Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 2493/2020, 8/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2493/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Π. Π. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8/3/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Γιακουμεττή Για Κατηγορούμενο: κ. Λαζάρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Οι τεταμένες οικογενειακές σχέσεις παραπονούμενης και Κατηγορούμενου, οδήγησαν στο παράπονο της πρώτης. Έτσι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Ότι δηλαδή ανυπάκουσε διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή με αριθμό 50/17 και τον διατάζει να μην πλησιάζει στα 300 μέτρα την πρώην σύζυγο του παραπονούμενη. Επίσης του καταλογίζεται παράνομη είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της εξύβρισης (Κατηγορία 2), δημόσια εξύβριση της παραπονούμενης (Κατηγορία 3) και συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του Νόμου 119
(1)/2000. Μετά την κατάθεση της παραπονούμενης, μόνης μάρτυρος που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή εγέρθηκε ζήτημα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό συνοψίζονται στην Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από το στάδιο αυτό όταν ελλείπει ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική και αντινομική, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ακόμη στην Nikiforos Technologies Limited v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 επαναλήφθηκε η αρχή ότι: «η αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα να γίνουν τελεσίδικα ευρήματα επί γεγονότων ή αξιοπιστίας γίνεται στο τέλος της υπόθεσης, έχοντας όμως ταυτόχρονα πάντοτε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Το εξεταζόμενο αίτημα άπτεται και των δύο διαθέσιμων λόγων, ως καθορίστηκαν στην Αζίνας, πιο πάνω. Παρά ταύτα οφείλω να αναφέρω ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν ήταν τόσο αντινομική και αντιφατική που να δικαιολογείται αθώωση του Κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο. Δεν υφίσταντο δηλαδή τέτοιες θεμελιακές αντιφάσεις, αξιολογώντας την μαρτυρία στο απόγειο της, ώστε να κριθεί ως μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και την μαρτυρία που απαιτείται για πλήρωση τους. Η πρώτη κατηγορία αποδίδει στον Κατηγορούμενο ανυπακοή διατάγματος. Το διάταγμα, Τεκμήριο 2, διατάττει τον Κατηγορούμενο όπως μην πλησιάζει την παραπονούμενη σε απόσταση 300 μέτρων. Για να πληρωθούν τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί διάπραξη της παρακοής όρων του διατάγματος, η γνώση του διατάγματος και των όρων του από τον κατηγορούμενο και τέλος την πρόθεση παρακοής του (ALBA CORPORATE ENTERPRISES LIMITED ν. Σκορδής, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 54/2017, 10/12/2018, Ελένη Κωνσταντίνου ν. Κώστας Ξιούρου, Ποιν. Εφ. 3/2012, ημερ. 9/5/2014, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Παρακοή των όρων του διατάγματος σαφώς υπάρχει. Δεν έχουν αποδειχθεί όμως τα δύο υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εν πρώτοις το διάταγμα εκδόθηκε και έγινε απόλυτο χωρίς να καταγραφεί παρουσία του Κατηγορούμενου ή δικηγόρου του. Ούτε μαρτυρία ως προς την όποια επίδοση του διατάγματος δεν παρουσιάστηκε. Δεν έχει αποδειχθεί λοιπόν ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση του διατάγματος. Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί η επίδοση διαταγμάτων στα άτομα προς τα οποία απευθύνονται είναι αναγκαία προϋπόθεση για να κριθεί κάποιος ένοχος παρακοής τους (Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172 και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085). Τέτοια επίδοση δεν υπάρχει εν προκειμένω. Ακόμα δεν έχει αποδειχθεί η όποια πρόθεση παρακοής του Κατηγορούμενου. Τουναντίον η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε και κατέθεσε και σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 3) για την από κοινού με τον Κατηγορούμενο ενοικίαση σπιτιού τον Ιούνιο του 2019, δύο και πλέον έτη μετά την έκδοση του διατάγματος. Δηλαδή και αν ακόμα γνώριζε την ύπαρξη του εναντίον του διατάγματος ο Κατηγορούμενος, η ίδια η παραπονούμενη αποδέχτηκε να διαμένουν μαζί, ουσιαστικά ανατρέποντας τα όσα την οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος δύο έτη πριν. Σε σχέση με την Κατηγορία 3, αυτή της δημόσια εξύβρισης, από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: Α. η εξύβριση άλλου προσώπου, Β. σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και Γ. κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο υπάρχει η μαρτυρία της παραπονούμενης ως προς την εναντίον της εξύβριση από τον Κατηγορούμενο. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα αν τα περιστατικά έλαβαν χώρα σε δημόσιο χώρο σχετική είναι η Ιωάννου Νεόφυτος ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 493 στην οποία το γραφείο της παραπονούμενης κρίθηκε ως δημόσιος χώρος, από την στιγμή που ως επαγγελματικός χώρος ήταν ανοικτό για το γενικό κοινό (Νίκη Μιχαήλ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Ως τέτοιος κρίθηκε και σταθμός των λεωφορείων στην πολύ πρόσφατη Μιχαηλίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 149/2019, 20/10/
- Η μαρτυρία της παραπονούμενης στην παρούσα, αναφέρεται σε προσπάθεια του Κατηγορούμενου να εισέλθει στην οικία της και εξύβριση της. Η οικία της παραπονούμενης σαφώς και δεν είναι δημόσιος χώρος. Σαφώς και δεν μπορεί να φιλοξενήσει ή να είναι ανοιχτός στο ευρύ κοινό. Τουναντίον η κατοικία του καθενός αποτελεί μέρος της προσωπικής, της ιδιωτικής του σφαίρας και ως τέτοιο προστατεύεται και συνταγματικά. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να κριθεί ότι το όποιο περιστατικό μεταξύ παραπονούμενη και Κατηγορούμενου έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, έστω εν τοι ευρεία έννοια που του αποδίδεται στη νομολογία. Η μη απόδειξη της κατηγορίας 3 συμπαρασύρει και την κατηγορία 2, αφού αυτή άπτεται της παράνομης εισόδου για την διάπραξη του αδικήματος της εξύβρισης. Τέτοια εξύβριση δεν έλαβε χώρα, αλλά παρόλα αυτά και ο σκοπός της εισόδου του Κατηγορούμενου στο σπίτι της παραπονούμενης δεν ήταν παράνομος. Όπως η τελευταία παραδέχτηκε είχε πάει για να της καταβάλει το ποσό διατροφής για το ανήλικο τέκνο τους. Συνεπώς επίσης δεν μπορούν από την ενώπιον μου μαρτυρία να στοιχειοθετηθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- Τέλος η κατηγορία 4 έχει νομική βάση το άρθρο 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (119(I)/2000). Σε αυτό ορίζεται ότι: «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Σωματική ή σεξουαλική βλάβη δεν έχει καταδειχθεί από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ως προς την άμεση ψυχική βλάβη που ισχυρίστηκε ότι υπέστη η παραπονούμενη κανένα αποδειχτικό στοιχείο ή τεκμήριο δεν κατατέθηκε. Αξίζει να αναφερθεί ότι όπως παραπάνω αναφέρεται δεν προέβη στην όποια κολάσιμη συμπεριφορά ο Κατηγορούμενος. Η εξύβριση δεν περιέχεται στα αδικήματα του άρθρου 4
(2)του Νόμου. Ακόμα όμως και αν δεχτώ το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, η μη απόδειξη της όποιας βλάβης στην παραπονούμενη είναι καίρια. Και δεν αρκεί η απλή αναφορά της, μάρτυρος γεγονότων και όχι γνώμης, παραπονούμενης για να καταδείξει ψυχική βλάβη, αλλά απαιτείται στοιχειοθέτηση αυτού, του σημαντικού συστατικού στοιχείου. Αν με μόνη την αναφορά της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία, τότε θα επισυμβεί αυτό που η νομολογία μέμφεται, ήτοι την κλήση σε απολογία για να καλυφθούν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Συμπερασματικά με μόνη την αναφορά της παραπονούμενης και χωρίς την όποια τεκμηρίωση ή περαιτέρω μαρτυρία δεν μπορεί να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της ψυχικής βλάβης που το άρθρο 3 του Νόμου 119(I)/2000 απαιτεί. Ενόψει των ως άνω δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία καμίας από τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο