← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 7936/22, 4/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 7936/22, 4/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7936/22 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v Σ. Μ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 04.11.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Κυπρίζογλου Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Π.Κ[1]. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι στις 29.06.21 προκάλεσε στο πρώην συμβίο της, J.A.G., από την Πολωνία, τρόμο απειλώντας τον με τη φράση: «Αν ξαναέρθεις εδώ θα πω του JG από την Πολωνία να σε εξαφανίσει και θα πω του Κ.Μ. να σε πυροβολήσει στο κεφάλι». Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες και, από την πλευρά της, η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, ως αυτή μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο, έχει ως εξής: Μ.Κ.1 - J.A.G. Υιοθετώντας το περιεχόμενο δύο καταθέσεων του στην αστυνομία ημερομηνίας 09.07.21 και 22.07.21[2], ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την κατηγορούμενη από το 2010 και διέμεναν μαζί, μέχρι που χώρισαν περί το Φεβρουάριο του

  1. Κατά τη διάρκεια της σχέσης του απέκτησαν μαζί δύο παιδιά. Η επικοινωνία του παραπονούμενου με τα παιδιά του, έπειτα από το χωρισμό τους ήταν περιορισμένη. Σε αυτό συντέλεσε και η έκδοση δικαστικού διατάγματος απομάκρυνσης του παραπονούμενου από την κατηγορούμενη στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης. Στις 09.07.21 καθώς ο παραπονούμενος βρισκόταν στο γήπεδο προπόνησης ποδοσφαίρου και κρατούσε στην αγκαλιά το μικρότερό τους γιο, η κατηγορούμενη όρμησε τρέχοντας καταπάνω του, άρπαξε το παιδί από την αγκαλιά του και ξεκίνησε να φωνάζει δυνατά ότι δεν θα του επιτρέψει να τα ξαναδεί. Τότε του είπε τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο στην αγγλική γλώσσα. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να απομακρυνθεί ώστε να μην βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων από εκείνη, ως οι πρόνοιες του διατάγματος που είχε εκδοθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο. Στο άκουσμα της επίδικης φράσης ο παραπονούμενος ένιωσε φόβο. Πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη είχε στο αυτοκίνητό της ένα μεγάλο όπλο, το οποίο είχε δει άλλη φορά, όταν εκείνος τις επέστρεψε τα παιδιά και χρειάστηκε να ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου για να τοποθετήσει το μικρό ποδήλατο του μωρού. Όταν ο παραπονούμενος είδε το όπλο και την ρώτησε γιατί είχε όπλο στο αυτοκίνητό της, αυτή του απάντησε «για ανθρώπους σαν εσένα». Μ.Κ.2 - Αστ. 3081 Κ.Ο. Ο Μ.Κ.2 είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, στη Λεμεσό. Υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του που ετοίμασε προηγουμένως[3]. Ανέφερε ότι στο πλαίσιο εξέτασης καταγγελίας που έγινε από την κατηγορούμενη εναντίον του εδώ παραπονούμενου, έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο στις 09.07.
  2. Στο πλαίσιο της κατάθεσής του, ο παραπονούμενος κατήγγειλε την κατηγορούμενη ότι τον απείλησε στις 29.06.
  3. Ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση στις 06.08.21[4] και την ίδια μέρα την κατηγόρησε γραπτώς[5]. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο ο παραπονούμενος, κατά τη λήψη της κατάθεσής του, του είχε αναφέρει την επίδικη φράση στην αγγλική γλώσσα και ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη καταθέτοντας στο Δικαστήριο αρνήθηκε ότι απείλησε τον παραπονούμενο. Ανέφερε ότι έπειτα από το χωρισμό τους, η συμπεριφορά του παραπονούμενου ήταν γενικά παρενοχλητική και ότι η ίδια είχε μεταβεί αρκετές φορές σε αστυνομικό σταθμό για αυτό το λόγο. Πλέον όταν τον βλέπει ή όταν την πλησιάζει, η ίδια φεύγει ή τρέμει ή μπορεί και να λιποθυμήσει. Είπε ότι λόγω της συμπεριφοράς του και παρά τα περιοριστικά μέτρα που έχουν εκδοθεί εναντίον του, εκείνη και τα παιδιά της περνούν «ένα μαρτύριο». Κατά το επίδικο συμβάν, ο παραπονούμενος φαινόταν να βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών και ήταν σε άσχημη κατάσταση. Τον πλησίασε για να πάρει το παιδί και τότε αυτός άρχισε να φωνάζει, τους ακολούθησε μέχρι το αυτοκίνητο, κόλλησε το πρόσωπο του τζάμι, κτυπούσε και κλοτσούσε και την απείλησε κάνοντας χειρονομίας, δείχνοντάς της το κεφάλι και υπονοώντας ότι η ώρα της έχει τελειώσει. Η κατηγορούμενη κατάφερε να φύγει με τη βοήθεια προσώπου, επίσης Πολωνικής καταγωγής, που βρισκόταν στο γήπεδο. Έπειτα, η ίδια προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του για παρακοή διατάγματος σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου περιστατικού, και τότε ο παραπονούμενος, κατά την άποψη της εκδικητικά, προέβη στην επίδικη καταγγελία ότι δήθεν τον απείλησε. Όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται στην επίδικη φράση, πρόκειται για τον πρώην εργοδότη του παραπονούμενου και τον νυν σύντροφο της κατηγορούμενης, οι οποίοι της συμπαραστάθηκαν, έπειτα από το χωρισμό της και κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου που πέρασε λόγω της στάσης που κράτησε ο παραπονούμενος. Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχω αποτιμήσει τα όσα έχουν αναφέρει και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[6], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[7]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία[8]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[9]. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[10]. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν τυπικής φύσεως και περιορίστηκε στο να παραθέσει τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση του αδικήματος. Δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που να δύναται να κλονίσει την αξιοπιστία του, ούτε επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από την πλευρά της Υπεράσπισης. Αποδέχομαι, λοιπόν, τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Υπεισερχόμενος στη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.1), εντόπισα κάποιες αδυναμίες στη μαρτυρία του, η οποία υπολειπόταν αμεσότητας και σαφήνειας, εφόσον η περιγραφή των γεγονότων που παρέθεσε ήταν σε αρκετά ουσιώδη σημεία συγκεχυμένη ή αόριστη και γενικότερα η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε κατάφερε να δημιουργήσει ρήγματα στην αξιοπιστία του. Επισημαίνω τα εξής: Ο παραπονούμενος στην προσπάθειά του να υποστηρίξει τη θέση του ότι είχε φοβηθεί από τη φράση που ξεστόμισε η κατηγορούμενη ανέφερε ότι είδε ότι η ίδια κατείχε ένα μεγάλο όπλο, το οποίο φύλαγε στο καπό του αυτοκινήτου της και μάλιστα, ότι όταν την ρώτησε γιατί είχε αυτό το όπλο, η ίδια του απάντησε ότι προοριζόταν για άτομα όπως τον ίδιο. Δεν διευκρινίστηκε εάν αυτό το συμβάν είχε λάβει χώρα την μέρα του επίδικου περιστατικού ή σε προηγούμενη ημερομηνία. Σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του είχε αναφέρει ότι «μια άλλη φορά» είχε δει το όπλο (και άρα πριν το επίδικο περιστατικό) και σε άλλο, από τα λεγόμενά του, προέκυπτε ότι είχε δει το όπλο την ίδια ημέρα[11]. Αυτό που έχει σημασία, εν προκειμένω, είναι το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν αναφέρθηκε σε αυτό το συμβάν σε καμία από τις καταθέσεις του στην αστυνομία και ήγειρε αυτό τον ισχυρισμό για πρώτη φορά στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή του, δύο χρόνια μετά. Όταν ρωτήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης για ποιο λόγο δεν ανέφερε αυτό το πολύ σοβαρό συμβάν στην αστυνομία, το οποίο σχετίζεται με την καταγγελία του εφόσον προσδίδει στην ισχυριζόμενη απειλή μία σοβαρότερη διάσταση, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια πειστική εξήγηση. Θεωρώ ότι εάν ο παραπονούμενος είχε όντως δει την κατηγορούμενη να κατέχει «ένα μεγάλο όπλο» και αν του είχε, μάλιστα, αναφέρει ότι προοριζόταν για άτομα σαν και εκείνον, είτε αυτό έγινε πριν, είτε κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος, τότε λογικά θα το είχε συνδέσει εξ αρχής με την υπό κρίση απειλή προς το πρόσωπό του (όπως έκανε στο Δικαστήριο), θα είχε αποτυπωθεί στη μνήμη του και θα το είχε αναφέρει στην αστυνομία όταν κλήθηκε να δώσει κατάθεση καταγγέλλοντας την επίδικη απειλή ή τουλάχιστον θα το ανέφερε αργότερα κατά τη συμπληρωματική του κατάθεση. Υπό τις περιστάσεις, η περιγραφή του εν λόγω γεγονότος προβάλλει ως εκ των υστέρων σκέψη του παραπονούμενου, η οποία τέθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να προσδώσει περισσότερη πειστικότητα στον ισχυρισμό του ότι στο άκουσμα της απειλής από την κατηγορούμενη ο ίδιος ένιωσε «μεγάλο φόβο». Λόγω τούτου, αποδυναμώνεται η μαρτυρία του. Περαιτέρω, στην κατάθεσή του στην αστυνομία ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ξεστόμισε την επίδικη φράση στην αγγλική γλώσσα. Όταν του ζητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης να γράψει ή να επαναλάβει τη φράση στην αγγλική γλώσσα, όπως δηλαδή την άκουσε, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να το πράξει, λέγοντας ότι δεν ξέρει να γράφει αγγλικά αλλά αντιλαμβάνεται όταν τα ακούει. Διαισθανόμενος, ενδεχομένως, ότι η αδυναμία του να επαναλάβει την επίδικη φράση στην αγγλική γλώσσα, όπως την άκουσε, θα επηρέαζε την ποιότητα της μαρτυρίας του, ο παραπονούμενος έπειτα υπαναχώρησε από την αρχική του θέση και ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είχε ξεστομίσει την επίδικη φράση «και στα αγγλικά και στα πολωνικά». Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι ένιωσε «μεγάλο φόβο» στο άκουσμα της επίδικης φράσης (σε συνδυασμό με την κατοχή ενός όπλου από την κατηγορούμενη το οποίο προοριζόταν για τον ίδιο) δεν συνάδει με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό αμέσως. Κατήγγειλε το περιστατικό στις 09.07.21, δηλαδή περίπου 10 μέρες αργότερα, και αυτό το έπραξε μόνο όταν κλήθηκε για να δώσει κατάθεση σε σχέση με καταγγελία που υπέβαλε η κατηγορούμενη εναντίον του για παρακοή δικαστικού διατάγματος. Ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της καταγγελίας από τον παραπονούμενο εγείρουν ερωτήματα ως προς τη γνησιότητα της καταγγελίας του εφόσον κατά το χρόνο υποβολής του παραπόνου του, ο παραπονούμενος είχε πλέον κίνητρο να καταγγείλει την κατηγορούμενη, είτε για να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα τυχόν δικής του μεμπτής συμπεριφοράς, είτε για σκοπούς εκδίκησης σε σχέση με την καταγγελία που υπέβαλε πρώτη η κατηγορούμενη εναντίον του. Ενόψει του ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι η μόνη ενοχοποιητικής φύσεως μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον της κατηγορούμενης, η ύπαρξη κίνητρου από μέρους του παραπονούμενου έχει τη σημασία της. Νοείται ότι το Δικαστήριο καλείται να αντικρίσει το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου με ιδιαίτερη προσοχή και διερευνητική διάθεση (όχι όμως με προκατάληψη), έχοντας επίγνωση του κινδύνου λανθασμένης καταδίκης εάν την στηρίξει στη μαρτυρία ενός μόνο προσώπου, το οποίο, μάλιστα, φαίνεται να έχει κάποιο κίνητρο για να καταθέσει ψευδώς εναντίον της. Παρεμβάλλεται ότι ο παραπονούμενος είχε επανειλημμένα αναφέρει, τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο, ότι κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος βρίσκονταν στο χώρο και άλλα άτομα, τα οποία άκουσαν την κατηγορούμενη να απειλεί τον παραπονούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη μαρτυρία του. Στην κατάθεσή του στην αστυνομία αναφέρθηκε σε κάποια «Sylvia» ενώ στο Δικαστήριο ανέφερε ότι είχε δώσει τα στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων αυτών τον αστυφύλακα ο οποίος έλαβε την κατάθεση, δηλαδή στο Μ.Κ.
  4. Εντούτοις, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας, ο οποίος θα μπορούσε να ενισχύσει τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ούτε υποβλήθηκε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κάποια σχετική ερώτηση προς το Μ.Κ.2, ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς το εάν αναζητήθηκαν ή όχι τα πρόσωπα αυτά από την αστυνομία, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και εάν ναι, ποια ήταν η δική τους εκδοχή. Η παράληψη εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής να κλητεύσει πρόσωπα, τα οποία κατ' ισχυρισμό ήταν παρόντες και άκουσαν τα όσα έλαβαν χώρα κατά το επίδικο συμβάν και άρα θα μπορούσαν είτε να ενισχύσουν, είτε να διαψεύσουν την εκδοχή του παραπονούμενου, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο για την παράληψη αυτή, αν και δικονομικά θεμιτή στο πλαίσιο συνοπτικής εκδίκασης υποθέσεων, εντούτοις δημιουργεί κενά και, εν τέλει, αποδυναμώνει περαιτέρω την ισχύ της περιορισμένης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε εναντίον της κατηγορούμενης. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου, ούσα η μόνη ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον της κατηγορούμενης, δεν ήταν αρκούντως ισχυρή και συμπαγής. Ενόψει των κινδύνων που ελλοχεύουν από τυχόν αποδοχή της μαρτυρίας του και με δεδομένη την αβεβαιότητα που διακατέχει το Δικαστήριο ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας αυτής, καταλήγω ότι, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν επισφαλές να στηριχτώ μόνο σε αυτή τη μαρτυρία για να προβώ σε ευρήματα γεγονότων, που εκ των πραγμάτων θα οδηγούσαν σε καταδικαστική απόφαση εναντίον της κατηγορούμενης. Συνεπώς, η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της κατηγορούμενης, η κατηγορούμενη άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Η συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, η συναισθηματική φόρτιση που την διακατείχε όταν κατέθετε, η απουσία αντιφάσεων και ο αυθόρμητος και πηγαίος τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, σε αντιπαραβολή με την υπόλοιπη τεθείσα μαρτυρία, με έπεισαν για την αλήθεια της εκδοχής της, ότι δηλαδή η ίδια δεν απείλησε την παραπονούμενο εκείνη την ημέρα. Αυτό είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση. Σημειώνεται ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της ως προς τη γενικότερη συμπεριφορά του παραπονούμενου, και δη περί παρενοχλητικής ή κακοποιητικής φύσεως ενεργειών του έπειτα από το χωρισμό τους, κατ' επανάληψη, σε άλλες χρονικές περιόδους, δεν υποβλήθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο στον ίδιο κατά την αντεξέτασή του, ούτε σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα γεγονότα, και για αυτό το λόγο δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα για την κατάληξη ανάλογων ευρημάτων. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν κα την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Εφόσον, η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν ήταν τέτοιας ποιότητας ή πειστικότητας ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί με ασφάλεια σε εύρημα ότι η κατηγορούμενη ξεστόμισε την επίδικη φράση προκαλώντας φόβο στον παραπονούμενο, αντιθέτως εύρημά μου είναι ότι η κατηγορούμενη δεν έπραξε κάτι τέτοιο, έπεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποσείσει το βάρος να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Αναπόδραστα η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 91Α του Π.Κ. διαλαμβάνει τα εξής: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία

(3)έτη.» [2] Τεκμήριο 1Α και 1Β και Τεκμήριο 2Α και 2Β [3] Τεκμήριο 3 [4] Τεκμήριο 5 [5] Τεκμήριο 4 [6] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563 [7] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614 [8] Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016 [9] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). [10] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422 [11] Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε: «Είδα το όπλο γιατί μια άλλη φορά όταν έφερα τα μωρά [.]» ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε: «[.] έγινε το γεγονός που μου άπραξε το μωρό και ήταν το όπλο στο καπό της [.]». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.