← Κύπρος

Κ. Κ. ν. G.S.H. Electrical Contractors Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8028/2018, 26/1/2023

Κ. Κ. ν. G.S.H. Electrical Contractors Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8028/2018, 26/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8028/2018 Κ. Κ. εναντίον

  1. G.S.H. Electrical Contractors Limited
  2. Σ. Χ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Χ''Παναγιώτου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Λ. Δικωμίτη Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Δέκα συνολικά κατηγορίες προσάπτονται στους κατηγορούμενους με τον παρόν κατηγορητήριο το οποίο καταχωρήθηκε την 30.8.2018, ως κατηγορίες με αριθμούς 5 μέχρι
  3. Οι κατηγορίες 1 μέχρι 4, αποσύρθηκαν κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και άδειας του Δικαστηρίου την 17.1.
  4. Στην κατηγορούμενη 1 αποδίδεται το αδίκημα της μη καταβολής μισθών στον παραπονούμενο, κατά παράβαση των άρθρων 2,3,5,6,9,10,19 και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν. 35(Ι)/2007, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, σε ότι αφορά τα μακρινά πλέον, έτη 2007- 2011 (Κατηγορίες 5,7,9,11), ενώ στον κατηγορούμενο 2 καταλογίζεται, μέσω των κατηγοριών 2,3,6,8 και 10 ότι, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της κατηγορούμενης 1, παρακίνησε και/ή συμβούλευσε και/ή παρείχε βοήθεια σε αυτήν, ούτως ώστε να μην καταβάλει στον παραπονούμενο το εκ μίσθωμα του σε σχέση με τις προαναφερθείσες χρονολογίες. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Για σκοπούς απόδειξης των κατηγοριών και των πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν τα επίδικα αδικήματα, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον παραπονούμενο ως μοναδικό μάρτυρα. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως εργοδότη του, αναφέροντας ότι, στην κατηγορούμενη εταιρεία 1 εργαζόταν ως υπάλληλος, με την ιδιότητα του ηλεκτρολόγου μηχανικού, για τα 2005 με 2011, χρονολογία κατά την οποίαν απολύθηκε χωρίς καμία προειδοποίηση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 στην διαδικασία, δέσμη Κατάστασης Αποδοχών από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με την πιο πάνω περίοδο. Για την απόλυση του έμαθε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Αύγουστο του
  5. Απέστειλε σε σχέση με την μη καταβολή μισθών στο πρόσωπο του από την κατηγορούμενη 1, επιστολή και ηλεκτρονικά μηνύματα στο Γραφείο Εργασίας, Τεκμήριο 2 στην διαδικασία. Σχετική Βεβαίωση του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 11.5.2011, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 στην διαδικασία, ενώ ως Τεκμήριο 4, κατέθεσε αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την σύσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Για τα έτη 2007 μέχρι και 2011 δεν έλαβε καμία αμοιβή, εξ' ου και το παράπονο του. Αντεξεταζόμενος από την κα. Δικωμίτη, δήλωσε ότι εργάστηκε σε αριθμό εταιρειών εξ'ου και η δυσκολία του όπως κατονομάσει αμέσως, την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ως εργοδότρια του, όταν ρωτήθηκε σχετικά, από τον κ. Χ΄Παναγιώτου στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του. Τις καταστάσεις αποδοχών του, είχε δώσει παλαιότερα στον κ. Θέμη Θωμά, δικηγόρο, ο οποίος απεβίωσε, και συνεπώς αυτές, δεν έχει μαζί του σήμερα. Ερωτηθείς κατά πόσον πήγε στο προγραμματισμένο ραντεβού που όρισε το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λάρνακας ‐ Αμμοχώστου, δια εξέταση του παραπόνου του, παρουσία και του κατηγορούμενου 2, συμφώνως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2, απάντησε αρνητικά, με τον κ. Θωμά να τον διαβεβαιώνει ότι δεν χρειαζόταν να παρευρεθεί στο ραντεβού, γιατί εκείνο το διάστημα καμία νομική υπόσταση δεν είχε το Γραφείο Εργασίας για εξέταση του παραπόνου του. Ως ο ίδιος αντιλήφθηκε, κατά τον εν λόγω χρόνο, το Γραφείο Εργασίας δεν μπορούσε να προχωρήσει νομικά, με τον κ. Θωμά να σταματά την εν λόγω διαδικασία, χωρίς όμως να γνωρίζει επακριβώς το λόγο. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, οικονομικούς λόγους σε ότι αφορά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, ενώ, άλλος παράγοντας, ως ανέφερε, ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν στην Ουκρανία από το 2011 μέχρι το
  6. Στην εν λόγω χώρα διατηρεί, από το έτος 2000, αριθμό εταιρειών. Κανένα λόγο σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης από το έτος 2014 και εντεύθεν, δεν είχε να αναφέρει στο Δικαστήριο, ερωτηθείς από την κα. Δικωμίτη. Στην θέση της τελευταίας ότι οι θέσεις του περί εργοδότησης του στην κατηγορούμενη 1 είναι αναληθείς, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, με την συνήγορο να επανέρχεται ρωτώντας τον, με ποια λογική αποδεχόταν όπως κάθε μέρα μεταβαίνει στην εργασία του, προσφέροντας τις υπηρεσίες του αμισθί, για 5 συναπτά έτη. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του οποτεδήποτε, ασχέτως ακόμη, και του τόπου διαμονής του. Επανήλθε η κυρία Δικωμίτη, με την ακόλουθη στιχομυθία να λαμβάνει χώρα: «E. 7 χρόνια κύριε είναι λογικό να είσαι απλήρωτος; A. Εμένα μου χρωστούν €188.000 ολόκληρη η χώρα. Θα σκεφτώ τώρα για τούτες; Για εμένα είναι λογικό. E. Και συγκεκριμένο χώρο εργασίας κύριε να μην έχεις και ακόμη και από το σπίτι σου να εργάζεσαι, θεωρείς το λογικό 7 χρόνια να είσαι απλήρωτος και να δουλεύεις τούτου του ανθρώπου; A. Για εμένα, ναι. E. Καλά, πώς ζούσες τούτα τα 7 χρόνια; A. Με τα λεφτά που έβγαζα από άλλες εταιρείες. E. Άρα δεν δούλευες μόνο σε αυτήν την εταιρεία; A. Μάλιστα, γιατί δεν υπάρχει καμία νομοθεσία ως ηλεκτρολόγος μηχανικός να δουλεύω ακόμα και σε χίλιες εταιρείες». Όταν προσλήφθηκε στην εταιρεία δεν έγινε καμία γραπτή συμφωνία. Τα καθήκοντα του ήταν να προβαίνει σε ελέγχους και επιθεωρήσεις κτιρίων μαζί με την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Ερωτώμενος ποιοι ήταν οι όροι εργασίας του, ή ο μισθός του, ο ίδιος απάντησε ότι, δεν υπήρχαν όροι εργασίας, και ότι δεν θυμάται τον μισθό του για οιανδήποτε επί του κατηγορητηρίου χρονολογία, παραπέμποντας στα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο
  7. Ερωτώμενος πόσο συχνά γίνονταν οι πληρωμές από την εταιρεία, απάντησε ότι «δεν έχει ιδέα», όπως επίσης, «δεν γνωρίζει τον οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο στην εταιρεία, ούτε τον απασχολεί». Στην κα. Δικωμίτη δεν μπορούσε να απαντήσει ούτε πού βρίσκονταν επακριβώς τα γραφεία της εταιρείας, ούτε την διαμόρφωση του εν λόγω χώρου, ενώ ως ανέφερε, ποτέ δεν είχε το οποιοδήποτε πάρε-δώσε με άλλους υπάλληλους. Το μόνο που θυμάται είναι το γεγονός ότι πληρωνόταν τις άδειες του από το Γραφείο Εργασίας. Ο ίδιος παρουσιαζόταν, ανέφερε, για εργασία όποτε τον καλούσαν. Τα περί της απόλυσης του, η οποία έλαβε χώραν τον Μάιο του 2011, έμαθε από το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Αποτέλεσε θέση της κας Δικωμίτη ότι, ο ίδιος ουδέποτε ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας, με τον ίδιο να έχει συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο 2 όπως, η κατηγορούμενη 1 καταβάλλει Κοινωνικές Ασφαλίσεις προς όφελος του, με αντάλλαγμα όπως ο παραπονούμενος παρέχει στην κατηγορούμενη 1, την σχετική άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του, ούτως ώστε, η κατηγορούμενη εταιρεία να μπορεί να αναλαμβάνει εργασίες επί έργων ηλεκτρικής ενέργειας, απεριόριστων κιλοβατώρων. Ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά σε αυτή την τοποθέτηση. Ερωτηθείς σε σχέση με την ετοιμασία εκ μέρους του φορολογικών δηλώσεων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ποτέ δεν τις ετοίμαζε ο ίδιος, αλλά οι εργοδότες του, ενώ εν πάση περιπτώσει, το όλο ζήτημα δεν τον απασχολεί αφού, ο μισθός του ήταν κάτω του φορολογητέου ορίου. Ερωτώμενος από την υπεράσπιση όπως κατονομάσει τους εργολάβους με τους οποίους συνεργαζόταν η εταιρεία τα έτη 2007 με 2011, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να απαντήσει μη ενθυμούμενος αυτούς, απαντώντας: «Ούτε έχω ιδέα, ούτε με ενδιαφέρει». Ερωτώμενος αν στα τόσα χρόνια που εργαζόταν στην εταιρεία βρήκε το οποιοδήποτε λάθος κατά το στάδιο ελέγχου, και αν ναι, αν αυτό ανέφερε στην κατ΄ισχυρισμόν εργοδότρια του, ο παραπονούμενος απάντησε ότι ουδέν λάθος εντόπισε, ενώ ερωτώμενος όπως κατονομάσει για τα έτη 2007‐2011, τα έργα τα επισκέφθηκε και έλεγξε, ο ίδιος απάντησε ότι δεν θυμάται, αναφερόμενος γενικά σε «κάποια σχολεία στον Στρόβολο, στη Λακατάμια και ένα σφαγείο το 2008». Δεν θυμόταν να αναφέρει οποιοδήποτε άλλο έργοπου έλεγξε για τα έτη 2007, 2009, 2010 και
  8. Ερωτώμενος να απαριθμήσει τα άτομα που εργάζονταν στην εν λόγω εταιρεία, μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2011, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει ιδέα ποιοι εργάζονταν εκεί, ούτε για τα έτη 2010, ούτε για τα έτη 2009, ούτε για το 2008, ούτε για το
  9. Δεν μπορούσε να κατονομάσει ούτε την ιδιαίτερα του Διευθυντή, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσε, ενώ από τον Μάιο του 2011 και μετά κανένα λόγο δεν βρήκε όπως ενοχλήσει ή μάλλον, όπως ζητήσει εξηγήσεις από τους κατηγορούμενους σε σχέση με τους μισθούς του οι οποίοι εκκρεμούσαν προς όφελος του από
  10. Μαθαίνοντας τον Αύγουστο του 2011 από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι είχε απολυθεί προ μερικών μηνών ( Μάιο του 2011), δεν αντέδρασε, αφού, ως ανέφερε από τον Μάιο μέχρι και τον Αύγουστο του ίδιου έτους, δεν τον είχε καλέσει η εταιρεία για να επισκεφθεί το οποιοδήποτε έργο, εν πάση περιπτώσει. Από το 2011 μέχρι και το 2018, χρονολογία καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεση, καμία επικοινωνία δεν είχε με τους κατηγορούμενους. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο με απόφαση του, κάλεσε τους Κατηγορούμενους σε απολογία. Μαρτυρία Κατηγορούμενων: Ενόρκως κατέθεσε προς υπεράσπιση των, ο κατηγορούμενος 2, Διευθυντής της κατηγορούμενης
  11. Η εταιρεία βρίσκεται σε λειτουργία τα τελευταία 22 χρόνια, με τον Κατηγορούμενο 2 να αποτελεί έκτοτε, τον μοναδικό Διευθυντή της. Περιέγραψε την σχέση της εταιρείας με τον παραπονούμενο ως ακολούθως. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει προφορικά τον Φεβρουάριο του 2005 ότι η εταιρεία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, και/ή θα χρησιμοποιούσε τους την άδεια του ηλεκτρολόγου μηχανικού που κατείχε ο παραπονούμενος, για να αναβαθμίσει το προφίλ της, προσελκύοντας έτσι μεγαλύτερους πελάτες, και εις αντάλλαγμα, η κατηγορούμενη εταιρεία θα κατέβαλλε Κοινωνικές Ασφαλίσεις στον παραπονούμενο, αφού επιθυμία του ήταν να απολαμβάνει το Ταμείο Θερινών Διακοπών. Ως επεξήγησε ο κατηγορούμενος 2 στην επι ακροατηρίω διαδικασία, όταν η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αιτείτο την άδεια ασκήσεως της επιχείρησης της ή την ανανέωση της, χρησιμοποιούσαν την άδεια του παραπονούμενου για να μπορεί αυτή λαμβάνει ενδεχομένως έργα απεριόριστων κιλοβατώρων. Με αυτό τον τρόπο παράλληλα, βελτιωνόταν και η εικόνα της εταιρείας. Ποτέ δεν ήταν μέρος της μεταξύ τους συμφωνίας όπως ο παραπονούμενος λάμβανε μηνιαίο μισθό, την δε άδεια του παραπονούμενου ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, η εταιρεία χρησιμοποίησε μόνο δύο φορές, μία το 2008 και μια φορά το
  12. Ο κατηγορούμενος 2 επί του σημείου ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα, ερωτηθείς από την κα. Δικωμίτη: «Ε. Εσείς νιώθετε ότι οφέιλετε οποιοδήποτε ποσό στον— Α. Όχι. Αντιθέτως, θεωρώ ότι τη συμφωνία τούτη την τίμησα υπέρ του δέοντος γιατί όπως είπα πριν, το 2007, 2009 και 2010 δεν ανανέωσα την άδεια ασκήσεως επιχείρησης, αλλά τη συμφωνία μου την τήρησα. Ε. Γιατί την τηρούσατε αφού δεν την ανανεώσετε; Α. Γιατί όταν κάνω μια συμφωνία αυτή είναι έγγραφο. Ήταν προφορική η συμφωνία μας, αλλά εγώ εξακολουθούσα να την τηρώ. Ε. Δηλαδή θέλατε να είστε κύριος μέχρι να τη σταματήσετε παντελώς, αντιλαμβάνομαι. Α. Μάλιστα. Ε. Και πώς νιώσατε μετά, από το 2011 μέχρι το 2018, μετά από 7 χρόνια, που σταματήσατε να του βάζετε Κοινωνικές Ασφαλίσεις και από το 2007 που είναι ο επίδικος χρόνος μέχρι το 2018 που πήρατε την κλήση, όταν λάβατε αυτή την κλήση; Πώς νιώσατε που για την εταιρεία σας γινόταν αυτό το πράγμα; A. Θεώρησα προσβολή αυτό το πράγμα και ακόμα και τώρα που είμαι εδώ γι' αυτό το πράγμα δεν νιώθω καλά». Ο παραπονούμενος, συνέχισε ο ΜΥ1, ουδέποτε επιθεώρησε οποιοδήποτε έργο της εταιρείας, αφού οι επιθεωρήσεις της Α.Η.Κ, γίνονταν παρουσία του ηλεκτρολόγου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, και δηλαδή τον ίδιο, ο οποίος είναι ο ηλεκτρολόγος της κατηγορούμενης 1 από την έναρξη των εργασιών της, ήτοι, τα τελευταία 22 χρόνια. Ο παραπονούμενος ποτέ δεν μετέβηκε στην εταιρεία, ούτε είχε λόγο όπως μεταβεί, ούτε και διαμαρτυρήθηκε ποτέ περί μη καταβολής προς όφελος του οποιουδήποτε μηνιαίου μισθού. Καμία ουσιαστική σχέση εργοδότη- εργοδοτούμενου δεν υπήρχε. Τον Μάιο του 2011, αποφασίστηκε ότι, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, δεν χρειαζόταν όπως κατέχει, για την λήψη έργων την απεριόριστη άδεια κιλοβατώρων, με τον κατηγορούμενο 2, να χρησιμοποιεί πλέον για σκοπούς ανανέωσης της άδειας ασκήσεως εργασίας, την δική του άδεια που ανερχόταν μέχρι τις 300.000 KVA /κιλοβατώρες. Ποτέ δεν τον ενόχλησε το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων, σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν παράπονο του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος 2 κατάθεσε επιστολές της κατηγορούμενης 1, ημερομηνιών 21.6.2011 προς τον κ. Θέμη Θωμά ως Τεκμήριο 5 στη διαδικασία και 19.5.14 προς τον κ. Αδαμίδη, Τεκμήριο
  13. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το οποίο μιλά από μόνο του: «Kύριε Θωμά, Σε συνέχεια της επιστολής σας, θέλω να φέρω υπόψη σας τα παρακάτω: Συμφωνία μας ήταν να του καταβάλλω κοινωνικές ασφαλίσεις και να παίρνει το ταμείο θερινών διακοπών. Δεν πρόσφερε ποτέ καμία υπηρεσία στην εταιρεία μας εκτός των εγγράφων του. Τα τελευταία χρόνια δεν ήταν ούτε στην Κύπρο. Το 2007,το 2009 και 2010 δεν χρησιμοποίησα καν τα έγγραφα του διότι δεν ανανέωσα την άδεια ενασκήσεως επιχείρησης και συνέχισα να υλοποιώ την συμφωνία μας. Το περιεχόμενο της επιστολής σας, σύμφωνα με τις υποδείξεις του πελάτη σας θεωρώ ότι είναι εκβιασμός προς την εταιρεία μου. Έχω τιμήσει υπέρ του δέοντος την συμφωνία μου με τον πελάτη σας και δεν έχω πρόθεση να πληρώσω οτιδήποτε περαιτέρω. Αν συνεχιστεί αυτή η ιστορία θα καταγγείλω την όλη υπόθεση στην αστυνομία ως εκβιασμό από μέρους του πελάτη σας». Από το 2014, όταν και έστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 7, ως απάντηση στον τότε δικηγόρο του παραπονούμενου, κύριο Γιώργο Αδαμίδη, εαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις που προώθησε με το Τεκμήριο 5, καμία άλλη ενόχληση δεν είχε σε σχέση με τα πιο πάνω, με τον ίδιο να αντιλαμβάνεται ότι το όλο ζήτημα είχε τελειώσει. Ουδέποτε από το 2014 και εντεύθεν, είχε επικοινωνήσει μαζί του ο παραπονούμενος διεκδικώντας καταβολή μισθών, ενώ η τελευταία φορά που βρέθηκαν από κοντά ήταν το
  14. Συνέχισε ο κατηγορούμενος 2 αναφέροντας ότι, από το 2008, όταν και άλλαξαν οι κανονισμοί της Α.Η.Κ, τα σχετικά έγγραφα του οποιουδήποτε έργου υπέγραφε το πρόσωπο που εκπονούσε τις ηλεκτρολογικές μελέτες, δηλαδή ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τον κύριο Χ'' Παναγιώτου, ότι ο λογιστής της εταιρείας ήταν το πρόσωπο που δήλωσε τον παραπονούμενο ως εργοδοτούμενο της κατηγορούμενης εταιρείας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, κατόπιν οδηγιών του. Ακολούθησε η εξής στιχομυθία μεταξύ συνηγόρου Κατηγορούσας Αρχής και κατηγορούμενου 2: «E. Και έπιασες τα έγγραφα εννοώ την άδεια που έχει ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, για να μπορείς να ασκείς την επιχείρηση, για να μπορείς να πιάνεις οποιαδήποτε έργα απεριορίστων κιλοβατώρων. Έτσι είναι; A. Ναι. E. Άρα εσύ χρησιμοποιούσες την άδεια τούτου του ανθρώπου για να κάνεις και εσύ τη δουλειά σου. A. Η δουλειά μου γινόταν χωρίς την άδεια όπως το υποβάλετε. E. Εξήγα μας γιατί τον δήλωσες καλό υπάλληλό σου; A. Για σκοπούς να ενισχύεται το προφίλ της εταιρείας και να μπορούμε να πιάσουμε πιο μεγάλα έργα. Όλα αυτά τα έργα γι' αυτήν την περίοδο, ηλεκτρολόγος του έργου ήμουν εγώ. Η άδειά μου κάλυπτε, άρα τη δουλειά μου μπορούσα να την κάνω. Την άδειά του τη χρησιμοποιήσαμε μόνο για ενίσχυση του προφίλ της εταιρείας. E. Γιατί δεν τον απολύσατε αφού έκανε σε έργα αφού δεν χρειαζόσουν την άδειά του; A. Διότι θέλαμε να φαίνεται η εταιρεία ότι ήταν απεριόριστης έκτασης, ευθύνης». Στη θέση του κύριου Χ'' Παναγιώτου ότι συνεπώς ο παραπονούμενος δικαιούται σε χρήματα καθότι παρείχε με κάποιον τρόπο υπηρεσίες στην εταιρεία, ο μάρτυρας απάντησε ότι γι' αυτόν τον λόγο ήταν που έγινε η συμφωνία για καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων προς όφελος του. Υπέβαλε ο κύριος Χ'' Παναγιώτου ότι όφειλαν οι κατηγορούμενοι όπως παρουσιάσουν τα λογιστικά βιβλία και/ή τις εισφορές της εταιρείας προς τους υπαλλήλους της στην διαδικασία, με τον μάρτυρα να εμμένει στην θέση του ότι καμία υποχρέωση δεν είχαν οι κατηγορούμενοι όπως καταβάλουν οποιοδήποτε μισθό στον κ. Κωνσταντίνου, ούτε γι' αυτήν την υπόθεση, ούτε και για καμία άλλη. Αγορεύσεις: Αμφότεροι συνήγοροι προχώρησαν στις αγορεύσεις τους με τον κ. Χ΄΄Παναγιώτου να επιχειρηματολογεί ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι ήταν με οδηγίες του που ενεγράφη ο παραπονούμενος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, το όλο ζήτημα, έχει ουσιαστικά τελεσφορήσει, παραπέμποντας προς τούτου στις Αγγλικές Αποφάσεις Gallie v Lee [1969] 1 All. E.R. 1062 και Χ΄΄Στυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές

(2012)1(B) A.A.Δ.989 ως προς την δεσμευτικότητα των έγγραφων δηλώσεων των κατηγορούμενων προς το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αν το Δικαστήριο αποδεχθεί οποιαδήποτε άλλη εκδοχή, δήλωσε ο συνήγορος, και συγκεκριμένα την εκδοχή του κατηγορούμενου 2, αυτό σημαίνει ότι αποδέχεται ως γεγονός, την παρανομία που κατ΄ισχυρισμόν αποφάσισαν τα δύο αυτά πρόσωπα, παραπονούμενος και κατηγορούμενος 2 όπως διενεργήσουν, ξεγελώντας με αυτό τον τρόπο, τα Δημόσια Κρατικά Ταμεία. Από την στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος απόδειξης που της αναλογεί, δεικνύοντας μέσω μαρτυρίας ότι υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου, τότε, το βάρος έχει μετατεθεί στους ώμους των κατηγορούμενων όπως παρουσιάσουν και προσκομίσουν βιβλία και ισολογισμούς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για να δείξουν ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν αποτελούσε μέρος του δυναμικού της. Αντίθετη φυσικά ήταν η θέση της κας. Δικωμίτη, η οποία εισηγήθηκε ότι καμία κατηγορία δεν έχει ουσιαστικά αποδειχθεί αφού η Kατηγορούσα Aρχή ουδέποτε απέσεισε το βάρος που είχε όπως αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα περί ύπαρξης σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου. Το εν λόγω επιχείρημα βάσισε στην αντιφατική κατά την κρίση της, μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον παραπονούμενο, τονίζοντας μεταξύ άλλων το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ούτε τον μισθό του δεν γνώριζε να αναφέρει, ούτε τους όρους εργασίας του, ενώ μόνο έκπληξη μπορεί να δημιουργήσει το γεγονός ότι, όχι μόνο εργαζόταν, κατ΄ ισχυρισμόν, αμισθί για 7 συναπτά έτη, αλλά, που καθυστέρησε τόσο, στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Σημείωσε, ότι από το έτος 2007 έχουν παρέλθει σχεδόν 16 χρόνια, με τους εντολείς της να έχουν απωλέσει σημαντικότατα έγγραφα που θα μπορούσαν να προσκομίσουν για σκοπούς υπεράσπισης τους. Νομική Πτυχή: Με γνώμονα ότι δεν υπάρχουν στεγανά στην συγγραφή Δικαστικών Αποφάσεων, το Δικαστήριο θεωρεί πρέπον όπως, πρώτα θέσει το νομικό πλαίσιο και παραμέτρους υπό τις οποίες οφείλει να εξεταστεί η παρούσα υπόθεση, πάντοτε βεβαίως συνδυαστικά, με την ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσιασθείσα μαρτυρία. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 35(Ι)/2007 δίδει τους ακόλουθους, ορισμούς στις λέξεις «εργοδοτούμενος» και «μισθός»: «εργοδοτούµενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούµενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας». «µισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούµενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών µετ' Απολαβών Νόµου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωµές»· Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τους πιο πάνω ορισμούς, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας ή ειδικότερης αιτίας, η οποία χορηγείται ως αντάλλαγμα για την εργασία που του παρείχε ο εργοδοτούμενος. Τα άρθρα 3, 5, 8 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 ως αυτά αποτελούν την νομική βάση των κατηγοριών, καθορίζουν τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε σχέση με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του περί καταβολής του μίσθιου στον υπάλληλο του, και συγκεκριμένα τον τρόπο, είδος, τακτικότητα και συχνότητα των πληρωμών. Η εν λόγω καταβολή οφείλει να είναι «τακτική», κάτι το οποίο λογικά συνεπάγεται παροχή η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Συνάγεται από τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων του Νόμου, ότι, έκαστος παραπονούμενος / εργοδοτούμενος οφείλει όπως καταδείξει στα πλαίσια πάντοτε, μιας ποινικής υπόθεσης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας: (α) Την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, για τις περιόδους που αφορούν το κατηγορητήριο και , (β) Ότι δικαιούται σε καταβολή μισθών από τον εργοδότη για την προαναφερθείσα περίοδο, αποδεικνύοντας φυσικά και το ύψος του μισθού που του οφείλεται συμφώνως των όρων εργοδότησης του, ως αυτοί ενδεχομένως να έχουν αλλάξει με την πάροδο των ετών. Εύστοχα έχει επισημαίνει ο Πασχαλίδης Ε.Δ. στην υπόθεση υπ΄ αριθμό 10339/12, Κυριάκος Ράντος ν. Ships Limited κ.α., ημερ. 15.12.2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού: «Απαραίτητες επομένως προϋποθέσεις, για να μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με υποχρεώσεις που απορρέουν από την ύπαρξη συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ των εμπλεκομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με αδικήματα αυστηρής ευθύνης όπως είναι τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι πρωτίστως, η αποκρυστάλλωση της υποχρέωσης και η μετέπειτα η παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή». Εφόσον καταδείξει τα ως άνω ο παραπονούμενος, το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο / εργοδότη να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι μισθοί του εργοδοτουμένου του, έχουν πράγματι καταβληθεί (βλ. Ροδοσθένους ν Aqua Masters Plc, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017 ημερ. 4.7.2018). Ο εργοδότης, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 12 του Νόμου 35(Ι)/2007, οφείλει αντίστοιχα, όπως τηρεί αρχεία και αποδείξεις, σχετικά με την μισθοδοσία των εργοδοτουμένων του. Σύμφωνα με το άρθρο: «12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούµενο τα στοιχεία σχετικά µε τον ακάθαρτο και τον καθαρό µισθό του, συµπεριλαµβανοµένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο µισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του µισθού σε εργοδοτούµενο φέρει ο εργοδότης». Το παρόν στάδιο κρίνεται κατάλληλο για να μνημονευθεί ότι το εδάφιο 3 του άρθρου 12, προστέθηκε στο Νόμο με την τροποποίηση που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος υπ' αριθμόν Ν.200
(1)/2012, την 28.12.12. Η εν λόγω τροποποίηση, ήτοι αυτή δυνάμει της οποίας ο Νομοθέτης καθόρισε ότι το σχετικό βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του εργοδότη για να αποδείξει ότι η καταβολή μισθών έγινε συμφώνως των όρων εργοδότησης, έλαβε χώρα μεταγενέστερα της έναρξης της περιόδου όπως καθορίζεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι οποίες αφορούν τους μήνες Ιανουάριο του 2001 μέχρι και Ιανουάριο του 2011, αμφότερων περιλαμβανομένων. Ως προς την αναδρομική ισχύ της εν λόγω πρόνοιας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι αυτή εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, και παραπέμπω επί τούτου στην Σοφοκλέους κ.α. ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ 81, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος των Νόμων και οι αρχές που το διέπουν, ανάλογα με το αν οι νομικές πρόνοιες είναι ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης, έχουν εξηγηθεί σε μεγάλη σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πράγματι, αντίθετα προς όσα ισχύουν για τους ουσιαστικούς νόμους, οι δικονομικοί κανόνες αλλά και εκείνοι που σχετίζονται με την απόδειξη, θεωρούνται ότι έχουν αναδρομική ισχύ εκτός αν φανεί ότι προκύπτει καθαρά αντίθετη πρόθεση του νομοθέτη ή, όπως έχει τεθεί διαφορετικά, υπάρχει καλός λόγος για το αντίθετο.» Στην παρούσα περίπτωση, ο Νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε στον τροποποιητικό Νόμο οποιαδήποτε πρόνοια ή άλλη ρύθμιση, γραμματική ερμηνεία της οποίας θα αναδείκνυε την πρόθεση του όπως μην αποδοθεί αναδρομική ισχύς στην πιο πάνω νομική πρόνοια. Τούτων λεχθέντων, σημειώνεται, ότι δεν είναι τυχαίο που τα εν λόγω αδικήματα συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης καθότι, το στοιχείο της ένοχης διάνοιας συναρτάται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (βλ. Terezian v Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/15, ημερ. 2.12.2016 και E.M. Studio Bagno Ltd v Στυλιανού, Ποινική Έφεση Αρ. 175/2015, ημερ. 6.6.2018), με το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω Δικαστικού Λόγου στην απόφαση Σκουφίδη ν X. A. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση Aρ.134/2016, ημερ. 5.6.2018, να επαναλαμβάνει την σημασία του παρόντος Νομοθετήματος αναφέροντας ότι: «Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών». Τα πιο πάνω έχουν επαναληφθεί στις αποφάσεις Παρασκευαϊδου ν Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/2016 και 216/2016 ημερ. 18.4.2018, και Ροδοσθένους ν Aqua Masters Plc, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017 ημερ. 4.7.2018, στις οποίες ενδεικτικά, παραπέμπω. Επιπλέον, το άρθρο 19 του Νόμου, ορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση αστικής φύσεως διαφορά στα πλαίσια του παρόντος Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενώ το άρθρο 20 καθορίζει τα αδικήματα και τις ποινές που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παράβασης του παρόντος Νομοθετήματος. Σημειώνεται ότι ένα ποινικό Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση καταδίκης ενός κατηγορούμενου όπως, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 20
(2)του Νόμου και επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), να εκδώσει προς όφελος του εργοδοτούμενου, και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς αυτόν. Μαρτυρία και Αξιολόγηση: Είναι τοις πάσι γνωστό στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο, οφείλει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως έχει ανωτέρω καταγραφεί, ο παραπονούμενος οφείλει όπως αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πρωτίστως, την ύπαρξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου, ούτως ώστε να υπερπηδήσει το αποδεικτικό βάρος που έχει. Νοουμένου ότι αυτό πράξει επιτυχώς, τότε το βάρος απόδειξης ότι οι κατ΄ισχυρισμόν μην καταβλητέοι μισθοί, έχουν δεόντως αποδοθεί, μετατίθεται συμφώνως του άρθρου 12
(3)του Νομοθετήματος επί των ώμων του εργοδότη. Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων, με τον Δικαστή, να «.καλείται κατ΄αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του» (βλ. P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1945). Έχω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια αυτών δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων (βλ. Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ.Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320), με το Δικαστήριο να οφείλει όπως αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία συνολικά και όχι αποσπασματικά. Το Δικαστήριο αποτιμά ότι ο παραπονούμενος δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αφού καμία πρόθεση δεν είχε όπως αποκαλύψει ή παραθέσει σε ότι αφορούσε την κατ' ισχυρισμόν εργοδότηση του από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η μαρτυρία του ήταν διάτρητη από αντιφάσεις, ενώ η όλη στάση του, εχθρική, ειδικότερα όταν του υπέβαλε ερωτήσεις η υπεράσπιση σε σχέση με το ύψος του μισθού του, τα καθήκοντα του, τους όρους εργασίας του και το παράπονο του, μη δίδοντας ουσιαστικές απαντήσεις. Μελετώντας συνολικά την μαρτυρία του παραπονούμενου, και όχι μικροσκοπικά και αντιπαραβάλλοντας αυτήν με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια, ως έγγραφα που ο ίδιος ο παραπονούμενος κατέθεσε, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να σημειώσει τα ακόλουθα. Ο ίδιος ο παραπονούμενος, σε ερώτηση του κ. Χ'Παναγιώτου (σελ. 3 πρακτικών ημερ. 16.1122), όπως κατονομάσει την εταιρεία στην οποίαν εργαζόταν, απάντησε: « δεν θυμάμαι την ονομασία της» Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση όπως αναφέρει τον μισθό του αυτός αδυνατούσε όπως κάνει οποιαδήποτε μνεία επί του ζητήματος (σελ. 13 πρακτικά ημερ. 16.11.22), όπως επίσης αδυνατούσε να αναφέρει οποιοδήποτε όνομα συναδέλφου του, πού ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία της εταιρείας, με την μαρτυρία του να φανερώνει ότι ουδέποτε ουσιαστικά τα επισκέφθηκε, δεν μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει τους όρους εργασίας του, περιοριζόμενος μόνο στην αόριστη αναφορά ότι μετέβαινε σε υποστατικά μαζί με την ΑΗΚ για την διεργασία ελέγχων. Ερωτηθείς όπως κατονομάσει έργα τα οποία επισκέφθηκε, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές, μην μπορώντας να παράσχει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια επί του ζητήματος, ενώ εντύπωση δημιουργεί το γεγονός ότι στην εν λόγω εταιρεία δηλώνει ότι απασχολείτο πέραν των 7 ετών. Οξύμωρη κρίνει το Δικαστήριο την θέση ότι εργαζόταν στην εταιρεία για τα έτη 2007-2011, χωρίς να του έχει αποδοθεί ποτέ ούτε ένας μισθός, με τον ίδιο να μη αναζητά ποτέ εξηγήσεις περί τούτου, όλα αυτά τα χρόνια, και ενόσω ήταν στην υπηρεσία της κατηγορούμενης
  1. Την θέση που προσπάθησε συνεπώς να προωθήσει ότι, παρότι δεν λάμβανε μηνιαίως, τους οφειλόμενους προς αυτόν μισθούς, συνέχισε, χωρίς καμία διαμαρτυρία όπως προσφέρει τις υπηρεσίες του, κρίνεται ως αντίθετη με την λογική και στερείται πειστικότητας. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την θέση του ότι περί της απόλυσης του, έμαθε τον Αύγουστο του 2011 από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και όχι από τον εργοδότη του, θέση η οποία δημιουργεί έντονο προβληματισμό στο Δικαστήριο, αφού φαίνεται να ενισχύει και να επιβεβαιώνει την θέση των κατηγορούμενων περί ύπαρξης μεταξύ τους μίας προφορικής συμφωνίας όπως του καταβάλλονται κοινωνικές ασφαλίσεις με μοναδικό σκοπό να λαμβάνει ο ίδιος χρήματα από το ταμείο για θερινές άδειες, με αντάλλαγμα την χρήση από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, των εγγράφων και αδειών του, με σκοπό την προσέλκυση μεγαλύτερων έργων, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο το προφίλ της εταιρείας. Οι θέσεις του περί εργοδότησης από την εταιρεία, και συνεπώς, παροχής υπηρεσιών, ως μισθωτός εργοδοτούμενος, για τα έτη 2007 -2011, έρχονται σε άμεση αντίθεση με τις θέσεις που ο ίδιος καταγράφει σε ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 5.6.2014, (μέρος του Τεκμηρίου 2), προς την κα. Σαλάτα, Λειτουργό στο Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου αναφέρει ότι: «Από τις 28.3.14 που επέστρεψα από την Ουκρανία όπου διέμενα μόνιμα από τον Οκτώβριο του 2008, εκτέλεσα κατά γράμμα τις οδηγίες που έλαβα από συνάδελφο σας, ως επαναπατριζόμενος.», καταρρίπτοντας με αυτόν τον τρόπο την θέση του, ότι ο ίδιος ήταν στην υπηρεσία της κατηγορούμενης όλα αυτά τα χρόνια. Η εν λόγω αναφορά του αντίθετα, επιβεβαιώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο τα όσα ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 5 ήτοι, ότι ο παραπονούμενος κατά την επίδικη περίοδο ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Καμία απάντηση δεν έδωσε ο παραπονούμενος σε σχέση με την παράλειψη του όπως μεταβεί στο καθοριζόμενο από το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λάρνακας- Αμμοχώστου ραντεβού το 2011, με σκοπό την εξέταση του παραπόνου του. Όλα τα πιο πάνω, αφήνουν το Δικαστήριο με σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την γνησιότητα του παραπόνου του κ. Κωνσταντίνου περί μη καταβολής μισθών προς όφελος του από τους κατηγορούμενους, όταν εγείρεται το απλό μεταξύ άλλων, ερώτημα, του πώς είναι δυνατόν να παρείχε οποιαδήποτε υπηρεσία, ή να θεωρείται ότι εργαζόταν για λογαριασμό των κατηγορούμενών, όταν αυτός απουσίαζε στο εξωτερικό καθ' όλη την επίδικη περίοδο που αφορά το κατηγορητήριο, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την θέση του κατηγορούμενου 2, ως αυτή αντανακλάται μέσω του Τεκμηρίου
  2. Δεν μπορεί επίσης, παρά να προκαλεί εντύπωση, η θέση που προωθεί ο παραπονούμενος ότι, από το έτος 2007, μέχρι και τον Ιανουάριο του 2011, περίοδο κατά την οποίαν κατ΄ισχυρισμόν του οφείλονταν οι μισθοί του, συνολικού ύψους €74.657,69 (Τεκμήριο 6- επιστολή συνηγόρου παραπονούμενου ημερ. 8.5.2014) συνέχισε να εργάζεται, χωρίς να φέρει επί τούτου, καμία αντίρρηση, αμισθί ουσιαστικά, μη λαμβάνοντας το οποιοδήποτε μέτρο για αυτή την κατ΄ ισχυρισμό παρανομία. Η όλη στάση του παραπονούμενου, σε συνδυασμό με την ίδια του την παραδοχή ότι για όλη την επίδικη περίοδο, απουσίαζε στο εξωτερικό, όντας μόνιμος κάτοικος Ουκρανίας, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν φιλαλήθης, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να κρίνεται ως αναξιόπιστη. Η επιλογή του, να μην αποκαλύψει το σύνολο των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεσή του και ειδικότερα η αδυναμία του όπως μαρτυρήσει επί ουσιωδών ζητημάτων, που άπτονταν της τεκμηρίωσης περί ύπαρξης σχέσης εργοδότη- εργοδοτούμενου, όπως αυτά έχουν ανωτέρω καταγραφεί, εκθεμελιώνουν τη μαρτυρία του. Επί αναξιόπιστου μάρτυρα το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχτεί για εξαγωγή ευρημάτων, πόσο μάλλον προκειμένου να τεκμηριώσει καταδίκη. Είναι δεδομένη η αρχή ότι «μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά το βάρος και το επίπεδο απόδειξης» (βλ. σχετικά Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ.134). Αν μη τι άλλο η μαρτυρία του προκαλεί εύλογες αμφιβολίες (reasonable doubt). Δυνάμει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί την εκδοχή του, περί ύπαρξης σχέσης εργοδότη- εργοδοτούμενου, στοιχείο προαπαιτούμενο, για την μεταφορά του βάρος απόδειξης επί των ώμων του εργοδότη ότι, οι μισθοί καταβάλλονταν εν τη συνήθη πορεία τους, στον εργοδοτούμενο. Αντίθετα με την μαρτυρία του παραπονούμενου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος 2, ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Σημειώνεται ευθύς αμέσως η ειλικρίνεια του, σε ότι αφορά την παραδοχή του, η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, ότι παρότι που ο παραπονούμενος ενεγράφη κατόπιν οδηγιών του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους καταρτίσει μια προφορική συμφωνία ότι, σκοπός εγγραφής του θα ήταν για να μπορεί ο πρώτος να απολαμβάνει το ποσό που θα του αποδίδετο από το εν λόγω ταμείο ως θερινές άδειες, με αντάλλαγμα όπως για κάποιο χρονικό διάστημα προμηθεύει την κατηγορούμενη 1 με έγγραφα τα οποία θα της επέτρεπαν όπως απολαμβάνει καλύτερης εικόνας σε επιδιωκόμενους πελάτες. Ο κατηγορούμενος 2 απαντούσε άμεσα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις των συνηγόρων, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής ή απόκρυψης στην περιγραφή των γεγονότων, και είναι εδώ που αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πιο πάνω, ειλικρινώς κρινόμενη τοποθέτηση του ως προς την μεταξύ τους συμφωνία, η οποία πιθανότατα να είχε αντίκτυπο σε ότι αφορούσε τα Δημόσια Ταμεία του Κράτους. Στην μαρτυρία του, δεν εντοπίστηκε καμία αντίφαση, κενό, ή ασάφεια, ενώ αυτή αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων, με το Δικαστήριο να αποδέχεται ουσιαστικά ότι τα μέρη είχαν καταλήξει σε μια άτυπη, μεταξύ τους συμφωνία, με τον παραπονούμενο, παρά την καταβολή προς όφελος του Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να μην αποτελεί ποτέ, ουσιαστικά εν τη εννοία του Νόμου, εργοδοτούμενο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Σημειώνονται και τα ακόλουθα για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ήτοι της Κατάστασης Καταβολής Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 κατέβαλλε σε αυτόν Κοινωνικές Ασφαλίσεις αποτελεί παραδεκτό, μεταξύ των παραγόντων της διαδικασίας, γεγονός. Το κατά πόσον το γεγονός αυτό, μπορεί, και πρέπει, από μόνο του να εδραιώσει την κατ΄ισχυρισμόν ύπαρξη σχέσης εργοδότης- εργοδοτούμενου, ως η εισήγηση του κ. Χ''Παναγιώτου, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Ούτε βρίσκει έρεισμα το επιχείρημα ότι επί του εν λόγω Τεκμηρίου καταγράφονται και ποσά, ως μηνιαίες πληρωμές/ αντιμισθία, αφού τα εν λόγω ποσά δεν είναι σταθερά, αλλά μεταβάλλονταν συνεχώς. Φυσικά περί τούτου, καμία εξήγηση δεν έδωσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ούτε τον μισθό του δεν θυμόταν να αναφέρει, ερωτηθείς, στο Δικαστήριο. Στην απόφαση Prousi v Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία όπως εξετάσει αλλά και δώσει καθοδήγηση ως προς το πώς οφείλουν τα Δικαστήρια να ερμηνεύουν τον όρο «εργοδοτούμενος». Δεν διαλάθει της προσοχής μου, ότι η προαναφερθείσα υπόθεση είχε ως νομική βάση τις διατάξεις του Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου 24/1967, όμως, ως και στην παρούσα, το τι κλήθηκε το Δικαστήριο να εξετάσει ήταν: «.whether the Court correctly interpreted the meaning of the term 'employed' as defined by the law in the light of the conditions and circumstances of the employment and the termination of the employment of the applicant. In particular whether the natural person vested with the powers that the applicant had in the present case could be considered as an 'employee' within the meaning of the law notwithstanding the fact that he was declared as 'employee' of the legal person». Εκεί καταγράφονται τα εξής σημαντικά: «The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of another... The applicant though contributing to the Social Insurance Fund as an employee was not an employee in the strict sense of the law because though he was a paid a salary on the basis of a decision taken by him and his co-director nobody could exercise control over him as to the mode of performing his work or dismiss him from his employment. Bearing in mind the fact that the legal relationship of employer and employee did not exist in the present case the Court rightly concluded that the applicant was not a person entitled to redundancy payment under the provisions of the law. Therefore, our answer to the question submitted by the trial Court is that that in the circumstances of the case the applicant was not an employee within the definition by the law in the employment of another». Δυνάμει των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος δεν έχει, δια σκοπούς της παρούσας ποινικής διαδικασίας, στοιχειοθετήσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη σχέσης εργοδότη- εργοδοτούμενου, μη αποσείοντας το βάρος που του αναλογεί, αφού, παρά την κατάθεση του Τεκμηρίου 1, δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ικανή προς απόδειξη των θέσεων του, όπως ήδη αποφασίστηκε πιο πάνω, αλλά και πρόσθετα, είναι φανερό ότι κανένα έλεγχο δεν ασκούσαν επί του ιδίου ή επί της κατ' ισχυρισμόν εργασίας του οι κατηγορούμενοι, αφού, ο ίδιος, μεταξύ άλλων, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα υπόθεση χρόνο, έλειπε στο εξωτερικό. Ορθό είναι όπως, στο στάδιο αυτό γίνει μία σύντομη αναφορά και σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος παρακινώντας την κατηγορούμενη 1 ώστε να μην καταβάλει στον παραπονούμενο της μισθούς για τα έτη 2007- 2011. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι Διευθυντής της κατηγορούμενης 1 δεν δημιουργεί αυτομάτως, ποινική ευθύνη σε ότι τον αφορά (βλ. Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600, ημερ. 23.11.2000). Όπως επίσης προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο σε αυτό το οποίο να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Με δεδομένο όμως ότι, ο παραπονούμενος δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος που του αναλογεί περί ύπαρξης σχέσης εργοδότη- εργοδοτούμενου, μεταξύ του ιδίου και της κατηγορούμενης 1, η όποια περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου σε σχέση με την ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου 2 ή την κατ΄ισχυρισμόν παρακίνηση εκ μέρους του, όπως μην καταβάλει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, μισθούς στον παραπονούμενο, θα παρέμενε μια άσκηση επί χάρτου. Συνακόλουθα, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 5 μέχρι και 14. Έχοντας υπ' όψιν μου ότι πρόκειται περί ιδιωτικής ποινικής υποθέσεως, δεν βρίσκω λόγο να παρεκκλίνω από την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Κατηγορουμένων και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συμφώνως του Περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (3/2004). Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου, δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως αντίγραφο αυτής κοινοποιηθεί στον Γενικό Εισαγγελέα ώστε να τύχουν, αν το κρίνει πρέπον, σχετικής διερεύνησης τα όσα έχω διαπιστώσει ανωτέρω σε σχέση με το ζήτημα ανταλλαγής υπηρεσιών μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου. Για ευνόητους λόγους δίδονται επίσης οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως μην καταστραφεί ο φάκελος της υπόθεσης χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου και όπως μην επιτραπεί στον οποιονδήποτε η επιθεώρηση ή αφαίρεση οποιουδήποτε εγγράφου ή τεκμηρίου από τον φάκελο της υπόθεσης χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.