ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Θ. Π., Αρ.Υπόθεσης: 7109/20, 3/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B2 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 7109/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ εναντίον Θ. Π. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.2.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γιαννακάς Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ (Μετά από Διάλλειμα) Δύο είναι οι κατηγορίες που προσάπτονται στον κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο για τα γεγονότα που επεσυνέβηκαν την 4 Σεπτεμβρίου 2020 στον Αστυνομικό Σταθμό εντός του Αερολιμένα Λάρνακας. Η πρώτη κατηγορία αφορά σε επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα ενώ η δεύτερη αφορά την πρόκληση ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφαλαίου
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και περί τις 16:00 το απόγευμα, στον Aστυνομικό Σταθμό του Αερολιμένα Λάρνακας, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή στον Αστυφύλακα με αριθμό 596 Μ.Μ. (1η κατηγορία) προκαλώντας παράλληλα, χωρίς ευλογη αιτία, θόρυβο και ταραχή σε δημόσιο μέρος, κατά τρόπο που προκάλεσε διασαλεύση της ειρήνης (2η κατηγορία). Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Μοναδικός μάρτυρας της Kατηγορούσας Aρχής, ο Aστυφύλακας 596, Μάριος Μιχαέλας. Kατέθεσε ως Tεκμήριο 1, την κατάθεση που ετοίμασε σε ό,τι αφορά τα επίδικα γεγονότα. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην ΔΑΣΑ όντας τοποθετημένος στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Κοινού στο Αεροδρόμιο Λάρνακας. Κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα 07:00 ανέλαβε καθήκον για συνεχή υπηρεσία μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Περί της 15:50 προσήλθε στο σταθμό ο Αστυφύλακας 5051 Ν. Η. μαζί με τον κατηγορούμενο, αναφέροντας ότι ο τελευταίος, παρά τις επανειλημμένες παρατηρήσεις που του είχαν γίνει για να τοποθετήσει την μάσκα του ευρισκόμενος εντός του χώρου με την ένδειξη «Αναχωρήσεις» του αεροδρομίου, αυτός αρνείτο πεισματικά, ζητώντας επίμονα όπως του καταδειχθεί το εκδοθέν υπό του Υπουργού Υγείας, Διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τον Περί Λοιμοκαθάρσεων Νόμο, Κεφ.
- Ο Αστυφύλακας 5051 τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί εξώδικος για το αδίκημα που διέπραξε, συνοδεύοντας τον προς τον Αστυνομικό Σταθμό του Αερολιμένα, ούτως ώστε να του υποδειχθεί, το Διάταγμα. Ο κατηγορούμενος εισερχόμενος εντός του Αστυνομικού γραφείου/ σταθμού, διαμαρτυρόταν, και ζητούσε επίμονα όπως αυτό του υποδειχθεί. Ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως σταματήσει να φωνάζει, καθίσει στην καρέκλα, και ηρεμήσει. Αντί τούτου ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, ακουμπώντας το χέρι του στο στήθος του, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω, στην προσπάθεια του όπως, τρέχοντας, εξέλθει του σταθμού. Ο ΜΚ1 τον ακολούθησε στην προσπάθειά του να τον αναχαιτίσει. Ο κατηγορούμενος χτύπησε με το δεξί του χέρι τον ΜΚ1 στο πρόσωπο και στο χέρι, φωνάζοντας δυνατά επανειλημμένως: «αφήστε με να φύγω». Με τη βοήθεια του Aστυφύλακα 5068 Β. K., κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν όπου και τον πληροφόρησαν για τα αδικήματα που διέπραξε ήτοι, της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και της ανησυχίας που προκάλεσε χωρίς εύλογη αιτία, σε δημόσιο μέρος. Αφού του επίστησαν την προσοχή του στον Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Αφήστε με να φύγω» με την αστυνομία να τον συλλαμβάνει για την διάπραξη των πιο πάνω αυτόφωρων αδικημάτων. Αφού του επίστησαν εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε: «Αφήστε με, περιμένω την κοπέλα μου». Η σύλληψη του κατηγορουμενου έλαβε χώρα η ώρα 16:
- Η ώρα 16:10 παραδόθηκαν σε αυτόν και γραπτώς τα δικαιώματα του, στην Ελληνική, τα οποία ο ΜΚ1 του διάβασε, αφού ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να τα διαβάσει ή να υπογράψει παραλαβή τους. Την ίδια μέρα και ώρα περί τις 17:00, o MK1 παρέδωσε τον συλληφθέντα στην Λοχία 4311 για τα περαιτέρω. Ερωτηθείς απο την κα. Γιαλλουρου, επανέλαβε ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν τα καθήκοντα του ήταν στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Κοινού στον Αστυνομικό Σταθμό εντός του Αερολιμένα, με τον ίδιο να φέρει κατά τον επίδικο χρόνο την Αστυνομική του στολή. Δήλωσε ότι στο χώρο όπου εργαζόταν, προσέρχονταν πολίτες και γενικά το κοινό για να εξυπηρετηθούν ή για να λάβουν πληροφορίες. Σημειώνεται στο στάδιο αυτό ότι, ο κατηγορούμενος παρά τον χρόνο που του δόθηκε για να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του, επέλεξε όπως εκπροσωπήσει εαυτόν. Ο κ. Γ. ανέλαβε την υπόθεση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, όπου και αγόρευσε προς υπεράσπιση των θέσεων του πελάτη του, αναφέροντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή, δεν έχει αποδείξει, στον κατά την Νομολογία απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση της. Αντεξέτασε λοιπόν ο κατηγορούμενος τον ΜΚ1, αναφέροντας του, ότι ούτε ο ίδιος (δηλαδή ο ΜΚ1), έφερε μάσκα όταν συνομιλούσαν εντός του σταθμού. Την θέση αυτή ο ΜΚ1 απέρριψε δηλώνοντας ότι ο ίδιος, καθήκοντως έφερε αυτή, σύμφωνα με το πρόσταγμα του Νόμου και των Διαταγμάτων. Ο μάρτυρας δήλωσε άντεξεταζόμενος ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν συμμορφωνόταν με το Διάταγμα, αρνούμενος όπως τοποθετήσει την μάσκα του, οδήγησε τον συνάδελφο του, όπως τον καταγγείλει εξωδίκως για το εν λόγω αδίκημα, συνοδεύοντας τον ταυτόχρονα εντός του σταθμού, για να του δείξει το Διάταγμα του Υπουργού Υγείας, ως η παράκληση του τελευταίου. Οι φωνασκίες του κατηγορούμενου και η αρνητική του στάση προς τις επανειλημμένες συστάσεις που του γίνονταν για να ηρεμήσει, οδήγησαν στο επίδικο συμβάν. Το Διάταγμα δεν καταδείχθηκε τελικώς στον κατηγορούμενο, αφού, προηγήθηκαν τα επίδικα γεγονότα, Διάταγμα όμως, το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν γνωστόν τοις πάσι ότι, ήταν σε ισχύ. Στη θέση του κατηγορουμένου ότι υπήρχαν ακόμη έξι αστυνομικοί τουλάχιστον γύρω του, οι οποίοι τον συνέλαβαν επειδή φώναζε, ο μάρτυρας απάντησε ότι κανένας άλλος δεν τον είχε συλλάβει παρά μόνο ο ίδιος, για τα αυτόφωρα αδικήματα της πρόκλησης ανησυχίας και της επίθεσης κατά οργάνου του Νόμου, αφού στην προσπάθεια του ΜΚ1 όπως τοποθετήσει σε αυτόν χειροπέδες, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε προς τα πίσω, τρέχοντας από το σταθμό με κατεύθυνση τον χώρο αναχωρησεων. Τον ακολούθησε για να τον σταματήσει και ο κατηγορούμενος ανεμίζοντας τα χέρια του, τον χτύπησε επίσης, στο πρόσωπο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Kατηγορούσας Aρχής, το Δικαστήριο με απόφαση του, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, εξηγώντας του ταυτοχρόνως τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως κατάθεσει ένορκως. Μαρτυρία Κατηγορούμενου: Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ως προς την εξέλιξη των γεγονότων κατά την επίδικη ημερομηνία έχουν, εν συντομία, ως ακολούθως. Ο ίδιος βρισκόταν στον Αερολιμένα Λάρνακας, περιμένοντας «από το παραθυράκι από την τζαμαρία» μία κοπέλα για να την παραλάβει. Τον προσέγγισε Αστυνομικός του οποίου τα διακριτικά δεν θυμάται, κάνοντας του σύσταση όπως τοποθετήσει την μάσκα του. Ο κατηγορούμενος, ζήτησε όπως του υποδειχθεί το Διάταγμα του Υπουργού. Ο Αστυνομικός που τον προσέγγισε του ανέφερε ότι μπορεί «να τον πάρει πάνω», δηλαδή στον Αστυνομικό σταθμό εντός του Αερολιμένα, για να του δείξει, παραδίδοντας του γραπτώς, εξώδικο για την παράβαση που διέπραξε. Με την είσοδο του στον Αστυνομικό σταθμό, ο ΜΚ1, εξεμάνην εναντίον του, ζητώντας του εξηγήσεις ως προς το γιατί δεν φοράει την μάσκα του. Ο κατηγορούμενος τόνισε σε αυτό το σημείο, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή όταν ο ΜΚ1 του φώναζε, ούτε αυτός, δηλαδή ο ΜΚ1, φορούσε την μάσκα του. Στον χώρο υπήρχαν ακόμη σίγουρα έξι αστυφύλακες, μπορεί και περισσότεροι. Ακολούθησε έντονη συζήτηση, με τον ίδιο να απαιτεί να δει το Διάταγμα και αφού τελικώς αντιλήφθηκε ότι η Αστυνομία δεν θα του το έδειχνε, αποφάσισε όπως αποχωρήσει. Εκείνη τη στιγμή, ο κ. Μ., έδωσε διαταγή όπως τον συλλάβουν, αρπάζοντας τον. Η σύλληψη του έγινε λίγο έξω από το σταθμό, με τους αστυνομικούς να κάνουν χρήση, ως ο ίδιος πιστεύει, οπλισμού, με σκοπό να τον αναχαιτίσουν. Τον εν λόγω οπλισμό δεν είδε, ούτε μπόρεσε να περιγράψει. Άντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ακουμπούσε πάνω στο γυαλί της εισόδου του αερολιμένα, αλλά από την εξωτερική του πλευρά. Συμφώνησε με την κατήγορο ότι δεν ζήτησε διευκρινήσεις από τον Αστυφύλακα 5551, ως προς το γιατί όφειλε όπως φέρει την μάσκα του, αφού ήταν, κατ' ισχυρισμόν σε εξωτερικό χώρο. Συμφώνησε επίσης ότι έλαβε δεκαπενθήμερη εκπαίδευση στην Αστυνομία, με τον ίδιο για ένα σύντομο διάστημα να απασχολείται και να αποτελεί μέρος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Αστυνομίας. Του υπέβαλε η κατήγορος ότι δυνάμει αυτής της εκπαίδευσης που έλαβε, ήταν σε καλύτερη θέση από άλλους πολίτες, όπως γνωρίζει για το πώς και πού μπορούσαν ευκόλως, να εντοπιστούν τα Διατάγματα του Υπουργού, θέση την οποία αρνήθηκε. Παραδέχθηκε ότι, κατά το στάδιο της εισόδου του στον Αστυνομικό σταθμό του Αερολιμένα Λάρνακας, «δεν ήταν απόλυτα ήρεμος», με τον ίδιο και τον ΜΚ1, να φωνάζουν, παραδεχόμενος τελικά, ότι φωνασκούσε. Ποτέ του δεν είχε πρόθεση να κτυπήσει τον οποιονδήποτε, όμως, όπως ο ίδιος δήλωσε στην σελίδα 9 των πρακτικών ημερ. 19.1.23,: «όταν το έκαμαν τούτο - (την χρήση οπλισμού), εγώ αφήνιασα εκείνη την ώρα, δεν κτύπησα, ούτε πήγα με πρόθεση να χτυπήσω, αλλά αντέδρασα. Ήταν πολλά ενστικτωδώς εκείνο το πράγμα, αλλά ούτε του χτύπησα». Τέλος, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος, δεν μπόρεσε με βεβαιότητα να πει αν όντως έγινε η χρήση οποιουδήποτε οπλισμού, είτε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, είτε αντεξεταζόμενος, δηλώνοντας τελικώς ότι, μπορούσε να ήταν ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, το οποίο ο ίδιος εξέλαβε ως να ήταν οπλισμός, ήτοι, ακόμη και κινητό τηλέφωνο. Νομική Πτυχή/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονά μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). O μάρτυρας κατηγορίας άφησε το Δικαστήριο με άριστες εντυπώσεις. Η ειλικρίνειά του όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους του όπως, είτε αποκρύψει γεγονότα είτε να τα αλλοιώσει. Ο ίδιος περιέγραψε παραστατικά τα όσα κατά την δική του εκδοχή έλαβαν χώρα την επίδικη ημερομηνία, εξηγώντας με πάσα λεπτομέρεια πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Παρά την αντεξέτασή του από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημερομηνία, αυτός δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση με τα όσα ανέφερε προφορικώς ενώπιον του Διακστηρίου. Αντιθέτως κάθε απάντησή του αντανακλούσε και ενίσχυε τις αρχικές του θέσεις, ως αυτές καταγράφησαν στην κατάθεση του, προ μίας πλέον, τριετίας. Την μαρτυρία του συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της ως πλήρως αξιόπιστη. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας κατηγορίας, οι θέσεις του κατηγορούμενου δεν έπεισαν. Ποτέ τελικά, δεν κατάφερε όπως δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν του συμβάντος, δηλαδή αν αυτός βρισκόταν όντως εντός ή εκτός του χώρου του αεροδρομίου όταν του έγινε η σύσταση όπως τοποθετήσει την μάσκα του, ενώ, σε ότι αφορά τις υπό κρίση κατηγορίες, που αφορούν σε επίθεση κατά οργάνου της τάξης και την πρόκληση ανησυχίας, οι θέσεις του ήταν συνεχώς εναλλασσόμενες, πότε αναφέροντας ότι ποτέ δεν κτύπησε τον αστυνομικό, πότε ότι δεν είχε πρόθεση να τον κτυπήσει, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο όπως ίσως τον κτύπησε αφού «αφηνίασε», ότι ο ίδιος δεν φώναζε, θέση όμως την οποία σύντομα αντεξεταζόμενος ανέτρεψε, παραδεχόμενος ότι δεν ήταν ήρεμος αλλά, φωνασκούσε. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου, δεν έπεισε, και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα, όποιος: (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεµµένα παρεµποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδροµή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· ... είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Αντίστοιχα, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 95 του Κεφ. 154: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δηµόσιο χώρο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών µηνών» . Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που προκάλεσε ανησυχία και επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή στον Αστυνομικό Μ. Μ. Αστ. [ ]. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 244(β) είναι πρώτο, η επίθεση εναντίον οργάνου τηρήσεως της τάξης, δεύτερο, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται συναφώς με τις υπό κρίση κατηγορίες είναι κατά πόσο οι ενέργειες του ΜΚ1 στον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμες, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ή παράνομες. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία απαντά στο ερώτημα δηλώνοντας ότι, στο σύνολό τους, οι ενέργειες του ΜΚ1, από τη στιγμή που προσπάθησαν όπως ηρεμήσουν τον κατηγορούμενο, μέχρι τη στιγμή της ακινητοποίησής του, περιλαμβανομένης και της σύλληψης του, ήταν καθ' όλα νόμιμες. Αυτονόητο πως, η αστυνομία, για σκοπούς αποτελεσματικής άσκησης της επί του προκειμένου εξουσίας τους, για διατήρηση μεταξύ άλλων της τάξης, είχαν την αυτονόητη και παρεπόμενη εξουσία καθώς και το δικαίωμα να λάβουν και όλα τα δέοντα μέτρα καθώς και να προβούν και σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια θεωρούσαν κατάλληλη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος, αφ' ης στιγμής ο Αστυφύλακας 5051 αλλά και ο ΜΚ1 ορθώς, χρησιμοποιώντας την αστυνομική τους ιδιότητα και ταυτότητα, είχε πληροφορηθεί, ή του είχε γίνει σύσταση όπως ηρεμήσει, πριν του δείξουν το Υπουργικό Διάταγμα, όφειλε όπως συμμορφωθεί με αυτές, ή όπως, τουλάχιστον, προσπαθήσει να ανακτήσει τον αυτοέλεγχο του, τον οποίο, ως η μαρτυρία φανερώνει, είχε απωλέσει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πλήρως στοιχειοθετημένη και την 2η κατηγορία που αφορά την πρόκληση ανησυχίας χωρίς εύλογη αιτία, δυνάμει των πιο πάνω αναφορών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την 4.9.20, ο κατηγορούμενος αφού του έγινε σύσταση από τον Αστ. 5051, Ν. Η. όπως τοποθετήσει την μάσκα του, αρνήθηκε και για αυτό τον λόγο μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό/ Σημείο Εξυπηρέτησης Πολιτών που βρίσκεται εντός του Αερολιμένα για να του παραδοθεί το Διάταγμα του Υπουργού Υγείας, ως ζήτησε. Εκεί, έλαβε χώρα έντονη συζήτηση μεταξύ του ιδίου και του ΜK1, με τον πρώτο να ζητά επίμονα όπως του παραδοθεί το Διάταγμα του Υπουργού που τον υποχρέωνε να φορά την μάσκα του, και τον MK1 να προσπαθεί όπως πρώτα τον ηρεμήσει, προβαίνοντας σε υποδείξεις και παρατηρήσεις προς το πρόσωπο του. O κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του, προκάλεσε ανησυχία στον χώρο, με τον χώρο αυτό αποτελεί, ως είναι παραδεκτό, δημόσιο χώρο, εντός του Αερολιμένα Λάρνακα, χώρος ο οποίος χρησιμοποιείτο, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 μεταξύ άλλων, για την εξυπηρέτηση του κοινού. Αφού δεν του είχε καταδειχθεί μέχρι εκείνη την στιγμή το Διάταγμα, και αφού προηγήθηκε η πιο πάνω συζήτηση, ο κατηγορούμενος, στην προσπάθεια του όπως εξέλθει του σταθμού, τρέχοντας, έσπρωξε με το χέρι του το στήθος του παραπονούμενου, σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Στην προσπάθεια του παραπονούμενου να τον αναχαιτίσει, ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο του και χέρι. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως γίνει αναφορά και στα ακόλουθα, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης. Έγινε λόγος από τον συνήγορο υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι: (α) ενδεχομένως να υπήρχε παράνομη σύλληψη ή άλλη σύλληψη από τον Αστ. 5051, προτού ο κατηγορούμενος μεταφερθεί εντός του Αστυνομικού Σταθμού, (β) ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί ο λόγος που αυτός μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, (γ) ότι ενδεχομένως να υπήρχαν άλλες, καλύτερες ενναλακτικές από την μεταφορά του εντός του Αστυνομικού Σταθμού, (δ) ότι υπάρχει αμφισβήτηση κατά πόσον ο ΜΚ1 εκτελούσε νόμιμα τα καθήκοντα του και (ε) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει το οποιοδήποτε αίσθημα φόβου στον ΜΚ1, εξ' ου και εκλείπει το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) σε ότι αφορά την διάπραξη των αδικημάτων. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής, ότι οι πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου, αποτελούν μια έντεχνη προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, γεγονός το οποίο δυνάμει της Νομολογίας, είναι ανεπίτρεπτο. Εν πάση περιτπώσει, όλες οι θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ως αυτές προωθήθηκαν στο τελικό στάδιο, έρχονται σε άμεση αντίθεση και αντίφαση με τις θέσεις του ίδιου του κατηγορούμενου, ως αυτές προώθησε ο ίδιος, τόσο κατά το στάδιο αντεξέτασης του ΜΚ1 αλλά και στο στάδιο της κυρίως του εξέτασης, ήτοι, όταν ο ίδιος παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις του, ως προς το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Σημειώνω ότι, ποτέ δεν τέθηκε ζήτημα παράνομης ή άλλης σύλληψης του κατηγορούμενου από τον Αστ. 5051, προ της μεταφοράς του εντός του Αστυνομικού Σταθμού, αφού, ως ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του, αυτοβούλως ακολούθησε τον Αστυφύλακα, ο οποίος σεβάστηκε την επιθυμία του όπως δει ιδίοις όμμασι το Διάταγμα του Υπουργού, ακολουθώντας τον, εντός του Αστυνομικού Σταθμού για να του παραδοθεί. Κατά εκείνο τον χρόνο, καμία σύλληψη δεν υπήρξε. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι θα εκδίδετο εναντίον του εξώδικο πρόστιμο, σε ότι αφορούσε την μη χρήση προστατευτικής μάσκας. Ο λόγος που μεταφέρθηκε εντός του Σταθμού, ήταν κατόπιν δικής του επιμονής όπως του καταδειχθεί το Διάταγμα του Υπουργού. Τα όσα δε προηγήθηκαν των γεγονότων που αφορούν οι παρούσες κατηγορίες, δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα. Παρέμεινε δε αδιαμφισβήτητο ως γεγονός, ότι ο ΜΚ1, εκτελούσε τα καθήκοντα του, νομίμως κατά τον ουσιώδη χρόνο, όντας μάλιστα ένστολος κατά τον επίδικο χρόνο. Εκείνο που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο όταν εισήλθε στον σταθμό ήταν όπως ηρεμήσει και καθίσει, αφού, ως ο ίδιος παραδέχθηκε στην μαρτυρία του: «δεν ήταν στην πιο ήρεμη του κατάσταση», γεγονός το οποίο δεν έπραξε, συνεχίζοντας τις φωνασκίες, διαπράττοντας έτσι και το αδίκημα της ανησυχίας, χωρίς εύλογη αιτία. Το επιχείρημα ότι, δεν είναι ευχάριστο, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, για οιονδήποτε να βρίσκεται για 20 και πλέον λεπτά, εντός ενός αστυνομικού σταθμού, άρα ενδεχομένως να υπήρχε εύλογη αιτία για την πρόκληση της ανησυχίας, δεν μπορεί να επιτύχει, αφού αντίθετα, είχε δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στον κατηγορούμενο, και είχαν γίνει οι σχετικές συστάσεις, με σκοπό την αποφυγή την σύλληψη του και την πρόσαψη κατηγοριών στο πρόσωπο του. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία και των δύο κατηγοριών, με την κατηγορούσα αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, πράξεις οι οποίες ποινικοποιούνται συμφώνως των προνοιών των άρθρων 244(β) και 95 του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο