← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. I. Y. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4064/2022, 27/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. I. Y. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4064/2022, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 4064/2022 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν.

  1. Α. I. Y.
  2. A. Y. Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 27/1/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Σταύρου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Ζαπούνης Για Κατηγορούμενο 2: κα. Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες, συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, ήτοι ότι βοήθησαν απαγορευμένο μετανάστη να παραμείνει στη Δημοκρατία (Κατηγορία 1), παροχής ασύλου σε απαγορευμένο μετανάστη, βοηθώντας συγκεκριμένη αλλοδαπή γυναίκα να παραμείνει στη Δημοκρατία (Κατηγορία 2) και παρέχοντας της άσυλο (Κατηγορία 3), υποβοήθηση παράνομης διέλευσης της στη Δημοκρατία (Κατηγορία 4) και υποβοήθηση παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία (Κατηγορία 5). Οι Κατηγορίες 2 έως 5 νομική βάση έχουν τα άρθρα 19 και 19 Α του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105). Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, εγέρθηκε ζήτημα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Αυτό έγκειται κυρίως στη μη απόδειξη συστατικών στοιχείων των αδικημάτων και στην παραβίαση δικαιωμάτων των Κατηγορούμενων, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό συνοψίζονται στην Azinas v. Police

(1981)2 CLR
  1. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από το στάδιο αυτό όταν ελλείπει ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική και αντινομική, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ακόμη στην Nikiforos Technologies Limited v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 επαναλήφθηκε η αρχή ότι: «η αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα να γίνουν τελεσίδικα ευρήματα επί γεγονότων ή αξιοπιστίας γίνεται στο τέλος της υπόθεσης, έχοντας όμως ταυτόχρονα πάντοτε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Θα ξεκινήσω από την εισήγηση των Κατηγορούμενων ότι η σύλληψη τους και παροχή γραπτώς των δικαιωμάτων τους σε μη καταληπτή γλώσσα παραβίασε τα ανθρώπινα τους δικαιώματα. Είναι γεγονός ότι το δικαίωμα των Κατηγορούμενων σε δίκαιη δίκη, ως το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ προβλέπει, λαμβάνει υπόψη τις ποινικές διαδικασίες στην ολότητα τους, συμπεριλαμβανομένων και των σταδίων πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (Dvorski v. Κροατίας 25703/11, 20/10/2015). Παρά ταύτα η όποια διεργασία λαμβάνει χώρα κατά τη διερεύνηση, έστω και αν γίνεται σε μη καταληπτή στους Κατηγορούμενους γλώσσα, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη άλλωστε απολαμβάνει σφαιρικής θεώρησης των διαδικασιών και όχι αποσπασματικής. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Ibrahim and Others v. Ηνωμένου Βασιλείου, 50541/08 κ.α , 13/09/2016, παρ. 273 ως εξής: «
  2. In the light of the nature of the privilege against self-incrimination and the right to silence, the Court considers that in principle there can be no justification for a failure to notify a suspect of these rights. Where a suspect has not, however, been so notified, the Court must examine whether, notwithstanding this failure, the proceedings as a whole were fair (see, for example, the approach taken in Schmid-Laffer, cited above, §§ 36-40). Immediate access to a lawyer able to provide information about procedural rights is likely to prevent unfairness arising from the absence of any official notification of these rights. However, where access to a lawyer is delayed, the need for the investigative authorities to notify the suspect of his right to a lawyer and his right to silence and privilege against self-incrimination takes on a particular importance (see Brusco, cited above, § 54). In such cases, a failure to notify will make it even more difficult for the Government to rebut the presumption of unfairness that arises where there are no compelling reasons for delaying access to legal advice or to show, even where there are compelling reasons for the delay, that the proceedings as a whole were fair.» Ακόμα και αν γίνει αποδεκτό ότι οι Κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν την αγγλική γλώσσα στην οποία τους παραδόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα τους (βλ. Τεκμήριο 2) στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παραβιάστηκε κανένα τους δικαίωμα. Και αυτό γιατί τους δόθηκε η ευχέρεια και διόρισαν δικηγόρο σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ήτοι πριν καν τους ληφθεί κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 7). Οι καταθέσεις των Κατηγορούμενων λήφθηκαν με την βοήθεια διερμηνέα στη μητρική τους γλώσσα (βλ. Τεκμήρια 6 και 10). Μάλιστα προκύπτει ότι ήταν ενημερωμένοι για τα δικαιώματα τους, αφού όχι μόνο πριν την κατάθεση τους έλαβαν νομική συμβουλή, αλλά εξάσκησαν και το δικαίωμα τους στη σιωπή, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις τους. Διαφωνώ λοιπόν με τους συνήγορους των Κατηγορουμένων ότι παραβιάστηκαν ανθρώπινα δικαιώματα των τελευταίων, τουναντίον προκύπτει ότι τους δόθηκε η ευχέρεια να λάβουν νομική συμβουλή και να χειριστούν αναλόγως τη διαδικασία πριν την καταχώρηση της εναντίον τους υπόθεσης. Αναφορικά με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσιάστηκαν τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστ. 4022 Λούκας Χαριλάου ΜΚ 1, ανακριτής της υπόθεσης, ο Ανδρέας Κυριάκου ΜΚ 2 το πρόσωπο που οδηγούσε το ταξί στο οποίο βρέθηκαν οι Κατηγορούμενοι μαζί με την έτερη αλλοδαπή που στο κατηγορητήριο παρουσιάζεται ως απαγορευμένη μετανάστης, ο Α/Αστ 89 Λούκας Εγγλέζου ΜΚ 3, ο οποίος αναφέρθηκε στο καθεστώς παραμονής των τριών ως άνω ατόμων στη Δημοκρατία και ο Αστ822 Παντελής Παπαθεοδώρου ΜΚ 4 ο οποίος έλαβε τις καταθέσεις των Κατηγορούμενων και τις σχετικές συγκαταθέσεις. Είναι κοινός τόπος από τη μαρτυρία ιδωμένη στο απόγειο της ότι κατά την παρακολούθηση της περιοχής Πύλας, θεάθηκαν οι Κατηγορούμενοι να εισέρχονται σε τζαμί, σε περίοδο ραμαζανιού και να εξέρχονται μαζί με μια γυναίκα που κρατούσε ταξιδιωτική τσάντα. Μπήκαν σε ταξί για να συλληφθούν έξω από το χωριό της Πύλας. Όπως ανέφερε ο ΜΚ 1 παρακολουθούσαν την περιοχή γιατί από εκεί εισέρχονταν παράνομοι μετανάστες και οδηγούντο από άλλα άτομα στη Λάρνακα για να προβούν σε αίτηση ασύλου. Με αυτά τα δεδομένα θα εξεταστεί αν έχουν στοιχειοθετηθεί, αν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών 1 μέχρι 3 το άρθρο 19 (ζ) του Κεφαλαίου 105 ποινικοποιεί τη συνδρομή ή βοήθεια απαγoρευμέvoυ μεταvάστη vα εισέλθει ή vα παραμείvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση τoυ ίδιου του Νόμoυ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv. Στη βάση του 19 (η) είναι κολάσιμη η εv γvώσει παροχή ασύλου σε oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo αυτός γvωρίζει ή έχει εύλoγη αιτία vα πιστεύει ότι εvέργησε κατά παράβαση τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv. Είναι σαφές τόσο από το λεκτικό των ως άνω άρθρων όσο και από τις Κατηγορίες 1 έως 3 ότι για να στοιχειοθετηθούν τα ως άνω αδικήματα θα πρέπει η συνδρομή, βοήθεια ή παροχή ασύλου να παρέχεται σε απαγορευμένο μετανάστη. Εν προκειμένω η γυναίκα που αναφέρεται ως απαγορευμένη μετανάστης στο Κατηγορητήριο, όπως παραδέχτηκε ο ΜΚ 3 υπέβαλε αίτηση για παροχή ασύλου. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι όταν έρχεται κάποιος παράνομα, αλλά για να ζητήσει άσυλο δεν θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης. Αυτή η αναφορά του ΜΚ 3 συνάδει και με τα όσα ορίζει το άρθρο 6 του Κεφαλαίου
  3. Εκεί ορίζονται τα πρόσωπα που θεωρούνται απαγορευμένοι μετανάστες και σε κανένα από τους εκεί ορισμούς δεν μπορεί να ενταχθεί η γυναίκα που βρέθηκε στο ίδιο ταξί με τους Κατηγορούμενους. Έτι δε περισσότερο ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000 (6(I)/2000), στο άρθρο 7 ορίζει ότι Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τούτο φαίνεται να έπραξε από την μαρτυρία του ΜΚ 3 το πρόσωπο που μετακινείτο με τους Κατηγορούμενους, επομένως δεν μπορεί να κριθεί απαγορευμένη μετανάστης ή ότι έχει παραβεί όποιο νόμο. Δεν πληρείται, λοιπόν, συστατικό στοιχείο των κατηγοριών 2 και 3 και συμπαρασύρεται και η Κατηγορία 1 που καταλογίζει συνομωσία για την διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Τα άρθρα 19 Α
(1)και
(2)κολάζουν την αποκόμιση κέρδους από την βοήθεια διέλευσης υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να διέλθει ή να διαμείνει το έδαφος της Δημοκρατίας αντίστοιχα. Το ρήμα «διέλθει» ερμηνεύτηκε ως να έχει ευρεία έννοια και να περιλαμβάνει κάθε ενέργεια η οποία, μεταξύ άλλων, αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας που αφορά στη διακίνηση του υπηκόου «τρίτης χώρας» ο οποίος παράνομα εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας. (Hemze Abd Azez ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 594). Από το λεκτικό του άρθρου 19 Α
(1)δεν προκύπτει η ανάγκη, το συστατικό στοιχείο της παράνομης παραμονής του υπηκόου τρίτης χώρας στη Δημοκρατία. Αρκεί παροχή βοήθειας για να εισέλθει, διέλθει ή διακινηθεί στη Δημοκρατία παράνομα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ 3, το πρόσωπο με το οποίο έφυγαν οι Κατηγορούμενοι από την Πύλα για τη Λάρνακα με ταξί που θα πλήρωναν, δεν εισήλθε από νόμιμο σημείο αλλά παρανόμως. Ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι βρέθηκε ποσό €205 στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1, ποσό που η συγκεκριμένη γυναίκα είπε ότι του το έδωσε για να της το φυλάξει. Ακόμα μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ 1 προκύπτει ότι η γυναίκα κρατούσε ταξιδιωτική τσάντα, κάτι που δεικνύει ότι επιδίωκε να διέλθει παράνομα στη Δημοκρατία. Υπάρχει, λοιπόν μαρτυρία, που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία της Κατηγορίας 4. Σε σχέση με την Κατηγορία 5, προς την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του άρθρου 19 Α
(2), απαιτείται η παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Όπως διευκρινίζεται και στην Farooq κ.α. V. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση ΑΡ. 165/2018, 166/2018, 169/2018, 170/2018, 7/9/2020, για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα απαιτείται απόδειξη ότι η παραμονή στη Δημοκρατία θα είναι παράνομη. Στην παρούσα, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω με αναφορά στο Νόμο 6(I)/2000, από τη στιγμή που η γυναίκα που διήλθε με τους Κατηγορούμενους στη Δημοκρατία υπέβαλε νομότυπα αίτηση για πολιτικό άσυλο, όπως ανέφερε ο ΜΚ 3. Έτσι η παραμονή της στη Δημοκρατία δεν θα ήταν παράνομη και δεν πληρείται συστατικό στοιχείο της Κατηγορίας 5. Οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται, στις κατηγορίες 1,2,3 και 5, ενώ καλούνται σε απολογία στην κατηγορία 4. [Επεξηγούνται τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων βάσει του άρθρου 74
(1)(β)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.]. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.