← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γ. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 12772/19, 21/12/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γ. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 12772/19, 21/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12772/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γ. Γ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.12.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Λεωνίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει μία κατηγορία, η οποία αφορά στη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 236(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι στις 10/01/2017 στο Νέο Λιμάνι, Λεμεσού, κυβερνούσε το ρυμουλκό «Aspelia» με τόσο αμελή τρόπο που προκάλεσε σωματική βλάβη στον κ. Παναγιώτη Μαχλουζαρίδη. Προς απόδειξη της υπόθεσής, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες ενώ σειρά γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά και έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο πελάτης του, έτσι ώστε να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Έχω ακούσει με προσοχή όσα ανέφερε ο συνήγορος Υπεράσπισης προς υποστήριξη του αιτήματός του, καθώς και τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής και τα έχω λάβει υπόψη μου. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Η εισήγηση εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 το οποίο προνοεί πως: «Κατά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του μπορούν να εισηγηθούν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς για να του ζητηθεί να κάμει την υπεράσπιση του και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την εισήγηση του θα τον αθωώσει.» Κλασσική επί του θέματος απόφαση είναι η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, παρά μόνο εξετάζει κατά πόσο αυτή, αντικειμενικά κρινόμενη, υποστηρίζει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή κατά πόσο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Η αρχή αυτή πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο τεκμήριο της αθωότητας υπέρ κάθε κατηγορουμένου προσώπου. Παραθέτω τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο και η οποία είναι σχετική με τα ζητήματα που εγείρονται σε παρόν στάδιο της διαδικασίας: Μαρτυρία Μ.Κ.1 Ως πρώτο μάρτυρας κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ο παραπονούμενος, κ. Π.Μ.. Κατέθεσε ότι στις 10/01/2017 εργαζόταν ως λιμενικός λεμβοδηγός στο ρυμουλκό με την ονομασία Aspelia, κυβερνήτης πλοίαρχος του οποίου κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος ήταν ο άμεσα υπεύθυνος αξιωματικός για την ομαλή λειτουργία του ρυμουλκού και είχε την ευθύνη της ανθρώπινης ζωής και ασφάλειας του πληρώματος. Ως ανέφερε, ήταν το πρόσωπο που είχε τον απόλυτο έλεγχο όλων των οργάνων ναυσιπλοΐας και των χειριστηρίων του ρυμουλκού. Κάποια στιγμή, καθώς το ρυμουλκό βρισκόταν στην μπούκα του λιμανιού, ο κατηγορούμενος έδωσε διαταγή προς όλους τους ναύτες να απλώσουν τον «κάβο» (ειδικό συρματόσχοινο) από την ανέμη/βίντζη στο κατάστρωμα. Διευκρίνισε ότι αυτή η μέθοδος απλώματος του κάβου πριν από οποιαδήποτε μανούβρα (δηλαδή πλοήγηση κάποιου πλοίου) ακολουθείται πάντοτε από το συγκεκριμένο κυβερνήτη. Την εργασία αυτή ανέλαβε, ακολουθώντας τη διαταγή του κυβερνήτη ο παραπονούμενος μαζί με τον κ. Π.Σ., επίσης λιμενικό λεμβοδηγό που εργαζόταν στο ρυμουλκό. Ο παραπονούμενος τραβούσε τον κάβο, ο οποίος ξετυλιγόταν από την ανέμη και ο Π.Σ. τον άπλωνε στο κατάστρωμα. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας τους, δηλαδή τραβήγματος του συρματόσχοινου, και αφού η ανέμη είχε λασκάρει για αυτό το σκοπό, ξαφνικά το λασκάρισμα σταμάτησε και μάλιστα, στιγμιαία είχε βιράρει (δηλαδή ο κάβος είχε τυλίξει στην ανέμη). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο κάβος να τεντώσει απότομα και να κτυπήσει στον παραπονούμενο, ο οποίος τον τραβούσε, «κοντράροντας» το δεξί του χέρι και τραυματίζοντάς τον. Ως ανέφερε ο παραπονούμενος, το λασκάρισμα της ανέμης σταμάτησε χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήχησε την κόρνα, όπως έκανε πάντοτε, ώστε να καταλάβουν ότι θα σταματούσε το λασκάρισμα. Αμέσως μετά, ο παραπονούμενος ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι είχε τραυματιστεί και ο ίδιος συνέχισε, για λόγους ασφαλείας ως είπε ο μάρτυρας, τη μανούβρα του πλοίου το οποίο ήταν ήδη δεμένο. Αφού ολοκληρώθηκε η μανούβρα, και αφού το ρυμουλκό προσδέθηκε σε άλλο ρυμουλκό με την ονομασία Othello, ο κατηγορούμενος αποδέσμευσε τον παραπονούμενο ώστε να λάβει την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο παραπονούμενος ανέφερε, επίσης, ότι για κάποιους λόγους, που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση αφού ξεφεύγουν της όποιας ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου στο πλαίσιο διακυβέρνησης ή λειτουργίας του σκάφους, αναγκάστηκε να οδηγήσει ο ίδιος αυτοκίνητο για να μεταφερθεί στο τμήμα πρώτων βοηθειών της πολυκλινικής «Υγεία» και χρειάστηκε να υποβληθεί σε άμεση μικροχειρουργική επανορθωτική επέμβαση ολικής πλήρης ρήξης δικέφαλου τένοντα δεξιάς χειρός. Ερωτηθείς ο μάρτυρας, κατά την κυρίως εξέτασή του, εάν η μέθοδος που ακολουθούν άλλοι κυβερνήτες κατά την μανούβρα είναι πιο ασφαλής από τη μέθοδο που ακολουθεί ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό εξαρτάται από την κρίση του κάθε καπετάνιου και δεν έχει τις γνώσεις ή τα προσόντα ο ίδιος για να κρίνει ποια είναι η πιο ασφαλής μέθοδος. Ο μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει γιατί σταμάτησε απότομα το λασκάρισμα του κάβου. Αυτή την ερώτηση, ως είπε στον συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή, θα πρέπει να την υποβάλει στον κατηγορούμενο και όχι στον ίδιο. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος το έπραξε αυτό «επίτηδες» ή όχι, καθώς και ότι δεν είχε τύχει ξανά να συμβεί τέτοιο περιστατικό με το συγκεκριμένο καπετάνιο. Ερωτηθείς να απαντήσει εάν μπορεί να φανταστεί κάποιο λόγο που μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να φανταστεί κάτι τέτοιο. Αντεξετάστηκε ο μάρτυρας επί των περιστατικών που οδήγησαν στον τραυματισμό του, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις πιο πάνω θέσεις του. Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό του, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και παρέμεινε στο ρυμουλκό για περίπου 30-45 λεπτά. Η αντεξέταση, έπειτα, εστίασε στην επιλογή του μάρτυρα να νοσηλευτεί στην πολυκλινική υγεία αλλά και να οδηγήσει μόνος του το όχημά του για να μεταφερθεί εκεί. Μ.Κ.2 Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Λοχίας 1003, κ. Κλεάνθης Χρυσάνθου. Η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως και αφορούσε σε διάφορα διαβήματα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση του αδικήματος (όπως λήψης κατάθεσης από τον κατηγορούμενο). Λόγω του περιεχομένου της μαρτυρίας του, δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω στα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2 σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Μ.Κ.3 Ο Π.Σ. υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία με ημερομηνία 05/01/2018 (Τεκμήριο 7). Κατέθεσε ότι εργάζεται ως λιμενικός λεμβοδηγός και ότι στις 10/01/2017 βρισκόταν μαζί με τον παραπονούμενο στο ρυμουλκό με την ονομασία "Aspelia". Κυβερνήτης του ρυμουλκού ήταν ο κατηγορούμενος. Κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος έδωσε διαταγή να απλώσουν τον κάβο από την ανέμη στο κατάστρωμα. Τον κάβο μόνο ο συγκεκριμένος κυβερνήτης ζητά να τον απλώσουν για δική του ευκολία. Ο κυβερνήτης λάσκαρε τον κάβο ώστε να τον απλώσουν. Θυμάται ότι ο ίδιος και ο παραπονούμενος είχαν απλώσει περίπου 30 μέτρα. Ξαφνικά, η ανέμη αντί να κάνει «μάινα» (δηλαδή να λασκάρει), έκανε «βίρα» (δηλαδή άρχισε να τυλίγεται μέσα) με αποτέλεσμα ο κάβος να τεντώσει. Τη στιγμή που τέντωσε ο κάβος, ο μάρτυρας άκουσε τον παραπονούμενο να φωνάζει «Άου το χέρι μου» και του είπε ότι τον πονούσε και ότι του κτύπησε ο κάβος όταν τέντωσε. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι κανένας δεν ειδοποιεί τους λεμβοδηγούς πότε θα σταματήσει το λασκάρισμα. Το αποφασίζουν μόνοι τους και ειδοποιούν τον καπετάνιο, κάνοντας σήμα με το χέρι τους, ώστε να σταματήσει το λασκάρισμα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν πήρε είδηση ότι ο παραπονούμενος κτύπησε. Ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον υπεύθυνο βάρδιας και ζήτησε να αντικατασταθεί ώστε να λάβει ιατρικής περίθαλψης. Μετά από «κανένα δεκάλεπτο περίπου, μπορεί και περισσότερο», ο παραπονούμενος αποβιβάστηκε από το ρυμουλκό με σκοπό να πάει στο γιατρό. Ο μάρτυρας κατέθεσε δήλωση που ετοίμασε προς την Αρχή Λιμένων στο πλαίσιο αναφοράς ατυχήματος, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8 και αναπαράγει ουσιαστικά το περιεχόμενο της κατάθεσής του που αναφέρεται πιο πάνω. Ρωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ατυχήματα κατά το λασκάρισμα του κάβου είναι συνηθισμένο φαινόμενο αφού πολλές φορές μπορεί να «βιράρει» ο κάβος και κάποιες φορές να προκληθούν και τραυματισμοί. Δεν συνδέεται με την πείρα του συγκεκριμένου κυβερνήτη, τον οποίο αποκάλεσε ως έμπειρο. Ανέφερε ότι οι κάβοι συχνά φθείρονται, ότι «τα έμβολα παθαίνουν φθορά» και όταν «πιαστούν μέσα στον κάβο, μπορεί να μπλεχτούν» με αποτέλεσμα να μην δύναται να λασκάρει η ανέμη και να αναγκαστεί να γυρίσει πίσω. Άφησε να εννοηθεί ότι ο συγκεκριμένος κάβος ενδεχομένως να ήταν ελαττωματικός αλλά δεν ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει. Ανέφερε, όμως, ότι δεν ευθύνεται ο κυβερνήτης και ότι πρόκειται για «ατύχημα». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι λεμβοδηγοί συνήθως ενημερώνουν τον κυβερνήτη εάν παρατηρήσουν κάποιο πρόβλημα στο κάβο, εάν δηλαδή ήταν κομμένος, ώστε να αντικατασταθεί. Το ζήτημα παραμένει, όμως, υπό την ευθύνη του εκάστοτε κυβερνήτη του σκάφους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ρυμουλκό κυβερνούσαν διαδοχικά την ίδια μέρα τρεις διαφορετικοί κυβερνήτες με βάρδιες (6 ώρες ο καθένας). Η επιθεώρηση του κάβου εμπίπτει στην ευθύνη του «Ανώτερου Κυβερνήτη» αλλά δεν θυμόταν ποιος ήταν εκείνη τη μέρα. Ανέφερε ότι δεν θα αναμενόταν από τον κατηγορούμενο που ανέλαβε καθήκοντα η ώρα 6:00 το πρωί να ελέγξει τον κάβο. Επανεξεταζόμενος, όμως, διευκρίνισε ότι εφόσον την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα, κυβερνήτης ήταν ο κατηγορούμενος, λογικά είναι εκείνος που φέρει την ευθύνη επιθεώρησης του κάβου, κάτι το οποίο λόγω της ώρας και της εναλλαγής κυβερνητών του ρυμουλκού, παρουσίασε ως πρακτικά δύσκολο. Νομική πτυχή Το άρθρο 236(β) του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει ότι όποιος με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, διακυβερνά ή συμμετέχει της διακυβέρνησης ή της λειτουργίας σκάφους, είναι ένοχος πλημμελήματος. Διαφωτιστική είναι η απόφαση Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. στην οποία γίνεται ανάλυση της έννοιας της αμέλειας σε σχέση ειδικότερα με το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα. Επί του θέματος της ποινικής αμέλειας, εξηγεί το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Η «υπαίτιος αμέλεια» συνιστά τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας και εμπεριέχει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, ως εκ της διατυπώσεώς του, την υπαίτιο αμέλεια. Εντούτοις, η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 παραμένει ψηλότερου και σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence). Στην απόφαση Mcleod v. Police
(1973)2 C.L.R. 63 αναφέρθηκε (σε συνάρτηση με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, προτού αυτό τροποποιηθεί) ότι "για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδεικνύουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης μεταξύ ατόμων και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί με έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί." Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245,249). Παρά το ότι η νομολογία αναφορικά με το αδίκημα που δημιουργείται ειδικότερα βάσει του άρθρου 236(β) είναι φτωχή, καθοδηγούμενος από τη διατύπωση του άρθρου 236(β) καθώς και τις αρχές της νομολογίας που αφορά σε αμέλεια ποινικής ευθύνης, φρονώ ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα μπορούσαν να συνοψιστούν από το Δικαστήριο ως ακολούθως: (α) ο κατηγορούμενος όφειλε καθήκον επιμέλειας προς τον παραπονούμενο, (β) ο κατηγορούμενος τέλεσε αμελή πράξη (ή παράλειψη) στο ψηλό βαθμό αμέλειας που απαιτείται για σκοπούς ποινικής ευθύνης, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο το καθήκον επιμέλειας που όφειλε στον παραπονούμενο. Το επίπεδο ικανότητας και φροντίδας που κάθε κυβερνήτης ενός σκάφους θα πρέπει να επιδεικνύει είναι ο βαθμός της ικανότητας και φροντίδας που κανονικά επιδεικνύεται από εύλογα ικανά μέλη του ιδίου επαγγέλματος τα οποία κατέχουν τον ίδιο βαθμό και την ίδια εξειδίκευση αν υπάρχει, όπως ο κατηγορούμενος, (γ) η αμελής πράξη (ή παράλειψη) τελέστηκε στο πλαίσιο «διακυβέρνησης» ("navigation") ή «λειτουργίας» ("workings") σκάφους, και (δ) ο κατηγορούμενος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου ως αποτέλεσμα της αμελούς του πράξης (ή παράλειψης). Έχοντας, λοιπόν, κατά νου τη νομική πτυχή η οποία διέπει το στάδιο αυτό της διαδικασίας αλλά και το άρθρο 236(β) του Ποινικού Κώδικα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί από την κατηγορούσα αρχή, ιδωμένη στο απόγειό της, χωρίς να αξιολογείται, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου φαίνεται να προκλήθηκε από το απότομο τέντωμα του κάβου, συνέπεια του γεγονότος ότι ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, η ανέμη σταμάτησε το λασκάρισμα και μάλιστα βίραρε στιγμιαία. Αυτό που διαπιστώνει, όμως, το Δικαστήριο είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να καταδείξει, μέσω της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ποια ακριβώς ήταν η αμελής πράξη ή παράληψη που του κατηγορούμενου και η οποία είχε ως αποτέλεσμα το τέντομα του κάβου. Στην απόφαση Αντωνίου Αντώνης Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 98, το Ανώτατο Δικαστήριο παραθέτει το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Glanville Williams, "Textbook of Criminal Law", σελ. 44 ως προς το τί καλείται να κάμει η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει αμέλεια σε ποινικές υποθέσεις. Τα όσα αναφέρονται στο πιο κάτω απόσπασμα έχουν εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση: «Σε αγωγή για αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας στην έκθεση απαίτησης. Για παράδειγμα σε υπόθεση τραυματισμού πεζού από αυτοκίνητο θα πεί ότι ο ενάγων οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα, στην εσφαλμένη μεριά του δρόμου, χωρίς να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα κλπ. Δεν υπάρχουν παρόμοια δικόγραφα στις ποινικές υποθέσεις, αλλά ο κατήγορος που ισχυρίζεται αμέλεια πρέπει να είναι έτοιμος να πεί τι μπορούσε να κάμει και έπρεπε να κάμει ο κατηγορούμενος (ή να απείχε από το να το κάμει) για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. Η μαρτυρία που δίνεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τί έκαμε ο κατηγορούμενος (ή παρέλειψε να κάμει). Μετά από αυτό εναπόκειται στους ενόρκους (ή τους πταισματοδίκες) να πούν κατά πόσο η συμπεριφορά του εναγομένου αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής.» Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι η επίκληση του κανόνα res ipsa loquitor (το πράγμα μιλά αφ' εαυτού), δεν εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)CLR 134). Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να καταθέσει, ότι ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή όπως σταματήσει το λασκάρισμα της ανέμης ή ότι το έπραξε ο ίδιος μέσω του χειρισμού των μηχανημάτων του ρυμουλκού. Αυτό παρουσιάστηκε ως μια «υπόθεση» που έκανε ο παραπονούμενος, χωρίς όμως να γνωρίζει ή να είναι σε θέση να καταθέσει με θετικό τρόπο επί τούτου. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το δημόσιο κατήγορο, ο παραπονούμενος απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει για ποιο λόγο σταμάτησε το λασκάρισμα του κάβου, ότι δεν επιθυμούσε να παραθέσει στο Δικαστήριο εικασίες και επέμεινε ότι θα πρέπει να ερωτηθεί ο κατηγορούμενος αναφορικά με αυτό το θέμα. Περαιτέρω, όπως κατέθεσε ο Μ.Κ.3, το λασκάρισμα θα μπορούσε πιθανότατα να είχε σταματήσει και για λόγους που οφείλονται στη φθορά του κάβου× κάτι το οποίο ο ίδιος παρουσίασε ως συχνό ή συνηθισμένο φαινόμενο. Εντούτοις, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος αμέλησε εκείνη την ημέρα να επιθεωρήσει την κατάσταση του κάβου, ή ότι, εάν το έπραττε, τότε δεν θα υπήρχε πιθανότητα να σταματήσει το λασκάρισμα της ανέμης και άρα θα αποφευγόταν το τέντωμα του κάβου. Αντιθέτως, αυτό που ανέφερε ο Μ.Κ.3 ήταν ότι κατά τη γνώμη του, δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος για αυτό το ατύχημα. Παράλληλα, κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης του ως προς το βαθμό της ικανότητας και φροντίδας που κανονικά επιδεικνύεται από εύλογα ικανά μέλη του ιδίου επαγγέλματος, τα οποία κατέχουν τον ίδιο βαθμό και την ίδια εξειδίκευση, όπως ο κατηγορούμενος. Δεν παρουσιάστηκε, δηλαδή, μαρτυρία από άλλους κυβερνήτες ρυμουλκών ή άλλους εμπειρογνώμονες επί αυτών των ζητημάτων. Οι ίδιοι μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο διευκρίνισαν ότι δεν έχουν εξειδικευμένη γνώση επί τέτοιων θεμάτων και ότι απλά ακολουθούν οδηγίες ή διαταγές. Κατά συνέπεια, δεν δόθηκε η ευκαιρία στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις εφαρμοστέες πρακτικές ή τη γνώμη ειδικών ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται κατά τη μανούβρα ή το λασκάρισμα του κάβου ώστε να κρίνει εάν οι πράξεις του κατηγορούμενου ξεφεύγουν του βαθμού επιμέλειας που απαιτείται από ένα εύλογο κυβερνήτη ρυμουλκού σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Αν και η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν φαίνεται να επικεντρώνεται σε αυτό το ζήτημα, όσον αφορά την όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε από το χρόνο του τραυματισμού του παραπονούμενου μέχρι την αποβίβαση του από το ρυμουλκό, κατά την κρίση μου αυτά είναι ζητήματα που ενδεχομένως άπτονται της αστικής ευθύνης του κυβερνήτη ή άλλου υπεύθυνου προσώπου, τα οποία, όμως, δεν εμπίπτουν σε πράξεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο «διακυβέρνησης» ή «λειτουργίας» του σκάφους, ως προσδιορίζει το άρθρο 236(β) του Ποινικού Κώδικα. Νοείται ότι δεν είναι όλες οι ενέργειες, πράξεις ή παραλήψεις ενός κυβερνήτη που εμπίπτουν στο εύρος του άρθρου 236(β) του Ποινικού Κώδικα, αλλά μόνο εκείνες που γίνονται στο πλαίσιο διακυβέρνησης ή λειτουργίας του σκάφους. Για χρήσιμη καθοδήγηση ως προς τις έννοιες των όρων αυτών, παραπέμπω στις αποφάσεις Παναγίδης ν. του πλοίου ATALANTE κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 969, Steedman v. Scofield [1992] 2 Lloyd's Rep 163 και ΜΑΧΛΟΥΖΑΡΙΔΗΣ v. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 9/2019, 3/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D101. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι η όποια καθυστέρηση προκλήθηκε μέχρι ο παραπονούμενος να διακομισθεί στο τμήμα πρώτων βοηθειών, και στο βαθμό που αυτή οφείλεται στον κατηγορούμενο, έθεσε σε κίνδυνο της ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου ως οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ή ότι επιδείνωσε δυσμενώς την κατάστασή του. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη το ψηλό βαθμό αμέλειας που απαιτείται να αποδειχθεί στη βάση του άρθρου 236(β) του Ποινικού Κώδικα για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και με δεδομένο το κενό που παρατηρείται στην μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αναπόδραστα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ...... Θ. Συμεωνίδης, προσ. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.