Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. J.K.C., Αρ. Υπόθεσης: 18790/23, 28/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18790/23 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. J.K.C. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Αναστασίου Για Κατηγορούμενη: κ. Στυλιανού Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες: (α) κλοπή υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 265 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (β) αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμο 188(Ι)/2007, (γ) παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της κατά παράβαση του άρθρου 19 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, και (δ) διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του Κεφ.
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον της κατηγορούμενης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο 14 μάρτυρες. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καθενός από αυτούς, ως αυτό μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο, παρατίθεται πιο κάτω. Ακολουθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους σε αντιπαραβολή βεβαίως με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία και όπου κρίνεται σκόπιμο η εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Μ.Κ.1 - Αστ. 4607 κ. Μ. Μανιώρης Ο αστυφύλακας 4607 κ. Μ. Μανιώρης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσής του που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι στις 18/09/23 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον ιδιοκτήτη της καφετέριας με την ονομασία "Coffee Island" στο Άγιο Τύχωνα (κ. Πάνο Κωνσταντίνου, εφεξής «παραπονούμενος» ή «Μ.Κ.6») ότι η κατηγορούμενη, η οποία εργαζόταν στην καφετέρια από τον Ιανουάριο του 2023 έκλεψε από την καφετέρια το συνολικό ποσό των Ευρώ 15.
- Στην κατάθεσή του ο αστυφύλακας παραθέτει κάποια στοιχεία που είχε εξετάσει η αστυνομία, στη βάση των όσων του ανέφερε ο παραπονούμενος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στο χώρο φύλαξης των προσωπικών αντικειμένων του προσωπικού της καφετέριας, εντοπίσθηκε αριθμός αποδείξεων αποστολής χρημάτων στο εξωτερικό μέσω της υπηρεσίας Western Union, από την κατηγορούμενη για το συνολικό ποσό των Ευρώ 13.
- Ο παραπονούμενος παρέδωσε τις αποδείξεις αυτές στον μάρτυρα, ο οποίος με τη σειρά του τις παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο παραπονούμενος παρέδωσε στον μάρτυρα εκτυπωμένη λήψη από την οθόνη του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου, όπου φαίνεται συνομιλία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του ιδίου και κάποιας «Ελένης». Ως τον ενημέρωσε ο παραπονούμενος πρόκειται για το όνομα το οποίο χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη στην Κύπρο και για αυτό το λόγο την είχε καταχωρήσει έτσι στο κινητό του τηλέφωνο. Η δισέλιδη εκτύπωση της συνομιλίας μεταξύ του παραπονούμενου και της κατηγορούμενης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στη συνομιλία, η «Ελένη» φαίνεται να αποστέλλει μήνυμα στον παραπονούμενο ζητώντας του να την συγχωρέσει, ότι νιώθει πολύ ένοχη για αυτό που έκανε και ότι δεν μπορεί να αντικρύσει το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Ο ίδιος της απαντά ότι έχει προσπαθήσει πολύ να τη συγχωρέσει αλλά ότι δεν μπορεί να τη βοηθήσει περαιτέρω. Απαντώντας η «Ελένη», του λέει ότι επιθυμεί να μείνει εδώ για να κερδίσει τη συχώρεσή του και ότι δεν έχει κανένα άλλο εκτός από τον ίδιο, τη Λουκία και το Μάρκο. Σε μεταγενέστερο μήνυμα, η «Ελένη» αναφέρει ότι μίλησε με τη θεία της και ότι είναι 100% βέβαιο ότι θα δώσει «όλα τα χρήματα» την επόμενη βδομάδα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η κατηγορούμενη συνελήφθη, κατόπιν δικαστικού εντάλματος, στο αεροδρόμιο και στην κατοχή της βρέθηκε ένα χρηματικό ποσό ύψους Ευρώ 297 (Τεκμήριο 3). Επίσης, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, ένα USB το οποίο περιέχει βίντεο και φωτογραφίες από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της καφετέριας αλλά και από το περίπτερο που γειτνιάζει με την καφετέρια, το οποίο παρέλαβε από τον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο του USB προβλήθηκε στο Δικαστήριο και τα όσα προκύπτουν από αυτό, τα οποία σαφώς αποτελούν πραγματική μαρτυρία, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε άλλο μέρος της απόφασης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, και σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 4, ανέφερε ότι δεν εξέτασε ο ίδιος κατά πόσο ο αριθμός τηλεφώνου που είναι καταχωρημένος στο κινητό του παραπονούμενου με την ονομασία «Ελένη» ταυτίζεται με τον αριθμό τηλεφώνου της κατηγορούμενης. Του ανέφερε ο παραπονούμενος ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και τον πίστεψε αφού, ως διαπίστωσε και ο ίδιος, όλα τα πρόσωπα που εργάζονταν στο κατάστημα την αποκαλούσαν στις καταθέσεις τους με αυτό το όνομα. Επίσης, ερωτώμενος σχετικά, ανέφερε ότι δεν έλεγξε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατηγορούμενης ή του συντρόφου της (ο οποίος έφυγε από την Κύπρο το Φεβρουάριο του 23), για να επιβεβαιώσει κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε άλλη πηγή εισοδημάτων (είτε μέσω άλλης εργασίας, είτε μέσω του συζύγου της) ώστε να προβαίνει στις μεταφορές χρημάτων μέσω της υπηρεσίας Western Union. Αναφορικά με τα όσα καταγράφονται στο USB, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το ΚΚΠ προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, στις 30/08/23, πήρε χρήματα από το ταμείο του καταστήματος με σκοπό να αγοράσει καθαριστικά από το διπλανό περίπτερο, χωρίς όμως να επιστρέψει όλα τα ρέστα που της είχαν δοθεί, και συγκεκριμένα βάζοντας στη τσέπη της ένα χαρτονόμισμα Ευρώ
- Υπάρχουν αποθηκευμένα στο USB και δύο άλλα βίντεο με ημερομηνίες 02/09/23 όπου η κατηγορούμενη φαίνεται να παίρνει χρήματα από το ταμείο, όχι όμως με σκοπό, ως φαίνεται, να αγοράσει κάτι από το περίπτερο, και κάποιες φωτογραφίες. Πέραν από αυτές τις περιπτώσεις που αφορούν σε μικρά χρηματικά ποσά, δεν υπάρχει άλλη πραγματική μαρτυρία στη διάθεση της αστυνομίας ως προς τον τρόπο που ενεργούσε η κατηγορούμενη για να καταφέρει να αποσπάσει το μεγάλο χρηματικό ποσό που κατηγορείται ότι έχει κλέψει κατά την επίδικη περίοδο. Αναφέρθηκε ότι, το ΚΚΠ που είναι εγκατεστημένο στο κατάστημα αποθηκεύει τα βίντεο που καταγράφονται για μικρό χρονικό διάστημα και έπειτα αυτά διαγράφονται με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να ανατρέξει κανείς εκ των υστέρων για να εξετάσει τον τρόπο που ενεργούσε η κατηγορούμενη. Κατά το χρόνο που έδινε μαρτυρία, ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είχε παρουσιαστεί σε αυτόν οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση από το λογιστή του καταστήματος όπου να προκύπτει ότι υπήρχε έλλειμα στο ταμείο της καφετέριας κατά την επίδικη περίοδο. Όμως, ανέφερε ο μάρτυρας ότι η ενημέρωση που είχε από τον παραπονούμενο είναι ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από το λογιστή του να ετοιμάσει σχετική κατάσταση και ότι αυτή θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο μεταγενέστερα. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι, κατά στο στάδιο εξέτασης αιτήματος προσωποκράτησής της στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η κατηγορούμενη κατήγγειλε, μέσω του δικηγόρου της, τον παραπονούμενο για τη διάπραξη αδικήματος σεξουαλικής παρενόχλησης εναντίον της. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο έχει διερευνηθεί αυτή η καταγγελία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την επόμενη μέρα της εν λόγω καταγγελίας, ήτοι στις 22/09/23, είχε ενημερώσει σχετικά το αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας ώστε να προχωρήσουν στη διερεύνηση του συγκεκριμένου αδικήματος αλλά δεν γνώριζε οτιδήποτε περαιτέρω για την πορεία του ανακριτικού έργου. Κατά την επανεξέταση του μάρτυρα, ζητήθηκε από το μάρτυρα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 22/09/23 σχετικά με το αυτό το ζήτημα, κάτι το οποίο έπραξε. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στο ημερολόγιο ενεργείας αναφέρεται ότι στις 21/09/23, πριν την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης εναντίον της κατηγορούμενης, ο δικηγόρος της κατηγορούμενης ανέφερε στην Αστυφύλακα με αρ. 3712, έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου, ότι η κατηγορούμενη σε διάφορες περιπτώσεις δέχτηκε άσεμνη επίθεση από τον παραπονούμενο, ο οποίος μετέβαινε στο διαμέρισμα όπου διέμενε η κατηγορούμενη. Μ.Κ.2 - Αστυφ αρ. 374 κα. Ε Προκοπίου Η Αστυφύλακας αρ. 374 κα. Ε Προκοπίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η μάρτυρας, η οποία υπηρετεί στο ΤΑΕ της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, ανέφερε ότι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης, και εξετάσεων που διενήργησε μέσω του Λοχ. 1655 που υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου Αστυνομίας, ενημερώθηκε ότι η κατηγορούμενη διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 16/11/
- Στις 20/09/23, με τη βοήθεια διερμηνέα, η μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη αφού προηγουμένως την ενημέρωσε για τα αδικήματα που διερευνούσε και για το δικαίωμά της να τηρήσει σιωπή. Πρόκειται, ως αναφέρεται στο εισαγωγικό μέρος της κατάθεσης, για το αδίκημα κλοπής από υπάλληλο και παράνομης παραμονής στη Κυπριακή Δημοκρατία. Πιστή μετάφραση της κατάθεσης της κατηγορούμενης στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11Α ενώ το κείμενο της κατάθεσης στην Ινδική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11Β, χωρίς ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η αντεξέταση της Μ.Κ.2 εστίασε στο κατά πόσο η μάρτυρας προέβη σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης καθώς και άλλων αδικημάτων που πιθανόν να προκύπτουν από την κατάθεσή της σε σχέση με τον εργοδότη της ή με άλλους αλλοδαπούς που εργάζονταν στην καφετέρια, εφόσον, ως της υποβλήθηκε, η κατηγορούμενη βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Η μάρτυρας απάντησε ότι οι ενέργειές της περιορίστηκαν στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της. Μ.Κ.3 - Parminder Kaur Η Parminder Kaur, υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 22/09/23 (Τεκμήριο 12Α και 12Β). Η μάρτυρας εργάζεται στην καφετέρια από το Μάρτιο του
- Άκουσε, ως ανέφερε στην κατάθεσή της, ότι η κατηγορούμενη είχε κλέψει κάποια χρήματα από την εργασία της, όταν παραδέχτηκε κάτι τέτοιο στον εργοδότη της, κ. Πάνο, περίπου 10 μέρες πριν από την κατάθεσή της. Μετά από αυτή τη συζήτηση μεταξύ του κ. Πάνου και της κατηγορούμενης και όταν πλέον επέστρεψαν σπίτι με την κατηγορούμενη, η μάρτυρας ρώτησε την κατηγορούμενη κατά πόσο έκλεψε χρήματα από την καφετέρια και η ίδια παραδέχτηκε ότι έκλεψε χρήματα από την καφετέρια αλλά δεν της είπε γιατί το έκανε. Κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει το ποσό που έκλεψε η κατηγορούμενη ή οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την υπόθεση. Πέραν από τα όσα περιέχονται στην κατάθεσή της, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, η μάρτυρας ανέφερε ότι στην Κύπρο την αποκαλούν «Λουκία» ενώ την κατηγορούμενη την αποκαλούν «Ελένη». Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι η μάρτυρας και η κατηγορούμενη γνωρίζονταν για περίπου 3 χρόνια και είχαν πολύ στενή σχέση× «ήμασταν σαν αδελφές» ως ανέφερε. Διευκρίνισε, επίσης, σε σχέση με την αναφορά που έκανε στην κατάθεσή της για τη συζήτηση μεταξύ του κ. Πάνου και της κατηγορούμενης, ότι περί τις 05/09/23, όταν ο Πάνος εντόπισε κάποιο βίντεο από το ΚΚΠ της καφετέριας όπου φαινόταν η κατηγορούμενη να παίρνει κάποια χρήματα από το ταμείο, ο Πάνος κάλεσε την κατηγορούμενη στο γραφείο του και την ρώτησε κατά πόσο έκλεβε από την καφετέρια. Η μάρτυρας ήταν παρούσα σε αυτή τη συνάντηση. Το ίδιο και ο σύντροφος της μάρτυρας, κ. Chathuranga από τη Σρι Λάνκα, ο οποίος εργάζεται και αυτός στην καφετέρια. Η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι έκλεψε χρήματα από την καφετέρια και απολογήθηκε, ζητώντας από τον Πάνο να μην τη στείλει στη φυλακή. Του είπε ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα σιγά σιγά. Έπειτα από τη συνάντηση με τον Πάνο και πριν να επιστρέψουν σπίτι, ο σύντροφός της μάρτυρας συνομιλούσε με την κατηγορούμενη για αυτό το θέμα. Σε κάποια στιγμή τη ρώτησε εάν το ποσό που έκλεψε ανέρχεται στα Ευρώ 5.000 περίπου και η ίδια απάντησε ότι μπορεί τα χρήματα που έκλεψε να ήταν και περισσότερα από αυτό το ποσό. Τις επόμενες μέρες, η κατηγορούμενη συνέχισε να έρχεται κανονικά στην εργασία της. Στις 13/09/23, ο σύντροφος της κατηγορούμενης, ο οποίος διέμενε μαζί της, τηλεφώνησε στο σύντροφο της μάρτυρας και του ανέφερε ότι βρήκε ένα ποτήρι στην κουζίνα, το οποίο περιείχε κάποιο διάλυμα με εντομοκτόνο. Υποπτεύθηκε ότι κάποιος ήπιε από αυτό το ποτήρι. Την επόμενη μέρα, στις 14/09/23, η μάρτυρας ρώτησε την κατηγορούμενη εάν είχε πιεί από αυτό το ποτήρι. Η κατηγορούμενη της απάντησε ότι όντως είχε πιεί από αυτό το διάλυμα, και η μάρτυρας αναστατώθηκε και ανησύχησε ότι η κατηγορούμενη θα έκανε κακό στον εαυτό της εξαιτίας του άγχους που βίωνε. Στις 14/09/23 συμφώνησαν όπως η κατηγορούμενη θα μετακόμιζε στο σπίτι της μάρτυρας για να μένει μαζί της (και μαζί με το σύντροφό της). Μέχρι τότε, η κατηγορούμενη διέμενε σε ένα διαμέρισμα που της παραχωρούσε ο Πάνος. Έτσι την ίδια μέρα, η κατηγορούμενη μετακόμισε στην οικεία της μάρτυρας και έμεινε εκεί μέχρι τις 17/09/
- Στις 17/09/23 η κατηγορούμενη εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει στο διαμέρισμα όπου διέμενε προηγουμένως. Αφού έλαβε την άδεια του Πάνου, η κατηγορούμενη μετακόμισε πίσω στο διαμέρισμά που της παρείχε ο Πάνος. Από τη στιγμή που μετακόμισε και έπειτα, η κατηγορούμενη «μπλόκαρε» τη μάρτυρα μέσω του κινητού της τηλεφώνου και δεν απαντούσε σε οποιαδήποτε μηνύματα ή κλήσεις της. Έτσι έχασε κάθε επαφή μαζί της. Έπειτα αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη επιχείρησε να διαφύγει στο εξωτερικό. Η μάρτυρας ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της εκτυπωμένα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της ίδιας και της κατηγορούμενης μέσω της εφαρμογής "Whatsup" (Τεκμήριο 13) εκείνη την περίοδο. Ανέφερε ότι το μήνυμα που φέρει αριθμό 7 επί του Τεκμηρίου 13, στάλθηκε από την κατηγορούμενη στις 11/09/
- Παρεμβάλλεται ότι έπειτα από την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης και πριν την έναρξη της αντεξέτασής της, το έγγραφο αυτό μεταφράστηκε ενόρκως από τις Μ.Κ.4 (κα. Farzana Nasir) και Μ.Κ.5 (κα. Μαρίνα Στυλιανού), διερμηνείς από την Ινδική γλώσσα στην Αγγλική γλώσσα και από την Αγγλική γλώσσα στην Ελληνική γλώσσα, αντίστοιχα. Η αλληλογραφία είναι συνταγμένη στην Ινδική γλώσσα (συγκεκριμένα punjami), χρησιμοποιώντας λατινικούς χαρακτήρες και ως ανέφερε η Μ.Κ.4 αυτό προκάλεσε κάποια δυσκολία στην ακριβή μετάφραση των μηνυμάτων. Εντούτοις ήταν σε θέση να τα μεταφράσει, όπως και έκανε. Σημειώνεται ότι η Μ.Κ.3 παρέθεσε προφορικά το περιεχόμενο των μηνυμάτων και κατά τη δική της κατάθεση στο Δικαστήριο και η μετάφραση των μηνυμάτων που έγινε από τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 προσομοιάζει με αυτήν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αναφορικά με την ορθότητα της μετάφρασης του Τεκμηρίου 13, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ότι ενδιαφέρει είναι ότι σε ένα από τα ηλεκτρονικά μηνύματα (και συγκεκριμένα σε εκείνο που φέρει αρ. 7) η κατηγορούμενη φαίνεται να ζητά από τη μάρτυρα να πει στον Μάρκο (δηλαδή το σύντροφό της) ότι σκοπεύει να «του» δώσει «όλα τα χρήματα τον επόμενο χρόνο». Επίσης αναφέρει ότι «μπορεί να μου ζητήσει να υπογράψω ότι έγγραφα θέλει αλλά ας με αφήσει να φύγω τώρα». Η Μ.Κ.3 εξήγησε ότι σε αυτό το μήνυμα, το οποίο στάλθηκε έπειτα από την παραδοχή της κατηγορούμενης ότι έκλεψε χρήματα κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στο γραφείο του Μ.Κ.6, η κατηγορούμενη παρακάλεσε την ίδια όπως πείσει το σύντροφό της να μιλήσει με το αφεντικό, δηλαδή τον κ. Πάνο, και να του πει ότι σκοπεύει να επιστρέψει τα χρήματα και ότι είναι σε θέση να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο χρειάζεται για αυτό το σκοπό. Περαιτέρω, υποδείχθηκε στη μάρτυρα το Τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα η απόδειξη που φέρει αριθμό 13 στην οποία αναφέρεται ως αποστολέας των χρημάτων (Ευρώ 1000) το όνομα της μάρτυρας. Η μάρτυρας εξήγησε ότι, εκείνη την ημέρα, ήτοι στις 11/03/23, δεν απέστειλε τα χρήματα αυτά προς το πρόσωπο που αναφέρεται στην απόδειξη. Επίσης, ανέφερε ότι η υπογραφή του αποστολέα που περιέχεται στο έγγραφο δεν είναι η υπογραφή της αλλά ότι πιθανότατα πρόκειται για την υπογραφή της κατηγορούμενης αφού αναγράφεται το όνομά της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει κάποιο όριο ως προς το ποσό χρημάτων που θα μπορούσαν να αποσταλούν μέσω WesternUnion στην Ινδία κάθε μήνα. Εξ όσων γνωρίζει, δεν επιτρέπεται η αποστολή χρηματικού ποσού πέραν των Ευρώ
- Επειδή η κατηγορούμενη ενδεχομένως να είχε ήδη χρησιμοποιήσει το όριο αυτό για το συγκεκριμένο μήνα, ως ανέφερε, ζήτησε την άδεια της μάρτυρας να χρησιμοποιήσει το διαβατήριό της ώστε να μπορέσει να αποστείλει τα χρήματα στο εξωτερικό μέσω του δικού της διαβατηρίου. Η μάρτυρας την εμπιστευόταν και για αυτό το λόγο έδωσε το διαβατήριό της στην κατηγορούμενη εκείνη τη μέρα, ώστε να στείλει τα χρήματα αυτά στο εξωτερικό. Επίσης, υποδείχθηκε στη μάρτυρα η απόδειξη με αριθμό 23 από το Τεκμήριο 2, όπου και πάλι αναγράφονται τα στοιχεία της ως τα στοιχεία του αποστολέα του χρηματικού ποσού των Ευρώ 940 στον Καναδά στις 23/03/
- Η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια δεν απέστειλε ποτέ τα χρήματα αυτά στον Καναδά στο πρόσωπο που αναγράφεται ως παραλήπτης, το οποίο δεν γνωρίζει. Υποθέτει ότι είναι η κατηγορούμενη που είχε στείλει τα χρήματα αυτά εκείνη την ημέρα, χωρίς την άδειά της αυτή τη φορά, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του διαβατηρίου της, τα οποία είχε λάβει από τις 11/03/
- Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι από το Μάρτιο του 2023 περίπου εργαζόταν κάποιες μέρες υπό δοκιμασία στην καφετέρια αλλά επίσημα εργοδοτήθηκε τον Αύγουστο του
- Η ίδια τελείωνε τη βάρδια της η ώρα 15:00 ενώ η κατηγορούμενη η ώρα 16:
- Επίσης, από τις 7:30 το πρωί περίπου μέχρι τις 13:00 ή 14:00 το μεσημέρι, εργαζόταν στην καφετέρια και η προϊστάμενή τους, κα. Κυριακή. Εργάζεται στην καφετέρια και ένα άλλο πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει βάρδια τις απογευματινές ώρες. Πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας είχαν, ως ανέφερε, η προϊστάμενή τους, κα. Κυριακή, η κατηγορούμενη και ένα άλλο πρόσωπο που εργαζόταν στην καφετέρια μετά το μεσημέρι. Η ίδια δεν είχε τέτοια πρόσβαση. Ποτέ δεν είδε την κατηγορούμενη να κλέβει χρήματα από το ταμείο κατά το χρόνο που βρισκόταν εκεί, αλλά την έβλεπε καθημερινά να παίρνει χρήματα με σκοπό να αγοράσει πράγματα από το διπλανό περίπτερο και να επιστρέφει τις αποδείξεις και τα ρέστα (χωρίς όμως να γνωρίζει εάν τα χρήματα που επέστρεφε ήταν σωστά, ως είπε). Κατά τις αλλαγές της βάρδιας από τον ένα υπάλληλο στον άλλο, δεν γινόταν κάποια καταμέτρηση των χρημάτων που βρίσκονταν στο ταμείο. Έτσι οι υπάλληλοι που είχαν πρόσβαση στο ταμείο, χρησιμοποιούσαν τις ταμειακές μηχανές από κοινού. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω ότι πολύ συχνά η Κυριακή ανέφερε στους υπαλλήλους ότι υπολείπονται χρήματα από το ταμείο και ότι τα έσοδα της επιχείρησης δε συνάδουν με τον όγκο της εργασίας που υπάρχει καθημερινά, καλώντας τους να είναι πιο προσεκτικοί όταν διεκπεραιώνουν συναλλαγές και χρησιμοποιούν το ταμείο. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2023 όπου η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενώπιον του προσωπικού ότι έκλεβε χρήματα από το ταμείο και ότι θα τα επέστρεφε, παρόντες ήταν ο Πάνος, η Κυριακή, ο Μάρκος (δηλαδή ο σύντροφός της) και η ίδια. Αυτό έγινε, από ότι θυμάται, στις 05/09/
- Ο Πάνος τους έδειξε ένα βίντεο από ΚΚΠ όπου η κατηγορούμενη φαίνεται να αγοράζει κάτι από το περίπτερο και να επιστρέφει μόνο μέρος των χρημάτων από τα ρέστα. Ρώτησε την κατηγορούμενη εάν έκλεβε χρήματα. Τότε η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενώπιον όλων ότι έκλεψε χρήματα από το ταμείο και ότι επιθυμούσε να τα επιστρέψει σιγά- σιγά καθώς και ότι θα εργαζόταν άνευ απολαβών στο μέλλον. Ερωτήθηκε, από το συνήγορο Υπεράσπισης, επανειλημμένα και επίμονα για το καθεστώς παραμονής και εργοδότησης της ίδιας στην Κύπρο ενώ της υποβλήθηκε ότι έχει συνάψει εικονικό γάμο στην Κύπρο. Η ίδια, αφού ειδοποιήθηκε σχετικά από το Δικαστήριο, άσκησε το δικαίωμά της να μην απαντήσει σε αυτοενοχοποιητικές ερωτήσεις. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι, λόγω αυτής της σχέσης που έχει με τον εργοδότη της ο οποίος της ασκεί επιρροή και πίεση, δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, παρά μόνο ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη της. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο υπό την επίδραση κανενός αλλά επειδή την είχε καλέσει η αστυνομία να δώσει κατάθεση για αυτή την υπόθεση, αφού η κατηγορούμενη είχε δώσει τότε τα στοιχεία της στην αστυνομία. Μ.Κ.6 Ο κ. Πάνος Κωνσταντίνου υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που είχε δώσει στην αστυνομία (Τεκμήρια 7 και 8). Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν στην καφετέρια «Coffee Island» ως καθαρίστρια αρχικά και από τον Ιανουάριου του 23, ως «baristas», δηλαδή ασχολείτο με την ετοιμασία καφέ και είχε πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας. Ο μισθός της ανερχόταν στα Ευρώ 850 μηνιαίως, όμως της αποκόπτονταν από το ποσό αυτό, τα Ευρώ 250 ως ενοίκιο για το διαμέρισμα που διέμενε και το οποίο της παρείχε ο Πάνος. Εξήγησε ότι κατά τέλος Φεβρουαρίου του 2023 εντόπισε κάποιο έλλειμα στο ταμείο της καφετέριας ύψους Ευρώ 6.500 περίπου. Λόγω του ότι, τη συγκεκριμένη περίοδο, πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας είχαν μόνο η Κυριακή και η κατηγορούμενη, άρχισε να υποψιάζεται ότι κάποια από τις δύο κοπέλες ενδεχομένως να έκλεβε χρήματα. Παράλληλα, τα πρόσωπα αυτά ήταν «οι καλύτερες υπάλληλοι» και «κρατούσαν το μαγαζί μόνες τους» επομένως αδυνατούσε να πιστέψει ότι κάποια από τις δύο θα μπορούσε να πράξει τέτοιο πράγμα. Με το πέρας τους χρόνου, το έλλειμα άρχισε να αυξάνεται και η επιχείρηση άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ως ανέφερε, «από κερδοφόρο κατάστημα φτάσαμε να είμαστε μη βιώσιμο κατάστημα [.] είχαμε τις ίδιες αγορές με τις ίδιες πωλήσεις σχεδόν» και το καλοκαίρι του 2023 άρχισε να υπάρχει δυσκολία στην καταβολή των μισθών των υπαλλήλων. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε, περί τα τέλη Ιουλίου, η επιχείρηση άρχισε να αδυνατεί να καταβάλει τους μισθούς των εργαζομένων. Τότε ο Μ.Κ.6 ρώτησε την Κική κατά πόσο θα μπορούσε να καθυστερήσει την πληρωμή του μισθού της για 10-15 μέρες. Η Κική αρνήθηκε ευγενικά γιατί είχε ανάγκη όπως το εισόδημά της καταβληθεί εμπρόθεσμα. Ο Μ.Κ.6 ρώτησε το ίδιο και την κατηγορούμενη και η ίδια αποδέχτηκε. Μάλιστα, καλούσε συχνά υπαλλήλους και τους ανέφερε ότι παρατηρείται κάποιο έλλειμα στις ταμειακές μηχανές. Ειδικότερα καλούσε την Κική και την κατηγορούμενη, τουλάχιστον 2 φορές το μήνα, για να συζητήσει το εν λόγω θέμα αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Παρά το ότι άρχισε να παρατηρεί μια αλλαγή στον τρόπο ζωής της κατηγορούμενης, και στις αγορές που έκανε (αγορά ακριβού κινητού τηλεφώνου, συχνές παραγγελίες φαγητών και ρούχων), η οποία εκ πρώτης όψεως δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί από το μηνιαίο της εισόδημα, ο Πάνος συνέχισε να αδυνατεί να εντοπίσει που οφείλεται το έλλειμα που παρατηρείτο. Κάποια στιγμή, η Ξένια που εργαζόταν στο διπλανό περίπτερο (στο οποίο προσφέρονταν και υπηρεσίας αποστολής χρημάτων μέσω WesternUnion) ρώτησε χαριτολογώντας τον Πάνο εάν χρειάζονται και άλλο υπάλληλο στην καφετέρια. Όταν της ανέφερε το μισθό που πρόσφερε η καφετέρια, η Ξένια ξαφνιάστηκε και αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε τότε η κατηγορούμενη «να στέλνει κάθε βδομάδα 1000 ευρώ» με αυτό το μισθό. Από το σχόλιο αυτό της Ξένιας, ο μάρτυρας ξαφνιάστηκε και αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο που έκλεβε χρήματα από την καφετέρια, αλλά δεν είχε κάποια απόδειξη περί τούτου. Ανέφερε ότι το ΚΚΠ που είναι εγκατεστημένο στην καφετέρια ανά πάσα στιγμή αποθηκεύει βίντεο μέχρι τέσσερις μέρες προηγουμένως και άρα δεν θα μπορούσει να ανατρέξει στο παρελθόν για να παρακολουθήσει τί καταγράφηκε εστιάζοντας στις κινήσεις της. Η απόδειξη που έψαχνε ο Πάνος προέκυψε από την καταγραφή του ΚΚΠ στις 30/08/23 (Τεκμήριο 5), όπου όπως ο ίδιος ανέφερε, φαίνεται η κατηγορούμενη να παίρνει δύο κολλημένα χαρτονομίσματα των Ευρώ 50 από το ταμείο και να πηγαίνει στο περίπτερο να αγοράσει κάτι. Από το ΚΚΠ που τους έδωσε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη πλήρωσε με χαρτονόμισμα Ευρώ 50 και από τα ρέστα που της επιστράφηκαν, βάζει στη τσέπη της ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 20 και, όπως προκύπτει από το ΚΚΠ της καφετέριας, επιστρέφει τα υπόλοιπα μαζί με την απόδειξη στο ταμείο. Επίσης, παρατήρησε ότι συχνά η κατηγορούμενη έπαιρνε χρήματα από το ταμείο για να αγοράσει πράγματα από το περίπτερο, τα οποία όμως δεν χρειάζονταν για τη λειτουργία της καφετέριας αφού τα είδη αυτά υπήρχαν ήδη σε αποθέματα στην καφετέρια. Ανέφερε ότι υπάρχουν και άλλα βίντεο στα οποία φαίνεται να αγοράζει πλαστικά καπάκια για τα ποτήρια του καφέ ή να παίρνει χρήματα από το δεύτερο ταμείο (που βρισκόταν στο πίσω μέρος της καφετέριας), κοιτάζοντας εάν την βλέπει κάποιος, και χωρίς να υπάρχει κάποιος πελάτης ή λόγος να το πράξει. Περιέχονται στο Τεκμήριο 5 και προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ο μάρτυρας σχολίασε το τί ανακύπτει από τις καταγραφές του ΚΚΠ της καφετέριας αλλά και του γειτονικού περιπτέρου. Ανέφερε, σχολιάζοντας την ώρα που καταγράφεται στα βίντεο, ότι υπάρχει χρονική απόκλιση μεταξύ των δύο ΚΚΠ περίπου 30-40 λεπτά. Ότι δηλαδή, παρά το ότι φαίνεται κάποια διαφορά στην ώρα του βίντεο από το ΚΚΠ της καφετέριας με το βίντεο από το ΚΚΠ του περιπτέρου, στην πραγματικότητα, παρουσίαζαν μια συνεχόμενη ροή των ενεργειών της κατηγορούμενης. Αυτό ως εξήγησε φαίνεται και από την αλληλουχία των ενεργειών της κατηγορούμενης ως προκύπτει από τα βίντεο. Αφού πλέον είχε στην κατοχή του το βίντεο, θέλοντας να της δώσει την ευκαιρία, ως ανέφερε, να παραδεχτεί από μόνη της, περί τις αρχές του Σεπτέμβρη, κάλεσε την Κυριακή, την κατηγορούμενη, την Λουκία και το Μάρκο στο γραφείο του και τους ρώτησε όλους εάν κάποιος από αυτούς κλέβει χρήματα από το ταμείο. Όλοι αρνήθηκαν ότι έπραξαν κάτι τέτοιο και έτσι πρόβαλε το βίντεο στην παρουσία τους. Τότε, ως ανέφερε, «ξεκίνησε ένα δράμα στο γραφείο». Η κατηγορούμενη άρχισε να κλαίει με λυγμούς, προσπάθησε να πέσει στα πόδια του Πάνου για να φιλήσει τα παπούτσια του και έλεγε ότι δέχθηκε πιέσεις από την οικογένειά της και συγκεκριμένα από τη θεία της για να της στέλνει χρήματα κάθε μήνα. Μπροστά από όλους παραδέχτηκε ότι έκλεβε χρήματα και είπε ότι θα τα επέστρεφε και ότι θα δούλευε και κάποιους μήνες άνευ απολαβών για να συμπληρώσει ένα ποσό. Ο Πάνος τη ρώτησε πόσα χρήματα θα μπορούσε να επιστρέψει και η κατηγορούμενη ανέφερε συγκεκριμένα ότι θα μπορούσε να επιστρέψει το ποσό των Ευρώ 9.000 και να δουλέψει και 4-5 μήνες, φτάνει να μην πάει φυλακή. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι σκοπός του, ως οικογενειακή επιχείρηση, δεν ήταν να καταγγείλει την κατηγορούμενη για να πάει φυλακή. Αυτό που ήθελε ήταν να του επιστραφούν τα χρήματα που κλάπηκαν από την καφετέρια. Ο Πάνος της ζήτησε να φύγει από το διαμέρισμα που της παρείχε και η κατηγορούμενη μετακόμισε στην κολλητή της (Μ.Κ.3). Τη μέρα που μετακόμισε στην Λουκία, η κατηγορούμενη του έστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα λέγοντας του ότι ένιωθε ένοχη, ότι δεν μπορούσε να τον ξαναδεί στα μάτια και ότι λυπάται για ότι έγινε. Στις 17/09/23, η κατηγορούμενη του έστειλε και πάλι μήνυμα ζητώντας του να της επιτρέψει να πάει πίσω στο διαμέρισμα όπου έμενε αρχικά. Ανέφερε, επίσης, ότι μίλησε με τη θεία της και ότι σκόπευε να επιστρέψει τα χρήματα σύντομα. Αυτά περιέχονται στο Τεκμήριο 4, το οποίο αναγνώρισε ο μάρτυρας ως εκτύπωση της οθόνης του κινητού του τηλεφώνου όπου φαίνονται τα συγκεκριμένα μηνύματα. Ως ανέφερε, είχε δείξει το κινητό του στον αστυνομικό, όταν έδινε κατάθεση στην αστυνομία και ο αστυνομικός του ζήτησε να τα εκτυπώσει. Την επόμενη μέρα, στις 18/09/23, όπως κάθε Δευτέρα, η κατηγορούμενη δεν εργαζόταν. Επειδή η κατηγορούμενη δεν απαντούσε στα μηνύματα και τις κλήσεις της «Λουκίας», η Μ.Κ.3 αγχώθηκε φοβούμενη ότι η κατηγορούμενη θα έκανε κακό στο εαυτό της. Είχε δώσει τέτοιες ενδείξεις τις προηγούμενες μέρες, λόγω του ότι δεν μπορούσε να συχωρήσει τον εαυτό της για αυτό που έκανε. Ο μάρτυρας μετέβηκε στο διαμέρισμα όπου διέμενε η κατηγορούμενη για να δει εάν ήταν εκεί και εάν ήταν καλά. Φτάνοντας αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε αφήσει ανοικτό τον ανεμιστήρα στο διαμέρισμα και είχε τοποθετήσει μαξιλάρια στο κρεβάτι της με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι ξάπλωνε εκεί. Ο μάρτυρας τηλεφώνησε στο σύντροφο της κατηγορούμενης, ο οποίος διέμενε πλέον στον Καναδά, για να τον ρωτήσει εάν ξέρει που βρίσκεται και εκείνος του απάντησε με ειρωνικό τρόπο ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν ήδη στην Ινδία. Συνελήφθη, όμως, στο αεροδρόμιο προτού αποχωρήσει. Κατέθεσε, επίσης, ο μάρτυρας ότι υπάρχει ένας ανοικτός χώρος στο κατάστημα όπου οι υπάλληλοι αφήνουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Τον υπέδειξε και στο βίντεο που προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Αφού επιχείρησε να διαφύγει η κατηγορούμενη, βρέθηκε στο χώρο αυτό της καφετέριας μια τσάντα την οποία φαίνεται να ξέχασε η κατηγορούμενη εκεί προτού μεταβεί στο αεροδρόμιο για να ταξιδέψει στην Ινδία. Την άνοιξε και εντόπισε δέσμη αποδείξεων αποστολής χρημάτων στο εξωτερικό εκ μέρους της κατηγορούμενης. Πρόκειται για το Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξέφρασε την έντονη απογοήτευσή του για τον τρόπο που ενήργησε η κατηγορούμενη. Την είχε σε εκτίμηση και δεν περίμενε ότι θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο. Προφανώς, ως ανέφερε, η κατηγορούμενη, κατά τον επίδικο χρόνο της εργοδότησής της, πήρε εκατοντάδες φορές χρήματα από το ταμείο× δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό. Όπως του ανέφερε και η ίδια, πήγαινε στο περίπτερο για να αγοράσει αντικείμενα (τα οποία δεν ήταν αναγκαία) και επέστρεφε πιο λίγα ρέστα ή δεν τα επέστρεφε καθόλου. Το χειρότερο για εκείνον, ως είπε, ήταν ότι αφού συνελήφθη, η κατηγορούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση. Ευτυχώς, εξήγησε, που την ημερομηνία της ισχυριζόμενης διάπραξης του αδικήματος για το οποίο τον καταγγέλλει η κατηγορούμενη, ο ίδιος βρισκόταν σε γνωστό ξενοδοχείο στη Λεμεσό και μπορεί να αποδειχθεί η παρουσία του εκεί μέσω του ΚΚΠ του ξενοδοχείου. Διερωτήθηκε τί θα γινόταν εάν δεν υπήρχε τέτοια μαρτυρία. Τόνισε ότι είναι οικογενειάρχης, έχει ένα μωρό 2 ετών και η γυναίκα του βρίσκεται στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της και τέτοιου είδους καταγγελία, η οποία θεωρεί ότι έγινε με σκοπό τον εκφοβισμό του ώστε να αποσύρει το παράπονό του εναντίον της κατηγορούμενης, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην κοινωνική του ζωή. Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε από πού προκύπτει το ποσό των Ευρώ 13.800 που κατ' ισχυρισμό έκλεψε η κατηγορούμενη, ως αυτό αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί το ακριβές ποσό του ελλείματος λόγω της φύσης των προϊόντων που πωλούνται στην καφετέρια, δηλαδή καφέδες, ζάχαρη, πορτοκάλια κτλ, τα οποία δεν είναι εύκολο να μετρηθούν ως stock και να συγκριθούν με τις πωλήσεις. Επίσης, εάν η κατηγορούμενη δεν κτυπούσε κάποια συναλλαγή στην ταμειακή μηχανή και έπαιρνε, όμως, τα χρήματα από τον πελάτη, αυτό δεν θα φαινόταν σαν έλλειμα στο ταμείο. Είχε ο ίδιος παρατηρήσει συγκρίνοντας το «zet» δηλαδή τις συνολικές πωλήσεις της μέρας και τα χρήματα που βρίσκονταν στις ταμειακές μηχανές, ότι τα ταμεία ήταν ελλειμματικά. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κάποια έγγραφα ή υπολογισμούς όπου να φαίνεται το συνολικό έλλειμα των χρημάτων που κατ' ισχυρισμό έλειπαν από τις ταμειακές μηχανές. Ανέφερε ότι οι πωλήσεις που έχουν γίνει κατά την επίδικη περίοδο είναι πολλές, όπως και οι πληροφορίες που χρειάζεται να εξεταστούν για να εξακριβωθεί το ποσό του ελλείματος. Καθ' όλο το διάστημα, ήταν σε επαφή με το λογιστή του, ο οποίος «προσπαθούσε να μας καθοδηγήσει πώς να κοιτάξουμε τις πωλήσεις, το στοκ αν κάνουμε κάποιο λάθος, δεν προσπαθούσε να μας καθοδηγήσει με έλλειμα». «Λογιστικά», όπως είπε σε άλλο σημείο της αντεξέτασή τους, κατά την επίδικη περίοδο, βρέθηκε έλλειμα περί των Ευρώ 15.000 αλλά ο ίδιος θεωρεί ότι στην πραγματικότητα τα χρήματα που κλάπηκαν είναι πολύ περισσότερα, στη βάση των χρημάτων που απέστελλε η κατηγορούμενη στο εξωτερικό, ως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Όμως, ο ίδιος είχε την «καλή διάθεση» να αποδεχτεί όπως η κατηγορούμενη του επιστρέψει το ποσό των Ευρώ 9.000 και να δουλέψει 4-5 μήνες άνευ απολαβών, ως η ίδια ζήτησε μπροστά από τον ίδιο και τους φίλους της και να μην την καταγγείλει στην αστυνομία. Ο μάρτυρας δεν κατήγγειλε την κατηγορούμενη την ίδια μέρα επειδή ως ανέφερε «όσο σκληρός και να είσαι, όταν βλέπεις μια κορούα 25 χρονών να κλαίει, να οδύρεται, να απολογείται για το λάθος της, να λέει θα σου επιστρέψει Ευρώ 9000 πίσω, να παραδέχεται . τουλάχιστον η συνείδησή μου αυτό λέει». Πέραν τούτου, όμως, τον παρακάλεσε τόσο η Λουκία όσο και η Κυριακή να της δώσει μια ευκαιρία να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ και ο ίδιος ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης θεώρησε ότι με αυτό τον τρόπο (δηλαδή χωρίς να την καταγγείλει στην αστυνομία) υπήρχε πιθανότητα να έπαιρνε κάποια χρήματα πίσω, ενώ τώρα γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πλέον τέτοια πιθανότητα. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας γιατί στην επίδικη συνάντηση που είχε με την κατηγορούμενη επέλεξε να καλέσει τον Μάρκο, ο οποίος δούλευε ως διανομέας και δεν είχε πρόσβαση στο ταμείο, και δεν επέλεξε να καλέσει κάποια άλλη υπάλληλο, η οποία είχε πρόσβαση στο ταμείο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι στη συνάντηση κάλεσε τη Λουκία και το Μάρκο, τα οποία ήταν τα πολύ στενά φιλικά πρόσωπα της κατηγορούμενης καθώς και την διευθύντρια του καταστήματος, δηλαδή την Κυριακή. Η άλλη υπάλληλος που είχε πρόσβαση στο ταμείο, δηλαδή κάποια κυρία Σαμίρα, δούλευε άλλη βάρδια και δεν θεώρησε ότι χρειαζόταν να την καλέσει σε αυτή τη συνάντηση. Σκοπός του δεν ήταν να γίνει «λαϊκό Δικαστήριο», ως είπε χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς γιατί δεν άρχισε να εξετάζει το ΚΚΠ νωρίτερα, δηλαδή από το Φεβρουάριο του 2023 όταν εντόπισε αρχικά το έλλειμα στο ταμείο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρακολουθούσε το ΚΚΠ, στο βαθμό που μπορούσε αλλά δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει ποιος κλέβει από το ταμείο. Δεν υποψιαζόταν μόνο την κατηγορούμενη ενώ παράλληλα δεν ήταν και σίγουρος εάν κάποιος έκλεβε ή εάν το έλλειμα οφειλόταν σε κάποιον άλλο λόγο. Ανέφερε ότι έτυχε να δει την κατηγορούμενη να αγοράζει πράγματα από το περίπτερο αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν επέστρεφε τα σωστά ρέστα. Κατέθεσε ότι από το κινητό του τηλέφωνο είχε πρόσβαση στα όσα καταγράφουν οι κάμερες από το ΚΚΠ της καφετέριας και ότι γενικά παρακολουθούσε τί γινόταν αλλά δεν εντόπισε κάτι ύποπτο. Δεν μπορούσε να παρακολουθεί όσα καταγράφονται από όλες τις κάμερες και όλες τις ώρες λειτουργίας της καφετέριας καθημερινά. Εάν δεν σχολίαζε η Ξένια την συχνή αποστολή πολλών χρημάτων στο εξωτερικό από την κατηγορούμενη, ακόμη δεν θα έβρισκε ποιος έκλεβε από την καφετέρια ως ανέφερε. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τις ταμειακές μηχανές στην καφετέρια το κάνουν από κοινού και άρα δεν ανατίθεται ένα συγκεκριμένο ταμείο στον κάθε ένα, ούτε ελέγχονται οι συναλλαγές του καθενός από τους υπαλλήλους μέσω καταμέτρησης κατά το τέλος της βάρδιας τους. Ρωτήθηκε εάν γνωρίζει ότι ο σύντροφος της κατηγορούμενης, ο οποίος εργαζόταν στην καφετέρια προηγουμένως και έπειτα έφυγε από την Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2023, πριν φύγει είχε πωλήσει ένα αυτοκίνητο που είχε για το ποσό των Ευρώ 4.000 και ότι της είχε αφήσει τα χρήματα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε πολύ καλά το σύντροφο της κατηγορούμενης αφού εργαζόταν και εκείνος στο παρελθόν εκεί και λάμβανε χαμηλό μισθό, όπως και η κατηγορούμενη. Ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που διευθέτησε την πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, το οποίο πωλήθηκε για το ποσό των Ευρώ 2.
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στο Μ.Κ.6 ότι λόγω του καθεστώτος παραμονής της κατηγορούμενης στην Κύπρο, ο ίδιος της πρότεινε να του δώσει χρήματα με σκοπό να διευθετήσει την τέλεση κάποιου εικονικού γάμου που θα της επέτρεπε να λάβει άδεια διαμονής στην Κύπρο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε αυτή την υποβολή, δηλώνοντας ότι δεν είχε κανένα λόγο ή τρόπο να πράξει κάτι τέτοιο. Μ.Κ.7 - Κυριακή Κυνοσίδου Η Μ.Κ.7, η οποία εργάζεται στην καφετέρια για περίπου 5 χρόνια και τον τελευταίο χρόνο ως διευθύντρια του καταστήματος, υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 23/09/23 (Τεκμήριο 14) ενώ έδωσε και περαιτέρω διευκρινήσεις προφορικά. Κατέθεσε ότι περί το Μάρτιο του 2023, ο Πάνος της ανέφερε ότι λείπουν χρήματα από την καφετέρια, κάτι το οποίο έκτοτε επαναλάμβανε συχνά με το πέρας των μηνών. Διευκρίνισε ότι ο Πάνος φώναζε όλους τους υπαλλήλους στο γραφείο του και τους ρωτούσε εάν γνωρίζουν κάτι περί τούτου. Η ίδια, η οποία είχε πρόσβαση στις καταγραφές του ΚΚΠ, άρχισε να ελέγχει τις εν λόγω καταγραφές από το ΚΚΠ της καφετέριας με σκοπό να εντοπίσει το λόγο του ελλείματος στο οποίο αναφερόταν ο Πάνος. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2023 ανακάλυψε ότι η κατηγορούμενη έπαιρνε χρήματα από το ταμείο της καφετέριας και από περαιτέρω παρακολούθηση παρατήρησε ότι η κατηγορούμενη έπαιρνε χρήματα για να αγοράσει κάτι από το διπλανό περίπτερο και επέστρεφε λιγότερα ρέστα. Το ανέφερε στον Πάνο, ο οποίος είχε επίσης εντοπίσει σχετικό βίντεο και έτσι την κάλεσαν στο γραφείο του. Αφού πρόβαλαν το βίντεο, η κατηγορούμενη «έσκυψε το κεφάλι της, ξεκίνησε να κλαίει, ζήτησε συγγνώμη, έπεσε στα πόδια του Πάνου και αυτός της είπε ότι θα πάρει την αστυνομία και θα την κλείσει μέσα». Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν γνώρισαν το συνολικό ποσό που είχε κλαπεί. Η ίδια η κατηγορούμενη τους ζήτησε να της επιτρέψουν να επιστρέψει το ποσό των Ευρώ 9.000 σε μετρητά και να την αφήσουν να δουλέψει κάποιους μήνες άνευ απολαβών (περίπου 3-4) ώστε να ξοφλήσει. Η Μ.Κ.7 είχε πολύ καλές σχέσεις με την κατηγορούμενη. Το ίδιο και η Λουκία (Μ.Κ.3). Παρά το ότι ο Πάνος ήταν αρχικά κάθετος ότι θα έπρεπε να την καταγγείλουν στην αστυνομία λόγω του ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό κλοπής, εντούτοις τον παρακάλεσαν να της δώσει μια ευκαιρία. Ανέφερε ότι μιλούσαν μαζί του μέχρι το βράδυ για να τον πείσουν να της επιτρέψει να συνεχίσει να εργάζεται στην καφετέρια ώστε να επιστρέψει τα χρήματα. Πίστευαν ότι η κατηγορούμενη, λόγω του νεαρού της ηλικίας της έκανε λάθος και ότι εφόσον ανέφερε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα εάν της διδόταν η ευκαιρία, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το πράξει. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν την ενημέρωσε ο Πάνος ότι έχει παρατηρήσει κάποιο έλλειμα στα χρήματα της καφετέριας, η ίδια άρχισε να ελέγχει τις καταγραφές από το ΚΚΠ για να δει εάν μπορεί να εντοπίσει κάτι ύποπτο. Δεν εντόπισε, όμως κάτι μέχρι τα τέλη του Αυγούστου και συγκεκριμένα τα όσα παρουσιάζονται στο βίντεο που έχει προβληθεί στο Δικαστήριο. Είπε ότι τα βίντεο από το ΚΚΠ αποθηκεύονται για περίπου 3-4 μέρες και μετά διαγράφονται. Η ίδια δεν είχε «άπλετο χρόνο» κάθε μέρα για να παρακολουθεί συνέχεια τις καταγραφές από το ΚΚΠ. Το έκανε όταν ευκαιρούσε κάθε 3-4 μέρες για περίπου 30 λεπτά. Ο Πάνος, όμως, την καλούσε συχνά στο γραφείο του και της ανέφερε ότι υπήρχε έλλειμα στο ταμείο. Κάποτε αυτό γινόταν και στην παρουσία της κατηγορούμενης. Εκείνο το διάστημα δεν υπήρχαν υποψίες ότι κλέβει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Όσοι είχαν πρόσβαση στο ταμείο ήταν το ίδιο ύποπτοι. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι δεν γινόταν ξεχωριστή καταμέτρηση των χρημάτων του ταμείου κάθε φορά που τελείωνε η βάρδια κάποιου υπαλλήλου. Όλοι χρησιμοποιούσαν το ίδιο ταμείο από κοινού. Ανέφερε κατ' επανάληψη ότι η κατηγορούμενη παραδέχτηκε στην παρουσία τεσσάρων ατόμων ότι ήταν εκείνη που έκλεβε το ταμείο και ότι πριν την παραδοχή της, δεν γνώριζε κανένας το ύψος του ποσού που είχε κλαπεί. Αυτό προέκυψε από την αναφορά της ίδιας της κατηγορούμενης ότι θα επέστρεφε το ποσό των Ευρώ 9000 σε μετρητά και θα εργαζόταν για κάποιους μήνες άνευ απολαβών, προκειμένου να εξοφλήσει το συνολικό ποσό που έκλεψε από την καφετέρια. Αναφορικά με τη σχέση που διατηρεί με τον Πάνο, η ίδια ανέφερε ότι διατηρούν καλές σχέσεις. Διευκρίνισε, όμως, ότι ο Πάνος έχει με όλους τους υπαλλήλους του καλές σχέσεις και δεν θεωρεί ότι η σχέση τους έχει κάτι το ιδιαίτερο σε σύγκριση με τους υπόλοιπους υπαλλήλους. Ανέφερε, παράλληλα, ότι η σχέση της με την κατηγορούμενη ήταν στενή και ότι η ίδια την στήριξε αρκετά, ειδικότερα όταν χρειάστηκε να μεσολαβήσει για να πείσει τον Πάνο να μην την καταγγείλει στην αστυνομία. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι η τσάντα της κατηγορούμενης στην οποία βρέθηκαν οι αποδείξεις αποστολής χρημάτων στο εξωτερικό (Τεκμήριο 2) δεν βρισκόταν σε κάποιο κλειδωμένο ντουλάπι ή ιδιωτικό χώρος της κατηγορούμενης. Ο χώρος όπου το προσωπικό αφήνει τα προσωπικά του αντικείμενα είναι ανοικτός και η τσάντα της βρέθηκε κρεμασμένη εκεί. Ρώτησε ο Πάνος εάν αυτή η τσάντα ανήκει σε κάποιον και έπειτα, εφόσον κανένας δεν την διεκδίκησε, την άνοιξε και βρήκε μέσα τις αποδείξεις. Μ.Κ.8 - Αστ. 1875, Α. Τσικίνη Η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσής της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 20/09/23 η αστυφύλακας ανέλαβε υπηρεσιακό καθήκον για διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα αναχώρησης στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Περί η ώρα 19:20 την ίδια ημέρα, προσήλθε στην θυρίδα διαβατηριακού ελέγχου η κατηγορούμενη και κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι το όνομά της είχε τεθεί στον κατάλογο Stop-list και ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της και καταζητείτο για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο. Ακολούθησε επικοινωνία με συναδέλφους της στο πλαίσιο περαιτέρω εξέτασης του ζητήματος και επιβεβαίωσης της ισχύς του εντάλματος σύλληψης και έπειτα η κατηγορούμενη συνελήφθη. Από έλεγχο που διενήργησε η μάρτυρας στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διαπίστωσε ότι η άδεια διαμονής της κατηγορούμενης στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και η άδεια εργασίας της έληξε στις 03/01/
- Στις 18/02/23 υπέβαλε αίτηση ασύλου και η αίτησή της απορρίφθηκε στις 18/02/
- Ακολούθησε προσφυγή προς το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 04/08/
- Αντεξετάστηκε η μάρτυρας ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε κατά τη σύλληψη της κατηγορούμενης, εάν ήρθε σε επικοινωνία με λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για να επιβεβαιώσει την παράνομη παραμονή της και ρωτήθηκε εάν είχε εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης της υπογεγραμμένο από λειτουργό του ΤΑΠΜ. Η μάρτυρας εξήγησε ότι προέβη στη σύλληψη της κατηγορούμενης κατ' εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο και ότι δεν εντόπισε κάποιο διάταγμα κράτησης και απέλασης της κατηγορούμενης. Διευκρίνισε ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ιστορικό της κατηγορούμενης ως προς τη νομιμότητα της παραμονής της προέκυψαν από έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα του ΤΑΠΜ στην οποία προβήκαν οι συνάδελφοί της. Δεν προέκυψε οτιδήποτε από την αντεξέταση της μάρτυρας που να χρήζει περαιτέρω αναφοράς για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Μ.Κ.9 - κ. Chathuranga Darshana Jayawickrama Ο Μ.Κ.9, γνωστός στην Κύπρο και ως «Μάρκος», σύντροφος της Μ.Κ.3, κατέθεσε ότι εργάζεται στην καφετέρια εδώ και τέσσερα χρόνια περίπου, ως διανομέας. Γνωρίζει την κατηγορούμενη, την «Ελένη» ως ανέφερε, από τότε που ξεκίνησε να εργάζεται στην καφετέρια, δηλαδή περίπου ένα χρόνο. Κατέθεσε ότι στις 4 ή 5 Σεπτεμβρίου του 2023, ο Πάνος κάλεσε την κατηγορούμενη, την Κυριακή (Κική), τη Λουκία και τον ίδιο στο γραφείο του και τους ανέφερε ότι είχε αρκετό καιρό που λείπουν χρήματα από την καφετέρια και τους ρώτησε εάν ξέρουν κάτι σχετικά με αυτό. Όλοι απάντησαν ότι δεν έπαιρναν χρήματα από το ταμείο της καφετέριας. Τότε ο Πάνος τους έδειξε, μέσω του κινητού του, ένα βίντεο στο οποίο φαίνεται η κατηγορούμενη να κλέβει και συγκεκριμένα να παίρνει χρήματα από το ταμείο, να πηγαίνει στο διπλανό περίπτερο και από τα ρέστα να βάζει στη τσέπη της ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ
- Ως ανέφερε ο μάρτυρας, «μετά από αυτό η Ελένη άρχισε να κλαίει, άρχισε να του λέει να μεν με δώσεις στην αστυνομία, μην με στείλεις φυλακή, μετά έπεσε κάτω στο πάτωμα και προσπάθησε να φιλήσει τα πόδια του αφεντικού, το αφεντικό της είπε όχι, όχι φύγε πήγαινε πίσω. Είπε στο αφεντικό ότι έχει λογαριασμό η θεία της πίσω στην Ινδία Ευρώ 9.000 και ότι θα του τα επιστρέψει και για το υπόλοιπο ποσό είπε ότι θα δούλευε για όσους μήνες χρειαστεί για να του ξεχρεώσει. Μπροστά στα υπόλοιπα άτομα που ήμασταν εκεί παραδέχθηκε ότι έκλεψε λεφτά». Αργότερα, καθώς ο μάρτυρας επέστρεφε σπίτι του μαζί με τη Λουκία και την κατηγορούμενη συνέχισαν να συζητούν για αυτό το θέμα. Στο πλαίσιο της συζήτησης ο μάρτυρας ρώτησε την κατηγορούμενη «εάν για παράδειγμα έκλεψε Ευρώ 5.000» και η ίδια του απάντησε «όχι Μάρκο έκλεψα περισσότερα αλλά θέλω να δώσω τα λεφτά πίσω». Του ζήτησε να μεσολαβήσει και να παρακαλέσει τον Πάνο να μην την καταγγείλει στην αστυνομία ή να τη στείλει στη φυλακή και ότι θα του επέστρεφε το ποσό των Ευρώ 9.000 που βρίσκεται σε λογαριασμό που διατηρεί η θεία της στην Ινδία ενώ θα εργαζόταν και 45 μήνες άνευ απολαβών. Ο μάρτυρας της είπε να φροντίσει να έρθουν τα χρήματα στην Κύπρο και θα μιλούσε στον Πάνο για να τον πείσει να μην την καταγγείλει στην αστυνομία. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι παρά το ότι ο Πάνος τελικά είχε δεχτεί να της δώσει αυτή την ευκαιρία, η κατηγορούμενη επιχείρησε να διαφύγει. Επίσης, η κατηγορούμενη τον κατήγγειλε ότι προσπάθησε να την παρενοχλήσει σεξουαλικά ημερομηνία κατά την οποία η κατηγορούμενη βρισκόταν στο δικό του σπίτι μαζί με τη Λουκία. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο Πάνος είναι κάτι περισσότερο από εργοδότης για τους υπαλλήλους του, τους συμπεριφέρεται «σαν πατέρας» και δεν μπορεί να καταλάβει πώς η κατηγορούμενη μπόρεσε να πει τέτοιο πράγμα για αυτόν, ενώ η ίδια βρισκόταν στο σπίτι του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές και ότι, τις ώρες που εργάζεται, πρόσβαση είχαν η Κυριακή και η κατηγορούμενη. Ποτέ δεν είδε την κατηγορούμενη να κλέβει χρήματα από το ταμείο, πέραν από τα όσα παρουσιάζονται στο βίντεο. Επέμεινε, όμως, ότι η ίδια παραδέχτηκε ότι το έκλεβε χρήματα ενώπιον όλων καθώς και ότι το παραδέχτηκε και στον ίδιο κατ' ιδίαν σε συζήτηση που είχαν μαζί αργότερα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι την ρώτησε «Ελένη γιατί το έκανες αυτό;» και του απάντησε «Μάρκο δεν ξέρω γιατί το έκανα, είμαι πολύ ένοχη αλλά είναι σαν ναρκωτικά, είναι σαν εθισμός, θέλω να σταματήσω αλλά μέσα μου δεν μπορώ να σταματήσω». Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι δεν έχει κάποια φωτογραφία ή βίντεο ή άλλη απόδειξη ότι η συνάντηση έλαβε χώρα μεταξύ του Πάνου και των υπόλοιπων υπαλλήλων. Δεν του είπε κάποιος, ως είπε, να τραβήξει ταινία από τη συνάντηση, απλά τους ζητήθηκε να πάνε στο γραφείο του Πάνου και πήγαν. Υπάρχουν κάμερες από το ΚΚΠ αλλά αυτές, εξ όσων γνωρίζει, καταγράφουν βίντεο για περίπου 5 μέρες. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν υπάρχει τέτοια καταγραφή αλλά παρέπεμψε το συνήγορο Υπεράσπισης να ρωτήσει κάποιο ειδικό επί τούτου του θέματος. Κατέθεσε, επίσης, ότι πριν το Σεπτέμβριο του 2023, ο Πάνος έλεγε σε όλους ότι λείπουν χρήματα από την καφετέρια και ότι θα πρέπει να προσέχουν. Προειδοποίησε και τον ίδιο λέγοντάς του να προσέχει και ότι «ξέρεις τι θα συμβεί εάν κλέβεις λεφτά» κάτι που στεναχώρησε το μάρτυρα επειδή ο ίδιος, ως ανέφερε, δεν έκλεβε από τα χρήματα που διαχειριζόταν στο πλαίσιο της εργασίας του ως διανομέας. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης, ρώτησε ο συνήγορος Υπεράσπισης το μάρτυρα (και σε κάποια στιγμή τον κατηγόρησε και ευθέως) κατά πόσο βρίσκεται στην Κύπρο παράνομα και εάν έχει τελέσει εικονικό γάμο με τη βοήθεια του Μ.Κ.
- Όταν προειδοποιήθηκε ο μάρτυρας για το δικαίωμά του να μην απαντήσει σε αυτοενοχοποιητικές ερωτήσεις εάν το επιθυμούσε, ο συνήγορος Υπεράσπισης απέσυρε την ερώτηση/ υποβολή. Μ.Κ.10 - κα. Ξένια Στέλιου Υιοθετώντας κατάθεσή της ημερομηνίας 22/09/23, η κα. Ξένια ανέφερε ότι εργάζεται στο super-market/ περίπτερο, το οποίο γειτνιάζει με την καφετέρια. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, εξυπηρετεί διάφορους πελάτες οι οποίοι επιθυμούν να αποστείλουν χρήματα στο εξωτερικό. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι η κατηγορούμενη ερχόταν συχνά στο περίπτερο και απέστελλε χρήματα στο εξωτερικό μέσω της υπηρεσίας Western Union. Την θυμάται να έρχεται από το Σεπτέμβρη του 2022 μέχρι και τον Αύγουστο του
- Όταν, κάποια στιγμή, τη ρώτησε από που βρίσκει τόσα χρήματα και τα στέλνει στο εξωτερικό, η κατηγορούμενη έσκυψε το κεφάλι της και δεν απάντησε. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα το Τεκμήριο
- Αναγνώρισε ότι πρόκειται για αποδείξεις αποστολής χρημάτων μέσω WesternUnion που έγιναν από το περίπτερο, εκτός από αυτές που φέρουν αριθμούς 1,2, 10, 11, 16, 17 (οι αποδείξεις αυτές δεν αφορούν χρήματα που στάλθηκαν μέσω της συγκεκριμένης υπηρεσίας αλλά μέσω κάποιας άλλης εταιρείας). Ειδική μνεία έγινε στις αποδείξεις που φέρουν αριθμούς 12 και 13 (Τεκμήριο 2). Προκύπτει ότι την ίδια μέρα, ήτοι στις 11/03/23, με διαφορά 10 περίπου λεπτών, στάλθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.
- Η υπογραφή του προσώπου που απέστειλε τα χρήματα και στις δύο περιπτώσεις είναι εμφανώς η ίδια, αλλά στην μία απόδειξη αναγράφονται τα στοιχεία της Μ.Κ.3 ως αποστολέα των χρημάτων ενώ στην άλλη τα στοιχεία της κατηγορούμενης. Η μάρτυρας θυμόταν ότι εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη επιθυμούσε να αποστείλει το ποσό των Ευρώ 2.000 αλλά επειδή εκείνο τον μήνα είχε ήδη αποστείλει χρήματα στο εξωτερικό, το «σύστημα» δεν επέτρεπε στην κατηγορούμενη να αποστείλει το ποσό των Ευρώ 2000, ως επιθυμούσε, καθότι θα υπερέβαινε το ανώτατο όριο των χρημάτων που επιτρεπόταν για κάθε πελάτη μέσω της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ήτοι το ποσό των Ευρώ 3.000 ως ανέφερε. Έτσι, χρειάστηκε όπως μέρος του ποσού σταλεί από την κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας τα στοιχεία και το διαβατήριο της Μ.Κ.
- Ανέφερε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο. Το ίδιο συνέβη, ως είπε, και σε σχέση με την απόδειξη με αρ. 23, εφόσον η απόδειξη φέρει την υπογραφή της κατηγορούμενης. Κατέθεσε, επίσης, η μάρτυρας ότι κάποια στιγμή, ρώτησε τον Πάνο πόσα πληρώνει τις κοπέλες στην καφετέρια του γιατί θα ενδιαφερόταν και η ίδια να δουλέψει εκεί «άμαν στέλνουν Ευρώ 1000 κάθε μήνα κάθε 2-3 φορές την εβδομάδα». Ο Πάνος την ρώτησε γιατί τον ρωτά κάτι τέτοιο και η ίδια του απάντησε: «αφού έρκεται η Ελένη τζαι στέλνει συνέχεια λεφτά». Η συνομιλία αυτή έγινε λίγες μέρες πριν συλληφθεί η κατηγορούμενη, κατά το τέλος του Αυγούστου. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι εάν το «σύστημα» αποστολής χρημάτων της επέτρεπε να αποστείλει χρήματα εκ μέρους ενός προσώπου, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία άλλου, σε περιπτώσεις που το πρώτο πρόσωπο είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο, τότε δεν υπήρχε πρόβλημα να προχωρήσει η μεταφορά. Ανέφερε, επίσης, ότι παρά το ότι τον τελευταίο χρόνο διατηρεί φιλικές σχέσεις με την Κυριακή, δεν της ανέφερε ότι η κατηγορούμενη στέλνει συχνά χρήματα στο εξωτερικό. Το ανέφερε μόνο στον Πάνο μια φορά κατά τα τέλη του Αυγούστου. Ερωτηθείσα σχετικά, επιβεβαίωσε ότι έτυχε να δει τον Μ.Κ.9 κάποιες φορές (καμιά-δυο) να παίρνει παραγγελίες, αλλά διευκρίνισε ότι η ίδια βρίσκεται εντός του περιπτέρου όταν εργάζεται και δεν ξέρει ποιος μπαινοβγαίνει στην καφετέρια. Αναφορικά με τις αποδείξεις ανέφερε ότι, τουλάχιστον εκείνες που αφορούν συναλλαγές που διεκπεραίωσε η ίδια, είναι βέβαιη ότι ήταν η κατηγορούμενη που απέστελλε τα χρήματα στο εξωτερικό. Όμως, δεν μπορεί να είναι βέβαιη για τις αποδείξεις που αφορούν συναλλαγές για τις οποίες δεν ήταν παρούσα. Επίσης, δεν έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε βίντεο ή απόδειξη που να δείχνει ότι η κατηγορούμενη ερχόταν στο περίπτερο και αγόραζε διάφορα πράγματα ή ότι όταν αγόραζε κάτι, έπαιρνε τα ρέστα και τα έβαζε στη τσέπη της, ούτε συνομίλησε ποτέ με τον λογιστή της καφετέριας αναφορικά με τις αγορές που έκανε η κατηγορούμενη από το περίπτερο. Μ.Κ.11 - Λοχίας 1655 Μιχαλάκης Παπαδόπουλος Ο μάρτυρας, ο οποίος υπηρετεί στο Αρχηγείο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τεκμήριο 18). Στις 20/09/23 και περί η ώρα 21:50 τηλεφώνησε στο γραφείο του η Μ.Κ.2 και του ζήτησε να ελέγξει το καθεστώς παραμονής της κατηγορούμενης στη Δημοκρατία. Από έλεγχο στο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη αφίχθηκε στην Κύπρο για πρώτη φορά στις 04/11/2018 με άδεια παραμονής ως οικιακή βοηθός. Ακολούθως στις 07/06/2019 υπέβαλε αίτημα στην Υπηρεσία Ασύλου για διεθνή προστασία και παρέμεινε στην Κύπρο υπό το καθεστώς του Αιτητή ασύλου. Το αίτημά της απορρίφθηκε πρωτοβάθμια από την Υπηρεσία Ασύλου στις 18/02/21, απόφαση η οποία της επιδόθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η κατηγορούμενη προσέφυγε σε «έφεση» στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της Απορριπτικής Απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου με αριθμό υπόθεσης 5867/
- Η προσφυγή της απορρίφθηκε στις 16/11/22 και η αλλοδαπή έχασε από τότε το δικαίωμα παραμονής της στην Δημοκρατία. Εφόσον έχασε το δικαίωμα να παραμένει και να διακινείται στη Δημοκρατία, η κατηγορούμενη δεν δικαιούται ούτε να εργάζεται στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ΥΑΜ δεν έχει πρόσβαση στο σύστημα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Συνεπώς, ο μάρτυρας δεν γνωρίζει κατά πόσο είχε συναφθεί κάποια σύμβαση εργασίας από το Υπουργείο Εργασίας αναφορικά με την κατηγορούμενη. Θεωρεί ότι θα ήταν αδύνατο να συναφθεί τέτοια σύμβαση ενώ η κατηγορούμενη δεν είχε άδεια παραμονής στην Κύπρο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει περίπτωση κάποιο αλλοδαπό πρόσωπο να εργοδοτείται με συμβόλαιο εργασίας που εκδίδεται από το Υπουργείο Εργασίας κατά τη διάρκεια που παραμένει στην Κύπρο υπό το καθεστώς αιτητή ασύλου, στην πορεία να απορριφθεί το αίτημά του για άδεια παραμονής στη Δημοκρατία (να απορριφθεί και η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ), ο ίδιος ο αλλοδαπός να μην αναφέρει τίποτε στον εργοδότη του (ο ίδιος να μην το ελέγξει) και να συνεχίσει να εργάζεται παράνομα, καταβάλλοντας μάλιστα και κοινωνικές ασφαλίσεις, μέχρι να εντοπισθεί για να συλληφθεί. Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ενώ η ΥΑΜ έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης καθώς και στο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν μπορεί κάποιος λειτουργός της ΥΑΜ να επεξεργαστεί τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτά τα συστήματα. Μπορεί μόνο να δει τα όσα καταγράφονται σε αυτό. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εκδίδεται μια απορριπτική απόφαση από το ΔΔΔΠ ενημερώνεται το σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση, και η πληροφορία αυτή αναρτάται στο σύστημα και είναι διαθέσιμη στην ΥΑΜ. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι είδε από το σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου ότι η έφεσή της κατηγορούμενης προς το ΔΔΔΠ απορρίφθηκε. Διευκρίνισε ότι στο σύστημα υπάρχει σχετικό πεδίο με όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εν λόγω απόφαση (αριθμό υπόθεσης, ημερομηνία έκδοσης και αποτέλεσμα της απόφασης). Δεν έκανε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες για να επαληθεύσει κατά πόσο τα όσα καταγράφονται στο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αληθή. Μ.Κ.12 - κ. Γιάννης Καραγιώργης Ο κ. Καραγιώργης εργάζεται στο νομικό τμήμα της Υπηρεσίας Ασύλου. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του το διοικητικό φάκελο της κατηγορούμενης με αρ. F19-05112R, τον οποίο τηρεί η Υπηρεσία Ασύλου και τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 19 περιέχεται και εκτύπωση από το ηλεκτρονικό μητρώο της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατέθεσε ο μάρτυρας ότι στις 29/05/2019 η κατηγορούμενη καταχώρησε αίτηση παροχής προστασίας ασύλου ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία επιβεβαιώθηκε παραχωρώντας της βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας στις 07/06/
- Στη συνέχεια, με σχετική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου προσκλήθηκε σε συνέντευξη στις 07/01/2021, έγγραφο το οποίο παρέλαβε στις 03/11/
- Αφού έτυχε εξέτασης, η αίτησή της απορρίφθηκε στις 18/02/
- Στις 19/02/2021 παραλήφθηκε η απαντητική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ιδιοχείρως από την κατηγορούμενη. Στις 07/06/2021 η κατηγορούμενη καταχώρησε αίτημα επανανοίγματος του φακέλου της, το οποίο εξετάστηκε από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 04/08/2021 απορρίφθηκε το αίτημα της για επανάνοιγμα του φακέλου της. Η κατηγορούμενη ενημερώθηκε σχετικά μέσω επιστολής ημερομηνίας 24/08/2021, την οποία παρέλαβε ιδιοχείρως στις 30/08/
- Στις 20/10/2021 καταχωρήθηκε ενώπιον του ΔΔΔΠ προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 16/11/2022, η σχετική προσφυγή απορρίφθηκε από το ΔΔΔΠ λόγω μη προώθησης εκ μέρους της κατηγορούμενης. Αυτά είναι τα δεδομένα που περιέχονται εντός του διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο Μ.Κ. 12 κατέληξε ότι ενόψει των πιο πάνω, η κατηγορούμενη βρίσκεται παράνομα εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 16/11/
- Αντεξεταζόμενος ως προς τη διαδικασία ενημέρωσης του μητρώου που τηρεί η Υπηρεσία Ασύλου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εκδίδεται απόφαση από το ΔΔΔΠ αναφορικά με προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης, η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνεται τόσο ηλεκτρονικά απευθείας από τους λειτουργούς του Δικαστηρίου, όσο και μέσω γραπτής επιστολής από τη Νομική Υπηρεσία σχετικά με την έκβαση της προσφυγής. Εν προκειμένω, έγινε καταχώρηση στο ηλεκτρονικό μητρώο της Υπηρεσίας Ασύλου και μετέπειτα η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώθηκε και γραπτώς με σχετική επιστολή. Ανέφερε, επίσης, ότι έπειτα από την απόφαση του ΔΔΔΠ η αλλοδαπή θεωρείται ως παράνομη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οποιεσδήποτε ενέργειες ενδεχομένως να προκύψουν από τη συγκεκριμένη απόφαση, ήτοι η έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης της, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Άδειες εργασίας αιτητών ασύλου εκδίδονται από το Τμήμα Εργασίας του Υπουργείου Εσωτερικών. Εμπειρικά, ως ανέφερε, τέτοιες άδειες εργασίας δεν εγκρίνονται από πρόσωπα των οποίων η αίτηση έχει απορριφθεί. Μ.Κ.13 - κ. Παύλος Αβραάμ Ο Μ.Κ.13, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, τηρώντας δικό του λογιστικό γραφείο, παρέθεσε τα ακαδημαϊκά του προσόντα καθώς και την επαγγελματική του εμπειρία στο Δικαστήριο. Παρέχει υπηρεσίες στην εταιρεία Cap Coffeeside Ltd, η οποία ανήκει στον κ. Πάνο (Μ.Κ.6) εδώ και τέσσερα χρόνια, τηρώντας τους λογαριασμούς της εταιρείας. Ανέφερε ότι, όπως είχε ενημερωθεί, κατά καιρούς υπήρχαν κάποιες αυξομειώσεις στο κλείσιμο των ταμείων και ότι κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι το τέλος του Αυγούστου 2023, ένας από τους υπαλλήλους της εταιρείας παραδέχτηκε ότι είχε καταχραστεί χρήματα της εταιρείας. Του ζητήθηκε να προβεί σε έλεγχο ώστε να πιστοποιήσει εάν έχει γίνει «κατάχρηση χρημάτων». Έτσι ετοίμασε προκαταρτικά μια γραπτή δήλωση ημερομηνίας 22/09/23, η οποία αναφέρει ότι από τις ημερήσιες λογιστικές καταγραφές της εταιρείας, ελλείπουν καταθέσεις χρημάτων ύψους Ευρώ 15.000-20.000 (Τεκμήριο 20). Έπειτα από την ετοιμασία της γραπτής του δήλωσης, προχώρησε στην ετοιμασία λεπτομερούς λογιστικής έκθεσης ημερομηνίας 05/12/
- Αποτελείται από 2 σελίδες και επισυνάπτονται σε αυτή καταστάσεις στις οποίες καταγράφονται οι συνολικές ημερήσιες πωλήσεις της εταιρείας ανά μήνα για την περίοδο από την 01/01/23 μέχρι τις 30/11/
- Κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ρωτηθείς να εξηγήσει το περιεχόμενο της έκθεσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εταιρεία Cap Coffeeside Ltd, δεν έχει πρόσβαση στις μηνιαίες καταστάσεις συνολικών πωλήσεων της καφετέριας. Αυτές τηρούνται από άλλη ξεχωριστή εταιρεία. Ζήτησε από αυτή την εταιρεία να του κοινοποιήσει τις καταστάσεις αυτές. Έπειτα, προχώρησε στην ετοιμασία της έκθεσης βασιζόμενος στις μηνιαίες πωλήσεις της καφετέριας. Επί της ουσίας, δεδομένης της παραδοχής της υπαλλήλου ότι έκλεβε χρήματα από το ταμείο, προχώρησε σε μια σύγκριση μεταξύ των συνολικών πωλήσεων κατά τους μήνες που η υπάλληλος εργαζόταν στην καφετέρια με τις πωλήσεις κατά την περίοδο που έπαυσε να εργάζεται εκεί, ήτοι από το Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο του
- Αυτό που παρατήρησε είναι ότι από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι την καλοκαιρινή περίοδο υπήρξε μια σταδιακή αύξηση στις συνολικές πωλήσεις της καφετέριας. Εξήγησε ότι λόγω της τοποθεσίας της καφετέριας (στην τουριστική περιοχή της Λεμεσού) αλλά και λόγω των προϊόντων που πωλούνται, αναμένεται μια αύξηση των συνολικών πωλήσεων κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, περίοδος από το Μάιο του 2023 μέχρι τον Αύγουστο του
- Περιέργως, όμως, από το Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι το Νοέμβριο του 2023 (δηλαδή κατά το χρόνο που η υπάλληλος δεν εργαζόταν πλέον στην καφετέρια), ενώ θα αναμενόταν, ως «ήταν σύνηθες», ότι οι συνολικές πωλήσεις θα μειώνονταν σταδιακά, σε σύγκριση με τους καλοκαιρινούς μήνες, στην πραγματικότητα παρατηρείται μια αύξηση στις πωλήσεις της τάξεως του 14% σε σύγκριση με τους καλοκαιρινούς μήνες. Έτσι, κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, όταν η υπάλληλος έπαυσε να εργάζεται στην καφετέρια, αυξήθηκαν οι συνολικές πωλήσεις της καφετέριας σε σύγκριση με τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπολογίζοντας τον μέσο όρο των ημερήσιων πωλήσεων κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο των ημερήσιων πωλήσεων των φθινοπωρινών μηνών, βρήκε ότι η συνολική διαφορά τους ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 20.000 περίπου. Εφόσον οι καλοκαιρινοί μήνες θα έπρεπε να παρουσίαζαν περισσότερες πωλήσεις από τους φθινοπωρινούς μήνες, κατέληξε ότι η διαφορά αυτή που παρατηρείται, δηλαδή το ποσό των Ευρώ 20.000, αντιστοιχεί σε «έλλειμα» στις συνολικές πωλήσεις της καφετέριας, το οποίο λογικά οφείλεται στην υπάλληλο που παραδέχτηκε ότι καταχράστηκε τα χρήματα της καφετέριας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η εταιρεία Cap Coffeeside Ltd δραστηριοποιείται κάτω από την ομπρέλα της "Coffee Island", η οποία δίνει το δικαίωμα στην πρώτη να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη επωνυμία (franchise) κατά τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Για αυτό και η καφετέρια, η οποία ανήκει στην Cap Coffeeside Ltd, φέρει την ονομασία Coffee Island. Υπάρχει, επίσης, μια ξεχωριστή αδειδοτημένη εταιρεία, η οποία, ως «ανεξάρτητος συνεργάτης», εγκαθιστά τις ταμειακές μηχανές στην καφετέρια και είναι υπεύθυνη για την ετοιμασία των εκθέσεων είτε ημερήσιων, είτε μηνιαίων που προκύπτουν από τις πωλήσεις που καταγράφονται στις ταμειακές μηχανές. Στις εκθέσεις αυτές βασίζεται ο λογιστικός έλεγχος της εταιρείας Cap Coffeeside Ltd σε μηνιαία βάση. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι είχε λάβει τις μηνιαίες καταστάσεις αναφορικά με τις πωλήσεις της καφετέριας στο παρελθόν για σκοπούς τήρησης των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας. Τις ξαναζήτησε σωρευτικά για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσής του και διαπίστωσε, μάλιστα, ότι επρόκειτο για τα ίδια στοιχεία που του είχαν σταλεί και στο παρελθόν. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας εάν έχει λάβει υπόψη κατά την ετοιμασία της έκθεσής του (Τεκμήριο 21), τα συνολικά έσοδα της εταιρείας και έπειτα αφαίρεσε τα έξοδά της, τις φορολογικές τις υποχρεώσεις κτλ. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η έκθεσή του δεν βασίζεται σε αυτά τα στοιχεία και ότι δεν τα είχε στην κατοχή του (στο Δικαστήριο) για να τα παρουσιάσει, αν και αυτά τα στοιχεία αναγράφονται στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας που διαχειρίζεται. Το «έλλειμα» στο οποίο αναφερόταν, δεν υπολογίστηκε με βάση τα στοιχεία αυτά. Με την έκθεσή του προσπάθησε να υπολογίσει το «έλλειμα στις συνολικές πωλήσεις» που θα αναμενόταν να είχε η εταιρεία, δηλαδή έλλειμα που αφορά «λεφτά που δεν κτυπήθηκαν στην ταμειακή μηχανή». Διευκρίνισε, επίσης, ότι οι υπολογισμοί του δεν στηρίζονται σε δεδομένα που αφορούν τα αποθέματα της εταιρείας (stock) σε σχέση με τις πωλήσεις που έγιναν αλλά σε σύγκριση των μηνιαίων συνολικών πωλήσεων κατά και μετά την περίοδο που η συγκεκριμένη υπάλληλος εργαζόταν στην καφετέρια. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν εάν το φθινόπωρο που πέρασε οι θερμοκρασίες ήταν αυξημένες ωσάν να ήταν καλοκαίρι ή εάν διεξήχθησαν στην περιοχή συγκεκριμένες εκδηλώσεις που θα δικαιολογούσαν αύξηση των πωλήσεων κατά τους φθινοπωρινούς μήνες. Επέμεινε ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι συνολικές πωλήσεις θα έπρεπε να ήταν ψηλότερες. Ανέφερε, όμως, ότι στην έκθεση δεν έλαβε υπόψη του το κατά πόσο και άλλοι υπάλληλοι, πέραν από την κατηγορούμενη, χρησιμοποιούσαν τις ταμειακές μηχανές, ούτε μπορούσε να λάβει και άρα να συμπεριλάβει στην έκθεσή του συγκριτικά στοιχεία αναφορικά με τις αυξομειώσεις στις πωλήσεις άλλων καφετεριών που βρίσκονται στην περιοχή. Μ.Κ.14 - κα. Κρίστια Σταύρου Η Μ.Κ.14 είναι λειτουργός του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα καθήκοντά της περιλαμβάνουν την παραλαβή αιτήσεων για άδεια παραμονής στη Κυπριακή Δημοκρατία από αλλοδαπούς και την έκδοση σχετικών αδειών. Η Μ.Κ.14 κατέθεσε ότι βάσει του αρχείου που τηρεί το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η κατηγορούμενη, αφού έλαβε την απορριπτική απόφαση στο αίτημά της για παροχή πολιτικού ασύλου, καταχώρησε προσφυγή στο ΔΔΔΠ στις 09/09/21, η οποία απορρίφθηκε στις 16/11/22 από το Δικαστήριο. Από τότε, ως ανέφερε, παραμένει στην Κύπρο παράνομα χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Εφόσον δεν έχει άδεια παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να εργάζεται νόμιμα στο νησί. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την περίοδο που εκκρεμεί μια αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, ένας αλλοδαπός δικαιούται να διεξάγει κάποιου είδους επαγγέλματος βάσει συμβολαίου που συνάπτεται από το Γραφείο Εργασίας. Αναφέρθηκε ότι υπάρχει η πιθανότητα να δόθηκε στην κατηγορούμενη η άδεια εργασίας ενόσω αυτή διέμενε νόμιμα στην Κύπρο και η ίδια, μετά την απόρριψη της προσφυγής της να μην ενημέρωσε το Γραφείο Εργασίας ή τον εργοδότη της σε σχέση με την αλλαγή του καθεστώτος παραμονής της στη Δημοκρατία. Για αυτό το λόγο, απάντησε, ότι ο εργοδότης της μπορεί να θεωρούσε ότι η κατηγορούμενη εργοδοτείτο νόμιμα. Εν πάση περιπτώσει, ως ανέφερε η ίδια, δεν γνωρίζει εάν δόθηκε ή όχι άδεια εργασίας προηγουμένως στην κατηγορούμενη. Επανέλαβε ότι εφόσον η κατηγορούμενη διέμενε πλέον παράνομα στην Κύπρο, υπόκειτο σε σύλληψη και άρα δεν θα μπορούσε να εργάζεται νόμιμα στο νησί, ούτε θα μπορούσε να λάβει άδεια εργασίας έπειτα από την απόρριψη του αιτήματος της για παροχή άδειας παραμονής από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Έπειτα από επίμονες ερωτήσεις και υποβολές από το συνήγορο Υπεράσπισης, η μάρτυρας απάντησε ότι το κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε άδεια εργασίας από το Γραφείο Εργασία σε ισχύ, έπειτα από τις 16/11/22, δεν εμπίπτει στην προσωπική της γνώσης, αλλά θεωρεί ότι είναι αδύνατο να έχει γίνει κάτι τέτοιο. Κατηγορούμενη Κατά την κυρίως εξέτασή της, υποδείχθηκε στην κατηγορούμενη η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία κατά το χρόνο της σύλληψής της, την αναγνώρισε και ανέφερε ότι θυμόταν τί αναφερόταν σε αυτήν (Τεκμήριο 11 Α και Β). Η κατηγορούμενη κατέθεσε ότι εργαζόταν στην καφετέρια το Νοέμβριο του 2019 και ότι περί τα τέλη του 2022, ο Μ.Κ.6, το «αφεντικό» της, της προσκόμισε κάποια έγγραφα για να υπογράψει ώστε να διευθετηθεί το καθεστώς εργοδότησής της στην Κύπρο. Ενόψει τούτου, δεν ένιωσε την ανάγκη να μεταβεί σε οποιεσδήποτε αρχές του κράτους για να λάβει η ίδια άδεια εργασίας στην Κύπρο. Περιέγραψε στο Δικαστήριο τα καθήκοντά της στην καφετέρια καθώς και το ωράριο εργασίας της. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι πήγαινε στην καφετέρια κατά τις 06:00 το πρωί μαζί με τη Μ.Κ.3 και ότι εκείνη είχε αναλάβει να προετοιμάζει τις μηχανές των καφέδων ενώ η Μ.Κ.3 είχε αναλάβει να ανοίγει κάθε μέρα το ταμείο. Όταν έφευγε από την εργασία της, περί η ώρα 15:00, δεν γινόταν παράδοση και καταμέτρηση του ταμείου. Καταμέτρηση γινόταν ο βράδυ. Αρνήθηκε ότι ο Πάνος της ανέφερε ότι είχε παρατηρήσει έλλειμα στα ταμείο της καφετέριας και αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε συνάντηση στο γραφείο του όπου η ίδια κατ' ισχυρισμό παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Επίσης, ανέφερε ότι ουδέποτε της υποδείχθηκε το βίντεο από το ΚΚΠ που προβλήθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 5). Αναφορικά με τα όσα ανακύπτουν από το βίντεο όπου φαίνεται να αγοράζει ένα μπουκάλι χλωρίνη από το διπλανό περίπτερο και να τοποθετεί στη τσέπη της ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 20, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι πήρε αυτά τα χρήματα εκείνη την ημέρα αλλά έχοντας πρώτα ζητήσει την άδεια του Μ.Κ.
- Λόγω του ότι ο Μ.Κ.6 δεν είχε καταβάλει το μισθό της εκείνο το διάστημα, και συγκεκριμένα για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 2023 (μέχρι την ημέρα που έφυγε), η κατηγορούμενη ζήτησε κάποια χρήματα από το Μ.Κ.6 λέγοντάς του ότι τα χρειάζεται και ο Μ.Κ.6 της επέτρεψε να τα πάρει από το ταμείο, αρκεί να γράψει στην απόδειξη, «την ημέρα, την ώρα και το ποσό», όπως και έκανε. Όσον αφορά την ηλεκτρονική συνομιλία μεταξύ της ίδιας και του Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 4), η κατηγορούμενη ανέφερε αρχικά ότι αυτή αποτελεί απόσπασμα μια μεγαλύτερης συνομιλίας η οποία δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στρεφόμενη στα μηνύματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη κατέθεσε ότι ο λόγος που απολογείτο στον Πάνο δεν οφείλεται στο ότι η ίδια έκλεβε χρήματα από την καφετέρια. Εξήγησε ότι στην καφετέρια υπήρχε κάποιο δοχείο όπου οι πελάτες μπορούσαν να αφήσουν ένα φιλοδώρημα και ότι εκείνες τις μέρες, δηλαδή στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2023, κάποιος πελάτης επιχείρησε να αφήσει ένα μεγάλο ποσό στο δοχείο αυτό (περί των Ευρώ 20). Τότε η κατηγορούμενη του είπε να μην το πράξει λόγω του ότι τα φιλοδωρήματα δεν διαμοιράζονταν στο προσωπικό αλλά τα έπαιρνε ο Πάνος. Ο πελάτης αυτός συνομίλησε με τον Πάνο για αυτό το θέμα και την επόμενη μέρα ο Πάνος της μίλησε με θυμωμένο τρόπο και της είπε ότι εάν επιθυμεί να αλλάξει εργασία είναι ελεύθερη να το κάνει. Η ίδια ένιωσε άσχημα και «ένοχη» και για αυτό το λόγο έστειλε αυτά τα μηνύματα, με τα οποία ζητούσε τη συγχώρεσή του. Επίσης, ανέφερε ότι η Λουκία, ο Μάρκο και η Κυριακή τη συμβούλευσαν να απολογηθεί στον Πάνο, λέγοντάς της ότι δεν ενήργησε με το σωστό τρόπο. Όσον αφορά το μήνυμα με το οποίο διαβεβαιώνει τον Πάνο ότι θα επιστραφούν όλα τα χρήματα από τη θεία της που βρίσκεται στην Ινδία, η κατηγορούμενη εξήγησε ότι η ίδια επιθυμούσε να ταξιδέψει στην Ινδία και έπειτα να επιστρέψει στην Κύπρο και να συνεχίσει να εργάζεται× δεν είχε όμως τα απαραίτητα έγγραφα ή άδειες για να επιστρέψει για σκοπούς εργασίας στην Κύπρο από την Ινδία. Ο Πάνος της είπε ότι θα την βοηθούσε να διευθετήσει «τα χαρτιά της» αλλά ότι για αυτό χρειαζόταν να καταβάλει ένα ποσό περί τα Ευρώ 10.
- Έτσι, η ίδια συνομίλησε με τη θεία της ώστε να της επιστρέψει τα χρήματα που η κατηγορούμενη είχε προηγουμένως μεταβιβάσει στο λογαριασμό της για να μπορέσει να ταξιδέψει στην Ινδία. Ήθελε ως ανέφερε να ταξιδέψει στην Ινδία, αλλά ήθελε να μπορεί να επιστρέψει και πίσω για να συνεχίσει την εργασία της. Αναφορικά με το Τεκμήριο 13, ανέφερε η κατηγορούμενη ότι λόγω του ότι το ποσό των Ευρώ 10.000 ήταν πολύ μεγάλο και δεν μπορούσε να το καταβάλλει αμέσως, είχε αποστείλει μήνυμα στη Λουκία για να μεσολαβήσει ο Μάρκος (με τον οποίο ο Πάνος είχε καλές σχέσεις) ώστε να της επιστρέψει ο Πάνος να καταβάλλει το ποσό των Ευρώ 10.000 με δόσεις. Αναφορικά με το μεγάλο χρηματικό ποσό που η κατηγορούμενη απέστειλε σε διάφορες ημερομηνίες στο εξωτερικό (Τεκμήριο 2), αυτά ως ανέφερε αποτελούσαν αποταμιεύσεις τόσο της ίδιας όσο και του συντρόφου της ο οποίος εργαζόταν και αυτός στην καφετέρια αλλά έφυγε από την Κύπρο το Φεβρουάριο του
- Πλέον διαμένει στον Καναδά. Η κατηγορούμενη δεν είχε τραπεζικό λογαριασμό και τα εισοδήματά της καταθέτονταν στο λογαριασμό του συντρόφου της, στον οποίο υπήρχαν και τα χρήματα του συντρόφου της. Πριν φύγει από την Κύπρο πούλησε και στο αυτοκίνητό του και τα έσοδα από την πώληση προστέθηκαν στις αποταμιεύσεις τους. Όταν έφυγε από την Κύπρο, επειδή δεν μπορούσε να ταξιδέψει στον Καναδά παίρνοντας μαζί του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά, της άφησε την πιστωτική του κάρτα και της ζήτησε να προχωρήσει σε ανάληψη των χρημάτων από την τράπεζα και να του τα στείλει αφού ανέμενε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του στην Κύπρο θα έκλεινε σύντομα. Συγκεκριμένα, όταν πλέον έφυγε από την Κύπρο ο σύντροφός της, παρέμεινε κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των Ευρώ 6.500 περίπου, το οποίο αντιστοιχούσε στις δικές της αποταμιεύσεις. Επίσης, ο σύντροφός της της παρέδωσε σε μετρητά το ποσό των Ευρώ 4.000 από την πώληση του αυτοκινήτου του. Είναι αυτά τα χρήματα που απέστειλε στο εξωτερικό (τον Καναδά και την Ινδία αντίστοιχα). Όταν ο Πάνος της ανέφερε, περί τον Ιούλιο του 2023, ότι η καφετέρια αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, η ίδια αποδέχτηκε να καθυστερήσει να της καταβάλει το μισθό της για το μήνα Ιούλιο εφόσον δεν βρισκόταν «σε απελπιστική οικονομική κατάσταση». Εν τέλει, δεν της καταβλήθηκε ο μισθός της για το μήνα Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο (μέχρι που αποχώρησε). Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι αρχικά η σχέση της με τον Πάνο, ήταν σχέση «αφεντικού-υπαλλήλου». Με το πέρας του χρόνου, αναπτύχθηκε μια πιο φιλική σχέση μεταξύ τους. Όταν έφυγε από την Κύπρο ο σύντροφός της, ο Πάνος άρχισε να εκλαμβάνει τα όσα του ζητούσε σε σχέση με την εργασία με ένα λανθασμένο, κατά την άποψή της, τρόπο και υπήρχαν αρκετές διαφωνίες μεταξύ τους. Συζήτησε αυτό το θέμα και με την Μ.Κ.3 και η ίδια της επισήμανε ότι ο Πάνος της προσφέρει πολλά και τη συμβούλευσε να μην μοιραστεί αυτά τα ζητήματα με άλλους και να ζημιώσει τη φήμη του. Επίσης, θεωρούσε ότι ο Πάνος έχει διασυνδέσεις με την αστυνομία και εάν έκανε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του, τότε θα προωθείτο κάποια υπόθεση εναντίον της. Όταν πλέον η συμπεριφορά του Πάνου βγήκε «εκτός ελέγχου», τότε αποφάσισε να φύγει από την Κύπρο χωρίς να του το πει γιατί ο Πάνος ήθελε να την έχει «από κοντά». Η κατηγορούμενη εκμυστηρεύτηκε το σχέδιό της να φύγει από την Κύπρο κρυφά μόνο στη Μ.Κ.
- Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν καταχώρησε οποιαδήποτε έφεση εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ούτε γνώριζε το αποτέλεσμα της προσφυγής της, επειδή δεν την ενημέρωσε κανείς για αυτό. Δεν γνώριζε ότι βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Ερωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο η Λουκία βρισκόταν νόμιμα ή παράνομα στην Κύπρο και απάντησε ότι δεν γνωρίζει το καθεστώς διαμονής της Λουκίας στην Κύπρο. Ανέφερε, επίσης, ότι ξεκίνησε να εργάζεται στην καφετέρια από το Νοέμβριο του 2019 και, ότι λόγω των καθηκόντων της, είχε πρόσβαση στο ταμείο της καφετέριας από τότε (και συγκεκριμένα και στις δύο ταμειακές μηχανές της καφετέριας). Ερωτηθείσα σχετικά, περιέγραψε το ωράριο εργασίας της από το 2019 που ξεκίνησε να εργάζεται στην καφετέρια μέχρι και την επίδικη περίοδο. Αναφορικά με την «απρεπή» συμπεριφορά του Μ.Κ.6 προς την ίδια, είπε ότι ενώ αρχικά διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, από το Φεβρουάριο του 2023 και έπειτα, ο Μ.Κ.6 δεν αντιδρούσε με θετικό τρόπο σε ότι του ζητούσε σε σχέση με τη δουλειά και «παρεξηγούσε» τα λόγια της. Ανέφερε ότι όταν του ζήτησε να φύγει νωρίτερα από τη δουλειά, ο ίδιος της έλεγε «τι θα πας να κάνεις σπίτι, αφού το αγόρι σου έχει ήδη φύγει; [.] αν θέλεις μπορώ να σε πάρω σπίτι μου για να περνάς το χρόνο σου και να μην σου λείπει το αγόρι σου». Όμως, η ίδια, παρά το ότι είχε και άλλες ευκαιρίες εργοδότησης ως είπε, παρέμεινε στην καφετέρια λόγω του ότι ο Μ.Κ.6 της πρόσφερε εργασία όταν το είχε ανάγκη ενώ της πρόσφερε, επίσης, και τόπο να διαμένει. Επανέλαβε ότι είχε συζητήσει αυτό το ζήτημα με τη Λουκία και το Μάρκο, τα μόνα στενά της πρόσωπα στην Κύπρο τα οποία εργάζονταν και αυτά στην καφετέρια και την είχαν συμβουλεύσει να μην καταγγείλει τη συμπεριφορά του στην αστυνομία γιατί, λόγω των διασυνδέσεών του, θα έβρισκε η ίδια τον μπελά της. Παράλληλα, εφόσον είχε στο μυαλό της ότι κατά τα μέσα του 2024, η οικογένειά της στην Ινδία σκόπευε να την παντρέψει και άρα ότι δεν θα έμενε στην συγκεκριμένα εργασία «για πάντα», μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση μέχρι να φύγει. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, κατέθεσε ότι είχε αποκαλύψει στην Λουκία ότι σκόπευε να παρατήσει τη δουλειά και να φύγει από την Κύπρο λόγω της συμπεριφοράς του Πάνου. Ερωτηθείσα σχετικά, απάντησε ότι θεωρεί ότι ο λόγος που προέβη στην καταγγελία ο Πάνος εναντίον της είναι επειδή η ίδια δεν ανταποκρινόταν και δεν ενέδιδε στις άσεμνες προτάσεις του, πληγώνοντας έτσι τον μεγάλο εγωισμό του. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο μετακόμισε στο διαμέρισμα της Λουκίας και του Μάρκου κατά τις 14/09/24 ήταν επειδή επιχείρησε προηγουμένως να καταναλώσει διάλυμα εντομοκτόνου με νερό, πράγμα που ανησύχησε τη Λουκία. Απλώς, είχε αναφέρει στη Λουκία ότι νιώθει τόσο άσχημα για την συμπεριφορά του Πάνου που σκεφτόταν να αυτοκτονήσει πίνοντας εντομοκτόνο αλλά ουδέποτε το επιχείρησε. Η κατηγορούμενη επιχείρησε να φύγει από την Κύπρο χωρίς να ενημερώσει τον Πάνο ώστε να μην της δημιουργήσει οποιαδήποτε προβλήματα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5, η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι εκείνη τη μέρα πήρε το ποσό των ευρώ 20 από το ταμείο, κατόπιν προηγούμενης άδειας του Μ.Κ.
- Είναι σε αυτό το ποσό που αναφερόταν στην ανακριτική κατάθεσή που έδωσε στην αστυνομία, όταν σε σχετική ερώτηση απάντησε «εγώ μόνο 30 ευρώ έκλεψα». Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι είχε περιγράψει το όλο περιστατικό στην αστυνομία αλλά οι αστυνομικοί δεν ήταν διατεθειμένοι να ακούσουν οτιδήποτε τους έλεγε, την πίεζαν να παραδεχτεί ότι έκλεψε το ποσό των Ευρώ 15.800 και ότι εκείνοι ψευδώς κατέγραψαν την πιο πάνω απάντηση στην κατάθεσή της, χωρίς δηλαδή η ίδια να πει ποτέ ότι έκλεψε Ευρώ 30 από την καφετέρια. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 και η κατηγορούμενη αναγνώρισε ότι πρόκειται για τις αποδείξεις αποστολής χρημάτων που έστελνε στο εξωτερικό. Δεν αναγνώρισε δύο από τις αποδείξεις αυτές (με αριθμούς 7 και 26), οι οποίες ως ανέφερε, φέρουν τα στοιχεία του διαβατηρίου της αλλά όχι την υπογραφή της. Επέμεινε ότι αυτές είναι όλες οι αποδείξεις από τα χρήματα που έστειλε στο εξωτερικό και ότι δεν έστειλε οτιδήποτε πέραν από αυτά που προκύπτουν από τις αποδείξεις. Αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με την προέλευση των χρημάτων αυτών, και σε γενικές γραμμές, απάντησε ότι πρόκειται για χρήματα που αντιστοιχούν στις αποταμιεύσεις της καθώς και έσοδα από την πώληση του αυτοκινήτου του συντρόφου της, το οποίο πωλήθηκε, ως ισχυρίστηκε για Ευρώ 4.
- Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρηματολογώντας και προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω εξετάσει τα όσα έχουν αναφέρει και τα έχω λάβει υπόψη μου. Δεν χρειάζεται να τα αναπαράγω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, μέσω των αντιδράσεών του, τον τρόπο που απαντά, την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και την ιδιοσυγκρασία του. Όμως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016). Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο (Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Ο Μ.Κ.1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως πρόσωπο που σκοπό είχε να καταθέσει την αλήθεια. Βεβαίως, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπικής φύσεως και η σημασία της έγκειται στην κατάθεση διαφόρων τεκμηρίων που είχε στην κατοχή του και τα οποία του δόθηκαν από τον παραπονούμενο κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης. Αναφέρομαι ειδικότερα στα Τεκμήριο 2 (αποδείξεις μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό), Τεκμήριο 4 (συνομιλία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του παραπονούμενου και της «Ελένης») και Τεκμήριο 5 (USB με βίντεο και φωτογραφίες από το ΚΚΠ του καταστήματος και του διπλανού περιπτέρου). Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, αυτό αποτελείται από 28 πρωτότυπες αποδείξεις αποστολής χρημάτων στο εξωτερικό: 22 αποδείξεις αποστολής χρημάτων στο εξωτερικό μέσω της υπηρεσίας WesternUnion και 6 αποδείξεις αποστολής χρημάτων μέσω της υπηρεσίας Cashline. Σε όλες τις αποδείξεις, εκτός από αυτές που φέρουν αριθμούς 13, 19 και 23, αναγράφεται το όνομα της κατηγορούμενης ως το πρόσωπο που απέστειλε τα χρήματα στο εξωτερικό. Δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα των αποδείξεων αυτών, ενώ η ίδια η κατηγορούμενη, μελέτησε τις αποδείξεις κατά την αντεξέτασή της και αποδέχτηκε ότι απέστειλε τα χρήματα που αναφέρονται στις αποδείξεις στο εξωτερικό (με εξαίρεση της αποδείξεις που φέρουν αριθμούς 7 και 26 στις οποίες δεν αναγνώρισε την υπογραφή της). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Δικαστηρίου, βάσει του Τεκμηρίου 2 και αφαιρώντας τις αποδείξεις τις οποίες δεν αναγνώρισε η κατηγορούμενη, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη απέστειλε στο εξωτερικό κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023 το συνολικό ποσό των Ευρώ 14,
- Από αυτά, απέστειλε προς τον Καναδά το συνολικό ποσό των Ευρώ 3,600 και τα υπόλοιπα, ήτοι το ποσό των Ευρώ 10.586, τα απέστειλε στην Ινδία. Αντίστοιχα, κατά την περίοδο από Απρίλιο του 2022 μέχρι το Δεκέμβριο του 2022, ημερομηνία κατά την οποία σύμφωνα με τον Μ.Κ.6 η κατηγορούμενη δεν είχε πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές, η κατηγορούμενη απέστειλε στην Ινδία το συνολικό ποσό των Ευρώ
- Στρέφομαι τώρα να αξιολογήσω τα όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 5 (USB με καταγραφή από τα ΚΚΠ) που προσκόμισε στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.1 αλλά αναγνωρίστηκε και από άλλους μάρτυρες, στους οποίους προβλήθηκαν τα βίντεο: Οι καταγραφές από το ΚΚΠ που περιέχεται στο USB (Τεκμήριο 5) έχουν κατατεθεί ως πραγματική μαρτυρία παρέχοντας έτσι στο Δικαστήριο την ευχέρεια της άμεσης παρακολούθησης των όσων διαδραματίζονται σε αυτές. Παρεμβάλλεται ότι η ορθή και νόμιμη διαδικασία διακίνησης του Τεκμηρίου 5 έχει δηλωθεί και εγκριθεί ως παραδεκτό γεγονός. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της Έκθεσης που ετοιμάστηκε από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Τεκμήριο 17) που αφορά στην παραλαβή του USB και την ετοιμασία αντιγράφου. Έχει επίσης δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι τα όσα καταγράφονται από τα ΚΚΠ της καφετέριας και του γειτονικού περιπτέρου και παρουσιάζονται στο USB δεν έχουν τύχει αλλοίωσης. Έχοντας υπόψη και τις διευκρινήσεις που δόθηκαν από τον Μ.Κ.6 ως προς τους χώρους της καφετέριας (άλλα αγνοώντας τα συμπεράσματα στα οποία προέβη ο μάρτυρας), έχω παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα παρουσιάζονται στα αρχεία που περιέχονται στο USB και επισημαίνω τα εξής: - Όσον αφορά τις λήψεις (φωτογραφίες) που περιέχονται στο USB αυτές, κατά την κρίση μου, δεν παρουσιάζουν κάτι σχετικό ή άξιο αναφοράς και συνεπώς θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο. - Παρά το ότι ο Μ.Κ.6 προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο ότι τα βίντεο με την ονομασία WA0016, WA0017 και WA0019, παρουσιάζουν με χρονική συνέχεια (από διαφορετικές οπτικές γωνίες) την κατηγορούμενη να παίρνει κάποια χρήματα από την ταμειακή μηχανή που βρίσκεται στο πίσω μέρος της καφετέριας και να πηγαίνει στο διπλανό περίπτερο για να αγοράσει πλαστικά ποτήρια στις 02/09/23, δεν παρατηρώ να προκύπτει από τα όσα ανακύπτουν από τις εν λόγω καταγραφές κάτι σχετικό με την παρούσα υπόθεση. Τα όσα έχουν καταγραφεί δεν τείνουν να αποδείξουν ότι η κατηγορούμενη έκλεψε χρήματα από το ταμείο εκείνη τη χρονική στιγμή. - Τα βίντεο με την ονομασία WA0023 και WA0024 αποτελούν καταγραφή του ΚΚΠ της καφετέριας την ίδια χρονική περίοδο αλλά από διαφορετικές κάμερες ημερομηνίας 30/08/
- Παρουσιάζουν το χώρο όπου γίνονται οι παραγγελίες από τους πελάτες που εισέρχονται στην καφετέρια, παρασκευάζονται οι καφέδες και βρίσκεται η μπροστινή ταμειακή μηχανή του ταμείου. Η κατηγορούμενη παρουσιάζεται να παίρνει από την ταμειακή μηχανή ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 50 και να φεύγει από το χώρο. Λίγα λεπτά αργότερα, επιστρέφει στην καφετέρια με ένα μπουκάλι χλωρίνη. Τοποθετεί στο ταμείο ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 20, ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 5, κάποια νομίσματα καθώς και μία απόδειξη. Η καταγραφή έγινε στις 30/08/
- - Το βίντεο με την ονομασία WA0020 αποτελεί καταγραφή από το ΚΚΠ του περιπτέρου. Παρουσιάζεται η κατηγορούμενη να αγοράζει ένα μπουκάλι χλωρίνη καθώς και ένα δοχείο. Η κατηγορούμενη φαίνεται να πληρώνει το μπουκάλι με χλωρίνη (μόνο) με ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 50 και να παίρνει ρέστα δύο χαρτονομίσματα των Ευρώ 20, ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 5 και μερικά νομίσματα. Καθώς παίρνει τα ρέστα, τοποθετεί το ένα χαρτονόμισμα των Ευρώ 20 στη τσέπη της και κρατά τα υπόλοιπα ρέστα μαζί με την απόδειξη στο αριστερό της χέρι. Πληρώνει για το δοχείο με ξεχωριστό χαρτονόμισμα και παίρνει ξεχωριστά ρέστα για αυτή την αγορά. Η καταγραφή έγινε στις 30/08/
- Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, από το βίντεο με την ονομασία WA0023 προκύπτει ότι η κατηγορούμενη δεν επέστρεψε στο ταμείο της καφετέριας όλα τα ρέστα από τη συναλλαγή αφού υπολείπεται το χαρτονόμισμα των Ευρώ 20 που έβαλε στη τσέπη της. Η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται στα βίντεο είναι η ίδια και ότι όντως εκείνη την ημέρα δεν επέστρεψε το χαρτονόμισμα των Ευρώ 20 στην ταμειακή μηχανή της καφετέριας, προβάλλοντας τους δικούς της ισχυρισμούς ως προς το τί έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα. Αν και το Τεκμήριο 5 σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη έκλεψε από την καφετέρια το χρηματικό ποσό για το οποίο κατηγορείται, ωστόσο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παρούσα υπόθεση: Κατ' αρχήν, τα βίντεο με την ονομασία WA0020, WA0023 και WA0024 φέρουν ημερομηνία τις 30/08/23, και άρα, εκ των πραγμάτων, έχουν εντοπιστεί από τον Μ.Κ.6, το ίδιο χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η επίμαχη συνάντηση στο γραφείο του Μ.Κ.6 και, ευρύτερα, την ίδια χρονική περίοδο που σύμφωνα με την κ. Ξένια, η ίδια ανέφερε στον Πάνο ότι η κατηγορούμενη στέλνει σε τακτά χρονικά διαστήματα μεγάλα χρηματικά ποσά στο εξωτερικό. Συνάδει, δηλαδή, η ημερομηνία των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 με την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή ως προς την χρονική αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στην παραδοχή της κατηγορούμενης ότι διέπραξε το αδίκημα ενώπιον των συναδέλφων της. Επίσης, το ίδιο το περιεχόμενο του βίντεο, συνάδει με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τις αντιδράσεις των προσώπων που το είδαν, συμπεριλαμβανομένης και της κατηγορούμενης. Αυτό γιατί τα όσα παρουσιάζονται στα βίντεο σαφώς και θα μπορούσαν οδηγήσουν κάποιον μέσο θεατή (ο οποίος δεν αναζητεί μαρτυρία που να αποδεικνύει τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής στο μέγιστο βαθμό) στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη κλέβει χρήματα από το ταμείο της καφετέριας, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο του βίντεο να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του Μ.Κ.6 ότι μέσου αυτού επιβεβαιώθηκαν πλέον οι υποψίες του σε σχέση με την κατηγορούμενη και να δικαιολογεί, έτσι, την απόφαση του να καλέσει την κατηγορούμενη στο γραφείο του για να ζητήσει εξηγήσεις ως προς αυτό το θέμα. Παράλληλα, προσδίδει πειστικότητα και στη θέση των Μ.Κ.3, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9, ότι όταν αυτό προβλήθηκε στην κατηγορούμενη, η ίδια θεωρώντας προφανώς ότι αποκαλύφθηκαν πλέον οι παράνομες ενέργειές της, αντέδρασε ξεσπώντας σε κλάματα και παραδέχτηκε ότι έκλεβε χρήματα από την καφετέρια. Περαιτέρω, τα όσα καταγράφονται στα βίντεο αποτελούν περιστατική μαρτυρία η οποία υποστηρίζει ότι η κατηγορούμενη είχε πρόσβαση στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας και ότι, εάν το επιθυμούσε, είχε τη δυνατότητα να παίρνει χρήματα από τις ταμειακές μηχανές χωρίς να γίνεται εύκολα αντιληπτή και χωρίς να τα επιστρέφει. Πέραν από την κατάθεση εκ μέρους του Μ.Κ.1 των τεκμηρίων που αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, αποδέχομαι, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1, ότι ο παραπονούμενος κατήγγειλε την κατηγορούμενη στην αστυνομία στις 18/09/23 (ημέρα Δευτέρα), ότι η κατηγορούμενη συνελήφθη στο αεροδρόμιο στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις 20/09/23 και ότι στις 21/09/23, κατά το στάδιο υποβολής αίτησης για προσωποκράτηση της κατηγορούμενης, ο δικηγόρος της ισχυρίστηκε στην παρουσία της Αστυφύλακα με αρ. 3712 εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ότι κατηγορούμενη δέχτηκε άσεμνη επίθεση από τον παραπονούμενο στο παρελθόν, ο οποίος την επισκεπτόταν στο διαμέρισμά της, καταγγελία η οποία προωθήθηκε την αμέσως επόμενη μέρα στο αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας προς διερεύνηση (Τεκμήριο 9). Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ήταν τυπικής φύσεως. Από τα όσα ανέφερε στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν προέκυψε οτιδήποτε το οποίο να κλονίζει την αξιοπιστία της και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.3, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9, στρέφομαι να εξετάσω, ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης, κατά πόσο η προώθηση της παρούσας υπόθεσης και η ενδεχόμενη καταδίκη της κατηγορούμενης θα εξυπηρετούσε, με οποιοδήποτε τρόπο, τα συμφέροντα του Μ.Κ.6 ώστε αυτός να έχει κάποιο κίνητρο να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο και να υποκινήσει και άλλα πρόσωπα να πράξουν το ίδιο. Αυτό γιατί εάν διαφανεί ότι κάποιος μάρτυρας έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή κίνητρο να μαρτυρήσει ψευδώς, το Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και προτού την αποδεχθεί, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό και να αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν ως προς την πιθανότητα εσφαλμένης καταδίκης της κατηγορούμενης, στηριζόμενο στην εν λόγω μαρτυρία (βλ. Mousoulides ν The Republic
(1983)2 CLR 336). Η εισήγηση της Υπεράσπισης ως προς το κίνητρο του Μ.Κ.6 εδράζεται στην καταγγελία που υποβλήθηκε εναντίον του Μ.Κ.6 από τον ίδιο το συνήγορο Υπεράσπισης, εκ μέρους της κατηγορούμενης, και η οποία αφορά σε αδίκημα «άσεμνης επίθεσης» εναντίον της σε διάφορες ημερομηνίες. Η θέση, βεβαίως, του Μ.Κ.6 είναι ότι η καταγγελία από μέρους της κατηγορούμενης προωθήθηκε για σκοπούς εκφοβισμού του ίδιου ώστε να αποσύρει το παράπονό του εναντίον της. Νοείται ότι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί της συγκεκριμένης κατηγορίας και ούτε θα μπορούσε να το πράξει άλλωστε, αφού, μεταξύ άλλων, δεν έχει προσκομιστεί σαφής και ικανοποιητική μαρτυρία επί τούτου. Οφείλει, όμως, να εξετάσει κατά πόσο η προώθηση αυτής της καταγγελίας από μέρους της κατηγορούμενης καταδεικνύει κάποιο κίνητρο του Μ.Κ.6 να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο καθώς και να υποκινήσει άλλα τρία πρόσωπα να πράξουν το ίδιο. Παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης αναφορικά με την άσεμνη συμπεριφορά του Μ.Κ.6 περιβάλλονται από γενικότητα και αοριστία και δεν υποστηρίχθηκαν από κάποια περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Μάλιστα, η καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.6 υποβλήθηκε στην αστυνομία από το δικηγόρο της κατηγορούμενης έπειτα από την υποβολή της καταγγελίας του Μ.Κ.6 εναντίον της, κατά το στάδιο εξέτασης αιτήματος προσωποκράτησης της κατηγορούμενης, ενώ η ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία προηγουμένως (βλ. Τεκμήριο 11 Α και Β). Περαιτέρω, η πλευρά της Υπεράσπισης, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν υπέβαλε τη θέση αυτή στους Μ.Κ.3 και ΜΚ.9, παρά το ότι, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, γνώριζαν για αυτό το θέμα και μάλιστα, σύμφωνα με τη θέση της, την συμβούλευαν να μην καταγγείλει τον Μ.Κ.6 στην αστυνομία επειδή λόγω των διασυνδέσεών του, θα έβρισκε τον μπελά της. Παράλληλα, αν και ο Μ.Κ.6, δυσανασχετώντας σχολίασε την καταγγελία που έγινε από την κατηγορούμενη εναντίον του, διαπιστώνω, ανατρέχοντας στα πρακτικά της εμφάνισης, ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτόν, με τη σαφήνεια που θα αναμένετο λόγω της σημασίας που επιχειρείται να αποδοθεί στο ζήτημα αυτό, η θέση της Υπεράσπισης, ούτε αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης όπου ο ίδιος κατ' ισχυρισμό συμπεριφέρθηκε στην κατηγορούμενη με απρεπή ή άσεμνο τρόπο. Αναπόφευκτα, αποδυναμώνεται η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.6 κατήγγειλε την κατηγορούμενη ψευδώς λόγω του ότι η ίδια δεν ανταποκρινόταν στις άσεμνες οχλήσεις του ενώ το ζήτημα συμπλέκεται και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Επιπλέον, ακόμη και εάν υποθέσει κανείς ότι ο Μ.Κ.6, όντως διέπραξε το εν λόγω αδίκημα (και για οποιοδήποτε λόγο η κατηγορούμενη δεν τον κατήγγειλε στην αστυνομία προηγουμένως ακόμη και όταν πλέον συνελήφθη για τη διερεύνηση του υπό κρίση αδικήματος), φρονώ ότι ο Μ.Κ.6 δεν θα αποκόμιζε οποιοδήποτε όφελος από το να καταγγείλει ψευδώς την κατηγορούμενη στην αστυνομία στις 18/09/23, την ημέρα που η ίδια επιχειρούσε να διαφύγει από την Κύπρο, αφού κάτι τέτοιο θα ωθούσε αναπόφευκτα την κατηγορούμενη να προωθήσει τη δική της καταγγελία εναντίον του, θέτοντας έτσι τον εαυτό του σε κίνδυνο ποινικής δίωξης. Περαιτέρω, όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Μ.Κ.6, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η πιθανότητα να του επιστραφούν τα χρήματα από την κατηγορούμενη είναι αμελητέα (εώς ανύπαρκτη) και, εν πάση περιπτώσει, δεν επηρεάζεται από την επιτυχία της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον της, ώστε να «δικαιολογείται» οπορτουνιστικά η ανάληψη του ρίσκου παράθεσης ψευδής μαρτυρίας στο Δικαστήριο προς ενίσχυση της καταγγελίας του εναντίον της. Στη βάση των πιο πάνω, αδυνατώ να εντοπίσω κάποιο προσωπικό κίνητρο το οποίο θα μπορούσε να ωθήσει ρεαλιστικά τον Μ.Κ.6 να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη έκλεβε χρήματα από την καφετέρια και όχι μόνο αυτό, αλλά να διακινδυνεύσει να υποκινήσει και άλλα τρία άτομα να πράξουν το ίδιο, εκθέτοντας έτσι τους εαυτούς τους, χωρίς κάποιο σημαντικό λόγο, σε κίνδυνο να τους ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδορκία, επηρεασμό μαρτύρων ή αθέμιτης παρέμβασης στο έργο της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, εάν ο Μ.Κ.6 είχε οποιοδήποτε λόγο να φοβάται ότι η κατηγορούμενη θα τον ενέπλεκε στη διάπραξη διάφορων αδικημάτων, τότε θα ήταν σαφώς προς το συμφέρον του να μην την καταγγείλει στην αστυνομία (και έπειτα να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο) αλλά να την αφήσει να επιστρέψει στη χώρα της το συντομότερο. Καταλήγω, συνεπώς, ότι υπό τις περιστάσεις δεν εντοπίζεται κάποιο προσωπικό κίνητρο του Μ.Κ.6 να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο, ούτε να υποκινήσει τρίτα πρόσωπα να πράξουν το ίδιο. Παράλληλα, δεν μπόρεσα να εντοπίσω οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον εκ μέρους των Μ.Κ.3, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, που να δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι έχουν κάποιο κίνητρο να καταθέσουν ψευδώς στο Δικαστήριο. Ακόμη και εάν γινόταν αποδεκτή η θέση ότι οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.9 βρίσκονται, λόγω του καθεστώτος παραμονής τους στην Κύπρο ή λόγω της στέγασης που τους παρέχεται από τον Μ.Κ.6, υπό την επιρροή του Μ.Κ.6 σε βαθμό που να προτίθενται να καταθέσουν ψευδώς στην αστυνομία και στο Δικαστήριο εναντίον της μέχρι πρόσφατα πολύ στενής τους φίλης, σε κάθε περίπτωση το ίδιο δεν μπορεί να ισχύει και για τη Μ.Κ.7. Σε σχέση με την Μ.Κ.7, της οποίας η νομιμότητα διαμονής και εργασίας της στην Κύπρο δεν αμφισβητήθηκε, δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ότι η ίδια βρίσκεται σε τέτοια σχέση εξάρτησης από τον Μ.Κ.6 ή ότι ο Μ.Κ.6 μπορεί να ασκήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό επιρροή ή πίεση επάνω της, μόνο και μόνο επειδή είναι ο εργοδότης της ή επειδή διατηρούν «καλές» επαγγελματικές σχέσεις, ώστε να την αναγκάσει να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο εναντίον της κατηγορούμενης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, η σχετική εισήγηση από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.6 είχε προσωπικό συμφέρον ή κίνητρο να καταγγείλει ψευδώς την κατηγορούμενη στην αστυνομία και ότι παράλληλα, οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 αναγκάστηκαν ή συμφώνησαν να προσέλθουν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν μια κατασκευασμένη εκδοχή των γεγονότων σύμφωνα με τις οδηγίες του πρώτου, στο βαθμό και με την αοριστία που προωθήθηκε, δεν παρουσιάζεται ως γνήσια ή πειστική στη βάση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, αποδοκιμάζεται από την κοινή λογική και απολήγει, έτσι, ως ακραίο και απίθανο ενδεχόμενο, το οποίο προωθείται υστερόβουλα, με σκοπό να υποστηρίξει την υπεράσπιση της κατηγορούμενης. Ανεξαρτήτως τούτου, η μαρτυρία των Μ.Κ.3, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9, σαφώς εξετάζεται και αξιολογείται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή, ειδικότερα λόγω της σημασίας που διαδραματίζει στην παρούσα υπόθεση: Η Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και δεν διαπίστωσα οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπερβολές στα όσα ανέφερε. Με εξαίρεση τις ερωτήσεις που αφορούσαν το καθεστώς παραμονής της στη Δημοκρατία και την νομιμότητα της εργοδότησής της, στις οποίες επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμά της στη σιωπή (βλ. Kirkwood v. Kirkwood
(1875)3 R 235 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' έκδοση, σελ. 969), κατά τα λοιπά, δεν εντόπισα καμία διάθεση υπεκφυγής στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν× αντιθέτως ήταν εμφανής η πρόθεσή της να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με κάθε λεπτομέρεια. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι το Τεκμήριο 13 αποτυπώνει την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε με την κατηγορούμενη, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την κατηγορούμενη. Η αναφορά της ότι ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση του προσωπικού και άκουσε τη συζήτηση μεταξύ του Πάνου και της κατηγορούμενης, στην οποία η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι έκλεβε χρήματα από το ταμείο της καφετέριας και ότι επιθυμούσε να επιστρέψει χρήματα στον παραπονούμενο καθώς και να εργαστεί άνευ απολαβών στο μέλλον, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ9, οι οποίοι ήταν επίσης παρόντες στην εν λόγω συνάντηση. Δεν μου διαφεύγει ότι η Μ.Κ.3 δεν έκανε αναφορά στον ισχυρισμό που προβλήθηκε από άλλους μάρτυρες, ότι η κατηγορούμενη υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε το ποσό των Ευρώ 9.000 - ανέφερε μόνο ότι η κατηγορούμενη υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα «σιγά- σιγά». Η παράληψη, όμως, αυτή σε καμία περίπτωση δεν κλονίζει την αξιοπιστία της. Αντιθέτως, θα έλεγα, υποδηλώνει ότι η μάρτυρας δεν έχει απομνημονεύσει μια συγκεκριμένη κατασκευασμένη εκδοχή για να την παραθέσει στο Δικαστήριο, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, προσδίδοντας έτσι περισσότερη πειστικότητα στην μαρτυρία της. Περαιτέρω, τα όσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, διαμείφθηκαν κατά την εν λόγω συνάντηση, υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και
- Με άλλα λόγια, κάποια από τα μηνύματα που είχε αποστείλει η κατηγορούμενη προς τον Πάνο και προς την Μ.Κ.3, ως αυτά έχουν μεταφραστεί στο Δικαστήριο, συνάδουν με τον ισχυρισμό ότι η ίδια είχε προηγουμένως παραδεχτεί ότι έκλεβε χρήματα από το ταμείο της καφετέριας και ότι σκόπευε να επιστρέψει κάποιο χρηματικό ποσό, προκειμένου να μην καταγγελθεί στην αστυνομία. Επίσης, η αναφορά της ότι κατά τη συνάντηση, ο Πάνος τους έδειξε κάποιο βίντεο όπου η κατηγορούμενη φαίνεται να αγοράζει κάποιο προϊόν από το γειτονικό περίπτερο και να μην επιστρέφει όλα τα ρέστα στην καφετέρια, συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το οποίο, παρακολουθώντας το, αποδέχομαι ότι μπορεί να δώσει σε ένα τρίτο ανεξάρτητο παρατηρητή αυτή ακριβώς την εντύπωση. Ο ισχυρισμός της ότι είχε δώσει το διαβατήριο της στην κατηγορούμενη με σκοπό να αποστείλει χρήματα στο εξωτερικό μέσω WesternUnion, λόγω του ότι η ίδια είχε ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο αποστολής χρημάτων, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 και δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την κατηγορούμενη. Αποδέχομαι, επίσης, και τον ισχυρισμό της ότι έπειτα από τη συνάντηση που είχαν στο γραφείο του Πάνου, η κατηγορούμενη παραδέχτηκε κατ' ιδίαν στη μάρτυρα ότι έκλεψε χρήματα από την καφετέρια αλλά ότι δεν της έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις ως προς το λόγο που το έκανε. Παρεμβάλλεται ότι η Μ.Κ.3 δεν αντεξετάστηκε επί του ισχυρισμού της ότι η κατηγορούμενη ομολόγησε στην ίδια ότι έκλεψε χρήματα από την καφετέρια, ούτε επί του ισχυρισμού της ότι ήταν παρούσα στη συνάντηση που έλαβε χώρα στο γραφείο του Πάνου. Της έγινε, όμως, η γενική υποβολή ότι ήρθε στο Δικαστήριο να αναπαράγει μια ψεύτικη εκδοχή υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.3 δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του ισχυρισμού της ότι περί τις αρχές του Σεπτέμβρη 2023, έπειτα από την επίμαχη συνάντηση, η κατηγορούμενη βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και ότι μάλιστα της είχε εκμυστηρευθεί ότι επιχείρησε να βλάψει τον εαυτό της πίνοντας διάλυμα νερού με εντομοκτόνο. Το σημείο αυτό της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, ο οποίος ανέφερε στις 18/09/23, έσπευσε να αναζητήσει την κατηγορούμενη στο διαμέρισμά της, καθότι δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της Μ.Κ.3, αναφέροντας ότι εκείνη την περίοδο η κατηγορούμενη βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Εφόσον, λοιπόν, έχω αντιπαραβάλλει τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.3 με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, και έχοντας παρατηρήσει τη συμπεριφορά της μάρτυρας ενόσω αυτή κατέθετε στο Δικαστήριο, κρίνω ότι αυτή αποτελεί αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της. Ο Μ.Κ.6 έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Η αμεσότητα και σταθερότητα στον τρόπο που απαντούσε, ο ήρεμος και παραστατικός τρόπος που κατέθεσε στο Δικαστήριο, χωρίς υπεκφυγές, καθώς και το ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του που συνάδει και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αφήνουν περιθώρια, κατά την κρίση μου, αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του. Με μία εξαίρεση στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, κατέθεσε με σαφήνεια στο Δικαστήριο, τα όσα ανέφερε είχαν λογική συνοχή και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η περιγραφή της συνάντησής του με την κατηγορούμενη κατά την οποία η κατηγορούμενη παραδέχτηκε την κλοπή χρηματικού ποσού από την καφετέρια υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των Μ.Κ.3, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά τη συνάντηση. Η αναφορά του ότι έναυσμα για να καλέσει την κατηγορούμενη στο γραφείο του, κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2023, δόθηκε έπειτα από τον εντοπισμό των καταγραφών των ΚΚΠ, συνάδει χρονικά με τις ημερομηνίες που αναγράφονται στα εν λόγω βίντεο (ήτοι 30/08/23). Τα ίδια τα βίντεο, εάν και από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι η κατηγορούμενη έκλεψε ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, εντούτοις αποδέχομαι ότι θα μπορούσαν να εγείρουν εύλογες υποψίες στον Μ.Κ.6 (και σε οποιοδήποτε τρίτο θεατή) ότι η κατηγορούμενη έκλεβε από το ταμείο της καφετέριας και άρα να δικαιολογήσουν την απόφασή του να την καλέσει στο γραφείο του για να ζητήσει εξηγήσεις ως προς αυτό το ζήτημα. Επίσης, η αναφορά του ότι πριν από τον εντοπισμό των βίντεο από το ΚΚΠ και την μετέπειτα καταγγελία στην αστυνομία, ο Μ.Κ.6 συνομίλησε με την Ξένια, η οποία τον ενημέρωσε ότι η κατηγορούμενη απέστελλε μεγάλα χρηματικά ποσά στο εξωτερικό, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της ίδιας της Ξένιας (Μ.Κ.10) καθώς και από το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστειλε η κατηγορούμενη στον Πάνο (Τεκμήριο 4), κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 2023, δηλαδή έπειτα από την επίδικη συνάντηση, (το οποίο, επίσης, αποδέχομαι) συνάδει με τον ισχυρισμό ότι η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι έκλεβε από το ταμείο, ότι το έκανε έπειτα από πιέσεις που δέχτηκε από τη θεία της στην Ινδία για να λάβει χρήματα και ότι η ίδια ζήτησε να της δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψει το ποσό των Ευρώ 9.000, προκειμένου να μην πάει φυλακή. Στα μηνύματα αυτά, η κατηγορούμενη φαίνεται να απολογείται έντονα για αυτό που του έκανε, αντιλαμβάνεται ότι θα ήταν δύσκολο να λάβει συχώρεση από το Πάνο, λέει ότι νιώθει ντροπή σε βαθμό που δεν μπορεί να αντικρίσει τον εαυτό της στον καθρέφτη ενώ διαβεβαιώνει, ότι έχοντας μιλήσει με τη θεία της, όλο το χρηματικό ποσό θα επιστρεφόταν στον Πάνο κατά τις επόμενες μέρες (Τεκμήριο 4). Οι δηλώσεις αυτές της κατηγορούμενης, και ο τρόπος διατύπωσης των μηνυμάτων, δεν συνάδουν με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη αναφερόταν σε χρήματα που θα πλήρωνε τον Πάνο για να διευθετήσει, δήθεν, την τέλεση κάποιου εικονικού γάμου με σκοπό την νομιμοποίηση της παραμονής της στην Κύπρο. Εξάλλου, εφόσον ως ανέφερε η ίδια η κατηγορούμενη, την ίδια περίοδο σκόπευε να διαφύγει κρυφά από την Κύπρο, ώστε να επιστρέψει στην Ινδία με απώτερο σκοπό να τελέσει γάμο εκεί, η εκδοχή ότι θα κατέβαλε το ποσό των Ευρώ 10.000 στον Μ.Κ.6 για να διευθετήσει «τα χαρτιά της», λίγες μέρες πριν φύγει, δεν παρουσιάζεται ως αληθοφανής. Ούτε φαίνεται να υπήρχε κάποιος λόγος να διαβεβαιώσει τον Πάνο, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ότι θα έπραττε κάτι τέτοιο λίγο πριν φύγει κρυφά από την Κύπρο. Αντιθέτως, τα μηνύματα αυτά, όσο και αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 13, εναρμονίζονται και υποστηρίζουν την μαρτυρία του Μ.Κ.6, ακόμη και εάν, σε αυτά, δεν αναφέρεται κάπου το ύψος του ποσού που η κατηγορούμενη συμφώνησε προφορικά να του επιστρέψει, προκειμένου να μην την καταγγείλει στην αστυνομία. Πειστικές κρίνονται και οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος ως προς το γιατί δεν κατάφερε να εντοπίσει νωρίτερα κάποια καταγραφή από το ΚΚΠ της καφετέριας, η οποία να παρουσιάζει την κατηγορούμενη να κλέβει χρήματα. Ομοίως, πειστικός κρίνεται ο λόγος που ο Μ.Κ.6 αποφάσισε να μην καταγγείλει την κατηγορούμενη στην αστυνομία την ίδια μέρα που η ίδια παραδέχθηκε ότι έκλεβε χρήματα από το ταμείο της καφετέριας. Η έντονη αντίδραση της κατηγορούμενης, ως αυτή περιεγράφηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας (έκλεγε με λυγμούς, γονάτισε στα πόδια του και τον παρακαλούσε κ.α.) σε συνδυασμό με τα παρακάλια των φίλων της που εργάζονταν στην καφετέρια, οι οποίοι ζήτησαν από τον Μ.Κ.6 να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, σαφώς θα μπορούσαν να τον ευαισθητοποιήσουν ώστε να αποδεχτεί να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Παράλληλα, εφόσον η κατηγορούμενη διαβεβαίωσε τον Μ.Κ.6 ενώπιον και άλλων προσώπων ότι θα επέστρεφε τα χρήματα το επόμενο χρονικό διάστημα, αποδέχομαι ότι ο Μ.Κ.6 θεώρησε ότι το συμφέρον του θα εξυπηρετείτο καλύτερα εάν της έδιδε αυτή την ευκαιρία, αφού έτσι είχε περισσότερες πιθανότητες να λάβει πίσω το χρηματικό ποσό που είχε κλαπεί από την εταιρεία του, το οποίο δεν θα λάμβανε διαφορετικά, ενώ ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν, σε εκείνο το στάδιο, για την τιμωρία της κατηγορούμενης μέσω της ποινικής της δίωξης. Αποδέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό του ότι στις 18/09/23, εφόσον η Μ.Κ.3 εξέφρασε την ανησυχία της σε σχέση με το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της, ο ίδιος μετέβηκε στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης για να ελέγξει κατά πόσο η ίδια είναι καλά. Εκεί βρήκε τον ανεμιστήρα ανοικτό και το κρεβάτι διαμορφωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνει την εντύπωση ότι η κατηγορούμενη ξάπλωνε εκεί. Ο Μ.Κ.6 τηλεφώνησε στο σύντροφο της κατηγορούμενης ο οποίος του ανέφερε με ειρωνικό τρόπο ότι η κατηγορούμενη θα βρίσκεται στην Ινδία. Η μόνη αδυναμία που έχω εντοπίσει στη μαρτυρία του Μ.Κ.6 αφορά στον τρόπο υπολογισμού του «ελλείματος» που παρατήρησε στην επιχείρησή του. Παρά το ότι ο Μ.Κ.6 κατέθεσε ότι κατά την καταμέτρηση του ταμείου στο τέλος της ημέρας άρχισε να παρατηρεί ελλείματα σε συνάρτηση με τις ημερήσιες πωλήσεις, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιουσδήποτε υπολογισμούς ή λογιστικές καταστάσεις από τις οποίες να διαφαίνεται κάποιο συγκεκριμένο (ή συνολικό) έλλειμα χρημάτων στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας. Δεν φαίνεται να έγινε κάποια εμπεριστατωμένη έρευνα, ούτε από τον ίδιο, ούτε από το λογιστή της επιχείρησης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ότι κατά το Φεβρουάριο του 2023 εντόπισε έλλειμα της τάξεως των Ευρώ 6.500 και ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2023 το έλλειμα αυξήθηκε στα Ευρώ 15.000 περίπου παρέμεινε μετέωρος και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τα ποσά που αναφέρθηκαν ως προς το έλλειμα που παρατηρείτο φαίνεται να αποτελούν το αποτέλεσμα ενός πρόχειρου υπολογισμού ή εκτίμησης του ίδιου του Μ.Κ.6, ο οποίος όμως δεν υποστηρίχθηκε από σχετικές λογιστικές πράξεις ή άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Παράλληλα, ο Μ.Κ.6, για τους λόγους που ανέφερε, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι υπήρχε έλλειμα στα αποθέματα (δηλαδή στο stock) της επιχείρησης, σε συνάρτηση και πάλι με τις καταγραμμένες ημερήσιες πωλήσεις, με τρόπο που να διαφαίνεται ότι γίνονταν πωλήσεις από την κατηγορούμενη (ή από άλλο υπάλληλο) σε καθημερινή βάση, χωρίς να καταγράφονται στις ταμειακές μηχανές και χωρίς να τοποθετούνται τα χρήματα από τέτοιες πωλήσεις στο ταμείο. Δεν προσδιορίστηκε, συνεπώς, κάποιο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που να αντιστοιχεί στο «έλλειμα» της επιχείρησης κατά την επίδικη περίοδο, ούτε επεξηγήθηκε με πειστικότητα ο τρόπος υπολογισμού του ελλείματος αυτού από τον Μ.Κ.
- Από αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.6, αποδέχομαι ότι, από το Φεβρουάριο του 2023, ο Μ.Κ.6 αντιλήφθηκε ότι, κατά την καταμέτρηση του ταμείου, υπήρχε σχεδόν καθημερινά έλλειμα στις ταμειακές μηχανές και ότι με το πέρας του χρόνου η επιχείρηση άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα (σε βαθμό που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες αντιμετώπιζε δυσκολία να καταβάλει μισθούς των εργαζομένων - ως ανέφερε), χωρίς όμως να ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές ποσό που υπολειπόταν ή το λόγο που παρουσιαζόταν αυτό το έλλειμα. Περαιτέρω, αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος από το Φεβρουάριο του 2023 και έπειτα, κοινοποίησε την ανησυχία του αυτή στην προϊστάμενη της καφετέριας, την κα. Κυριακή, καθώς και στους άλλους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένης και της κατηγορούμενης, καλώντας τους συχνά στο γραφείο του και ζητώντας τους να είναι πιο προσεκτικοί στην εργασία τους. Αυτή η θέση εξάλλου επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.3, Μ.Κ.7 και του Μ.Κ.
- Με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο, κρίνω το Μ.Κ.6 ως αξιόπιστο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η Μ.Κ.7 κατέθεσε με πειστικό τρόπο στο Δικαστήριο και μου έκανε άριστη εντύπωση. Ήταν ήρεμη, απαντούσε με αμεσότητα και φυσικότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, χωρίς υπερβολές και δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι επιχειρούσε να αποκρύψει οτιδήποτε ή ότι είχε λόγο να πράξει κάτι τέτοιο. Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για πρόσωπο που έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης ή το οποίο καθοδηγήθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο για το πώς θα μαρτυρήσει. Αντιθέτως, διαφάνηκε ότι είχε στενές σχέσεις με την κατηγορούμενη και ότι ήταν απογοητευμένη από τον τρόπο που η τελευταία ενήργησε, προδίδοντας την εμπιστοσύνη που της έδειξε. Παρά το ότι η αντεξέτασή της ήταν εκτεταμένη και πιεστική, η ίδια παρέμεινε ψύχραιμη και σταθερή στις πολύ συγκεκριμένες θέσεις της, απαντούσε υπομονετικά στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα όσα ανέφερε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της, η οποία εξάλλου συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.9 μου έκανε, επίσης, πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Απαντούσε ευθέως και με ξεκάθαρο τρόπο στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς υπερβολές ή υπεκφυγές. Τα όσα ανέφερε είχαν λογική συνοχή. Δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία επιβεβαιώνει και ταυτόχρονα υποστηρίζεται σε όλες τις ουσιώδεις πτυχές της από τη μαρτυρία και των υπόλοιπων μαρτύρων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο πριν από αυτόν. Η εκτεταμένη αντεξέταση που είχε υποστεί ο μάρτυρας, δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία του και έχω πεισθεί ότι τα όσα είπε αποτυπώνουν την αλήθεια. Την αποδέχομαι στο σύνολό της ως αξιόπιστη. Ομοίως, ήταν εμφανές από την όλη συμπεριφορά της Μ.Κ.10 ότι πρόκειται για άτομο που ήρθε να πει στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια και αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Βεβαίως, τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τα οποία εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση είναι περιορισμένα. Αποδέχομαι τον ισχυρισμός ότι η κατηγορούμενη πήγαινε συχνά στο περίπτερο με σκοπό να αποστείλει χρήματα στο εξωτερικό και ότι κάποιες φορές υπερέβηκε και το επιτρεπόμενο μηνιαίο όριο του ποσού που θα μπορούσε να αποσταλεί με αποτέλεσμα να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία της Λουκίας για να προχωρήσει η συναλλαγή. Αυτά προκύπτουν και από το Τεκμήριο 2 αλλά και από τα όσα κατέθεσε η Μ.Κ.3 ενώ δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από την κατηγορούμενη. Επίσης, αποδέχομαι ότι κατά τον Αύγουστο του 2023 η μάρτυρας ανέφερε στον Πάνο ότι η κατηγορούμενη αποστέλλει συχνά μεγάλα χρηματικά ποσά στο εξωτερικό. Η μαρτυρία της συνάδει και με τη μαρτυρία του Πάνου, ο οποίος ανέφερε ότι έπειτα από αυτή τη συνομιλία με την κα. Ξένια, αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη έκλεβε χρήματα από το ταμείο και έτσι, εκείνες τις μέρες, εντόπισε και το βίντεο από τα ΚΚΠ (Τεκμήριο 5). Η μαρτυρίας της Μ.Κ.8 ήταν τυπικής φύσεως. Αποδέχομαι ως σχετική και αξιόπιστη μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη συνελήφθη, κατόπιν δικαστικού εντάλματος, στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 20/09/23 καθώς επιχειρούσε να αποχωρήσει από την Κύπρο. Ο Μ.Κ.13 προσήλθε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας για να καταθέσει την γνώμη του ως προς το ύψος του ελλείματος που παρατήρησε κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι το τέλος του Αυγούστου του 2023, όταν και η κατηγορούμενη έπαυσε να εργάζεται στην καφετέρια. Δεν επιχείρησε ο μάρτυρας να υπολογίσει το έλλειμα στη βάση της καταμέτρησης των χρημάτων που βρίσκονταν στις ταμειακές μηχανές σε συνάρτηση με τις συνολικές πωλήσεις της καφετέριας. Αντί τούτου, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η κατηγορούμενη έκλεβε χρήματα από την καφετέρια, επιχείρησε να υπολογίσει το «έλλειμα στις συνολικές πωλήσεις» της καφετέριας, συγκρίνοντας τις συνολικές πωλήσεις κατά τους φθινοπωρινούς μήνες που ακολούθησαν την παύση της εργοδότητης της κατηγορούμενης με τις πωλήσεις κυρίως των καλοκαιρινών μηνών που προηγήθηκαν. Κατέληξε ότι εφόσον υπήρξε ασυνήθιστη αύξηση πωλήσεων κατά τους φθινοπωρινούς μήνες της τάξεως του 14%, υπάρχει εύλογη υποψία η κατηγορούμενη ευθύνεται για τις χαμηλές πωλήσεις που παρατηρήθηκαν (και καταγράφηκαν στις ταμειακές μηχανές) τους προηγούμενους μήνες, το οποίο, με μαθηματικές πράξεις που εξήγησε, προσδιόρισε στα Ευρώ 20.
- Η γνωμοδότησή του στηρίχθηκε στα στοιχεία που του παρέδωσε μια τρίτη εταιρεία, η οποία εγκατέστησε τις ταμειακές μηχανές στην καφετέρια και η οποία συλλέγει ηλεκτρονικά τα δεδομένα των συνολικών πωλήσεων, ως αυτά καταγράφονται ημερησίως στις ταμειακές μηχανές της καφετέριας. Αν και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από πρόσωπο που εργάζεται στην εταιρεία αυτή, η οποία να επιβεβαιώνει την αλήθεια των δεδομένων στα οποία στήριξε την έκθεσή του ο μάρτυρας, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι τα δεδομένα είναι ορθά, κατά την κρίση μου, η έκθεση που ετοίμασε ο μάρτυρας και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει πάσχει για διάφορους λόγους και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Κατ' αρχάς, ο μάρτυρας θεμελιώνει την έρευνά του στην υπόθεση ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες θα έπρεπε να παρατηρείται αύξηση στις πωλήσεις της καφετέριας σε σχέση με τους φθινοπωρινούς μήνες. Πρόκειται για υπόθεση που δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε συγκριτικά ή εμπειρικά στοιχεία, είτε προηγούμενων χρόνων, είτε ανταγωνιστικών καφετεριών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Τούτου δοθέντος, η έρευνά του δεν λαμβάνει υπόψη οποιουσδήποτε εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν τις συνολικές πωλήσεις της καφετέριας κατά τους μήνες που εξέτασε (δραστηριότητα των άλλων καφετεριών που υπάρχουν στην περιοχή, ανταγωνιστικές τιμές ή στρατηγικές που ίσως να ακολουθήθηκαν κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, άνοδος ή μείωση στην ποιότητα των προϊόντων, ψηλές θερμοκρασίες κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, περισσότερη προσοχή στην καταγραφή των πωλήσεων από τους υπόλοιπους υπαλλήλους έπειτα από την αποχώρηση της κατηγορούμενης κ.ο.κ.). Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατό να υποστηριχθεί το συμπέρασμα της έρευνας με αντίστοιχη καταμέτρηση των αποθεμάτων της καφετέριας (stock) ώστε να διαφανεί εάν υπήρξε, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, αυξημένη κατανάλωση αποθεμάτων η οποία δεν αποτυπώνεται στις καταγραμμένες πωλήσεις. Ενόψει των πιο πάνω, ευσεβάστως, θεωρώ υπεραπλουστευμένο το συλλογισμό που ακολουθήθηκε από το μάρτυρα για να υπολογιστεί το έλλειμα συνολικών πωλήσεων στην καφετέρια, ενώ το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στηρίζεται σε υποθέσεις και λογικούς ακροβατισμούς. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι θα ήταν επισφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο της έκθεσης του μάρτυρα (Τεκμήριο 21) για να καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα γεγονότων. Καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί ούτε στην συνοπτική δήλωση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20 και η οποία δεν φαίνεται να στηρίζεται σε οποιαδήποτε στοιχεία. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.13 αποδέχομαι μόνο τις εξηγήσεις που έδωσε ως προς την εταιρική δομή της επιχείρησης, ότι δηλαδή η καφετέρια ανήκει στην εταιρεία Cap Coffeeside Ltd, διευθυντής και μέτοχος της οποίας είναι ο Μ.Κ.6 και ότι η επωνυμία της καφετέριας, ήτοι «Coffee Island», προκύπτει από σχετική σύμβαση χρήσης της εν λόγω εμπορικής επωνυμίας (franchise). Επισημαίνεται ότι η κατηγορούμενη στην κατάθεσή της δεν αμφισβήτησε ότι εργοδοτείτο στη καφετέρια με την ονομασία «Coffee Island», και ότι η ίδια αναγνωρίζει ως τον εργοδότη της τον Μ.Κ.6, δηλαδή το διευθυντή και μέτοχο της εταιρείας στην οποία ανήκει η εν λόγω καφετέρια. Τούτου δοθέντος, το κατά πόσο η εταιρεία από την οποία εργοδοτείτο έφερε την εταιρική ονομασία «Cap Coffeeside Ltd» και το ότι αυτό δεν αναγράφεται στο κατηγορητήριο (αντί αυτού αναγράφεται η καφετέρια με την ονομασία «Coffee Island»), δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ούτε μεταβάλλει την ουσία των επίδικων γεγονότων που συνθέτουν τα αδικήματα που εξετάζονται, ως η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έχει αποκομίσει θετική εντύπωση από τους Μ.Κ.11, Μ.Κ.12 και Μ.Κ.
- Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο, είτε σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, είτε σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, που να με προβληματίσει ως προς την ακεραιότητα, την αμεροληψία και κατ' επέκταση την αξιοπιστία τους. Οι μαρτυρία τους αλληλοϋποστηρίζεται και γίνεται αποδεκτή. Ανέφεραν ότι βάσει των αρχείων στα οποία έχουν πρόσβαση από τις εκατέρωθεν θέσεις τους, η κατηγορούμενη έχει υποβάλει αίτημα στην Υπηρεσία Ασύλου για λήψη άδειας διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το αίτημά της απορρίφθηκε και η κατηγορούμενη καταχώρησε προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ κατά της απορριπτικής απόφασης. Από τις 16/11/22, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της ενώπιον του ΔΔΔΠ, διαμένει παράνομα στο νησί. Κανένας από αυτούς δεν έχει εντοπίσει στα αρχεία της κρατικής υπηρεσίας ότι η κατηγορούμενη έχει άδεια να εργάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το ότι η ίδια διαμένει παράνομα στο νησί. Ειδικότερα, περισσότερη βαρύτητα δίδεται στη μαρτυρία της Μ.Κ.14, λόγω της θέσης της ως λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η οποία επιβεβαίωσε ότι το αίτημα της κατηγορούμενης για να λάβει άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης έχει απορριφθεί και, έπειτα και από την απόρριψη της προσφυγής της από το ΔΔΔΠ στις 16/11/22, η κατηγορούμενη φαίνεται να διαμένει στην Κύπρο χωρίς να έχει λάβει τη σχετική άδεια. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τη μαρτυρία της κατηγορούμενης. Παρακολούθησα βήμα προς βήμα και με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που παρέθεσε η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο και την πορεία της εκδοχής της ως αυτή εναλλασσόταν και διαμορφωνόταν ανάλογα με τη θεματική ενότητα στην οποία αντεξεταζόταν, σε μια προσπάθεια να προσαρμοστεί στην ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία, ανεξαρτήτως του εάν, πράττοντας τούτο, η κατηγορούμενη υπέπεσε σε αντιφάσεις ενώ η εκδοχή που παρουσίασε, ιδωμένη στο σύνολό της, ήταν σε αρκετά σημεία, ασύμβατη με την κοινή λογική αλλά και με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Μάλιστα, το γεγονός ότι πλέον ουσιώδης πτυχές της εκδοχής αυτής δεν υποβλήθηκαν από την αρχή στους μάρτυρες κατηγορίας, κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, ως θα ήταν φυσικά και λογικά αναμενόμενο (αλλά και νομολογιακά επιβεβλημένο - βλ. ενδεικτικά Δώρος Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/2015, ημερ. 25/04/2017), και αντί αυτού διαμορφώνονταν σταδιακά κατά την παρατεταμένη εξέταση και αντεξέταση της κατηγορούμενης, την απογυμνώνει από τον όποιο μανδύα αληθοφάνειας, αποκαλύπτοντας ότι αυτή αποτελεί εν τέλει, απλώς, απαύγασμα της φαντασίας της κατηγορούμενης. Προς τεκμηρίωση αυτής μου της κατάληξης, έχω εντοπίσει και παραθέτω τα πιο κάτω σημεία: - Βασικός ισχυρισμός της κατηγορούμενης είναι ότι η καταγγελία που έγινε εναντίον της από τον εργ