ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Ν. Θ., Αρ. Υπ. 8503/2020, 6/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Υπ. 8503/2020 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- Ν. Θ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6.2.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (1η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (2η κατηγορία), της επικίνδυνη κατάσταση εξαρτημάτων μηχανοκίνητου οχήματος (3η κατηγορία), της αντικατάσταση διακριτικών σημείων μηχανοκίνητου οχήματος (4η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς φώτα φωτισμού πινακίδας εγγραφής (5η κατηγορία), της τοποθέτησης πινακίδας εγγραφής σε αντικανονικό σημείο (6η κατηγορία) και της μετατροπής μηχανοκίνητου οχήματος (7η κατηγορία). Σύμφωνα, με τις λεπτομέρειες της 1ης και της 2ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στις 29.7.2020 στη Λεωφ. Αμμοχώστου στην Ορόκλινη χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας και χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, οδηγούσε το πιο πάνω όχημα, του οποίου η κατάσταση των εξαρτημάτων του ήταν τέτοια που ενδέχετο να προκαλέσει κίνδυνο σε οποιοδήποτε πρόσωπο ευρισκόμενο εντός του οχήματος ή επιβαίνοντος σε άλλο όχημα ή ευρισκόμενο στο δρόμο, δηλαδή 1) στο μπροστινό μέρος έχει τοποθετηθεί μεταλλικό κιβώτιο το οποίο εξέχει κατά πλάτος, 2) έχει τοποθετηθεί επιτόπια κατασκευή με βίδα μοχλός χειρόφρενου, 3) στο πισινό μέρος έχουν τοποθετηθεί 2 μεταλλικά κιβώτια τα οποία εκτείνονται από τον πισινό τροχό, 4) το σασί ήταν διαβρωμένο από σκουριά, 5) η ανάρτηση μπροστά έχει απωλέσει το εσωτερικό γέμισμα λαδιού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο και στον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο είχε στην κατοχή του το πιο πάνω όχημα ενώ ήταν εις γνώση του ότι αποκρύφθηκε η ταυτότητα του διότι αντικαταστάθηκαν οι πινακίδες εγγραφής και αντί να είναι [ ], ήταν VW. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 5ης και 6ης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στον πιο πάνω χρόνο και τόπο οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς φώτα φωτισμού της πινακίδας εγγραφής και οι πινακίδες εγγραφής ήταν σε αντικανονικό σημείο. Και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας μετέτρεψε το πιο πάνω όχημα κατά τρόπο που επηρεάζονταν οι διαστάσεις ως προς το πλάτος του χωρίς άδεια του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Η μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες. Τον Υπαστυνόμο Δ. Ροβέρτου (ΜΚ1), τον κ. Κ. Χιώτη του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και την Αστ. 3732 Μ. Αρτεμίου. Ο Κατηγορούμενος αφού κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, κατάθεσε ενόρκως και κάλεσε μια μάρτυρα υπεράσπισης, την Στ. Αναστάση (ΜΥ1), ασφαλιστικό σύμβουλο. Ο ΜΚ1, εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής οχημάτων, υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και εξέτασε το όχημα του Κατηγορούμενου. Υπηρέτησε επίσης 25 χρόνια στον Ουλαμό Μοτοσικλετών. Κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάθεση μηχανολογικής εξέτασης του εν λόγω οχήματος (Τεκμήριο 1) και εξήγησε τα ευρήματα του. Πρόκειται για τρίκυκλο μοτοποδήλατο ως είπε και κατάθεσε το έντυπο με τα στοιχεία του οχήματος όπου καταγράφεται ως μοτοποδήλατο (Τεκμήριο 2). Κατά τον ΜΚ1, η κατηγορία οχήματος είναι που καθορίζει την άδεια οδηγού. Σύμφωνα με έρευνες στις οποίες προέβη ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι δεν καλύπτει η άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου την κατηγορία μοτοποδήλατου και δεν έχει ασφάλεια. Στην αντεξέταση του, η συνήγορος του Κατηγορούμενου έθεσε τη θέση στον μάρτυρα ότι καλύπτεται το όχημα με ασφάλεια. Ο ΜΚ1 ανάφερε ότι δεν διαφώνησε με τον κατηγορούμενο για θέμα ασφάλειας διότι η ασφάλεια μπορεί να βγει με οποιοδήποτε τρόπο. Όταν δεν υπάρχει άδεια οδηγού δεν καλύπτει η ασφάλεια. Ο ΜΚ1 προχώρησε και είπε ακόμη ότι ήρθε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης ο Κατηγορούμενος και του εξήγησε ότι δεν έχει άδεια οδηγού για το συγκεκριμένο όχημα. Ως είπε το όχημα ήταν γραμμένο ως μοτοποδήλατο και όχι ως τρίκυκλο και τετράκυκλο που καλύπτει η άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Η άδεια του Κατηγορούμενου είναι «Δ» και θα έπρεπε να είναι «Ι» για να καλύπτει την οδήγηση μοτοποδήλατου. Σε σχέση με το όχημα αυτό καθ' αυτό διαπίστωσε μετατροπές, ότι η πινακίδα εγγραφής είχε λανθασμένα ψηφία πάνω, ελαττωματικά εξαρτήματα, διαβρώσεις σε καίρια σημεία για την λειτουργία του οχήματος και προσθήκες που άλλαζαν το κέντρο βάρους του οχήματος. Η γενική κατάσταση του οχήματος ήταν επικίνδυνη σύμφωνα με τον μάρτυρα για αυτό το βρήκε ακατάλληλο για κυκλοφορία. Δεν θυμόταν αν έβγαλε φωτογραφίες και δεν κατέγραψε στο Τεκμήριο 1 το συνολικό μήκος του οχήματος του Κατηγορούμενου. Υποστήριξε τις μετρήσεις του και ανάφερε ότι δικαιούτο ο Κατηγορούμενος προέκταση 10% στο συνολικό μήκος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μήκος ενός μοτοποδήλατου είναι 1.20-1.30εκ συνολικό μήκος, όχι περισσότερο. Είχε προεξοχή από το τέρμα του συνολικού μήκους 20 πόντους μπροστά και άλλους 50 πίσω, σύνολο 70 συνεπώς, για τον ίδιο ήταν φανερό ότι η προέκταση των μετατροπών ήταν αρκετά μεγάλη. Για τα φρένα του οχήματος είπε στην αντεξέταση του ότι το ξεκίνησε, το κύλησε και τα φρένα έφταναν στο τέρμα του τιμονιού και δεν ανταποκρίνονταν. Αυτό το αποδίδει στην βίδα που λειτουργούσε σαν χειρόφρενο. Τόνισε χαρακτηριστικά ότι δεν υπήρχαν φρένα. Για τις διαβρώσεις ανάφερε ότι ήταν σε σημείο που αν έσπρωχνε δυνατά οι ενώσεις θα κόβονταν. Η πινακίδα επίσης δεν είχε σύστημα φωτισμού επειδή είχε μετακινηθεί από το πλαίσιο που έπρεπε να ήταν στο κάτω μέρος του οχήματος και τοποθετήθηκε στο κιβώτιο που εφάρμοσε ο Κατηγορούμενος. Ρωτήθηκε επιπλέον ο μάρτυρας πως συμπέρανε ότι το όχημα είναι μοτοποδήλατο και ανάφερε από την εγγραφή του (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ2 εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στην Λάρνακα. Αναφέρθηκε στις εξετάσεις τις οποίες έκανε σε σχέση με το όχημα του Κατηγορούμενου και κατάθεσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 3) και Δελτίο ακαταλληλότητας του οχήματος (Τεκμήριο 4). Κατά τον μάρτυρα το μεταλλικό κιβώτιο που τοποθετήθηκε στο μπροστινό μέρος και τα δυο μεταλλικά κιβώτια στο πίσω μέρος του εν λόγω οχήματος το καθιστούν ακατάλληλο για χρήση. Ήταν η θέση του ότι απαγορεύεται το πλάτος του φορτίου να εκτείνεται πέραν των χειρολαβών, το πλάτος δεν γίνεται να είναι πέραν του μήκους της μοτοσικλέτας και το ύψος δεν μπορεί να είναι περισσότερο από τους ώμους του οδηγού όταν αυτός κάθεται. Επιπλέον, σύμφωνα με τον μάρτυρα, εντόπισε βίδα η οποία τοποθετήθηκε ως μοχλός χειρόφρενου γεγονός το οποίο είναι άκρως επικίνδυνο. Οδήγησε το όχημα και διαπίστωσε ότι τα φρένα δεν έπιαναν καθόλου. Επίσης, το πλαίσιο του οχήματος ήταν διαβρωμένο κάτι το οποίο το καθιστά επικίνδυνο γιατί μπορεί και να κοπεί. Ούτε η ανάρτηση ήταν σε καλή κατάσταση διότι απώλεσε το εσωτερικό γέμισμα λαδιού. Υπάρχει επικινδυνότητα διότι δεν μπορεί το όχημα να κάνει κινήσεις στο οδόστρωμα. Αντεξεταζόμενος δεν αποδέχθηκε ότι υπάρχει δυνατότητα επέκτασης 10% πέραν του μήκους του οχήματος επικαλούμενος τον Κανονισμό 50
(16)των Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 αναφέροντας ότι ο εφαρμόζεται μόνο για φορτηγά. Δεν μέτρησε το μήκος του οχήματος διότι η επέκταση ήταν 50 εκατοστά από το πίσω μέρος συνεπώς δεν χρειαζόταν διότι απαγορεύεται. Η ΜΚ3 κατάθεσε την κατάθεση της (Τεκμήριο 5) και την γραπτή κατηγορία του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 6). Αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα και ότι είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα και να πωλάει παγωτό. Όταν επέστησε στον Κατηγορούμενο την προσοχή στον Νόμο αυτός της απάντησε «συγνώμη αλλά εν τα φκάλλω πέρα». Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι δεν έχει φωτογραφίες του οχήματος. Ζήτησε άδεια και ασφάλεια από τον Κατηγορούμενο και δεν είχε. Διαφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος της ανάφερε ότι θέλει λίγο χρόνο για να τις δώσει την άδεια και την ασφάλεια διότι δεν τα είχε μαζί του. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι είναι πλανοδιοπώλης. Είναι ιδιοκτήτης τεσσάρων μοτοσικλετών και η επίδικη του ανήκει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο πάντα είχε άδεια οδήγησης και ασφάλεια. Κατάθεσε καλυπτικό σημείωμα ημερομηνίας 6.3.2020 (Τεκμήριο 7) και αντίγραφο μαθητικής άδειας οδήγησης (Τεκμήριο 8). Η κατάσταση του οχήματος του το 2020 ήταν πολύ καλή και αν συνέβαινε οτιδήποτε άλλαζε όχημα και πήγαινε εκείνο που είχε πρόβλημα στον μηχανικό. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε περαιτέρω ότι όλα τα μηχανήματα παθαίνουν διάβρωση και ότι το δικό του δεν ήταν σε σημείο που να καθίσταται επικίνδυνο. Για το χειρόφρενο ανάφερε ότι κόπηκε και τοποθέτησε ο μηχανικός του βίδα για να μην σπάζει. Τα κιβώτια στα πλαϊνά του οχήματος είπε δεν εξείχαν. Μόνο το πίσω εξείχε λίγο 20 πόντους, 15 πόντους από τη βάση της μοτοσικλέτας επειδή έχει βάση για να μπαίνει «κάσια» η οποία αφαιρείται οποιαδήποτε στιγμή. Για τις πινακίδες εγγραφής ανάφερε ότι δεν έγινε κάτι εσκεμμένα. Ίσως ο μηχανικός του, επειδή έχει τέσσερεις μοτοσικλέτες μπορεί να έβαλε λάθος πινακίδα. Σε σχέση με τα φώτα φωτισμού είπε ότι πάντα είχε αλλά κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν έχει φώτα διότι δουλεύουν οι δείκτες σήμανσης. Δεν θυμάται αν είχε φώτα φωτισμού ημέρας αλλά δεν τα χρειάζεται. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι το Τεκμήριο 8 καλύπτει μοτοσικλέτα και όχι μοτοποδήλατου. Επέμεινε ο κατηγορούμενος ότι είναι μοτοσικλέτα τρίτροχη και δεν ξέρει τι είναι μοτοποδήλατο, ξέρει ότι η άδεια του τον καλύπτει. Σε σχέση με την πινακίδα εγγραφής ανάφερε ότι δεν θυμάται αν την μετακίνησε. Δεν ξέρει τι έκανε ο μηχανικός του, αν την μετακίνησε αυτός. Δέχθηκε ότι έβαλε κιβώτιο το οποίο αρνήθηκε ότι εξέχει. Μόνο πίσω εξέχει είπε, από τη βάση του οχήματος. Επέμεινε ότι τα φρένα πάντα λειτουργούσαν καλά και αν γινόταν οτιδήποτε ερχόταν ο μηχανικός του και έκανε διόρθωση επί τόπου. Μπορεί να ελαττώσουν λίγο είπε όμως το μπροστινό πάντα διορθώνει το. Η ΜΥ1 είναι η υπεύθυνη του τμήματος απαιτήσεων της εταιρείας ΥΔΡΑ Ασφαλιστική. Κατάθεσε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό ασφάλισης για την περίοδο 4.3.2019 με 30.11.2019 (Τεκμήριο 9), για την περίοδο 6.3.2020 με 30.1.2020 (Τεκμήριο 10) και για την περίοδο 23.2.2021 με 30.11.2021 (Τεκμήριο 11). Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι αν δεν υπήρχε άδεια οδηγού για το συγκεκριμένο όχημα δεν θα καλυπτόταν παρόλο που παραχώρησαν ασφαλιστήρια στον Κατηγορούμενο. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η άδεια του Κατηγορούμενου κάλυπτε την κατηγορία μοτοποδήλατου όμως είναι πολιτική της συγκεκριμένης ασφαλιστικής πριν εκδώσει πιστοποιητικό ασφάλισης να της παρουσιάζεται άδεια οδηγού. Δέχθηκε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου είναι εγγεγραμμένο ως μοτοποδήλατο. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000: « 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού» Ότι είναι ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το επίδικο όχημα δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά. Εναπόκειται στον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει ασφαλιστικό έγγραφο καθότι το βάρος απόδειξης το φέρει εκείνος. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την άδεια οδήγησης όπως αναφέρω πιο κάτω. Το άρθρο 8
(1)του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 αναφέρει τα εξής: «Απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης ή κατά παράβαση όρου που του επιβάλλεται.» Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offence, 10th edition, σελ. 405 αναφέρεται ότι: «On a charge of driving licence, the prosecutor need in law prove only the act of driving a motor vehicle on a road and the defendant must prove he had a licence (John v. Humphreys [1955] 1 All E.R. 793) ». Σύμφωνα με τον Κανονισμό 50
(12)των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84: «Η κατάστασις παντός μηχανοκινήτου οχήματος ως και Κατάστασις απάντων των εξαρτημάτων αυτού δέον όπως είναι τοιαύτη ώστε να μη προκαλή ή να ενδέχεται να προκαλεση κινδυνον εις οιονδήποτε εν τω οχήματι ή επ' αυτού ευρισκόμενον πρόσωπον ή εις πρόσωπον εντός ή επί ετέρου οχήματος επί της οδού». Συνεπώς, για να αποδειχθεί η 3η κατηγορία πρέπει η κατάσταση του οχήματος του Κατηγορούμενου να είναι τέτοια η οποία να μην προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο στον ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο ή άλλο οδηγό. Απομακρυσμένη πιθανότητα κινδύνου δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα. Η ύπαρξη κινδύνου πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από πιθανότητα (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, παρ. 8.45, σελ. 628). Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι το αδίκημα προϋποθέτει χρήση. Δεν είνα θέμα κατασκευής δηλαδή. Η κακή συντήρηση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο για απόδειξη του αδικήματος της υποπαραγράφου
(12)του Κανονισμού 50 (βλ. O' Neill v Brown [1961] 1 All ER 571). Το άρθρο 17(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε αναφέρει ότι όποιος: «17(β) αγοράζει, λαμβάνει, κατέχει, πωλεί ή διαθέτει μηχανοκίνητον όχημα, εν γνώσει αυτού ότι, επί τω τέλει αποκρύψεως της ταυτότητος του τοιούτου οχήματος, αφηρέθησαν, παρεποιήθησαν, εκαλύφθησαν, κατεστράφησαν, ηλλοιώθησαν, επλαστογραφήθησαν ή αντικατεστάθησαν τα διακριτικά αυτού σημεία ή η άδεια ή ο διακριτικός αριθμός του πλαισίου ή της μηχανής αυτού». Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι έγινε αντικατάσταση των διακριτικών του οχήματος του. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 50
(10)(α) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84 κάθε όχημα πρέπει να είναι εφοδιασμένο με δυο ή περισσότερα φώτα φωτισμού ώστε να εκπέμπουν φως κατά τις διατάξεις των Κανονισμών. Υπάρχει πρόβλεψη για μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα στον Κανονισμό 50
(10)(α) η οποία καταγράφει τα εξής: «Νοείται ότι προκειμένου περί μοτοσυκλεττών και μοτοποδηλάτων, ταύτα δέον όπως είναι εφωδιασμένα δι' ενός προσθίου φανού εκπέμποντος λευκόν φως προς την κατεύθυνσιν της πορείας ή της σκοπούμενης πορείας του οχήματος, και δι' ενός οπισθίου φανού εκπέμποντος φως χρώματος ερυθρού προς την αντίθετον κατεύθυνσιν μοτοσυκλέτται μετ' αμαξιδίου υπόκεινται, διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου, εις τας προνοίας, αι οποίαι διέπουσι τα λοιπά μηχανοκίνητα οχήματα. Νοείται περαιτέρω ότι οι πρόσθιοι φανοί δύνανται να εκπέμπωσι φως χρώματος κίτρινου αντί λευκού, εις τοιαύτην περίπτωσιν όμως άπαντα τα χρησιμοποιούμενα φώτα της αυτής κατηγορίας δέον όπως εκπέμπωσι φως του αυτού χρώματος·» Σε σχέση με την 6η κατηγορία, οι πιο πάνω Κανονισμοί (βλ. Κανονισμό 6
(10)(α) και παράγραφος 3 Δεύτερου Παραρτήματος - Διακριτικά Σημεία Ταυτότητας Μηχανοκίνητων Οχημάτων) καθορίζουν ποια είναι η προβλεπόμενη θέση τοποθέτησης πινακίδων. Ο Κανονισμός 55(ι) των πιο πάνω κανονισμών προνοεί ότι: «Απαγορεύεται η αλλαγή, μετατροπή ή προσαρμογή της μηχανής ή του συστήματος οδηγήσεως ή πεδήσεως ή του κορμού κινητήρος ή του πλαισίου ή του αμαξώματος εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος ή οιαδήποτε αλλαγή, μετατροπή ή προσαρμογή επηρεάζουσα τας διαστάσεις ή το βάρος τοιούτου οχήματος, ή οιαδήποτε αλλαγή, προσαρμογή ή μετατροπή, συμπεριλαμβανομένης και της προσθήκης καθίσματος ή υαλοπινάκων εις τας πλευράς του οχήματος, ως εκ της οποίας μετατρέπεται το όχημα εις άλλον τύπον ή κατηγορίαν οχήματος...» Σύμφωνα με τον Κανονισμό 50
(16)των πιο πάνω Κανονισμών: «Τηρουμένων των όρων τους οποίους ήθελεν ο Έφορος εκάστοτε επιβάλει, το υπό μηχανοκινήτων οχημάτων μεταφερόμενον φορτίον δέον όπως (α) μη εκτείνηται πέραν του πλάτους του αμαξώματος του οχήματος· (β) μη εκτείνηται πλέον του 10% πέραν του συνολικού μήκους του οχήματος (γ) μη υπερβαίνη εις ύψος τα τέσσερα μέτρα από του εδάφους (δ) μη μεταφέρηται κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέση κίνδυνον εις τον οδηγόν, τους επιβάτας ή τρίτα πρόσωπα ή ζημίαν εις περιουσιακά στοιχεία ......... Νοείται ότι εις την περίπτωσιν μοτοσυκλέττας, το φορτίον δέον όπως μη εκτείνηται πέραν του πλάτους των χειρομοχλών ή πέραν του ολικού μήκους της μοτοσυκλέττας ή εις ύψος υπερβαίνον τους ώμους του οδηγού». Αξιολόγηση - Ευρήματα Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατάθεσε με ευθύτητα και σαφήνεια ενώπιον μου, δεν κλονίστηκε στην αντεξέταση και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Από την μαρτυρία του όμως δεν αποδέχομαι μόνο τη θέση ότι ο Κανονισμός 50
(16)ανωτέρω καλύπτει μόνο φορτηγά καθότι γίνεται ειδική αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε μοτοσυκλέτες. Σε κάθε περίπτωση, το όχημα του Κατηγορούμενου είναι μοτοποδήλατο. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΚ1 και ο ΜΚ2 δεν είχαν προβεί σε μέτρηση του συνολικού μήκους του οχήματος του Κατηγορούμενου, αποδέχομαι όμως την θέση τους ότι ήταν εμφανής η μεγάλη προέκταση των μετατροπών στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος. Δέχομαι επίσης την, εκ πείρας καταγεγραμμένη θέση του ΜΚ1 ότι ένα μοτοποδήλατο δεν ξεπερνά τα 1.30 εκ σε μήκος. Πέραν των πιο πάνω, τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 έλεγξαν το όχημα σε διαφορετικές περιστάσεις και προβήκαν σε πανομοιότυπα ευρήματα. Η ΜΚ3 επίσης κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της, ως την καταγράφω ανωτέρω, στο σύνολο της. Σε σχέση με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, προκύπτει ότι έγιναν οι μετατροπές στο όχημα του. Εκείνο που αμφισβήτησε ήταν ότι αυτές ήταν παράνομες ή επικίνδυνες για την κατάσταση του οχήματος. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι δεν γνωρίζει αν έκανε κάτι ο μηχανικός του σε σχέση με την πινακίδα εγγραφής σε ό,τι αφορά την μετακίνηση. Κάτι τόσο το εμφανές όπως μια πινακίδα εγγραφής θα μπορούσε εύλογα να έρθει στην αντίληψη του Κατηγορούμενου αν είχε μετακινηθεί. Σε ό,τι αφορά την διαφορά που υπήρχε στους αριθμούς εγγραφής αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι έχει τέσσερεις μοτοσυκλέτες και πιθανόν να έκανε κάτι ο μηχανικός του το οποίο ο ίδιος προφανώς, ως εξέλαβα να είναι η θέση του, δεν αντιλήφθηκε. Η θέση του αυτή κρίνω ότι ενισχύει την κρίση μου ότι η πινακίδα μετακινήθηκε. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου σε σχέση με την βίδα που αντικατέστησε το χειρόφρενο, τα φρένα, τα φώτα φωτισμού και τις μετατροπές εν όψει της ήδη αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και λόγω του ότι οι αναφορές του Κατηγορούμενου συνιστούν παραδοχή. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κατάστασης του οχήματος, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας κρίνω ότι αυτό βρισκόταν όντως σε κακή κατάσταση και ήταν επικίνδυνο τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και για τρίτους. Έχοντας κατά νου ότι η επικινδυνότητα δεν πρέπει να είναι απομακρυσμένη, οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου ως τους καταγράφω ανωτέρω κρίνω ότι δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική και ότι ο κίνδυνος μπορούσε να προκληθεί ανά πάσα στιγμή εφόσον το όχημα δεν είχε φρένα σε καλή κατάσταση, ήταν διαβρωμένες οι ενώσεις του, είχε αλλάξει το βάρος του με το φορτίο που μετέφερε ως επίσης συγκρατείτο από μια βίδα η οποία λειτουργούσε ως αντικατάστατο χειρόφρενου. Αναφορικά με την άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου αποδέχομαι ότι αυτός στις 5.8.2020 εξέδωσε άδεια οδήγησης (Τεκμήριο 8). Ως αναφέρω ανωτέρω, σε περίπτωση όπου υπάρχει κατηγορία για οδήγηση χωρίς ισχύουσα άδεια το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος παρουσίασε μια άδεια οδήγησης η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα της ημερομηνίας διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται, συνεπώς, δεν έχει κατά την κρίση μου αποσείσει το βάρος απόδειξης. Επιπλέον, ακόμη κι αν αποδεχόμουν τον ισχυρισμό του ότι δίνει πίσω την προηγούμενη άδεια όταν εκδίδει νέα, δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία σχετικά με την ύπαρξη άδειας οδήγησης για την ημερομηνία που κατηγορείται. Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι παρουσίασε άδεια οδήγησης στον ΜΚ1, στα πλαίσια άλλης υπόθεσης πλην όμως του τονίστηκε ότι αυτή δεν τον κάλυπτε και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου για αξιολόγηση. Σε σχέση με την ασφάλεια, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ1 ότι εκδόθηκαν ασφαλιστήρια έγγραφα (Τεκμήρια 7, 9, 10 και 11) και ότι η πολιτική της ασφαλιστικής είναι να μην εκδίδει ασφαλιστήρια αν δεν παρουσιάζεται άδεια. Στο άρθρο 2 του Ν.96(Ι)/2000, αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος η οποία χορηγείται με βάση τις διατάξεις του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Επομένως η εξέταση ισχύς ασφαλιστηρίου εγγράφου γίνεται όπου αυτό υπάρχει με αναφορά στους όρους του εν λόγω ασφαλιστηρίου. Στην Skapoulos v The Police
(1963)1 CLR 96 παραμερίστηκε απόφαση ότι ο εφεσείων οδηγούσε ανασφάλιστος μοτοσυκλέτα. Η μαθητική άδεια του εφεσείοντα είχε λήξει, όμως οι όροι του ασφαλιστηρίου εγγράφου κάλυπταν τέτοια οδήγηση ακόμη και αν η μαθητική άδεια δεν ενέπιπτε στον όρο «άδεια», ως «άλλη εξουσιοδότηση που εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανονισμούς χορήγησης αδειών». Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Then we come to the proviso: "Provided that the person driving holds a licence to drive the motor vehicle or has held and is not disqualified for holding or obtaining such a licence. The term 'licence' means a licence or other permit required by the licensing or other laws or regulations". Counsel for the appellant has argued and counsel for the Attorney-General concedes that, upon the plain meaning of the words in the proviso and upon the evidence in this case, accused No. 1 was a person who had held a licence, and was not at the time of apprehension disqualified from holding or obtaining a licence within the meaning of that term as defined in the certificate of insurance itself. This learner's permit, if it does not strictly come within the word "licence" at least comes within the words "other permit required by the licensing or other laws or regulations". The Act does not limit the time within which a person must have held a valid licence, nor by its wording does it require us to fix one. It may be pointed out that this accused is and has been the holder of a Class "D" driving licence, which permits him to operate vehicles of seven seats and less, since 1955. Therefore, the accused No. 1 was not operating this vehicle without the insurance coverage, as charged, and this appeal, on count No. 2, will have to be allowed. The conviction and penalties will be set aside.» Για να καταλήξει λοιπόν το Δικαστήριο θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ίδιο το ασφαλιστήριο έγγραφο. Τα Τεκμήρια 7, 9, 10 και 11 είναι ταυτόσημα. Η μόνη διαφορά είναι η περίοδος κάλυψης. Καταγράφεται το εξής λεκτικό: «Το παρόν πιστοποιητικό εκδίδεται για τους σκοπούς του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, ή οποιουδήποτε Νόμου που τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά». Η ερμηνεία του ασφαλιστήριου εγγράφου εναπόκειται στο Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences (ανωτέρω) σελ. 365, αναφέρονται τα ακόλουθα: « The policy is the document which the court must consider and, where a policy clearly does not cover the risk, an offence is committed although the insurers may be willing, as an act of grace, to accept liability (Egan v. Bowler
(1939)63 Lloyd's Rep. 266, where it was also held that a letter from the insurers should be disregarded). » Στο ίδιο σύγγραμμα ανωτέρω, αναφέρεται επίσης ότι είναι επιθυμητό να εξετάζεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκτός αν ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι οι απαραίτητες πληροφορίες μπορεί να περιληφθούν στο πιστοποιητικό ασφάλισης (σελ. 366) Πιο κάτω στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα ακόλουθα: «It will depend on the terms of the policy whether he is covered if his licence extends to certain classes of motor vehicle and the insured vehicle is not in one of those classes». Στην σελ. 362 αναφέρονται τα εξής: «A common form of policy allows driving, with the permission of the insured person, by any person, "who holds or has held a driving licence" and is not disqualified, or any person "who holds or has held a driving licence". The exact wording should always be checked. With that form of wording, if the driver has once held a driving licence, he will be covered even though it may have expired and even though it was only provisional. A driving licence would normally include a provisional driving licence (1988 Act s. 108) and in Rendlesham v. Dunne [1964] 1 Lloyd's Rep 192 it was held in a County Court that the policy still covered use by a learner driver even though he was driving in breach of the terms of his provisional licence. It will depend on the terms of the policy whether he is covered if his licence extends to certain classes of motor vehicle and the insured vehicle is not in one of those classes». Στα τεκμήρια 7, 9, 10 και 11 δεν καταγράφεται επιφύλαξη ότι δεν θα καλυπτόταν η περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια οδήγησης της ίδιας κατηγορίας με το όχημα που οδηγούσε. Συγκεκριμένα, δεν καταγράφεται ούτε επιφύλαξη ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα καλυπτόταν στην περίπτωση που δεν κατείχε καν άδεια οδήγησης. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι καλύπτονται ιδιωτικά οχήματα και εμπορικά και ότι εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 96(Ι)/2000. Ούτε το σημείο όπου καταγράφεται ο τύπος άδεια οδήγησης είναι συμπληρωμένο. Προκύπτει ότι δεν καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω τεκμήρια ότι ήταν προαπαιτούμενη για την ασφάλιση η άδεια οδήγησης (βλ. Skapoulos ανωτέρω). Η ΜΥ1 ανάφερε ότι η πολιτική της ασφαλιστικής εταιρείας είναι η παρουσία άδειας για έκδοση ασφαλιστικής κάλυψης. Δεν υπάρχει όμως ενώπιον μου μαρτυρία ότι αυτό πρέπει να γίνεται κάθε φορά που ανανεώνεται η ασφάλιση. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω και την ενώπιον μου μαρτυρία, η ερμηνεία που αποδίδω στο έγγραφο είναι ότι θα πρέπει να περιλάμβανε και τον τύπο άδειας που κατείχε ο Κατηγορούμενος. Η ύπαρξη ασφαλιστήριου (Τεκμήρια 9 και 10) πριν από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας (Τεκμήριο 8) υποδηλώνει την ύπαρξη άδειας, όμως δεν την αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό. Εν όψη όλων των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 29.7.2020 ο Κατηγορούμενος στην Λεωφ. Αμμοχώστου στην Ορόκλινη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚJE 897 χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης. Το όχημα έτυχε μετατροπών σε άγνωστο χρόνο οι οποίες επηρέαζαν τις διαστάσεις του ως προς το πλάτος χωρίς άδεια του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Στις 29.7.2020 το όχημα δεν έφερε φώτα φωτισμού της πινακίδας εγγραφής, οι πινακίδες εγγραφής του είχαν αντικατασταθεί από [ ] σε VW και δεν ήταν τοποθετημένες στο ενδεδειγμένο σημείο. Η κατάσταση του οχήματος και των εξαρτημάτων του ήταν επικίνδυνη. Κατάληξη Καταληκτικά, η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό, στην οποία ο Κατηγορούμενος αθωώνεται. Στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5 και 6 ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο