ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Α., Αρ. Υπ. 564/2021, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπ. 564/2021 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- Α. Α. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27.1.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Χρ. Δημητριάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 17.12.2020 και ώρα 18:50 στην οδό Κωνσταντινουπόλεως στη Λάρνακα, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δυο μάρτυρες. Τον Αστ. 3024 Μ. Καβαλιέρο (ΜΚ1) και τον Α. Ibrov (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος κατάθεσε ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Α. Λοΐζου (ΜΥ1). Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο την κατάθεση του (Τεκμήριο 1), πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος (Τεκμήριο 2), τελικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος (Τεκμήριο 3), την κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) και την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1 με αναφορά στα τεκμήρια εξήγησε τις ενέργειες του στο Δικαστήριο, τα σχέδια που ετοίμασε και πως κατάληξε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Κωνσταντινουπόλεως από την οδό Ιωάννη Ντυνάν ανακόπτοντας τον δρόμο στον ΜΚ
- Ανάφερε ο μάρτυρας, περαιτέρω, πως δεν υπήρξε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο ΜΚ
- Κατέληξε στο σημείο πτώσης της μοτοσυκλέτας (σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 3) εκεί που σταματούσαν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας του ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι η μοτοσυκλέτα δεν σύρθηκε στην άσφαλτο. Δεν ρώτησε τον ΜΚ2 πως χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσυκλέτας όμως φαίνεται ότι χρησιμοποίησε το μπροστινό φρένο και εκεί που σταμάτησε η μοτοσυκλέτα δεν κατάφερε να την χειριστεί με αποτέλεσμα να γείρει. Ερωτώμενος κατά πόσο ήταν πιθανό να την χειριζόταν καλύτερα αν χρησιμοποιούσε το πίσω φρένο χωρίς να γείρει, είπε ότι είναι πιθανό όμως πάτησε φρένο την τελευταία ακριβώς στιγμή. Ο ΜΚ1 δεν ήταν στην σκηνή. Όταν μετέβηκε βρήκε τα οχήματα στις τελικές τους θέσεις, σημεία που δεν αμφισβήτησαν ο ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος. Υπήρξε μόνο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι μετά την πτώση του, ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα πίσω. Το όχημα του κατηγορούμενου είχε κινηθεί προς την άλλη πορεία επί της οδού Ιωάννη Ντυνάν δηλαδή στην δεξιά λωρίδα. Η δεξιά πλευρά του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν 0,90 εκατοστά μέσα στην οδό Κωνσταντινουπόλεως και η αριστερή πλευρά του κάτι περισσότερο από ένα μέτρο. Γύρω στο 1,30 - 1,40 ως ήταν η θέση του ΜΚ
- Συμφώνησε αντεξεταζόμενος ότι η ορατότητα του ΜΚ2 ήταν καλύτερη από αυτήν του κατηγορούμενου. Δεν μέτρησε από το σημείο «Χ» (Τεκμήριο 3) κατά πόσο αν απλά ακολουθούσε την πορεία του ο ΜΚ2 χωρίς να σταματήσει θα επερχόταν σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου. Ένας συνετός οδηγός, ως είπε ο μάρτυρας, θα ήταν στην λωρίδα του, θα έκανε στάση στο αλτ και θα ανάμενε να ελέγξει τον δρόμο. Είναι εμφανές από το σχέδιο (Τεκμήριο 2), είπε, το οποίο υπόγραψε ο κατηγορούμενος χωρίς να το αμφισβητήσει και είναι αυτός που υπέδειξε στον ΜΚ1 την θέση του οχήματος, την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 και ο ίδιος σημείωνε. Τα αποτελέσματα, είπε, φαίνονταν στον δρόμο. Ήταν η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι εάν μετρούσε το πιο πάνω σημείο ο ΜΚ1 θα έβλεπε ότι αν συνέχιζε κανονικά την πορεία του ο ΜΚ2 δεν θα συγκρουόταν με το όχημα του Κατηγορούμενου διότι από την άκρη του δρόμου, δηλαδή της οδού Κωνσταντινουπόλεως, αριστερά της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 μέχρι εκεί που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν 2,7 μέτρα ενώ το όχημα του κατηγορούμενου ήταν 0,90 εκαστοστά. Στην βάση τούτου υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ήταν πλημμελής η διερεύνηση του και ότι έπρεπε να έκανε τις συγκεκριμένες μετρήσεις με τον ΜΚ1 να απαντά ότι έκανε πολύ σωστά την δουλειά του. Ο ΜΚ2 ήταν ο άλλος εμπλεκόμενος οδηγός. Η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε έφερε καλάθι στο πίσω μέρος και ήταν στο δρόμο για παραγγελία πίτσας. Όταν είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται της οδού Ιωάννη Ντυνάν σταμάτησε την μοτοσυκλέτα του πέφτοντας στο έδαφος. Είδε τα φώτα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου να φέγγουν στην οδό Ιωάννη Ντυνάν από μακριά. Αντεξεταζόμενος προσδιόρισε την απόσταση μεταξύ 20 και 50 μέτρα. Μόλις έστριψε και εισήλθε επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως είδε τα φώτα του οχήματος του κατηγορούμενου. Έπειτα είπε ότι δεν τα είδε αμέσως, πέρασε λίγο διάστημα και μετά τα είδε. Όταν πλησίασε το στρίψιμο προς την οδό Ιωάννη Ντυνάν ο κατηγορούμενος εξήλθε κινούμενος δεξιά. Βγήκε μπροστά του ο κατηγορούμενος χωρίς να σταματήσει στο αλτ και κινήθηκε προς τα δεξιά. Περίμενε ότι θα σταματούσε ο κατηγορούμενος επειδή είχε αλτ αλλά δεν σταμάτησε. Ήταν κοντά του και για να μην κτυπήσουν σταμάτησε, με αποτέλεσμα να γυρίσει η μοτοσυκλέτα και να πέσει αυτός και η μοτοσυκλέτα πάνω του. Έτσι τραυματίστηκε στο πόδι. Προσδιόρισε το «κοντά» στην αντεξέταση του στα 2 με 3 μέτρα. Έκανε χρήση φρένων πριν πλησιάσει το στρίψιμο της Ιωάννη Ντυνάν. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ήταν χαμηλή. Η θέση του οχήματος του κατηγορούμενου είπε, του έκοβε τον δρόμο. Δεν είχε άλλα αυτοκίνητα μπροστά του. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου αρχικά σταμάτησε και την στιγμή που έπεσε το είδε να μετακινείται προς τα πίσω. Του υποδείχθηκε η κατάθεση του (Τεκμήριο 6), την οποία είχε υιοθετήσει, όπου αναφέρει ότι μπήκε στο δρόμο του ο κατηγορούμενος και σταμάτησε, σε αντίθεση με αυτό που είπε στην αντεξέταση ότι δεν σταμάτησε ο κατηγορούμενος, με τον ΜΚ2 να απαντά ότι έπεσε και είδε τον κατηγορούμενο να είναι σταματημένος. Δεν θυμάται ακριβώς πότε σταμάτησε ο κατηγορούμενος. Φώναξε στον κατηγορούμενο όμως αυτός δεν πήγε κοντά του. Έκανε όπισθεν με το όχημα του και σταμάτησε να κάνει όπισθεν όταν πλησίασαν τον ΜΚ2 άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων, και ένας ιατρός. Η μοτοσυκλέτα ήταν από πάνω του με το κεφάλι του να είναι παράλληλα με την οδό Κωνσταντινουπόλεως. Του υποβλήθηκε ότι λόγω της θέσης του δεν ήταν δυνατό να βλέπει τις κινήσεις του κατηγορούμενου με τον ΜΚ2 να αναφέρει ότι τα έβλεπε όλα. Ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως. Υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) και εξήγησε ότι ενώ ερχόταν από την οδό Ιωάννη Ντυνάν σταμάτησε, έλεγξε τον δρόμο όπως κάνει πάντα. Όταν έκανε κίνηση να προχωρήσει (δηλαδή να εισέλθει στην οδό Κωνσταντινουπόλεως) είδε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2 και σταμάτησε. Μπήκε περίπου 90 εκατοστά στην οδό Κωνσταντινουπόλεως και ο ΜΚ2 χρησιμοποίησε τα φρένα του και έπεσε κάτω. Ο κατηγορούμενος είπε επίσης ότι έτρεξε να βοηθήσει όμως ο ΜΚ2 τον έβριζε. Όταν είδε ότι έφθασε κάποιος άλλος πήγε και κάθησε μέσα στο αυτοκίνητο του. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε πως γίνεται από την πορεία Α (Τεκμήριο 3) να βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα απάντησε ότι το σχέδιο (Τεκμήριο 3) δεν έχει καμία σχέση και είναι μεγάλο λάθος. Έδειξε επί του Τεκμηρίου 3 ότι το όχημα του ήταν ολόκληρο εντός της λωρίδας του σε αντίθεση με το Τεκμήριο 3 που δείχνει το όχημα του κατηγορούμενου λοξά και μέσα στην αντίθετη λωρίδα. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 2 που είναι το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου το όχημα του είναι στην θέση που φαίνεται και στο Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι όπως το έβλεπε όταν του υποδείχθηκε, σύγχησε τις πλευρές. Ανάφερε, περαιτέρω, στην αντεξέταση του ότι ώσπου να εκκινήσει το όχημα του, ο ΜΚ2 βρέθηκε στα 50 μέτρα. Την πρώτη φορά που κοίταξε δεξιά δεν είχε κανένα στο δρόμο. Έπειτα είπε ότι ήταν σταματημένος όταν είδε πρώτη φορά τον ΜΚ2 και έμεινε σταματημένος όμως είχε ήδη μπει 90 εκατοστά μέσα στον οδό Κωνσταντινουπόλεως. Αρνήθηκε ότι μετακίνησε πίσω το όχημα του και είπε ότι όπως φαίνεται, ο ΜΚ2 φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα εισερχόταν στην οδό Κωνσταντινουπόλεως ενώ ήταν σταματημένος. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο ΜΚ2 πρέπει να νόμιζε ότι θα συνέχιζε ο κατηγορούμενος για να απαντήσει ο τελευταίος σε σχετική ερώτηση του Κατήγορου ότι ήταν μακριά και μπορούσε να τον αποφύγει ο ΜΚ2 αν ήθελε. Ο ΜΥ1 κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Κατάθεσε σχετική έκθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 7) στην οποία περιλαμβάνονται και τα προσόντα του. Ο μάρτυρας εφάρμοσε το λογισμικό πρόγραμμα PC-Crash για να κάνει αναπαράσταση της σκηνής του ατυχήματος η οποία προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Επί της ουσίας είναι το τι απεικονίζουν οι εικόνες 14 και 15 επί του Τεκμηρίου
- Το βίντεο με αναπαράσταση του ατυχήματος καταχωρήστηκε ως Τεκμήριο
- Λαμβάνοντας ως δεδομένες τις μετρήσεις του ΜΚ1 σε σχέση με τον χώρο και αποστάσεις (Τεκμήριο 3), μετρώντας για να επιβεβαιώσει τις μετρήσεις της Αστυνομίας, υψώνοντας drones για να λάβουν φωτογραφίες κάτοψης των σχετικών δρόμων και εισάγοντας τις προδιαγραφές των εμπλεκόμενων οχημάτων, ο ΜΥ1 τοποθέτησε μια μοτοσυκλέτα, να αφήνει ίχνη τροχοπέδησης στα 6.6 μέτρα και στη συνέχεια να έχει απώλεια ελέγχου. Παράλληλα τοποθέτησε την κίνηση του οχήματος του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2 απλά συνέχιζε την πορεία της δεν θα υπήρχε καμία επαφή με το όχημα του κατηγορούμενου. Θέλοντας με τον τρόπο αυτό να καταδείξει ότι δεν υπήρχε ανάγκη ο ΜΚ2 να κάνει χρήση φρένων. Αντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε γιατί οι μετρήσεις και οι φωτογραφίες λήφθηκαν μεσημβρινές ώρες εφόσον το ατύχημα είχε γίνει βράδυ απάντησε ότι από την στιγμή που δεν τέθηκε θέμα ορατότητας δεν είχε σημασία η ώρα. Ούτε για την αναπαράσταση υπήρχε κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Επίσης, ο ΜΥ1 ανάφερε ότι στηρίχθηκε στην αστυνομική έκθεση του ΜΚ1, τις φωτογραφίες ζημιών της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 και από τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι το όχημα του κατηγορούμενου μετακινήθηκε προς τα πίσω, ανάφερε ότι έλαβε υπόψη την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου ως το Τεκμήριο 3 λέγοντας ότι εκείνον τον ενδιέφερε η τελική θέση. Ο εκτιμητής και η ασφαλιστική εταιρεία προμήθευσαν τον ΜΥ1 με τις φωτογραφίες 4 και 5 επί του Τεκμηρίου
- Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πήγαν στην σκηνή αλλά τράβηξαν σε κατοπινό στάδιο τις εν λόγω φωτογραφίες. Βάσει των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας, ο ΜΥ1 κατάλαβε ότι ο ΜΚ2 χρησιμοποίησε τα φρένα με τρόπο που δεν κατάφερε να ελέγξει την μοτοσυκλέτα. Θα μπορούσε να πατήσει κάτω τα πόδια του και να σταματήσει διότι κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Κατάληξε ότι ο ΜΚ2 κινείτο με 33-35 ΧΑΩ και μπορούσε να πατήσει τα πόδια του διότι εκεί που τελειώνουν τα ίχνη κινείτο πλέον 5-7 ΧΑΩ. Έπειτα είπε ότι στην περίπτωση αυτή κλείδωσε ο τροχός της μοτοσυκλέτας την στιγμή που άφησε τα ίχνη τροχοπέδησης και είναι ο μπροστινός τροχός που άφησε τα ίχνη, διότι βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στην τελική θέση της μοτοσυκλέτας και δεν πέρασε το συγκεκριμένο σημείο πάνω στα ίχνη τροχοπέδησης ο πίσω τρόχος. Ήταν η θέση του ότι ο ΜΚ2 έκανε χρήση και των δυο φρένων όμως, μπροστά και πίσω. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε επί του αλτ, έκανε συνεχόμενη πορεία με την δευτέρα ταχύτητα για αυτό πήρε πορεία προς τα δεξιά. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι όταν το σχέδιο μπει στην σωστή κλίμακα, φαίνεται ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν ήταν εκεί που δείχνει το Τεκμήριο 3 αλλά όπως φαίνεται στην εικόνα 14 στο Τεκμήριο
- Έπειτα ανάφερε ότι δεν είναι λάθος το Τεκμήριο 3 αλλά δεν ΄ταν υπό κλίμακα. Πήραν τις μετρήσεις σαν δεδομένο και έγιναν και μετρήσεις. Κατέγραψε τις μετρήσεις που έκανε σε μπλοκάκι το οποίο όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ρωτήθηκε επίσης γιατί δεν σύρθηκε η μοτόρα αφού η κινείτο κατά την χρήση φρένων με 5-7 ΧΑΩ αναφέροντας ότι η ταχύτητα ήταν χαμηλή. Το βάρος της μοτοσυκλέτας έχει σημασία όμως δεν μπορούσε να πει ακριβώς το βάρος της συγκεκριμένης. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 : «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο πάνω άρθρο έχει τύχει εξαντλητικής εξέτασης από τα Δικαστήρια μας και η Νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια. Η αμέλεια εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο καθώς και με άλλες συνθήκες που επικρατούν τον δεδομένο χρόνο (βλ. Nicolaides v Economides
(1963)2 CLR 78). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από ένα οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα. Στην Alevtyna Koptyakova v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/2017 ημερομηνίας 13.3.2018, επικροτήθηκε η αρχή ότι το κριτήριο εξέτασης της οδικής συμπεριφοράς ενός οδηγού, με βάση το άρθρο 8 του Ν.86/72, είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Το καθήκον του οδηγού εξετάζεται υπό το πρίσμα των γεγονότων και το μέτρο είναι ο σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Charalambous v Police
(1982)2 CLR 134, Πορτοκαλίδης ν Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68) και οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετήσει το πιο πάνω αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Κωμιάτη ν Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226, Ζαχαρία ν Καραολή
(2004)1Α ΑΑΔ 72). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παπά ν Ναθαναήλ κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 275). Παράλληλη αμέλεια από την πλευρά άλλου εμπλεκόμενου δεν επηρεάζει το ζήτημα της ενοχής αμελούς οδηγού, αν αυτός αποδειχθεί ότι ήταν αμελής (βλ. Triftarides v Police
(1968)2 CLR 140 και Νικολάου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 748). Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1975)1 CLR 188). Παράληψη αντίληψης του προφανούς, συνιστά αμέλεια. Αξιολόγηση και Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας εξετάσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα επίσης την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτού του είδους υποθέσεις είναι βαρύνουσας σημασίας. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της πορείας των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης αντικρουόμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε το ατύχημα και αποτελεί οδηγό για την αξιολόγηση και έλεγχο της μαρτυρίας ως προς λεπτομέρειες σε θέματα και γεγονότα στα οποία οι άμεσα εμπλεκόμενοι οδηγοί ή άλλα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορεί να κάνουν κάποιο λάθος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213). Σε περιπτώσεις ατυχημάτων, τα γεγονότα εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Σε ζητήματα που αφορούν στον προσδιορισμό μιας κατάστασης πρέπει το Δικαστήριο να καθοδηγείται από την κοινή λογική χωρίς να περιπλέκεται σε αχρείαστες λεπτομέρειες (βλ. Vakanas v Thomas
(1982)1 CLR 530). Αντλώντας καθοδήγηση από την σχετική Νομολογία προχωρώ στην καταγραφή των όσων αποκόμισα από την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, του κατηγορούμενου και του ΜΥ
- Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατάθεσε με σαφήνεια σε σχέση με τις ενέργειες που προέβη αναφορικά με την υπόθεση που διερευνούσε χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ή να κλονιστεί στην αντεξέταση. Το γεγονός ότι οι μετρήσεις που έκανε δεν ήταν επί κλίμακας δεν αλλάζει την εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ
- Τα σημεία μέτρησης του ΜΚ1 λήφθηκαν άλλωστε ως δεδομένα από τον ΜΥ1 για την ετοιμασία της έκθεσης του (Τεκμήριο 7). Με κάθε σεβασμό, είναι οξύμωρο να καλείται το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη την μαρτυρία κάποιου του οποίου τα σχέδια / μετρήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως δεδομένα από την υπεράσπιση, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ποιά μέσα διέθετε ο ΜΚ1 και ποια ο ΜΥ
- Η εικόντα του ΜΚ2 ήταν επίσης θετική. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 δεν διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του κατηγορούμενου. Εξηγώ. Ο ΜΚ2 είδε πρώτη φορά τα φώτα του κατηγορούμενου στα 20-50 μέτρα. Αυτή την απόσταση αναφέρει και ο κατηγορούμενος όταν εντόπισε τον κατηγορούμενο. Ασχέτως πως διαφάνηκε ότι η απόσταση ήταν μικρότερη το σημαντικό είναι ότι και οι δυο τοποθετούν την απόσταση περίπου στα ίδια μέτρα. Επιπλέον, ο ΜΚ2 κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε η υπεράσπιση, αντίθετα προέκυψε και από τις μετρήσεις του ΜΥ1 ότι ο ΜΚ2 κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε μετά που βγήκε από το άλτ όταν ήταν σε απόσταση 2-3 μέτρα αναγκάζοντας τον να κάνει χρήση φρένων για να μην κτυπήσουν ενώ ο κατηγορούμενος είπε οτι βγήκε από το αλτ και μετά σταμάτησε. Σημειώνω ότι μετάβαλε την θέση του ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του διότι αρχικά είχε αναφέρει ότι σταμάτησε ο κατηγορούμενος στο αλτ. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι δεν σταμάτησε ο κατηγορούμενος στο αλτ διότι αν δεν σταματούσε θα επερχόταν σύγκρουση. Γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι πλέον ήταν πολύ κοντά στον κατηγορούμενο όταν ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει 1,40 στην οδό Κωνσταντινουπόλεως (0.90 ήταν η δεξιά μπροστά πλευρά του προφυλακτήρα του οχήματος του κατηγορούμενου). Διαφορετικά δεν θα υπήρχε ανάγκη χρήσης φρένων. Ο κατηγορούμενος κρίνω ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να αποφύγει τις ευθύνες του. Είμαι της γνώμης ότι κατάθεσε όπως ο ίδιος πραγματικά βίωσε το περιστατικό της επίδικης ημέρας. Δεν παραγνωρίζω ότι αποδεχθηκε αρχικά την θέση του οχήματος του στο Τεκμήριο 2 όμως στην αντεξέταση του το αρνήθηκε, δέχομαι όμως τον ισχυρισμό του ότι μπερδεύτηκε. Για να γίνουν αντιληπτά τα φώτα του οχήματος του από τον ΜΚ2 σε απόσταση 20-50 μέτρων σημαίνει ότι εκείνη την στιγμή το όχημα του κατηγορούμενου έφθανε στο αλτ επί της οδού Ιωάννη Ντυνάν. Έτσι εξηγείται και η αναφορά του ΜΚ2 ότι προχώρησε στον δρόμο κάποια απόσταση και μετά είδε τα φώτα του οχήματος του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου όμως ότι μέχρι να εκκινήσει βρέθηκε ο ΜΚ2 στα 50 μέτρα δεν γίνεται αποδεκτός διότι ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει προηγουμένως ότι όταν είδε την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 σταμάτησε. Λογικά η απόσταση των 50 μέτρων και η χαμηλή ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ΜΚ2 παρείχαν χρόνο στον κατηγορούμενο είτε να εισέλθει στην οδό Κωνσταντινουπόλεως είτε να περιμένει να περάσει από μπροστά του ο ΜΚ2 και να έπειτα να εισέλθει. Για να δημιουργηθεί η εντύπωση στον ΜΚ2 ότι θα συνέχιζε την πορεία του ο κατηγορούμενος σημαίνει ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος σταμάτησε, έπειτα εκκίνησε και ακολούθως σταμάτησε ξανά μετά που πέρασε την γραμμή του αλτ. Δηλαδή, όντως σταμάτησε ο κατηγορούμενος στο αλτ, έστω μερικώς μετά την γραμμή. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ1, σε περιπτώσεις όπου μάρτυρες καταθέτουν ως εμπειρογνώμονες, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν πράγματι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας. Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες σε εξειδικευμένα επίδικα θέματα για να δυνηθεί το Δικαστήριο να εξακριβώσει, αφού αξιολογήσει, την ακρίβεια των συμπερασμάτων του εμπειρογνώμονα (βλ. Καουρής ν Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 746, Cybargo v Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα δεν υποκαθιστά την κρίση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε δικά του ευρήματα (βλ. Νεάρχου ν Στεφανίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά (βλ. Σιακόλα ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110). Ο εμπειρογνώμονας δύναται να εκφέρει γνώμη, όμως η εξακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η ετυμηγορία αθώωσης ή ενοχής είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη ότι η κατηγορούσα αρχή δεν αμφισβήτησε ότι ο ΜΥ1 είναι εμπειρογνώμονας, τα ακαδημαικά προσόντα του μάρτυρα, την ενασχόληση του με την αναπαράσταση ατυχημάτων από το 2007, η οποία ήταν μέρος και του διδακτορικού του, δέχομαι τον μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σε περιπτώσεις εμπειρονγωμόνων, η στάση τους στο εδώλιο ή μερικές αντιφάσεις δεν διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο. Δέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με την αναπαράσταση στην οποία προέβη. Έγινε ήδη αποδεκτό από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε σταματήσει όταν αντιλήφθηκε τον ΜΚ2. Δέχομαι επίσης ότι ο μπροστά τροχός της μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου κλείδωσε αφήνοντας τα συγκεκριμένα ίχνη επί του εδάφους. Επίσης γίνεται αποδεκτή η εξήγηση του ΜΥ1 ότι εάν το Τεκμήριο 3 τεθεί υπό κλίμακα είναι διαφορετική η θέση του οχήματος του κατηγορούμενου. Αυτό όμως δεν επηρεάζει όμως τα γεγονότα. Ο ΜΥ1 είχε αναφέρει επίσης, ότι στο λογισμικό πρόγραμμα PC-Crash, περιλαμβάνοντα οι προδιαγραφές διάφορων τύπων οχημάτων. Παρόλο που δεν επεξηγήθηκε ακριβώς η κάθε προδιαγραφή δεν αναμενόταν από τον μάρτυρα να αποστηθήσει ακριβώς τις προδιαγραφές. Για την παρούσα περίπτωση δεν είναι εξέχουσας σημασίας κατά την κρίση μου. Υπολόγισε ο μάρτυρας ότι η αρχική απόσταση των εμπλεκόμενων οδηγών ήταν 32,5 μέτρα. Η μικρότερη αρχική απόσταση μεταξύ τους είναι εις βάρος του κατηγορούμενου εάν θεωρηθεί ότι ο ΜΚ2 αντέδρασε μετά που εξήλθε ο κατηγορούμενος της παρόδου. Αποδίδεται λανθασμένος χειρισμός της μοτοσυκλέτας στον ΜΚ2 διότι ως καταγράφει ο ΜΥ1 στο Τεκμήριο 7 μπορούσε ο ΜΚ2 να αποφύγει την πτώση συνεχίζοντας απλά την πορεία του χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα ή ελαττώνοντας για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να περάσει μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου. Επίσης, ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει την μοτοσυκλέτα λόγω της χαμηλής ταχύτητας με την οποία κινείτο. Δεν είναι όμως καθήκον του παρόντος Δικαστηρίου ο επιμερισμός ευθυνών. Η αντίδραση όμως του ΜΚ2 να ξεκινήσει την χρήση φρένων σε απόσταση 32,5 μέτρα υποδηλώνει αυτό που ακριβώς αναφέρω πιο πάνω. Ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος, σταμάτησε στην γραμμή του αλτ, εκκίνησε περνόντας την και έπειτα σταμάτησε. Στην βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω στο ότι, στις 17.12.2020 και ώρα 18:50 στην οδό Κωνσταντινουπόλεως στη Λάρνακα, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Έφθασε στο αλτ στην οδό Ιώαννη Ντυνάν με πρόθεση να εισέλθει κατευθυνόμενος δεξιά εντός της οδού Κωνσταντινουπόλεως και αφού πέρασε μερικώς την γραμμή του αλτ σταμάτησε όταν αντιλήφθηκε τον ΜΚ2 ο οποίος τότε ξεκίνησε να κάνει χρήση φρένων προ του κινδύνου σύγκρουσης (Εικόνες 10 και 11 του Τεκμηρίου 7). Ο ΜΚ2 στην προσπάθεια του να σταματήσει την μοτοσυκλέτα έχασε τον έλεγχο της με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Είναι ευδιάκριτο ότι στην αναπαράσταση του ατυχήματος (Τεκμήριο 8) φαίνεται η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 να περνά χωρίς να έχει επαφή με το όχημα του κατηγορούμενου αν συνέχιζε την πορεία της. Υπό τις περιστάσεις όμως, η κίνηση του ΜΚ2 να κάνει χρήση φρένων δεν ήταν παράλογη διότι είχε εισέλθει έστω και μερικώς στην λωρίδα του το όχημα του κατηγορούμενου. Η πράξη του κατηγορούμενου αυτή δεν αποκλείεται να έθεσε τον ΜΚ2 υπό του φάσματος επικείμενης σύγκρουσης, γεγονός το οποίο κατά την κρίση μου συνιστά αμέλεια. Από την στιγμή που ο ΜΚ2 είχε γίνει αντιληπτός στον Κατηγορούμενο από απόσταση 50 μέτρων όπως είπε, όφειλε να υπολογίσει τον κίνδυνο και να αναμένει τον ΜΚ2 να περάσει και ακολούθως όταν ο δρόμος θα ήταν πλέον ασφαλής να εξέλθει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, Πολιτική Έφεση 346/2010, ημερομηνίας 15.1.2010, τονίζοντας ότι εκεί ο οδηγός που είχε σταματήσει και ελέγξει τον δρόμο και έπειτα εισήλθε δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη. Διαφέρει η περίπτωση εκείνη από την παρούσα διότι στην Πολυδώρου ανωτέρω γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν ο αλόγιστος τρόπος με τον οποίο οδηγούσε ο Εφεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση ο ΜΚ2 οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και δεν υπήρξε οτιδήποτε που να δείχνει ότι η οδική του συμπεριφορά δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Κατάληξη Με βάση τις πιο πάνω αρχές και γεγονότα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στο βαθμό που απαιτείται. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο