα συνελήφθησαν ακόμη 5-6 λαθρομετανάστες οι οποίοι διέμεναν στο ίδιο κτίριο) σε πολύ άσχημες υγειονομικές συνθήκες αφού, ως ανέφερε, δεν υπήρχε παροχή νερού, ούτε ρεύματος (εκτός από μια λάμπα που βρισκόταν στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου και η οποία ήταν συνδεδεμένη με εξωτερικό καλώδιο (extension)), ενώ σχεδόν όλες οι πόρτες των διαμερισμάτων ήταν παραβιασμένες. Στην κατάθεσή του, ο μάρτυρας αναφέρει, επίσης, από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στις 10/02/2005 ο κατηγορούμενος είχε υποβάλει αίτηση για πολιτικό άσυλο, η οποία απορρίφθηκε. Στη συνέχεια υπέβαλε έφεση προς την αναθεωρητική αρχή προσφύγων, η οποία και πάλι απορρίφθηκε στις 05/01/
- Ο κατηγορούμενος αναζητείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εντοπίστηκε και συνελήφθη στις 15/03/21 και απελάθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με προορισμό το Ιράν στις 05/07/
- Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του ότι όλα τα χρήματα εντοπίστηκαν από τον ίδιο σε μία τσάντα και όχι σε τρεις τσάντες, ως η υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος πλήρωνε οποιοδήποτε ενοίκιο ώστε να διαμένει στο εν λόγω διαμέρισμα, ούτε εάν εκεί μαζί του διέμενε και ο αδελφότεκνος του, ΜΥ
- Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος έφερε τα χρήματα από το Ιράν, ούτε εάν τα χρήματα αυτά αποτελούν αποταμιεύσεις από τα εισοδήματά του λόγω της εργασίας του αλλά ούτε και εάν μέρος των χρημάτων αυτών, και συγκεκριμένα των κερμάτων, ανήκαν στον αδελφότεκνό του και όχι στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε σε εκείνον ότι μέρος των χρημάτων που ανευρέθηκαν ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, εξηγώντας του τα δικαιώματά του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι ήρθε στην Κύπρο για πρώτη φορά το 2004 και ότι παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι το 2020, όταν και τέθηκε υπό κράτηση για 18 μήνες πριν απελαθεί στο Ιράν. Καθ' όλο το διάστημα που βρισκόταν στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος εργαζόταν στις οικοδομές και λάμβανε από την εργασία του περίπου Ευρώ 70-80 την ημέρα. Λόγω του ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος απέστελλε ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων που λάμβανε από την εργασία του στην μητέρα του, η οποία διαμένει στην Τεχεράνη, για να τα φυλάει. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ως ανέφερε, παρέδιδε τα χρήματα σε ομοεθνείς του, οι οποίοι επρόκειτο να ταξιδέψουν προς τον Ιράν, ώστε να τα παραδώσουν στην μητέρα του. Υπολογίζει ότι στο διάστημα των περίπου 16 χρόνων που βρισκόταν και εργαζόταν στην Κύπρο απέστειλε συνολικά περίπου 30-50 χιλιάδες ευρώ. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, μέσω των κατεχομένων, έπειτα από την απέλασή του, έφερε μαζί του περίπου Ευρώ 25 χιλιάδες σε μορφή χαρτονομισμάτων. Πρόκειται, ως ανέφερε, για τα ίδια χαρτονομίσματα τα οποία είχε αποστείλει τα προηγούμενα χρόνια στη μητέρα του από την Κύπρο και τα οποία η μητέρα του φύλαγε στο σπίτι της στην Τεχεράνη. Διευκρίνισε ότι δεν έφερε οποιαδήποτε κέρματα μαζί του. Κατά τη διακίνησή του κατείχε τα χαρτονομίσματα σε μια τσάντα που κουβαλούσε στον ώμο του καθώς και σε διάφορες τσέπες στο παντελόνι του (ως υπέδειξε στο Δικαστήριο). Χρησιμοποίησε μέρος των χρημάτων αυτών, και συγκεκριμένα το ποσό των Ευρώ 8000 για να πληρώσει το πρόσωπο το οποίο διευθέτησε τη παράνομη διακίνησή του προς την Κύπρο. Ο κατηγορούμενος, επίσης, κατέθεσε ότι μέρος των χρημάτων που έφερε μαζί του προορίζονταν προς τον αδελφότεκνο του, ΜΥ2, ο οποίος του είχε ζητήσει να φέρει μαζί του και να του δώσει όταν θα επέστρεφε στην Κύπρο περίπου Ευρώ 3-4.000, όπως και έκανε. Ερωτηθείς σχετικά, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι ο αδελφότεκνος του που τοποθέτησε στη τσάντα τα νομίσματα, μαζί με τα χαρτονομίσματα ύψους Ευρώ 3-4 χιλιάδες περίπου και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει που βρήκε τα νομίσματα και τα τοποθέτησε εκεί. Ο λόγος που επέστρεψε στην Κύπρο και που έφερε ένα τόσο μεγάλο ποσό μαζί του, ως ανέφερε, ήταν επειδή του είχε αναφερθεί πριν την απέλασή του ότι θα μπορούσε «άνετα» να επιστρέψει πίσω στην Κύπρο και να διευθετήσει «τα χαρτιά του», ίσως εάν παντρευόταν στο νησί, καθώς και για να αγοράσει σπίτι. Ο κατηγορούμενος ανέφερε, επίσης, ότι κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας στην οικεία του ο ίδιος δεν ήταν παρών, αφού είχε ήδη συλληφθεί λόγω του ότι ήταν παράνομος μετανάστης. Ισχυρίστηκε ότι όταν ανευρέθηκαν κάποια χρήματα στην οικεία του, τότε οι αστυνομικοί τον οδήγησαν πίσω στο χώρο όπου διεξήχθη η έρευνα και του τα έδειξαν. Σε αυτά τα χρήματα που ανευρέθηκαν από τους αστυνομικούς, που ανέρχονταν στο ποσό των Ευρώ 3-4 χιλιάδες περίπου ως ανέφερε, περιέχονταν και κέρματα. Ο ίδιος τους ανέφερε ότι είχε και άλλα χρήματα στην κατοχή του, σε τσάντα που κρατούσε πάνω του, και παρέδωσε στους αστυνομικούς τις επιπλέον δέσμες χαρτονομισμάτων. Δεν βρίσκονταν, δηλαδή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, όλα τα χρήματα σε μία τσάντα. Λόγω του ότι δεν είχε κάπου αλλού να μείνει, όταν επέστρεψε στην Κύπρο, αναγκάστηκε να διαμείνει στο διαμέρισμα όπου διέμενε και ο αδελφότεκνος του, στο κτίριο δηλαδή, όπου εντοπίστηκε από την αστυνομία. Είπε ότι στο κτίριο υπήρχε παροχή νερού αλλά ότι υπήρχε πρόβλημα στην παροχή ρεύματος. Τα υπόλοιπα διαμερίσματα λάμβαναν ρεύμα μέσω γεννήτριας. Το δικό του διαμέρισμα, λόγω του ότι βρισκόταν κοντά στην οικεία του ιδιοκτήτη, λάμβανε ρεύμα μέσω ενός εξωτερικού καλωδίου (extension). Κατά την αντεξέτασή του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν ήρθε στην Κύπρο το 2004 δεν κατάφερε να βρει εργασία για δύο περίπου χρόνια. Ξεκίνησε να εργάζεται περί το
- Εκείνο το διάστημα στηριζόταν στην οικονομική βοήθεια που λάμβανε από την οικογένειά του από το Ιράν. Επίσης, ανέφερε ότι αρχικά προσπάθησε να ανοίξει λογαριασμό σε τράπεζα στην Κύπρο αλλά του είπαν ότι δεν ήταν δυνατό να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό, για αυτό το λόγο και αναγκάστηκε να κατέχει τα χρήματά του σε μετρητά. Η πρώτη φορά που απέστειλε χρήματα προς το Ιράν ήταν γύρω στο 2008-
- Κάποια από τα εισοδήματά του, τα χρησιμοποιούσε για σκοπούς διαβίωσής του στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου και του ενοικίου που κατέβαλε, και όσα απέμεναν τα έστελνε στη μητέρα του στο Ιράν. Αυτό γινόταν από το 2008, περίπου, μέχρι και το χρόνο της σύλληψης και απέλασής του, περί το
- Αντεξετάστηκε ο κατηγορούμενος και επί των ισχυρισμών του ότι δεν ήταν παρών κατά την έρευνα της οικείας του και ότι δεν βρέθηκαν όλα τα χρήματα στην ίδια τσάντα. Στην απάντησή του ανέφερε ότι όταν οι αστυνομικοί του έδειξαν τα χρήματα που είχαν βρει στην οικεία του (επιμένοντας ότι ανευρέθηκε μόνο ένα μέρος αυτών στην οικεία του), ο ίδιος δεν παρατήρησε να υπήρχαν νομίσματα. Τα νομίσματα τα είδε αργότερα όταν καταμετρήθηκαν τα χρήματα στο αστυνομικό τμήμα. Ρωτηθείς γιατί δεν ανέφερε στην αστυνομία, όταν πλέον είδε τα νομίσματα, ότι αυτά δεν είναι δικά του, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργείτο οποιοδήποτε ζήτημα λόγω της κατοχής των χρημάτων, ή των νομισμάτων. Σε μετέπειτα σημείο της αντεξέτασής του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε δει τα κέρματα κατά το χρόνο της έρευνας αλλά ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι αυτά ανευρέθηκαν στην οικεία του. Ο λόγος που δεν διευκρίνισε στην αστυνομία ότι δεν ήταν όλα τα χρήματα δικά του (και ότι δηλαδή οι Ευρώ 3-4.000 και τα κέρματα δεν ήταν δικά του), ήταν επειδή ο ίδιος τα είχε φέρει όλα από το Ιράν, για αυτό το λόγο δεν θεώρησε ότι χρειαζόταν να εξηγήσει ότι κάποια από τα χρήματα τα είχε μετέπειτα δώσει στον αδελφότεκνο του και ότι δεν γνώριζε πως ο αδελφότεκνος του φύλαγε και κέρματα. Αντεξετάστηκε, περαιτέρω, ο κατηγορούμενος επί του ισχυρισμού του ότι ο σκοπός που έφερε τα χρήματα στην Κύπρο με σκοπό να «αγοράσει σπίτι», ο ίδιος ανέφερε ότι ο σκοπός που έφερε τα χρήματα ήταν για «να μπορέσει να κάνει τα χαρτιά του» και μετέπειτα σκόπευε να φέρει και άλλα χρήματα με σκοπό να αγοράσει σπίτι. Θεωρούσε, ως ανέφερε, ότι θα μπορούσε να αγοράσει ένα μικρό σπίτι στην Κύπρο με περίπου Ευρώ 50.
- Επίσης, ανέφερε ότι πριν απελαθεί από την Κύπρο, ένας δικηγόρος του ζήτησε χρήματα για να διευθετήσει τα «χαρτιά του» και ότι μάλιστα, πλήρωσε και ένα ποσό ύψους Ευρώ 1.500 στο δικηγόρο αυτό χωρίς αποτέλεσμα. Θεώρησε, συνεπώς, ότι όταν θα επέστρεφε θα χρειαζόταν χρήματα για να μπορέσει να προωθήσει τις απαραίτητες διαδικασίες με σκοπό να λάβει άδεια παραμονής στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι λέει ψέματα αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε κατοχή των χρημάτων και επέμεινε στη δική του εκδοχή. Αναφορικά με το κατά πόσο στο διαμέρισμά στο οποίο εντοπίστηκε διαμένει μόνος του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι στο διαμέρισμα διέμενε με τον αδελφότεκνο του. Ερωτηθείς γιατί στην κατάθεσή του ανέφερε ότι διαμένει μόνος του και ότι κάποτε τον επισκέπτεται ο αδελφότεκνος του, ανέφερε ότι πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος στην μετάφραση κατά το στάδιο της κατάθεσης αναφορικά με αυτό το σημείο. Εκείνο που εννοούσε, ως ανέφερε, ήταν ότι κατά το χρονικό σημείο που εντοπίστηκε από την αστυνομία, ο κατηγορούμενος ήταν μόνος του στο διαμέρισμα και ότι ο αδελφότεκνος του δεν ήταν εκεί. Η πραγματικότητα είναι, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ότι διαμένει μαζί με τον αδελφότεκνο του και όχι μόνος του. Είπε ότι ο ίδιος υπέγραψε την κατάθεσή του χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενό της, γιατί έτσι του είπε το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη διερμηνέα κατά το χρόνο της ανακριτικής κατάθεσης, αφού τον ήξερε χρόνια και τον εμπιστευόταν. Η πλευρά της Υπεράσπισης κάλεσε, επίσης, τον Farhad A., αδελφότεκνο του κατηγορούμενου (MY2), ο οποίος, κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ότι βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και περίπου 5 χρόνια, εργάζεται ως ηλεκτρολόγος και διαμένει τους τελευταίους δύο μήνες στο διαμέρισμα όπου έλαβε χώρα η έρευνα της αστυνομίας και εντοπίστηκαν τα χρήματα. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διέμενε μαζί του για περίοδο περίπου δύο εβδομάδων πριν συλληφθεί από την αστυνομία. Ερωτηθείς σχετικά, απάντησε ότι έχει δει και ότι γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος είχε φέρει μαζί του χρήματα αξίας περίπου Ευρώ 10-15.000 από το Ιράν, κατά την επιστροφή του έπειτα στην Κύπρο, και ότι, μάλιστα, ο κατηγορούμενος έφερε μαζί του και ένα χρηματικό ποσό αξίας Ευρώ 4.000 περίπου, το οποίο του ανήκει. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι, λόγω της αδυναμίας των προσώπων που κατάγονται από το Ιράν να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και να μεταφέρουν χρήματα μέσω αυτών, είναι συνήθης πρακτική των ομοεθνών του να φυλάγουν χρήματα από τα εισοδήματά τους σε μετρητά και να τα αποστέλλουν στο Ιράν, μέσω άλλων συμπατριωτών τους που πρόκειται να ταξιδέψουν εκεί, με σκοπό να τα παραλάβουν για φύλαξη μέλη της οικογένειάς του. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι στο διάστημα των 5 περίπου χρόνων που διαμένει στο νησί, κατάφερε να φυλάξει χρήματα αξίας περίπου Ευρώ 4.000 τα οποία είχε αποστείλει στη μητέρα του που διέμενε στο Ιράν, και έπειτα από το θάνατό της, ζήτησε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος γνώριζε ότι θα επέστρεφε στην Κύπρο, να τα φέρει μαζί του. Αυτό το ποσό βρισκόταν φυλαγμένο σε τσάντα στο διαμέρισμά του. Στην ίδια τσάντα υπήρχαν διάσπαρτα και διάφορα κέρματα, τα οποία μάζεψε το διάστημα των 5 χρόνων που διαμένει στην Κύπρο. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε στην αστυνομία τα πιο πάνω κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσής του, ο ΜΥ2 απάντησε ότι σε συζήτηση που είχε μαζί με τον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση, είχε αναφέρει τα πιο πάνω αλλά δεν επέμεινε να καταγραφούν στην κατάθεσή του επειδή ο ίδιος δεν θεώρησε ότι είναι σημαντικά ή τουλάχιστον δεν αντιλήφθηκε τη σημασία τους για τους σκοπούς της υπόθεσης. Επιβεβαίωσε, περαιτέρω, ο ΜΥ2 ότι ο κατηγορούμενος διέμενε στην Κύπρο περίπου 10 χρόνια πριν από την απέλασή του και, εξ όσων γνωρίζει, ότι κατά το διάστημα αυτό εργαζόταν στις οικοδομές. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι ο λόγος που δεν βρισκόταν στο διαμέρισμά του, κατά το χρόνο που διεξήχθη η έρευνα από τις αρχές, ήταν επειδή βρισκόταν στο σπίτι κάποιου γνωστού του για επίσκεψη και λόγω της απόστασης μεταξύ των δύο κατοικιών, είχε αποφασίσει να διανυκτερεύσει εκεί. Δεν πήρε μαζί του χρήματα που του ανήκαν, επειδή στο διαμέρισμά του θα βρισκόταν ο θείος του αλλά και επειδή, ως ανέφερε, η πόρτα της εισόδου του διαμερίσματός του κλειδώνει, συνεπώς θεωρούσε ότι τα χρήματα ήταν ασφαλή και μάλιστα υπέδειξε στο Δικαστήριο και τα κλειδιά της πόρτα του σπιτιού του, τα οποία είχε στη τσέπη του. Ανέφερε ότι, έπειτα από την έρευνα που διεξήχθη από την αστυνομία, οι αρχές είχαν κατακρατήσει και τον φορητό του υπολογιστή, τον οποίον του επέστρεψαν πίσω την επόμενη μέρα. Ο ίδιος, όμως, δεν ήξερε ποια διαδικασία θα έπρεπε να ακολουθήσει για να λάβει πίσω το μέρος των χρημάτων που είχαν κατακρατηθεί ως τεκμήρια στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και ότι για αυτό το λόγο δεν έπραξε το οτιδήποτε με σκοπό την επιστροφή τους. Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρηματολογώντας και προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα έχουν αναφέρει και τα έχω λάβει υπόψη μου, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να τα επαναλάβω για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική πτυχή Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτή της κατοχής περιουσίας για την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι είναι κλοπιμαία κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Το Άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας είναι ιδιότυπο. Η στοιχειοθέτηση του εδράζεται στην (α) κατοχή περιουσίας από τον κατηγορούμενο, η οποία μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κλοπής, και (β) στην κατάδειξη «εύλογης υπόνοιας» περί του κλοπιμαίου αυτής (CZARI FERENCZ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 242/2012, Ημερ. 3/7/2014). Όσον αφορά το εύλογο των υπονοιών, αυτό αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, κριτής του οποίου είναι το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται το ζήτημα αυτό στη βάση έκφρασης υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε μάρτυρα (βλ. Τζώννης Καριπίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι εύλογες υπόνοιες ότι τα αντικείμενα είναι προϊόν κλοπής και όχι ότι πράγματι αποτελούν προϊόν κλοπής (βλ. Police v. Neoklis Haralambous & StefanisYanni 14 C.L.R. 109). Εφόσον η Κατηγορούσα αρχή καταφέρει να στοιχειοθετήσει τα δύο αυτά συστατικά στοιχεία, τότε το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στους ώμους της Υπεράσπισης για να καταδείξει ότι η κατοχή της περιουσίας αποκτήθηκε νόμιμα (βλ. Narmania v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 4/2018 και 5/2018, ημερ. 3.4.2019). Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016). Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο (Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία ήταν, κατά βάση, τυπικής φύσεως και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν περιορισμένη αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας στην οικεία του κατηγορούμενου ενώ δεν αμφισβητήθηκε η σύλληψη του κατηγορούμενου βάσει δικαστικού εντάλματος, η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον ίδιο ή η καταμέτρηση των χρημάτων που ανευρέθηκαν (το οποίο αποτελεί εξάλλου και παραδεκτό γεγονός). Ο ΜΚ1 με ευθύτητα απάντησε ότι ο ίδιος δεν διεξήγαγε κάποια περαιτέρω έρευνα ως προς τον τρόπο που βρέθηκαν τα χρήματα στην κατοχή του κατηγορούμενου και ότι δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει ότι αυτά αποτελούν έσοδα από παράνομη δραστηριότητα. Νοείται ότι οι υποψίες που εξέφρασε περί τούτου, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. Ομοίως, ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Φαινόταν σίγουρος για αυτά που έλεγε, τα οποία είχαν λογική συνοχή και δεν παρατήρησα να υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπερβολές ενώ δεν διαπιστώνεται να έχει οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι, συνεπώς, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης και ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά τη διεξαγωγή της έρευνας στην οικεία του κατηγορούμενου όπου ανευρέθηκε, ως ανέφερε, το χρηματικό ποσό σε μία τσάντα ώμου. Αποδέχομαι, επίσης, τα όσα ανέφερε σε σχέση με το καθεστώς διαμονής του κατηγορούμενου στην Κύπρο: την αναφερθείσα ημερομηνία που υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, την ημερομηνία έφεσης στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, το γεγονός της σύλληψης του το 2021 και μετέπειτα απέλασής του το 2022 στο Ιράν. Αυτά, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Ο μάρτυρας ήταν πειστικός και κατά την περιγραφή του χώρου διαμονής του κατηγορούμενου. Αποδέχομαι ότι το κτίριο στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος, ήταν φαινομενικά εγκαταλειμμένο και ότι σε αυτό διέμεναν και άλλοι λαθρομετανάστες σε πολύ άσχημες συνθήκες. Η εντύπωση που δόθηκε στο μάρτυρα, ως αυτός την περιέγραψε στο Δικαστήριο, ήταν ότι στο κτίριο δεν υπήρχε παροχή νερού και ρεύματος και ότι αρκετές από τις πόρτες ήταν παραβιασμένες. Βεβαίως, δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος, κατά την κατάθεση της μαρτυρίας του, σε αντίθεση με τον ΜΚ2, ανέφερε ότι στο κτίριο υπήρχε παροχή νερού, αλλά επιβεβαίωσε ότι υπήρχε γενικά πρόβλημα με την παροχή ρεύματος, το οποίο επιλύθηκε εν μέρει με εξωτερική γεννήτρια ή καλώδια (extension). Αν και υπάρχουν κάποιες αποκλίσεις μεταξύ της κατάθεσης του ΜΚ2 και αυτής του κατηγορούμενου, στην περιγραφή της κατάστασης του κτιρίου στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος, δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι οι συνθήκες διαβίωσης του κατηγορούμενου και των άλλων προσώπων που διέμεναν εκεί, ήταν άσχημες και ότι γενικά το κτίριο έδινε την εντύπωση ότι ήταν εγκαταλειμμένο. Με δεδομένο ότι γενικά οι συνθήκες διαβίωσης των προσώπων που διέμεναν στον εν λόγω κτίριο ήταν άσχημες, το κατά πόσο υπήρχε τελικά συνεχής παροχή νερού ή όχι, ή η ακριβής έκταση του προβλήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος δεν έχουν κάποια σημασία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και άρα το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να προβεί σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα σε σχέση με αυτό το θέμα. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αλλά και του ΜΥ2, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω, και συνάμα να αυτοπροειδοποιηθώ περί τούτου, ότι ο κατηγορούμενος έχει προφανώς ίδιον όφελος να παραθέσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή των γεγονότων η οποία θα οδηγούσε στην αθώωσή του. Ομοίως, ο ΜΥ2 ως στενός συγγενής του κατηγορούμενου, ο οποίος φαίνεται μάλιστα να συγκατοικεί και μαζί του, ενδέχεται να έχει κάποιο κίνητρο για να χαλκέψει την εκδοχή των γεγονότων που θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο ώστε να υποστηρίξει την εκδοχή του κατηγορούμενου. Έχοντας τα πιο πάνω, κατά νου, η μαρτυρία τους προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με ιδιαίτερα προσοχή, όχι όμως με προκατάληψη. Ο κατηγορούμενος μου έκανε, σε γενικές γραμμές, θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας αν και σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του παρατήρησα ότι απέφευγε να απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και ενίοτε έδειχνε κάπως νωχελικός στον τρόπο που απαντούσε. Τα σημεία αυτά, όμως, δεν ήταν τόσο ουσιώδη ή σχετικά με τα επίδικα θέματα ώστε να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Κατά ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο ήταν κατά την κρίση μου και το πιο ουσιαστικό μέρος αυτής για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος μου έδωσε την εντύπωση ότι έλεγε την αλήθεια αφού απαντούσε με ευθύτητα, χωρίς να παρατηρούνται ουσιώδης αντιφάσεις στις απαντήσεις του και αυτά που έλεγε είχαν λογική συνοχή. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στον ισχυρισμό του ότι εργαζόταν για πολλά χρόνια στην Κύπρο, ότι αποταμίευε χρήματα από τα εισοδήματά του σε μετρητά αφού δεν του επιτρεπόταν να χρησιμοποιεί τραπεζικούς λογαριασμούς ή να μεταβιβάζει χρήματα μέσω αυτών, τον τρόπο που απέστελλε μετρητά μέσω τρίτων προσώπων που θα ταξίδευαν στο Ιράν προς τη μητέρα του, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι τα μετρητά αυτά βρίσκονταν υπό τη φύλαξη της μητέρας του και ότι τα βρήκε όταν επέστρεψε στο Ιράν, έπειτα από την απέλασή του και τα έφερε μαζί του στην Κύπρο κατά την επιστροφή του μέσω των κατεχομένων. Η περιγραφή του ως προς τον τρόπο απόκτησης των χρημάτων αυτών καθώς και φύλαξής τους, σε μορφή χαρτονομισμάτων, ήταν πειστική, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις του καθεστώτος διαμονής του και κατ΄επέκταση του τρόπου ζωής του κατηγορούμενου. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο. Ο χρόνος διαμονής του στην Κύπρο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ2 αλλά και του ΜΥ2 ενώ η αδυναμία του κατηγορούμενου να ανοίξει τραπεζικούς λογαριασμούς λόγω του καθεστώτος διαμονής του αλλά και λόγω των διεθνών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στον Ιράν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Μάλιστα, η περιγραφή του κατηγορούμενου ως προς τον τρόπο αποστολής χρημάτων στο Ιράν συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την εκδοχή του. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι κανένας από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ως προς το ύψος των εισοδημάτων του ή τη δυνατότητά του να αποταμιεύει ένα μέρος αυτών λόγω των εξόδων του ενώ κατά την αντεξέτασή του, η οποία δεν επικεντρώθηκε σε αυτό το ζήτημα, δεν διαφάνηκε οποιαδήποτε ουσιώδης αντίφαση ή κενό στα όσα ο ίδιος ανέφερε. Λόγω των πολλών χρόνων που ο κατηγορούμενος διέμενε και εργαζόταν (έστω και παράνομα) στο νησί, νοουμένου ότι έκανε κατά τ' άλλα λιτή ζωή χωρίς να προβαίνει σε αχρείαστα έξοδα, είναι πιθανόν (και βεβαίως μαθηματικά δυνατόν) να ήταν σε θέση να αποταμιεύει ένα ποσοστό των μηνιαίων εισοδημάτων που λάμβανε από την εργασία του στις οικοδομές και να κατάφερε να συσσωρεύσει από το 2008 μέχρι το 2021, το ποσό που τελικά βρέθηκε στην κατοχή του σε μορφή χαρτονομισμάτων. Αποδέχομαι, λοιπόν, την πιο πάνω εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τον τρόπο που βρέθηκε στην κατοχή του το επίδικο ποσό σε μορφή χαρτονομισμάτων. Οφείλω, όμως, να αναφέρω ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, και συγκεκριμένα ως προς τους λόγους που δεν ανέφερε εξ αρχής στην αστυνομία ότι τα κέρματα ανήκαν στον αδελφότεκνο του ή που δεν διευκρίνισε ότι ο ίδιος διαμένει με τον αδελφότεκνο του (αλλά είπε ότι διαμένει μόνος του), ο κατηγορούμενος υπήρξε κάπως ασαφής και γενικά έδινε την εντύπωση ότι επιχειρούσε να αποφύγει να απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Δεν μου διαφεύγει ότι, σε κάποιο βαθμό, αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέθετε στη μητρική του γλώσσα και ότι τα όσα ανέφερε μεταφράζονταν από διερμηνέα στην ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα σε κάποια σημεία να χάνεται το νόημα των απαντήσεών του. Όταν συνέβαινε αυτό, καλείτο ο διερμηνέας και κατ΄ επέκταση ο κατηγορούμενος να επαναλάβει τα όσα είχε ήδη απαντήσει ώστε να μεταφραστούν στην ελληνική γλώσσα με τρόπο που να δύναται να αποδοθεί κάποιο νόημα σε αυτά. Αναπόφευκτα, αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την αποδυνάμωση της όποιας αμεσότητας θα μπορούσε να είχαν οι απαντήσεις του κατηγορούμενου, τουλάχιστον σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του, χωρίς απαραίτητα να ευθύνεται ο κατηγορούμενος για αυτό. Αυτό, φρονώ, δεν θα πρέπει να λειτουργήσει εναντίον του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι κατά τη διεξαγωγή της έρευνας στην οικεία του, ανευρέθηκε στη τσάντα μόνο ένα μέρος του ποσού ενώ τα υπόλοιπα βρίσκονταν πάνω του και τα υπέδειξε ο ίδιος στους αστυνομικούς, αυτό σαφώς έρχεται σε αντίθεση με τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ2. Σημειώνω ότι στην κατάθεσή του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στην εν λόγω τσάντα ώμου εντόπισε ολόκληρο το χρηματικό ποσό των «15200 ευρώ σε διάφορα χαρτονομίσματα και το ποσό των 104,15 ευρώ σε διάφορα κέρματα». Δεν μου διαφεύγει ότι κατά το χρόνο της έρευνας ο ΜΚ2 δεν γνώριζε τη συνολική αξία των χρημάτων που ανευρέθηκαν αφού, ως ανέφερε ο ΜΚ1, αυτά καταμετρήθηκαν αργότερα στον αστυνομικό σταθμό. Όμως, ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν ολόκληρο το χρηματικό ποσό βρέθηκε στην εν λόγω τσάντα ή εάν κάποια χαρτονομίσματα βρέθηκαν σε άλλα σημεία ή επάνω στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι στη τσάντα βρίσκονταν μόνο μέρος του ποσού, δηλαδή Ευρώ 3-4.000 περίπου και όλα τα νομίσματα, και ότι τα υπόλοιπα χαρτονομίσματα τα κρατούσε ο ίδιος και τα υπέδειξε στους αστυνομικούς αργότερα και αφού πρώτα είχε εντοπίσει μέρος των χρημάτων στη τσάντα. Αυτή ήταν μια θέση στην οποία επέμεινε ο κατηγορούμενος. Αν και ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο τα χρήματα βρέθηκαν σε μία ή σε περισσότερες τσάντες, παρατηρώ ότι δεν αντεξετάστηκε ως προς το εάν κάποια χαρτονομίσματα βρίσκονταν πάνω στον ίδιο τον κατηγορούμενο και εάν ο ίδιος τα παρέδωσε στην αστυνομία. Ρωτήθηκε, όμως, κατά πόσο ολόκληρο το ποσό είχε βρεθεί στην συγκεκριμένη τσάντα ώμου και απάντησε καταφατικά. Ο ισχυρισμός ότι κάποια από τα χαρτονομίσματα κρατούνταν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και παραδόθηκαν από αυτόν στην αστυνομία προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2, ο οποίος απάντησε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν επί αυτού του σημείου και ο οποίος δεν έχει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, ήταν πειστικός στον τρόπο που περιέγραψε το τί ακριβώς έλαβε χώρα κατά το στάδιο της έρευνας και η εκδοχή του γίνεται αποδεκτή. Συνεπώς, απορρίπτω το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου που αντιτίθεται σε αυτή. Κατά την κρίση μου, όμως, αυτό το σημείο, το οποίο δεν είναι άμεσα σχετικό με τα επίδικα θέματα, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι όλα τα χρήματα βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενο κατά την έρευνα που διεξήχθη στην οικεία του, δεν μπορεί να διαδραματίσει κάποιο σημαντικό ρόλο στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης υπό το φως της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί, ούτε αρκεί για να κλονίσει την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Σε σχέση με την κατοχή των νομισμάτων, η εκδοχή που παρέθεσε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ήταν ότι αυτά τοποθετήθηκαν στη τσάντα από τον αδελφότεκνο του και ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με αυτά. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό. Αντιθέτως, η θέση αυτή υποστηρίχτηκε και από τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος εξήγησε ότι τα νομίσματα που βρέθηκαν στην τσάντα ανήκαν στον ίδιο και ότι είχαν συσσωρευτεί στο διάστημα των 5 χρόνων που διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο× εξήγηση, η οποία υπό τις περιστάσεις, φαίνεται λογική. Περαιτέρω, ανατρέχοντας στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2Α), παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατέθεσε στις αστυνομικές αρχές ότι τα νομίσματα ανήκαν στον ίδιο. Κατέθεσε, τότε, ότι το ποσό των Ευρώ 15.200 (δηλαδή των χαρτονομισμάτων) ανήκει στον ίδιο χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία στα εν λόγω νομίσματα στην κατάθεσή του. Ούτε φαίνεται να ρωτήθηκε σχετικά από τον ανακριτή, ώστε να διαπιστώνεται τώρα κάποια ουσιώδης αντίφαση στα λεγόμενά του. Στην απουσία, λοιπόν, οποιαδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας περί τούτου, αλλά αντιθέτως ενόψει και της μαρτυρίας του ΜΥ2 που επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, αποδέχομαι και αυτό το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Αναφορικά δε με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος συγκατοικούσε «πάντοτε» με τον αδελφότεκνο του ή εάν έμενε μόνος του και ο αδελφότεκνος του τον επισκεπτόταν σε τακτά διαστήματα - ζήτημα για το οποίο ο κατηγορούμενος δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής στις απαντήσεις του-, δεν θεωρώ ότι αυτό είναι σχετικό με τα επίδικα γεγονότα ώστε να χρειάζεται το Δικαστήριο να προβεί σε κάποιο τελικό εύρημα. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος επέμεινε στη θέση ότι διέμενε με τον αδελφότεκνο του στο διαμέρισμα όπου εντοπίστηκε, θέση την οποία υποστήριξε και ο ίδιος ο αδελφότεκνος του με τη δική του μαρτυρία. Ακόμη, όμως, και εάν ο αδελφότεκνος του κατηγορούμενου δεν διέμενε πάντοτε μαζί του, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ενδεχομένως να φύλαγε μέρος των χρημάτων (συμπεριλαμβανομένων και νομισμάτων) που του ανήκαν (και τα οποία του παρέδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος) στη τσάντα όπου βρέθηκαν εν τέλει τα χρήματα. Ότι ενδιαφέρει είναι ότι ο κατηγορούμενος, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε και ο ΜΥ2, έπεισαν το Δικαστήριο ότι τα νομίσματα ανήκαν στον αδελφότεκνο του κατηγορούμενου (και όχι στον ίδιο) και άρα ότι, για αυτό το λόγο, ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παραθέσει εξηγήσεις ως προς το τρόπο και λόγο που αυτά βρέθηκαν στη συγκεκριμένη τσάντα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ2, παρατήρησα ότι ο ΜΥ2 κατέθεσε με απλότητα, ευθύτητα και χωρίς να υποπέσει σε υπερβολές ή αντιφάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα ανέφερε, ειδικότερα για τον τρόπο αποταμίευσης και αποστολής χρημάτων από τον ίδιο αλλά και τον κατηγορούμενο στο Ιράν, είχαν λογική συνοχή και υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, η οποία ως ανέφερα παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι την εκδοχή του ως προς τους λόγους που ο κατηγορούμενους του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των Ευρώ 4.000 σε μετρητά όταν επέστρεψε πρόσφατα στην Κύπρο, ήτοι ότι επρόκειτο για τις δικές του αποταμιεύσεις που απέστελλε στη μητέρα του στο Ιράν, κατά το διάστημα που αυτός εργαζόταν στην Κύπρο, πριν αυτή αποβιώσει. Ομοίως, αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι στο χρονικό διάστημα των 5 χρόνων που διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο, και με δεδομένο ότι ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση σε τραπεζικό λογαριασμό, κατάφερε να συσσωρεύσει μεγάλο αριθμό νομισμάτων, τα οποία τοποθετούσε σε τσάντα στο διαμέρισμά του. Πρόκειται για τη τσάντα στην οποία, σύμφωνα με τον ΜΚ2, εντοπίστηκαν τα χρήματα στην οικεία του κατηγορούμενου. Αποδέχομαι, επίσης, και τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος δεν θεώρησε σημαντικό να επιμένει ώστε να καταγραφεί στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ότι το ποσό των Ευρώ 4000 περίπου, συμπεριλαμβανομένων των νομισμάτων, του ανήκει εφόσον εμφανώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τα συστατικά στοιχεία του, ομολογουμένως, ιδιότυπου αδικήματος που διερευνούσε η αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου και άρα τη σημασία αυτής της διευκρίνησης. Επικεντρώθηκε στο να καταθέσει ότι ο θείος του έφερε τα χρήματα αυτά από το Ιράν και ότι δεν εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες. Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να ρωτήθηκε συγκεκριμένα επί αυτού του σημείου από τον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεσή του, ούτε προκύπτουν αντιφάσεις μεταξύ των όσων ανέφερε στην αστυνομία και των όσων ανέφερε, με περισσότερη λεπτομέρεια στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι, συνεπώς, τη μαρτυρία του ΜΥ2 στο σύνολό της. Ευρήματα - Κατάληξη Στη βάση, λοιπόν, του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, ως αυτό έχει αξιολογηθεί πιο πάνω, καταλήγω ότι το χρηματικό ποσό που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου σε μορφή χαρτονομισμάτων, κατά την έρευνα που διεξήχθη στο διαμέρισμα όπου διαμένει, πρόκειται ως επί των πλείστων για χρηματικό ποσό το οποίο ο ίδιος έχει λάβει από την εργασία του, κατά το χρονικό διάστημα που εργαζόταν στην Κύπρο, πριν την απέλασή του, και το οποίο είχε αποστείλει αρχικά στην μητέρα του στο Ιράν και έπειτα έφερε μαζί του στην Κύπρο όταν επέστρεψε στο νησί. Μέρος των χαρτονομισμάτων που βρέθηκαν στην κατοχή του, αξίας περίπου Ευρώ 4.000, αποτελεί ποσό το οποίο έλαβε ο αδελφότεκνος του από την εργασία του, κατά το χρονικό διάστημα των 5 χρόνων που διέμενε στην Κύπρο, και το οποίο και εκείνος με τη σειρά του είχε αποστείλει για σκοπούς φύλαξής του στη μητέρα του στο Ιράν. Αφότου απεβίωσε η μητέρα του, το ποσό αυτό παραδόθηκε σε εκείνον από τον κατηγορούμενο, όταν ο τελευταίος επέστρεψε στην Κύπρο και ακολούθως τοποθετήθηκε στη τσάντα που βρέθηκε στο διαμέρισμά του. Αναφορικά με τα νομίσματα που εντοπίστηκαν στην ίδια τσάντα, αυτά αποτελούν διάφορα νομίσματα τα οποία αποταμίευε ο αδελφότεκνος του κατηγορούμενου, κατά το διάστημα των τελευταίων 5 χρόνων που διαμένει στο νησί. Παρά το ότι η μαρτυρία που παρέθεσε σε αρχικό στάδιο η Κατηγορούσα Αρχή αρκούσε για τη στοιχειοθέτηση εύλογης υποψίας ως προς τη νομιμότητα του χρηματικού ποσού που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος εν τέλει κατάφερε να αποσείσει το βάρος που μετατέθηκε στους ώμους του καταδεικνύοντας, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η εν λόγω περιουσία δεν αποτελεί προϊόν κλοπής. Κρίνεται, συνεπώς, αθώος στην κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....... Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο