← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. M.N.U.F., Αρ. Υπ. 755/2021, 9/2/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. M.N.U.F., Αρ. Υπ. 755/2021, 9/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπ. 755/2021 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- M.N.U.F. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9.2.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λουκαΐδης ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 2.1.2021 και ώρα 14:00 μ.μ. στη συμβολή των οδών Πίνδου με Αγ. Αναργύρων στην Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Αυτό που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο είναι ότι επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά προπορευόμενο όχημα ενώ το εν λόγω όχημα επιχειρούσε στρίψιμο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό. Η Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δυο μάρτυρες. Τον Αστ. 4711 M. Kάρουλλα (ΜΚ1) και την Φ. Θεοδώρου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος κατάθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα υπεράσπισης. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων, πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος και τελικό σχέδιο (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα). Ο ΜΚ1 με αναφορά στα τεκμήρια εξήγησε τις ενέργειες του στο Δικαστήριο, τα σχέδια που ετοίμασε και πως κατάληξε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντεξεταζόμενος κατά πόσο εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης απάντησε ότι δεν βρήκε κάτι, κατέληξε στα συμπεράσματα του επειδή με την πτώση της η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος έδειξε την πορεία της. Ως είπε ακόμη στην αντεξέταση του, το σημείο του ατυχήματος υπάρχει συμβολή συνεπώς απαγορεύεται το προσπέρασμα. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι η ΜΚ2 δεν χρησιμοποίησε δείκτη, ένδειξη ότι θα έστριβε δεξιά και ότι δεν υπάρχει στο σημείο οποιαδήποτε σήμανση που να απαγορεύει το προσπέρασμα. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι δεν θυμάται αν ανάφερε η ΜΚ2 ότι είχε αναμμένο τον δείκτη της. Ακόμη και να μην τον είχε, είπε, από τη στιγμή που υπάρχει συμβολή απαγορεύεται το προσπέρασμα. Συμφώνησε ο ΜΚ1 ότι δεν υπάρχει άσπρη γραμμή. Είχε ορατότητα η ΜΚ2, κατά τον ΜΚ1 200 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση της. Είδε τον Κατηγορούμενο όταν συγκρούστηκαν τα οχήματα τους. Στην κατάθεση της (Τεκμήριο 7) ανάφερε ότι δεν είχε κάποιο αυτοκίνητο απέναντι της. Κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από μακριά. Όταν αυτή όμως άρχισε να στρίβει δεν υπήρχε αυτοκίνητο απέναντι της. Ανάφερε ότι έλεγξε και τα δυο καθρεφτάκια του οχήματος της πριν στρίψει και δεν φαινόταν ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να υπολογίσει πόση απόσταση μπορούσε να δει πίσω της αλλά ο δρόμος ήταν καθαρός. Ανάφερε επίσης, ότι το αυτοκίνητο της είχε κλίση, τη στιγμή που έστριβε δεν φαινόταν ακριβώς πίσω γιατί όταν εκείνη κοίταζε στον καθρέφτη εκείνη την στιγμή κτύπησε στο όχημα της το όχημα του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με την χρήση δείκτη από μέρους της αν μετά που σταμάτησε άναβε ακόμη απάντησε ότι δεν γνωρίζει αλλά λογικά θα άναβε. Το είπε στον ΜΚ1 μόλις έφθασε στην σκηνή. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το αναφέρει στην κατάθεση της είπε ότι το είπε στον Αστυνομικό και είναι σίγουρη τώρα ότι το είπε. Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της, η κατάθεση του Μ. Βουρή (Τεκμήριο 1). Πρόκειται για τον οδηγό οχήματος στον οποίο αναφέρθηκε η ΜΚ2 ότι ερχόταν από μακριά. Στην εν λόγω κατάθεση, αναφέρει ο Μ. Βουρής ότι, όταν έφθασε κοντά στην οδό Πίνδου είδε από απόσταση περίπου 40 μέτρων ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι να κοντοστέκεται για λίγο στη μέση του δρόμου και στην συνέχεια να ξεκινά να στρίβει στην οδό Πίνδου. Ταυτόχρονα είδε μια μοτοσυκλέτα να προσπερνά από δεξιά το εν λόγω αυτοκίνητο και συγκρούστηκαν. Δεν πρόσεξε να ήταν αναμμένος ο δείκτης για να δείξει πρόθεση στριψίματος. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 έχει τύχει εξαντλητικής εξέτασης από τα Δικαστήρια μας και η Νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια. Η αμέλεια εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο καθώς και με άλλες συνθήκες που επικρατούν τον δεδομένο χρόνο (βλ. Nicolaides v Economides
(1963)2 CLR 78). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από ένα οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα. Στην Alevtyna Koptyakova v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/2017 ημερομηνίας 13.3.2018, επικροτήθηκε η αρχή ότι το κριτήριο εξέτασης της οδικής συμπεριφοράς ενός οδηγού, με βάση το άρθρο 8 του Ν.86/72, είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Το καθήκον του οδηγού εξετάζεται υπό το πρίσμα των γεγονότων και το μέτρο είναι ο σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Charalambous v Police
(1982)2 CLR 134, Πορτοκαλίδης ν Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68) και οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετήσει το πιο πάνω αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Κωμιάτη ν Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226, Ζαχαρία ν Καραολή
(2004)1Α ΑΑΔ 72). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παπά ν Ναθαναήλ κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 275). Παράλληλη αμέλεια από την πλευρά άλλου εμπλεκόμενου δεν επηρεάζει το ζήτημα της ενοχής αμελούς οδηγού, αν αυτός αποδειχθεί ότι ήταν αμελής (βλ. Triftarides v Police
(1968)2 CLR 140 και Νικολάου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 748). Αξιολόγηση και Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας εξετάσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα επίσης την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτού του είδους υποθέσεις είναι βαρύνουσας σημασίας. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της πορείας των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης αντικρουόμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε το ατύχημα και αποτελεί οδηγό για την αξιολόγηση και έλεγχο της μαρτυρίας ως προς λεπτομέρειες σε θέματα και γεγονότα στα οποία οι άμεσα εμπλεκόμενοι οδηγοί ή άλλα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορεί να κάνουν κάποιο λάθος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213). Σε περιπτώσεις ατυχημάτων, τα γεγονότα εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Σε ζητήματα που αφορούν στον προσδιορισμό μιας κατάστασης πρέπει το Δικαστήριο να καθοδηγείται από την κοινή λογική χωρίς να περιπλέκεται σε αχρείαστες λεπτομέρειες (βλ. Vakanas v Thomas
(1982)1 CLR 530). Αντλώντας καθοδήγηση από την σχετική Νομολογία προχωρώ στην καταγραφή των όσων αποκόμισα από την μαρτυρία των ΜΚ1 ΜΚ2 και του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του σε σχέση με την έρευνα που διεξήγε για το συγκεκριμένο ατύχημα και τα ευρήματα του. Από την μαρτυρία της ΜΚ2 δέχομαι ότι ανάφερε στον ΜΚ1 ότι έκανε χρήση του δείκτη της ότι θα έστριβε δεξιά. Το ότι ανάφερε το πιο πάνω στον ΜΚ1 καταγράφεται και στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός της ότι χρησιμοποίησε το δείκτη της, κάτι το οποίο συνάδει με την πράξη της να κοντοσταθεί προ της στροφής. Δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός της ΜΚ2 ότι όταν άρχισε να στρίβει δεν υπήρχε άλλο όχημα απέναντι διότι, ανάφερε μετά ότι ερχόταν άλλο αυτοκίνητο από μακριά. Πέραν τούτου είναι παραδεκτό γεγονός ότι ερχόταν από απέναντι το όχημα που οδηγούσε ο Μ. Βουρής. Δεν αναμένεται από την ΜΚ2 να υπολογίσει ακριβώς την απόσταση, την οποία η ίδια τοποθέτησε ως μακριά πλην όμως η απόσταση των 40 μέτρων, περίπου, μπορεί να θεωρηθεί ως μακρινή απόσταση. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο γιατί από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα της όταν είχε ελέγξει τα καθρεφτάκια του οχήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν επηρεάζει το γεγονός αυτό τα γεγονότα της παρούσας. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει θέμα προς συζήτηση στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Σημειώνω ότι η πλευρά της υπεράσπισης έκανε αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχόμενου του το Τεκμήριο 1, την κατάθεση του Μ. Βουρή ο οποίος ανάφερε ότι είδε το όχημα της ΜΚ2 να κοντοστέκεται για λίγο στη μέση του δρόμου και στην συνέχεια να ξεκινά να στρίβει στην οδό Πίνδου. Ταυτόχρονα είδε την μοτοσυκλέτα να προσπερνά από δεξιά το εν λόγω αυτοκίνητο και συγκρούστηκαν. Δεν πρόσεξε να ήταν αναμμένος ο δείκτης για να δείξει πρόθεση στριψίματος. Ο Κατηγορούμενος επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δέχομαι τη θέση του ότι επιχείρησε προσπέρασμα του οχήματος της ΜΚ2 από τα δεξιά γιατί είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο το όχημα αυτό να έστριβε δεξιά. Δέχομαι επίσης την θέση του ότι δεν είδε αναμμένο το δείκτη του οχήματος της ΜΚ2, χωρίς όμως να σημαίνει αυτό ότι πράγματι δεν ήταν αναμμένος ο δείκτης, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία που έχω ήδη κάνει αποδεκτή. Εν όψει όλων των πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, στις 2.1.2021 και ώρα 14:00 μ.μ. η ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος οδηγούσαν τα οχήματα τους στην Λεωφ. Αγ. Αναργύρων έχοντας την ίδια κατεύθυνση. Το όχημα της ΜΚ2 προπορευόταν αυτού του Κατηγορούμενου. Στο σημείο της συμβολής των Λεωφ. Αγ. Αναργύρων με Πίνδου ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ2. Ταυτόχρονα η ΜΚ2 κάνοντας χρήση δείκτη άρχισε να στρίβει προς την οδό Πίνδου με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Η κίνηση της ΜΚ2 να κοντοσταθεί προηγουμένως στο δρόμο είναι κατά την κρίση μου ένδειξη ότι αυτή δεν θα συνέχιζε τουλάχιστον ευθεία την πορεία της. Είναι δεδομένο το καθήκον ενός οδηγού η τήρηση της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188). Περαιτέρω, ο Κανονισμός 58
(4)(α) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ότι πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο στην ίδια κατεύθυνση σε συμβολή δρόμων. Κατάληξη Με βάση τις πιο πάνω αρχές και γεγονότα, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε υπό τις περιστάσεις την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή εφόσον παρέλειψε ως όφειλε να αντιληφθεί εγκαίρως την πρόθεση της ΜΚ2 να στρίψει με αποτέλεσμα να μην λάβει τα αναγκαία μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, επιχείρησε προσπέρασμα σε συμβολή γεγονός το οποίο απαγορεύεται με βάση τον πιο πάνω Κανονισμό. Συνεπώς, η συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου κατά την κρίση μου, συνδέεται αιτιωδώς και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα. Για όλους του πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και αυτός κρίνεται ένοχος στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.