← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 9226/2019, 9/3/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 9226/2019, 9/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 9226/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μ. Μ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9/3/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Σταύρου Για Κατηγορούμενο: κ. Χριστοφίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Επί του κατηγορητηρίου τίθενται δύο κατηγορίες αυτή της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)και 4
(1)
(2)(β) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119 (Ι)/2000 και κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  1. Τα ως άνω είναι αδικήματα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έλαβαν χώρα την 3/3/
  2. Συγκεκριμένα καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη, εν διαστάσει σύζυγο του, και ότι της προξένησε ζημιά στα γυαλιά της αξίας €
  3. Από την μαρτυρία προκύπτουν δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές εκδοχές, αυτή της παραπονούμενης και αυτή του Κατηγορούμενου. Η αξιολόγηση λοιπόν της μαρτυρίας τους είναι που θα επιλύσει τα επίδικα εν προκειμένω, αλλά και η έκθεση και ανάλυση συγκεκριμένων αρχών που θέτει ο Νόμος 119 (Ι)/
  4. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας, η Αστ. 38 Παντελίτσα Πατσαλίδου (ΜΚ 1), στην κατάθεση της Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι ανέκρινε τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Ο τελευταίος αρνήθηκε την όποια ανάμειξη στην υπόθεση και υποστήριξε ότι η παραπονούμενη είχε κάνει επικίνδυνη επαναστροφή. Είχε επίσης αναφέρει ότι τυχαία περνούσε από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, είδε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης και σταμάτησε από ενδιαφέρον. Αφού τον κατηγόρησε γραπτώς, αυτός απάντησε «Εγώ δεν έκαμα έτσι πράμα. Λέει τα για συκοφαντία λόγω του ότι έκαμε εγκατάλειψη συζυγικής στέγης και προσπαθεί να μου πάρει τα μωρά. Επίσης θα μου κτυπούσε με το αυτοκίνητο. Θέλω να μας δείξει τα σπασμένα γυαλιά και την απόδειξη ότι αξίζουν 300 ευρώ.» (Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενη δεν θυμόταν να έλαβε κατάθεση από άλλα πρόσωπα, ενεχόμενα ή έστω που παρευρίσκονταν στο περιστατικό. Ξεκαθάρισε ότι είναι για κοινή επίθεση που κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο και ότι είχε λάβει σχετικές οδηγίες προς τούτο, από τον εξεταστή της υπόθεσης. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας, η παραπονούμενη Ε. Μ. (ΜΚ 2). Στην κατάθεση της Τεκμήριο 4 αναφέρει ότι είναι σε διάσταση με τον Κατηγορούμενο σύζυγο της από το
  5. Την 3/3/2019 και 15 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, έφυγε από τη δουλειά της με συγκεκριμένο συνάδελφο της. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε δίπλα της άλλο αυτοκίνητο, εκείνη άνοιξε το παράθυρο και τότε αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο, και άρχισε να την βγάζει φωτογραφίες για να την δείξει με τον φίλο της στα παιδιά τους. Εκείνη προσπάθησε να βγει από την πόρτα του συνοδηγού και εκείνος άπλωσε το χέρι του. Τότε η ΜΚ 2 τράβηξε προς τα πίσω, της έπιασε τα γυαλιά της μυωπίας της και τα έσπασε. Έβγαλε και το κλειδί του αυτοκινήτου της και αυτό ξεκίνησε μόνο μετά από παρέμβαση της αστυνομίας. Τα γυαλιά της τα είχε βρει την επόμενη μέρα κρεμασμένα στην εξώπορτα του σπιτιού που διέμενε. Σημείωσε ότι φοβάται για τη ζωή της. Κατά την κυρίως της εξέταση έδειξε την κίνηση που έκανε προς το μέρος της ο Κατηγορούμενος με προέκταση του δεξιού της χεριού και κλείσιμο της παλάμης στο τέλος της κίνησης. Αντεξεταζόμενη παραδέχτηκε ότι έχει λάβει διαζύγιο με τον Κατηγορούμενο, δεν έχει καμία επικοινωνία ή επαφή με τα τέκνα της και είχε εγκαταλείψει την συζυγική οικία. Σε σχέση με τον λόγο που είχε βρεθεί στην Ορόκλινη τον επίδικο χρόνο, ανάφερε ότι πήγε για να συνοδεύσει τον συνάδελφο της και δεν διαμένει εκεί. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με την αδερφή της. Είπε ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα σε μια στροφή του δρόμου. Για το κλειδί που έσπασε στα δύο όπως η είπε η ΜΚ 2, δεν θυμάται πόσα στοίχησε. Σχετικά με τα γυαλιά της δεν αποδέχτηκε την υποβολή ότι ήταν ο συνάδελφος της που τα άφησε στην εξώπορτα της, αφού δεν γνώριζε που μένει και επέμεινε ότι αυτά έσπασαν. Διευκρίνισε ότι τα αγόρασε 300 ευρώ και όχι ότι η ζημιά ήταν αξίας 300 ευρώ. Τελικά δεν κατάφερε να φτιάξει τα γυαλιά της, τα οποία είχαν σπάσει στον δεξιό βραχίονα. Δεύτερο ζευγάρι γυαλιά που δεν έβρισκε εκείνο το βράδυ τελικά το βρήκε κάτω από την κάθισμα του αυτοκινήτου. Παραδέχτηκε ότι δεν της ασκήθηκε σωματική ή σεξουαλική βία, αλλά σημείωσε ότι έκαμε την κίνηση που περιέγραψε ο Κατηγορούμενος και φοβήθηκε ότι θα την χτυπήσει, ενώ επέμεινε ότι της εξάσκησε ψυχική βία. Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι πήγαινε περίπατο με τον φίλο του τον Μελέτη στο βουνό στην Ορόκλινη, ως συνηθίζουν, είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ 2, το κατάλαβε και αυτή έκανε επαναστροφή και θα του κτυπούσε. Τότε σταμάτησε είδε ότι είχε κάποιον μαζί της, της είπε ότι θα τους βγάλει φωτογραφία και αυτή απάντησε ότι δεν έχει πρόβλημα. Σε σχέση με το πως βρέθηκε στην Αστυνομία μετά την καταγγελία της ΜΚ 2, είπε ότι πήγαινε σε πελάτη του να τον δει και να πιούν καφέ, είδε το αυτοκίνητο της σταθμευμένο και κατέβηκε από ενδιαφέρον να δει τι έπαθε. Αφού επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ως μέρος της κυρίως του εξέτασης κατατέθηκε ως Έγγραφο Α, γραπτή του δήλωση. Επ' αυτής πέραν της οικογενειακής τους κατάστασης που παραδέχτηκε η ΜΚ 2, αναφέρει σχετικά με το επίδικο περιστατικό τα ακόλουθα: Την 3/3/2019, παρακάλεσε τον φίλο του Μ. Λ. να συναντηθούν γιατί είχε προβλήματα που ήθελε να συζητήσουν. Περί τις 11 το βράδυ βρέθηκαν στον προφήτη Ηλία στην Ορόκλινη και ενώ οδηγούσαν εντός του χωριού είδε ένα αυτοκίνητο να κάνει επαναστροφή και αντιλήφθηκε ότι ήταν αυτό της ΜΚ
  6. Κατέβηκε για να της ζητήσει να πάει να δει τα τέκνα τους. Εκείνη ξεκίνησε να του φωνάζει, οπόταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο που τον περίμενε ο φίλος του. Μετά την πάροδο 25 λεπτών είχε δει ξανά το αυτοκίνητο της σταθμευμένο και κατέβηκε με τον φίλο του, της είπε ότι θέλει να επιστρέψει σπίτι και εκείνη φώναζε. Στο αυτοκίνητο μαζί της ήταν ακόμη ένα πρόσωπο που δεν το γνωρίζει, δεν παρέμβηκε αυτό στη συζήτηση αλλά της ζήτησε να κλειδώσει το αυτοκίνητο. Η ΜΚ 2 έκλεισε την πόρτα, ήταν ελαφρώς ανοικτό το παράθυρο και της ξαναείπε να επιστρέψει. Την επόμενη μέρα ενώ πήγαινε σε ραντεβού είδε το όχημα της συζύγου του στον Αστυνομικό Σταθμό και κατέβηκε από ενδιαφέρον. Έτσι τον κατηγόρησαν για τα επίδικα αδικήματα. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι υπήρχε ένταση, νεύρα και φωνές στο επίδικο περιστατικό με την ΜΚ
  7. Αρνήθηκε επίσης ότι μπήκε στο αυτοκίνητο της και ότι επιχείρησε να φωτογραφήσει την ΜΚ 2 με τον συνοδηγό της. Αυτή ήταν όλη η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Είναι προφανές ότι εγείρονται δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές από ΜΚ 2 και Κατηγορούμενο, στις οποίες θα εστιαστεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας που ακολουθεί. Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστην μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Η ΜΚ 1 υπήρξε τυπική μαρτυρας. Προσέφερε στην παρουσίαση της κατάθεσης του Κατηγορούμενου και την γραπτή του κατηγορία. Είναι σημαντικό, δε, να τονιστεί και θα αναλυθεί η νομική του επίδραση πιο κάτω, ότι ενώ ΜΚ 2 και Κατηγορούμενος αναφέρθηκαν σε 2 αυτόπτες μάρτυρες συνοδηγούς τους, καμία κατάθεση δεν λήφθηκε από αυτούς ή έστω δεν καταδείχθηκε η όποια προσπάθεια να βρεθούν και να παρουσιαστούν. Η ΜΚ 2, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ήταν σταθερή στη θέση της και παρά την εμφανή συναισθηματική της φόρτιση απαντούσε με σαφήνεια. Εξήγησε με λεπτομέρεια το περιστατικό, την ακριβής κίνηση που έκανε ο Κατηγορούμενος προς το μέρος της, η οποία συνάδει με τα όσα είπε στην κατάθεση της Τεκμήριο 4. Ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της και φοβήθηκε ότι θα την κτυπήσει. Εξήγησε ότι βρήκε τα γυαλιά της σπασμένα έξω από την πόρτα της και δεν κατάφερε ποτέ να τα επιδιορθώσει. Τα γυαλιά αυτά, όμως, δεν παρουσιάστηκαν, ούτε στην Αστυνομία, ούτε στο Δικαστήριο. Η θέση της μάρτυρος κατά την αντεξέταση της ότι όταν φορούσε τα γυαλιά της την προηγούμενη νύχτα δεν ήταν σπασμένα, ενώ την επομένη ήταν σπασμένα, δεν δεικνύει ότι τα έσπασε ο Κατηγορούμενος. Δεν υπάρχει, δε, μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο ίδιος της τα πήγε στο σπίτι της. Η αναφορά στην κατάθεση της Τεκμήριο 4, ότι έπιασε τα γυαλιά μου και τα έσπασε, έχει κατά την αντεξέταση διευκρινιστεί ότι η ίδια θεωρεί ότι τα έσπασε γιατί κάποιος της τα άφησε στην εξώπορτα της και την προηγούμενη μέρα που τα φορούσε δεν ήταν σπασμένα. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι την μέρα που έδωσε την κατάθεση της έλειπε και δεύτερο ζευγάρι γυαλιά της, αλλά όπως δήλωσε στο Δικαστήριο τα είχε βρει στην συνέχεια. Συνεπώς, η λεπτομερής και αταλάντευτη περιγραφή του περιστατικού από την ΜΚ 2, δεν αφήνει περιθώρια για μη αποδοχή της. Σε σχέση όμως με το ποιος έσπασε τα γυαλιά της δεν φαίνεται να δίδει άμεση μαρτυρία, παρά μόνο περιστατική η οποία θα αναλυθεί σε συνάρτηση με όλη τη διαθέσιμη μαρτυρία στη συνέχεια. Ο Κατηγορούμενος υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων. Αυτές οι αντιφάσεις διαφαίνονται τόσο στην αντιπαραβολή της κατάθεσης του Τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε χωρίς ένσταση, με την γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α, όσο και κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα το Έγγραφο Α διαχωρίζει το περιστατικό σε δύο μέρη, στη στιγμή που πρώτη φορά είδαν το αυτοκίνητο της ΜΚ 2 και κατέβηκε μόνος του και όταν μετά από 25 λεπτά ξαναείδε το όχημα και προσέγγισε αυτό με το φίλο του. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 2 σε απάντηση στην ερώτηση 3 αναφέρεται στο περιστατικό σε ένα χρόνο. Ακόμα όμως και οι λεπτομέρειες που αναφέρει σε κάθε έγγραφο διαφέρουν. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι επιχείρησε να φωτογραφήσει την ΜΚ 2 με τον συνοδηγό της. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο Έγγραφο Α, ενώ σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του το αρνήθηκε, αντιφάσκοντας με προηγούμενη δήλωση του. Στην κατάθεση Τεκμήριο 2 ανάφερε ότι η ΜΚ 2 έκανε επαναστροφή και θα του κτυπούσε, ενώ στο Έγγραφο Α απλώς ανάφερε ότι είδε ένα αυτοκίνητο που έκανε επαναστροφή και αντιλήφθηκε ότι ήταν η σύζυγος του, χωρίς καμιά αναφορά για πρόθεση της να του χτυπήσει ή έστω να τον προσεγγίσει. Ακόμα και η αναφορά του σε σχέση με το πως βρέθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, ενέχει αντιφάσεις, αφού στο Έγγραφο Α αναφέρει ότι πήγαινε σε συγκεκριμένο ραντεβού, ενώ στο Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι θα πήγαινε να δει αν είναι μέσα πελάτης του, δεικνύοντας ότι δεν είχε προγραμματισμένο ραντεβού μαζί του. Γενικά ο Κατηγορούμενος σκοπό του είχε την αποποίηση των ευθυνών του με όποιο διαθέσιμο τρόπο και όχι την αποκάλυψη της αλήθειας. Γι' αυτό και οι εκδοχές που έδιδε είναι διαφορετικές, αλλάζουν αναλόγως της περίστασης που δίδονται και δεν μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο βάθρο. Στην βάση των ως άνω προκύπτει ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα ως εξής: ο Κατηγορούμενος αφού είδε την ΜΚ 2 με άλλο πρόσωπο στο αυτοκίνητο της κατέβηκε και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Αυτή φοβήθηκε, τράβηξε πίσω και ο Κατηγορούμενος της έπιασε τα γυαλιά της. Η ΜΚ 2 βρήκε τα γυαλιά της σε σακούλα έξω από το σπίτι της με σπασμένο τον δεξιό βραχίωνα τους. Σχετικά με τη δεύτερη κατηγορία αυτή της κακόβουλης βλάβης, μέσω της ζημιάς στα γυαλιά μυωπίας της ΜΚ 2, το άρθρο 324
(1)προνοεί ότι: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος» Το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). H απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ο Κατηγορούμενος να έλαβε τα γυαλιά της ΜΚ 2 όταν άπλωσε το χέρι του και αυτά να βρέθηκαν σπασμένα την επόμενη μέρα έξω από το σπίτι της. Όταν τα φόραγε την επίδικη μέρα δεν ήταν σπασμένα. Παρά ταύτα δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για το αν έπιασε μαζί του τα γυαλιά εκείνο το βράδυ ο Κατηγορούμενος, ότι ο ίδιος τα έσπασε ή ότι τελικώς ο ίδιος τα άφησε στο σπίτι της ΜΚ 2 την επόμενη μέρα. Τα γυαλιά δεν παρουσιάστηκαν ούτε στην Αστυνομία, ούτε στο Δικαστήριο, δεν επιθεωρήθηκαν από κανένα και δεν συνδέονται με την όποια πράξη του Κατηγορούμενου πλην του ότι τα έπιασε, κατά την διάρκεια του επίδικου περιστατικού. Η ενώπιον μου, λοιπόν, περιστατική μαρτυρία, δεν είναι τόσο συνεκτική που να μπορεί να καταλήξει σε αναπόδραστο συμπέρασμα ενοχής το Κατηγορούμενου σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας έχει νομική βάση τα άρθρα 3
(1)και 4
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119 (Ι)/2000. Στο άρθρο 3
(2)του Νόμου αναφέρεται ότι ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1), του ίδιου άρθρου, στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4
(2). Στο άρθρο 4 (ιβ) ως τέτοιο αδίκημα προνοείται και η κοινή επίθεση, όπως διαβάζουμε και στο Κατηγορητήριο. Επομένως διαφωνώ με τον κ. Χριστοφίδη, ότι θα πρέπει να αποδειχθεί το ότι ορίζεται ως βία στο άρθρο 3
(1)του Νόμου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Όπως αναφέρεται και στην AG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, 16/4/2021, το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 ενσωματώνει τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Κεφ.
  1. Στη βάση αυτών των προνοιών είναι που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone, Criminal Practice, 2020: «An assault requires conduct which causes the victim to apprehend the imminent application of unlawful force upon him» Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία η ΜΚ 2 εξέλαβε το άπλωμα του χεριού του Κατηγορούμενου προς το μέρος της, ως να προσπαθούσε να την κτυπήσει. Γι' αυτό έκανε πίσω και εκείνος έπιασε τα γυαλιά της. Όπως επίσης αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 4 φοβήθηκε ότι θα την κτυπήσει. Κατά την αντεξέταση της, αν και παραδέχτηκε ότι δεν δέχθηκε σωματική ή σεξουαλική βία, τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος πήγε να την χτυπήσει κάνοντας την κίνηση προς το μέρος της με το χέρι του. Επομένως πληρούνται τα συστατικά στοιχεία της κοινής επίθεσης. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί με κοινή επίθεση στη βάση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119 (Ι)/
  2. Το άρθρο 16 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία» Εν προκειμένω υπήρχε διαθέσιμη ενισχυτική μαρτυρία. Ήταν αυτή των συνοδηγών του Κατηγορούμενου και της ΜΚ
  3. Τα ονόματα αυτών αναφέρθηκαν στην Αστυνομία από την επομένη του περιστατικού Παρά ταύτα η ΜΚ 1 δεν θυμόταν να έγινε καμία προσπάθεια εντοπισμού τους. Υπήρχε, λοιπόν, διαθέσιμη ενισχυτική μαρτυρία η οποία δεν προσφέρθηκε. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει, δυνάμει του ως άνω Νόμου, τον Κατηγορούμενο μόνο με την μαρτυρία της ΜΚ 2, εφόσον δεν παρουσιάστηκε ενισχυτική μαρτυρία που θα μπορούσε ευλόγως να παρουσιαστεί. Κρίνω, όμως, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε μόνο το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του αρ. 242 Κεφ.154, το οποίο περιέχεται στο αδίκημα του άρθρου 4
(2)(ιβ) του Νόμου 119 (Ι)/2000 και οι υφιστάμενες λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας το στοιχειοθετούν. Στην Α.G. πιο πάνω, άλλωστε, ρητώς αναφέρεται ότι «το άρθρο 4 του Ν.119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (ιβ) του εδαφίου
(2)και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα». Αποδείχθηκε λοιπόν μέρος του Κατηγορητηρίου, και όχι το αδίκημα επαυξημένης σοβαρότητας, χωρίς να επηρεαστεί η Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου, αφού οι Μάρτυρες Κατηγορίες, αντεξετάστηκαν επί της ουσίας της επίθεσης, με ερωτήσεις που άπτονταν αυτού κάθε αυτού του περιστατικού. Δύναται λοιπόν στη βάση του άρθρου 85
(1)του Κεφ.155 να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος γι' αυτό το αδίκημα χωρίς την ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου κατηγορητηρίου (βλ. Ψύλλας Ανδρέα Μιχάλης ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 353). Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία 2 και κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της κοινής επίθεσης στην κατηγορία 1 ως αναλύθηκε παραπάνω. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.