← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 12217/2019, 26/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 12217/2019, 26/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 12217/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κ. Π. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26/1/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Γιακουμεττή Για Κατηγορούμενη: κ. Κορακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4
(1)
(2)(ιβ), του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119 (Ι)/
  1. Ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος δηλούν κατηγορείται ότι επιτέθηκε στην εν διαστάσει σύζυγο του Σ. Ι. Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου ήταν ότι το επίδικο συμβάν, ως η παραπονούμενη το περιγράφει δεν έλαβε χώρα. Σε αυτό το πλαίσιο επίδικων γεγονότων θα κινηθεί η κατωτέρω παράθεση, ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας είναι η παραπονούμενη (ΜΚ 1). Στην κατάθεση της Τεκμήριο 1 εξηγεί ότι μετά την διάσταση της με τον Κατηγορούμενο έχουν σειρά περιουσιακών και άλλων διαφορών. Μεταξύ των διαφορών τους αυτών είναι και η κατοχή και ιδιοκτησία του επίδικου χώρου, ήτοι του γραφείου που παλαιότερα λειτουργούσαν μαζί ως γραφείο. Είχε αντιληφθεί η ΜΚ 1 ότι ο Κατηγορούμενος διαμένει στο γραφείο. Την 20/1/2019, άκουσε θόρυβο στο γραφείο, αφού η ίδια διαμένει πάνω από αυτό. Είδε στο δρόμο φορτηγό κατασκευαστικής εταιρείας και αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος διεξάγει εργασίες στο χώρο. Άνοιξε τη μισάνοικτη πόρτα, εισήλθε στο γραφείο όπου βρισκόταν μόνος του ο Κατηγορούμενος. Του είπε «Κ. θέλω να δω τι κάμνεις στην περιουσία μου χωρίς τη συγκατάθεση μου». Τότε ο Κατηγορούμενος δεν είπε τίποτε, θύμωσε και αντιλήφθηκε ότι είχε πρόθεση να τον φωτογραφίσει με το κινητό της τηλέφωνο. Περπάτησε προς το μέρος της, έβαλε το χέρι του πάνω στο κινητό της τηλέφωνο, την τράβηξε και την έσπρωξε προς την πόρτα που εισήλθε. Η ΜΚ 1 δεν αντέδρασε, την έβγαλε έξω και της είπε «φύγε από το γραφείο μου». Ενημέρωσε τους γονείς της και το δικηγόρο της για το περιστατικό και πήγε να το καταγγείλει στην Αστυνομία. Παρέδωσε ως Τεκμήριο 2 μια σειρά φωτογραφιών, όπου φαίνεται η διαδρομή της από την είσοδο της στον χώρο του γραφείου, μέχρι την πρότελευταία φωτογραφία που δεικνύει τον Κατηγορούμενο στο παράθυρο και την τελευταία η οποία απεικονίζει μόνο ένα δάκτυλο από πολύ κοντινή απόσταση, χωρίς να διακρίνονται τα όποια χαρακτηριστικά του. Οι εν λόγω φωτογραφίες συνοδεύονται με σχετικά στοιχεία, όπως το πότε και που λήφθηκαν, για να καταδειχθεί ότι λήφθηκαν στον επίδικο χώρο τον επίδικο χρόνο. Από τα στοιχεία αυτά πρότελευταία και τελευταία φωτογραφία απέχουν χρονικά 8 δευτερόλεπτα. Η ΜΚ 1 επανέλαβε την εκδοχή της κατά την κυρίως της εξέταση. Αφού αναφέρθηκε στην γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο, την οικογένεια μαζί του και το ότι υπήρξαν συνέταιροι είπε ότι έλαβαν διαζύγιο το 2021, ενώ είχε καταχωρηθεί σχετική αίτηση το
  2. Σε σχέση με την παύση της συνεργασίας τους είπε ότι ο Κατηγορούμενος μετάτρεψε τον χώρο του γραφείου και σε χώρο διαμονής χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της. Επέμενε να κινείται σε όλους τους χώρους του γραφείου με αποτέλεσμα να περνά τις πιο πολλές ώρες της μέρας απέναντι του σε απόσταση μισού μέτρου και με αυτόν τον τρόπο να της ασκείται ψυχολογική πίεση. Ο Κατηγορούμενος είχε μια κλιμακούμενη εχθρική στάση. Δημιουργούσε ένταση, επεισόδια και σκηνές επί καθημερινής βάσης. Στη συνέχεια κλείδωνε διάφορους χώρους του γραφείου, της απέκλειε την πρόσβαση, εγκατέστησε κάμερες και ηχογραφούσε όταν μιλούσαν. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, πάντα κατά την κυρίως εξέταση, ανέφερε ότι το πρωί είχε ακούσει θόρυβο και όταν κοίταξε από το μπαλκόνι της κουζίνας είδε φορτηγάκι κατασκευαστικής εταιρείας κάτω στο γραφείο και κατάλαβε ότι γίνονται εργασίες. Το μεσημέρι έπρεπε να φύγει από το σπίτι και να πάει να συναντήσει τους γονείς της. Το φορτηγάκι ήταν ακόμα εκεί και σκέφτηκε ότι αφού υπάρχουν τεχνίτες εκεί δεν κινδυνεύει, έτσι αποφάσισε να πάει να ρωτήσει γιατί γίνονταν εργασίες. Σταμάτησε με το αυτοκίνητο της έξω από το γραφείο, κατέβηκε και περπάτησε δίπλα από το φορτηγάκι, μπήκε μέσα και είδε τις εργασίες που γίνονταν και τις τροποποιήσεις στις οποίες προέβαινε ο Κατηγορούμενος. Λάμβανε φωτογραφίες στην όλη της διαδρομή. Μπήκε στο χώρο συνεδριάσεων του γραφείου και είδε ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν μπροστά από το παράθυρο, μόνος του και έβλεπε έξω. Μόλις μπήκε μέσα του είπε ήρεμα "Κ. γιατί συνεχίζεις να κάμνεις εργασίες δαμέ αφού ξέρεις ότι δεν συμφωνώ, είμαι και εγώ ιδιοκτήτης του γραφείου». Εκείνος δεν της απάντησε. Από το σημείο που ήταν όρμηξε πάνω της και έβαλε το χέρι του στο κινητό τηλέφωνο, στην κάμερα, την άρπαξε και με τα δύο του χέρια από τον ώμο και από το μπράτσο και την τράβηξε σε όλη την διαδρομή που είχε μπει. Την έριξε έξω και της είπε "Φύγε από το γραφείο μου και μην ξαναπατήσεις εδώ" με θυμωμένη και απειλητική φωνή. Ήταν πάρα πολύ θυμωμένος, τα μάτια του ήταν γουρλωμένα και ένιωσε ότι αν έφερνε αντίσταση ή του έλεγε οτιδήποτε κινδύνευε με ξυλοδαρμό. Ένιωσε ότι η μετατροπή της ψυχολογικής βίας σε σωματική ήταν σημείο καμπής και γι' αυτό αποφάσισε να καταγγείλει το περιστατικό. Ανέφερε ότι δεν είδε τεχνίτες στον χώρο. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν υπήρξε άλλο περιστατικό σωματικής βίας, αλλά η ένταση και στεναχώρια με την οποία απευθυνόταν στο Δικαστήριο είναι συναισθήματα που έχουν να κάνουν με όλα όσα έζησε με τον Κατηγορούμενο, ενώ η διαδικασία για την ίδια είναι ψυχοφθόρα. Οι φωτογραφίες Τεκμήριο 2 δόθηκαν στην Αστυνομία το 2021, αφού η ίδια τις είχε τυπώσει. Κανείς δεν της είχε ζητήσει τον επίδικο χρόνο το κινητό της τηλέφωνο, ενώ κρατούσε αυτό αναστατωμένη και πατούσε το κουμπί για να ληφθεί φωτογραφία, χωρίς να γνωρίζει αν τελικά φωτογράφιζε. Δεν εισηγήθηκε στον Κατηγορούμενο να φύγει, να σταματήσει να χρησιμοποιεί το γραφείο, αλλά προέβη σε προτάσεις για επίλυση των διαφορών τους. Είναι άνθρωπος ειρήνης τόνισε σε πολλές περιπτώσεις και επιδιώκει τα προβλήματα να λύνονται συναινετικά. Παρά ταύτα παραδέχθηκε ότι κίνησε αγωγή που αφορά αποζημίωση για τη μη χρήση του γραφείου ως συνιδιοκτήτρια, γιατί αναγκάστηκε να φύγει, να ενοικιάσει νέο χώρο, να τον εξοπλίσει από το μηδέν και δουλεύει εκεί μαζί με τα παιδιά της. Όταν της υποβλήθηκε ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να εγκαταλείψει το γραφείο πριν το περιστατικό, απάντησε ότι είχε προτείνει μεταβατικές λύσεις. Της υποβλήθηκε ότι το επίδικο περιστατικό το κατέστρωσε με τον δικηγόρο της για να επιτύχουν την έξωση του Κατηγορούμενου από το γραφείο, θέση με την οποία διαφώνησε. Επέμεινε σε σχέση με το περιστατικό ότι μίλησε ήρεμα στον Κατηγορούμενο και εκείνος της επιτέθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο Α/Αστ. 821 Κ. Αναστασίου. Είναι το πρόσωπο που έλαβε το παράπονο αλλά και κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του ως Τεκμήριο 11 κατάθεση του Κ. Γ., ενός από τους εργάτες που απασχολούνταν τον επίδικο χρόνο στον επίδικο χώρο. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε αν κλήθηκε από τον δικηγόρο της παραπονούμενης για να απαντήσει ότι τον πήρε τηλέφωνο αλλά όχι για να το πιέσει. Είπε ότι η παραπονούμενη του είπε ότι είχε πρόθεση να λάβει φωτογραφίες και όχι ότι έλαβε. Είπε τέλος ότι οι εργασίες γίνονταν σε πολύ κοντινό σημείο, από το σημείο που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα το επεισόδιο. Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 5 αναφέρει ότι δεν είχε συναντηθεί καθόλου με την παραπονούμενη την επίδικη μέρα. Μάλιστα δίδει και τα στοιχεία ατόμων που εργάζονταν εκεί τότε, προς επιβεβαίωση. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και προς τούτο κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, ως Έγγραφο
  3. Σε αυτή αναφέρεται στο ιστορικό των σχέσεων του με την παραπονούμενη και στο ότι κατέληξε να επιζητεί την απομάκρυνση του από το γραφείο. Προς τούτο κατέθεσε επιστολή των δικηγόρων της, με τις αξιώσεις της (Τεκμήριο 6). Αν επεσυνέβαινε το όποιο περιστατικό μεταξύ τους τον επίδικο χρόνο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό στους εργάτες υποστηρίζει (βλ. και Τεκμήριο 12). Σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2 αναφέρει στο Έγγραφο Α ότι στην πρότελευταία φωτογραφία απεικονίζεται να βλέπει έξω από το παράθυρο, ενώ λήφθηκε με την παραπονούμενη κρυμμένη πίσω από τον τοίχο. Τούτο καταδεικνύεται και από φωτογραφίες του χώρου που κατέθεσε ο ίδιος (Τεκμήριο 7). Κατέθεσε μάλιστα και αλληλογραφία όπου εμφαίνεται η παραπονούμενη να αναφέρεται στο παράπονο της στο πλαίσιο πρότασης της για διευθέτηση των μεταξύ τους ζητημάτων. Κατά την κυρίως του εξέταση αναφέρει ότι χρονομέτρησε το λεκτικό "Κώστα θέλω να δω τι κάνεις στην περιουσία μου χωρίς τη συγκατάθεση μου» και αυτό έχει διάρκεια διάρκεια 6 με 8 δευτερόλεπτα. Το να περπατήσεις από το παράθυρο του επίδικου χώρου μέχρι την είσοδο που βρισκόταν η παραπονούμενη έχει διάρκεια 8 με 10 δευτερόλεπτα. Η φράση που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι είπε στον Κατηγορούμενο στην κυρίως της εξέταση χρονομετρήθηκε στα 11 δευτερόλεπτα. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος είπε ότι η παραπονούμενη γνώριζε για τις τροποποιήσεις που γίνονταν στον επίδικο χρόνο, αφού είχαν σχεδιαστεί για να γίνουν από τότε που συνεργάζονταν και οι εργασίες είχαν ξεκινήσει ένα μήνα πριν. Το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο. Αυτή της παραπονούμενης ότι βρέθηκε στον χώρο συνεδριάσεων του γραφείου και αφού απευθύνθηκε στον Κατηγορούμενο αυτός της επιτέθηκε βγάζοντας την έξω από το γραφείο, από τη μια. Από την άλλη έχουμε την θέση του Κατηγορούμενου ότι ουδέποτε έλαβε χώρα το περιστατικό, ούτε καν συναντήθηκε με την παραπονούμενη. Είναι καθαρά ζητήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως αυτή θα λάβει χώρα κατωτέρω. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστην μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Εξ αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αστυνομική διερεύνηση ήταν άμεμπτη. Ο ΜΚ 2 χωρίς να έχει απόλυτες θέσεις, κατέδειξε ότι όχι μόνο εξέτασε το παράπονο, αλλά διερεύνησε και τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου, λαμβάνοντας κατάθεση από άτομο που βρισκόταν στον χώρο. Υπήρξε αρωγός στην προσπάθεια εξεύρεσης της αλήθειας και σε καμία περίπτωση δεν έδρασε ως διωκτική αρχή ή εν πάση περιπτώσει μεροληπτικά ως προς τον οποιονδήποτε. Η παραπονούμενη ΜΚ 1 υπέπεσε σε μια σειρά αντιφάσεων. Εν πρώτοις άλλη φράση ανέφερε ότι είπε στον Κατηγορούμενο για να πυροδοτήσει την αντίδραση του στην κατάθεση της και άλλες στην δια ζώσης μαρτυρία της. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 1 ισχυρίστηκε ότι του είπε «Κώστα θέλω να δω τι κάμνεις στην περιουσία μου χωρίς άδεια», στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι του είπε «Κώστα γιατί συνεχίζεις να κάμνεις εργασίες δαμέ αφού ξέρεις ότι δεν συμφωνώ, είμαι και εγώ ιδιοκτήτης του γραφείου», ενώ στην αντεξέταση το περιόρισε στην φράση «Κώστα γιατί». Η εν λόγω αντίφαση είναι ουσιώδης, αφού αποτελεί το έναυσμα για την επίθεση όπως την περιγράφει η παραπονούμενη, και ως προς αυτό το καίριο στοιχείο της μαρτυρίας της δίδει αντιφατικές εκδοχές, σε κάθε ευκαιρία που της δίδεται. Αντίφαση προκύπτει και ως προς την περιγραφή του περιστατικού από την ίδια. Στην κατάθεση της Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι η επίθεση έγκειται στο ότι: έβαλε το χέρι του πάνω στο κινητό της και έβαλε το χέρι του στο δεξί της χέρι και την τράβηξε και την έσπρωξε προς την πόρτα. Στην κυρίως της εξέταση ανέφερε ότι την άρπαξε και με τα δύο του χέρια από τον ώμο και από το μπράτσο και την τράβηξε σε όλη τη διαδρομή που είχε μπει. Το μπράτσο και ο ώμος βέβαια δεν είναι σημεία του χεριού με τα οποία κάποιος μπορεί να κρατά το κινητό και δη να φωτογραφίζει. Είναι σαφές λοιπόν ότι οι δύο της πιο πάνω αναφορές, με τις οποίες περιγράφεται το περιστατικό απέχουν και αντιφάσκουν. Ακόμα και η φράση που κατ' ισχυρισμό της είπε αφού την έβγαλε έξω από το γραφείο διανθίστηκε από «φύε από το γραφείο μου» στο Τεκμήριο 1 σε "φύγε από το γραφείο μου και μην ξαναπατήσεις εδώ" στην κυρίως της εξέταση. Επιπλέον η παραπονούμενη είπε ότι ήταν αναστατωμένη και δεν κατάλαβε αν πατούσε το κουμπί για να λάβει φωτογραφίες, κάτι που αντιφάσκει με το Τεκμήριο 2, όπου οι φωτογραφίες, πλην της τελευταίας, είναι ξεκάθαρες, καθόλου θολές και απεικονίζουν συγκεκριμένες φάσεις της εισόδου της στο γραφείο. Φαίνεται ότι εστίαζε κανονικά δηλαδή, αφού φωτογράφισε το πίσω μέρος του φορτηγού, με το περιεχόμενο του, την είσοδο που έκλεισε μετά από εργασίες, ακόμα και την είσοδο της στο γραφείο. Η μαρτυρία της, δε, ότι το περιστατικό επεσυνέβη και μάλιστα με την ένταση που περιγράφει, αντιφάσκει με την κατάθεση του K. Y., Τεκμήριο
  1. Το εν λόγω πρόσωπο δούλευε στον επίδικο χώρο τον επίδικο χρόνο. Εξήγησε λεπτομερώς ότι αν μιλούσε κάποιος με τον Κατηγορούμενο θα τον έβλεπαν και θα τον άκουγαν, ενώ κανένας δεν πήγε εκεί όσο δούλευαν. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 12 το οποίο δεικνύει την εγγύτητα του χώρου που εργάζονταν με το γραφείο. Τα ως άνω καταδεικνύουν ότι η παραπονούμενη δεν είχε έρθει σε επαφή με τον Κατηγορούμενο τον επίδικο χρόνο. Στις πιο πάνω αντιφάσεις προστίθεται η σε εξέλιξη διαφορά Κατηγορούμενου και παραπονούμενης ως προς τα περιουσιακά τους. Διαφορά την οποία η παραπονούμενη ανέδειξε με λεπτομέρεια, σε αντίθεση με το επίδικο περιστατικό, όπου μέσω των αντιφάσεων της κάθε άλλο παρά έδωσε στο Δικαστήριο σαφή εικόνα του. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος υπήρξε σταθερός στις θέσεις του, τεκμηριώνοντας αυτές. Η θέση του ως προς τους εργάτες που θα άκουγαν το όποιο περιστατικό επιβεβαιώθηκε τόσο από την κατάθεση Τεκμήριο 11, όσο και από το Τεκμήριο
  2. Χρονομέτρησε, και δεν αμφισβητήθηκε ως προς τις εν λόγω μετρήσεις, το χρόνο της φράσης που φέρεται ο ίδιος να είπε στην παραπονούμενη και το χρόνο που θα χρειαζόταν για να διανύσει την απόσταση από το παράθυρο μέχρι την είσοδο του γραφείου. Η χρονομέτρηση έδειξε ότι δεν θα μπορούσε σε 8 δευτερόλεπτα, να άκουσε τη φράση της παραπονούμενης, να εκνευριστεί και να της επιτεθεί στο σημείο που βρισκόταν. Δεν συνάδει δηλαδή χρονικά η εκδοχή της στη βάση των φωτογραφιών Τεκμήριο
  3. Επαναλαμβάνω ότι καμιά φωτογραφία δεν δείχνει τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται. Απλώς στην αλληλουχία τους η προτελευταία φωτογραφία τον δείχνει στο παράθυρο και η τελευταία, 8 δευτερόλεπτα μετά, δείχνει ένα δάκτυλο, από πολύ κοντινή απόσταση, χωρίς να διακρίνεται αν είναι ανδρός ή γυναικός. Τέλος ο Κατηγορούμενος εξήγησε εναργώς το πως η παραπονούμενη έθεσε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, το παράπονο της για την υπό κρίση υπόθεση. Κατέδειξε δηλαδή ότι η παρούσα αποτελεί διαπραγματευτικό μέσο για την παραπονούμενη. Στην Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6, αναφέρεται ότι: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη» Όπως διαβάζουμε στην Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2019, 8/4/2020: «Το ζητούμενο για την υπεράσπιση δεν ήταν να πείσει για την αναξιοπιστία της παραπονούμενης, όπως είχε το βάρος η κατηγορούσα αρχή να πείσει για την αξιοπιστία της, αλλά αρκούσε να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία της ώστε να καταστήσει επισφαλή μια καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Αναλόγως και εν προκειμένω. Η αντιφατική και αναξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ 1, σε συνάρτηση με την τεκμηριωμένη εκδοχή του Κατηγορούμενου, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη του τελευταίου ως προς το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας επίθεσης του Κατηγορούμενου στην παραπονούμενη με τα ενώπιον του δεδομένα. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την εναντίον του κατηγορία. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.