Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Β. Κ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2931/2019, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2931/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν.
- Β. Κ.
- Α. Κ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10/2/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Γιακουμεττή Για Κατηγορούμενους: κ. Σπύρου Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες, συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της αθέμιτης κτήσης περιουσίας (Κατηγορία 1), ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται επίσης για αθέμιτη κτήση περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5 και 6 του Νόμου 51(Ι)/2004 (Κατηγορία 2), κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, άρθρα 105 και 106 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορία 3), ενώ η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται για παροχή συνδρομής στα πιο πάνω αδικήματα, συμμετοχή που ορίζεται στο άρθρο 20 (γ) του Κεφ. 154 (Κατηγορίες 4 και 5). Η παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, έγινε με την από κοινού κατάθεση 29 Τεκμηρίων. Τα μέρη δηλαδή έκαναν παραδεχτό το σύνολο της μαρτυρίας και στην συνέχεια αγόρευσαν, επί νομικού σημείου. Ο κ. Σπύρου εισηγήθηκε ότι εφόσον είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος 1 από την 31/1/2007 δεν ήταν δημόσιος λειτουργός, και η όποια περιουσία περιήλθε στην Κατηγορούμενη 2 αργότερα το ίδιο έτος, δεν πληρείται συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, ήτοι η ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής Οι αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό συνοψίζονται στην Azinas v. Police
(1981)2 CLR
- Κατηγορούμενος αθωώνεται από το στάδιο αυτό όταν ελλείπει ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική και αντινομική, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ακόμη στην Nikiforos Technologies Limited v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 επαναλήφθηκε η αρχή ότι: «η αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα να γίνουν τελεσίδικα ευρήματα επί γεγονότων ή αξιοπιστίας γίνεται στο τέλος της υπόθεσης, έχοντας όμως ταυτόχρονα πάντοτε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Αναφορικά με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος 1 μέχρι την 31/1/2007, όταν και αφυπηρέτησε (βλ. Τεκμήρια 19 και 28) , ήταν τοποθετημένος στον Τομέα Τεχνικών Εργασιών στα Κεντρικά Γραφεία του Τμήματος Αναδασμού στη Λευκωσία. Είχε εμπλοκή στην κατασκευή οδικών δικτύων, σε σχέση με το σχέδιο αναδασμού Σκαρίνου, αλλά δεν ήταν μέλος της όποιας επιτροπής (Τεκμήριο 29). Από την 30/5/2007 μέχρι την 4/6/2007 η Κατηγορουμενη 2, σύζυγος του Κατηγορούμενου 1 απέκτησε τεμάχια γης, στην περιοχή αναδασμού, ενώ την 19/11/2007 δημοσιεύτηκε το σχέδιο αναδασμού. Ειρήσθω εν παρόδω οι Κατηγορούμενοι φαίνεται να είχαν δώσει άλλα από τα πραγματικά τους στοιχεία επικοινωνίας (βλ. Τεκμήριο 11 σελ. 54), ενώ οι πωλητές των τεμαχίων φαίνεται να αναφέρουν ότι τους είχε προταθεί από άτομα της υπηρεσίας να πωλήσουν τη γη τους στους Κατηγορούμενους (βλ. Τεκμήρια 15 και 16). Η διαδικασία διερεύνησης ξεκίνησε μετά την εκπόνηση της έκθεσης Τεκμήριο 11, όπου στις σελίδες 53 έως 55, αναφέρεται στα ως άνω παραδεκτά γεγονότα και καταλήγει σε σύσταση ότι «Υπάλληλος της Υπηρεσίας Αναδασμού, με δόλιο τρόπο και εκμεταλλευόμενος τη θέση του, κατάφερε να εξασφαλίσει τεμάχιο γης στη γυναίκα του η οποία δεν ήταν κάτοικος της περιοχής αλλά ούτε κατείχε περιουσία πριν την έναρξη του σχεδίου». Η αναφορά βέβαια σε Υπάλληλο της Υπηρεσίας Αναδασμού, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είναι λανθασμένη, αφού όπως προκύπτει από τα υπόλοιπα τεκμήρια και τις θέσεις των μερών ο Κατηγορούμενος 1 είχε αφυπηρετήσει, κάποιους μήνες πριν αγοραστούν τα τεμάχια γης από την Κατηγορούμενη
- Όσα αναφέρονται παραπάνω προκύπτουν από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά. Δεν τίθεται δηλαδή ζήτημα αξιολόγησης της όποιας μαρτυρίας, παρά μόνο αν στην βάση των ως άνω πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Ο Περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμος του 2004 (51(I)/2004), στο άρθρο 3 προνοεί ότι: «Οποιοσδήποτε αξιωματούχος ή λειτουργός του δημοσίου αποκτά αθέμιτα περιουσιακό όφελος, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά ετών ή σε πρόστιμο μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδων λιρών (£25.000) ή και στις δύο ποινές και το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει την υπόθεση μπορεί επιπρόσθετα να διατάξει τη δήμευση οποιουδήποτε περιουσιακού οφέλους αποκτήθηκε αθέμιτα.» Στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου ως "αξιωματούχος" ορίζεται το πρόσωπο που κατέχει πολιτειακό ή δημοτικό ή άλλο αξίωμα και περιλαμβάνεται στον Πίνακα του παρόντος Νόμου, ενώ ως: "λειτουργός του δημοσίου" το πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε επαγγελματική θέση στη δημόσια υπηρεσία, στην εκπαιδευτική υπηρεσία, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στην αστυνομία ή σε δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Αναλόγως και το έτερο αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι αυτό του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, όπου προνοείται ότι: «Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος» Το Κεφ. 154 ορίζει τον δημόσιο λειτουργό ως σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώματα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρμόζουν σε τέτοιο αξίωμα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά. Εκ των ως άνω προκύπτει ότι επίδικος χρόνος των αδικημάτων είναι ο χρόνος απόκτησης του περιουσιακού οφέλους και της αυθαίρετης πράξης αντίστοιχα. Η όποια περιουσία είναι παραδεκτό ότι μεταβιβάστηκε στην Κατηγορούμενη 2 μετά την αφυπηρέτηση του Κατηγορούμενου
- Ακόμα και η προσέγγιση των προηγούμενων ιδιοκτητών, πωλητών, έγινε μετά την συνταξιοδότηση του Κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήρια 14 και 15). Αυτή η ιδιότητα όμως του Κατηγορούμενου, ως δημόσιος λειτουργός, αποτελεί συστατικό στοιχείο τόσο του άρθρου 3 του 51(I)/2004, όσο και του άρθρου 105 του Κεφαλαίου
- Τούτες οι περιπτώσεις δεν είναι οι μόνες που η ιδιότητα του Κατηγορούμενου αποτελεί συστατικό στοιχείο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας
(1999)2 ΑΑΔ 272, όπου η ιδιότητα του εργοδότη είχε κριθεί ως το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 13 του περί Ασφαλείας της Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1966. Εκεί κρίθηκε ότι ο διευθυντής της Εταιρείας τον επίδικο χρόνο δεν θα μπορούσε να κριθεί και ως εργοδότης. Έτι δε περισσότερο εν προκειμένω όπου ο Κατηγορούμενος 1 τον επίδικο χρόνο δεν είχε την ιδιότητα που απαιτείται για την πλήρωση των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων. Μέσω του ορισμού της ιδιότητας του δημόσιου λειτουργού στα ως άνω νομοθετήματα και της χρήσης του ρήματος κατέχει (αξίωμα, επαγγελματική θέση κτλ), εμφαίνεται ότι ο Νομοθέτης απαιτεί, επιτάσσει την ενεστώσα, σε ισχύ υπηρεσία ή κατοχή αξιώματος στο δημόσιο και όχι την ύπαρξη της ιδιότητας αυτής σε όποια στιγμή παρελθούσα ή μέλλουσα. Ο Κατηγορούμενος με την συνταξιοδότηση του απώλεσε την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού ή αξιωματούχου (βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Tάκη Γεωργιάδη
(2004)3 ΑΑΔ 600 και Βασικοί Θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου, Σπηλιωτόπουλος, 1984, σελ. 145). Επομένως δεν είχε την απαιτούμενη ιδιότητα τον επίδικο χρόνο. Δεν πληρείται, λοιπόν, το πρώτο συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, που επιτάσσει την ύπαρξη της ιδιότητας του δημόσιου λειτουργού τον επίδικο χρόνο, όταν αποκτάται περιουσιακό όφελος. Σε σχέση, δε, με τις Κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα του άρθρου 105 του Κεφαλαίου 154, εκεί θα πρέπει να καταδειχθεί κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου 1 (Κατηγορίες 3 και 5). Στην παρούσα τα καθήκοντα του Κατηγορούμενου εξαντλούνταν στην κατασκευή οδικών δικτύων, ενώ παραδεκτά δεν ήταν μέλος στην όποια επιτροπή (βλ. Τεκμήριο 29). Δεν ήταν δηλαδή μέρος της λήψης αποφάσεων σε σχέση με το επίδικο σχέδιο αναδασμού, ώστε να χρησιμοποιήσει την εξουσία του και δη να την καταχραστεί. Και μάλιστα όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω τον επίδικο χρόνο δεν είχε καν την όποια εξουσία αφού είχε ήδη αφυπηρετήσει. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος 1 δεν θα μπορούσε να καταχραστεί την όποια εξουσία, ως προβλέπει το άρθρο 105 του Κεφαλαίου 154, γιατί απλούστατα δεν είχε τέτοια εξουσία, ούτε τον επίδικο χρόνο ούτε προηγουμένως. Συμπερασματικά δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 2 έως 5 αφού ο Κατηγορούμενος 1 τον επίδικο χρόνο είχε ήδη αφυπηρετήσει και δεν είχε ιδιότητα δημοσίου λειτουργού ή αξιωματούχου. Επιπλέον σε σχέση με τις Κατηγορίες 3 και 5 δεν έχει αποδειχθεί η όποια εξουσία που κατείχε και θα μπορούσε να καταχραστεί ο Κατηγορούμενος 1. Η μη πλήρωση των συστατικών στοιχείων των Κατηγοριών 2 έως 5 συμπαρασύρει σε αθώωση των Κατηγορουμένων και την Κατηγορία 1, αφού αφορά σε συνομωσία τους για τις εν λόγω κατηγορίες. Οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο