Μ. Π. ν. CLEVERFIXING SOLUTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Υπ. 1027/2018, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπ. 1027/2018 Μεταξύ: Μ. Π. Παραπονούμενη -και- 1.CLEVERFIXING SOLUTIONS LIMITED 2.Σ. Δ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27.1.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λουκαΐδης ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η Κατηγορούμενη 1 στις 5.1.2018 και/ή προηγουμένως εξέδωσε προς την παραπονούμενη την υπ' αριθμό [ ] επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €800 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε διότι ανακλήθηκε από τον εκδότη (1η κατηγορία) και ο Κατηγορούμενος 2 παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 ως διευθυντής και/ή αξιωματούχος της. Η Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η παραπονούμενη, κατάθεσε ενόρκως η ίδια και παρουσίασε ως μάρτυρα τον κ. Χρ. Φλωρή, τραπεζικό υπάλληλο (ΜΚ1). Για τους Κατηγορούμενους, μετά που κρίθηκαν εκ πρώτης όψεως ένοχοι, κατάθεσε ενόρκως ο Κατηγορούμενος
- Η παραπονούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) την οποία υιοθέτησε, κατάθεσε αντίγραφο αποτελεσμάτων ηλεκτρονικής έρευνας σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 2) και την επίδικη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό [ ] ημερομηνίας 5.1.2018 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με την παραπονούμενη, ήταν υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1 για την περίοδο 25.8.2016 μέχρι και τις 31.12.
- Ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης
- Ο μισθός της ανερχόταν στα €
- Κατά την 1.12.2017, η παραπονούμενη υπέβαλε την παραίτηση της και ενημέρωσε σχετικά τον Κατηγορούμενο
- Για τις υπηρεσίες που παρείχε για τον μήνα Δεκέμβριο του 2017 έλαβε την επίδικη επιταγή την οποία κατάθεσε στις 5.1.
- Έπειτα από κάποιες ημέρες ενημερώθηκε από τράπεζα ότι η επιταγή είχε ανακληθεί. Επικοινώνησε ακολούθως με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος της ανάφερε ότι έγιναν κλοπές στα υποστατικά της Κατηγορούμενης 1 και ο ίδιος προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Της είπε ότι η Αστυνομία αποφάσισε να του επιστραφεί η επιταγή μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες της. Σε ακόλουθη μεταξύ τους επικοινωνία κατά ή περί τις 15.1.2018, η παραπονούμενη ανάφερε ότι θα λάμβανε νομικά μέτρα και ο Κατηγορούμενος 2 της είπε να μην προχωρήσει και βρουν λύση. Στην αντεξέταση της, της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 διαπίστωσε ότι έλειπαν χρήματα από το ταμείο της Κατηγορούμενης 1 το οποίο χειριζόταν η ίδια και η παραπονούμενη ανάφερε ότι χειριζόταν όλες τις υποθέσεις της Κατηγορούμενης
- Ήταν η θέση της περαιτέρω, ότι επικοινώνησε η ίδια με την Αστυνομία και της αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε καταγγελία. Διαφώνησε ότι συμφώνησε να επιστρέψει την επιταγή. Μετά από την θέση της αυτή της υποδείχθηκε τηλεφωνική επικοινωνία μέσω μηνυμάτων που είχε με τον Κατηγορούμενο 2 η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 4). Η παραπονούμενη αναγνώρισε τα μηνύματα τόσο ως προς την αυθεντικότητα όσο ως προς το περιεχόμενο τους. Παρατίθεται η συνομιλία αυτολεξεί: «- M. kalimera. Lipon oi klepsies sto magazi to pira sti astinomia kai tha to erevnisoun. Mou ipan na soup o na feris piso ti epitagi tis pliromis pou sou edosa mexri na doume ti egine. Min tin katathesis. Fere tin simera apo to magazi. - καλημέρα. την κατάθεσα το πρωί. τι να κάνω; - Na tin paris piso. Poso proi diladi? - η ώρα
- θες να πας να την ακυρώσεις; - Tha pao na do ti mpori na gini. An eksargirothi apla fere ta lafta kai tha po tou astinomikou eki pou exi tin ipothesi oti ta eferes piso. Kai tha vlepoume. - αν θες να παω να πιάσω από τη τράπεζα και να σου τα φέρω - Fere ta kai ela na milisoume. Ok? Mporis na erthis simera? - να προσπαθήσω γιατί παω δουλειά στη θεία - Ok an ksero oti tha ta feris na min pao na anakatono tis trapezes na akiroso ti epitagi. apla pesmou. Kai otan mporesis ela na ta poume ligo. - να παω να πιάσω από τα προσωπικά μου αλλά δεν ξέρω αν τα καταφέρω σήμερα γιατί είμαι δουλειά αλλιώς από δευτέρας. αν θες να είσαι ασφαλής εσυ ότι δεν θα σου τα φέρω πήγαινε ακύρωσε την.» Η παραπονούμενη ερωτώμενη σχετικά ανάφερε ότι δεν είπε να ακυρωθεί η επιταγή, το άφησε στην κρίση των Κατηγορούμενων. Έπειτα, είπε ότι κανείς δεν χαρίζει τον μισθό του και αναφέρθηκε σε ακόμη μια επιταγή που είχε εκδοθεί 30.12.2018 για τον μισθό της η οποία αντικαταστάθηκε με την επίδικη επιταγή. Διευκρίνισε ότι τα πιο πάνω μηνύματα (Τεκμήριο 4) αφορούσαν την επίδικη επιταγή. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι είχε συμφωνηθεί να ακυρωθεί η επιταγή και να αποσυρθεί η καταγγελία στην Αστυνομία με την παραπονούμενη να διαφωνεί διότι ως είπε δεν υπήρχε υπόθεση στην Αστυνομία. Ο ΜΚ2 Χρ. Φλωρής, τραπεζικός υπάλληλος, στην Ελληνική Τράπεζα κατάθεσε κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 5), αντίγραφο δείγματος υπογραφών (Τεκμήριο 6) και το έντυπο οδηγιών ανάκλισης της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τον μάρτυρα η ανάκλιση έγινε από τον Κατηγορούμενο 2 στις 5.1.2018 και ο λόγος της ανάκλισης ήταν διαφωνία με τον δικαιούχο της επιταγής. Στην αντεξέταση του, ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 5 πάντα παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο για την επίμαχη περίοδο είναι άνω των €1.
- Υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμήριο 8 το οποίο είναι αντίγραφο οδηγιών ανάκλησης της επίδικης επιταγής, στο οποίο αναφέρεται ως λόγος ανάκλησης η συμφωνία με τον δικαιούχο, αντί διαφωνία ως καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας δεν το αναγνώρισε και ήταν η θέση του ότι δεν είναι σωστά φωτοτυπημένο και λείπουν λέξεις για αυτό φαίνεται η διαφορά. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι τα γράμματα είναι στην ίδια κάθετη γραμμή και ότι δεν μπορούσε κάποιος να το σβήσει και να βγάλει φωτοτυπία με τον ΜΚ1 να διαφωνεί. Ο Κατηγορούμενος 2 ανάφερε ότι η παραπονούμενη ήταν μπροστά στο ταμείο για τον κόσμο και ήταν το πρόσωπο της εταιρείας. Ήταν υπεύθυνη για τις εισπράξεις. Όταν έφυγε παράδωσε τους κωδικούς και παράλαβε ο Κατηγορούμενος
- Διαπιστώθηκαν ατασθαλίες στο σύστημα. Ενώ εκδίδονταν αποδείξεις πληρωμών μέσα στο σύστημα φαινόταν ότι οι πελάτες της Κατηγορούμενης 1 όφειλαν σε αυτή χρήματα. Έλειπαν χρήματα διότι τιμολόγια φαίνονταν πληρωμένα ενώ δεν ήταν έτσι πήγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία. Δεν ήταν γνωστό πόσα χρήματα έλειπαν έτσι επικοινώνησε με την παραπονούμενη, της ανάφερε τι έγινε και συμφώνησε να ανακληθεί η επιταγή. Μετά την μεταξύ τους επικοινωνία μέσω μηνυμάτων (Τεκμήριο 4) η παραπονούμενη πήγε στο κατάστημα της Κατηγορούμενης 1 μετά από παραίνεση του Κατηγορούμενου 2 και έκλαιγε. Του υπέδειξε κάποια τιμολόγια τα οποία ήξερε σίγουρα ότι είχαν πληρωθεί, την ευχαρίστησε και της είπε ότι δεν θα προωθήσει την καταγγελία στην Αστυνομία όπως είχαν συμφωνήσει. Η συνάντηση αυτή ήταν μετά την ανάκληση της επιταγής. Ο ίδιος εκπλάγηκε που καταχωρίστηκε η υπό εξέταση υπόθεση στο Δικαστήριο διότι δεν είχε διαφωνήσει καθόλου η παραπονούμενη με την ανάκληση της επιταγής. Την είχε σαν την κόρη του είπε, και αυτός ήταν ο λόγος που δεν επέμεινε στην καταγγελία του. Της είχε υποσχεθεί. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν είχε τους κωδικούς να ελέγξει νωρίτερα για τις κλοπές. Ερχόταν και μετά για κάποιο διάστημα η παραπονούμενη και του έδειχνε πως να χρησιμοποιεί τον υπολογιστή, ενώ στην κυρίως εξέταση του είχε αναφέρει ότι ο κωδικός είναι μέχρι σήμερα το όνομα της παραπονούμενης. Τα χρήματα στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 τα χειριζόταν η παραπονούμενη. Όταν δεν είχε μέσα του το έλεγε και αυτός κατάθετε. Υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 ότι το Τεκμήριο 8 είναι πλαστογραφημένο με τον τελευταίο να διαφωνεί. Απάντησε, περαιτέρω, ότι του έδωσαν το αντίγραφο από την τράπεζα. Δεν γνωρίζει ότι δεν είναι μέσα στους τυποποιημένους λόγους ανάκλησης που μπορεί κάποιος να δώσει. Ο Κατηγορούμενος 2 είπε ότι την ημέρα που πήγε στην τράπεζα για την ανάκληση της επιταγής, ήταν μια υπάλληλος εκεί στην οποία ανάφερε ότι ήταν συμφωνία. Δεν θυμάται ποια ήταν, όμως εκείνη του ζήτησε να τηλεφωνήσει ενώπιον της στην παραπονούμενη. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 προνοεί τα εξής: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Το πιο πάνω άρθρο έχει τύχει εξαντλητικής εξέτασης από τα Δικαστήρια μας και η Νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια. Στην Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014 ημερομηνίας 15.04.2016 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς την εύλογη αιτία ανάφερε τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).» Η αιτία αυτή πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτώμενη με τον δηλωθέντα προς την τράπεζα λόγο ανάκλησης (βλ. Ttozios Management Ltd ανωτέρω και Louis Travel Ltd v Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποινική Έφεση 211/2019, ημερομηνίας 7.9.2020). Σε σχέση με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που αφορά στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, η ιδιότητα του διευθυντή από μόνη της δεν είναι ικανή για καταδίκη του Κατηγορούμενου ως συνεργού αλλά χρειάζεται μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την συμμετοχή ή συμπεριφορά η οποία να στοιχειοθετεί την συνέργεια και θα πρέπει να καλύπτει χρονικά όλο το διάστημα παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή στην παράλειψη που συνεισφέρει στην δημιουργία του αδικήματος (βλ. Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016 Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600, Παυλόπουλος ν Scopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, Ιωαννίδη ν Gastop Boutique Ltd κ.α. Ποινική Έφεση 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015). Αξιολόγηση και Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας εξετάσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα επίσης την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η παραπονούμενη δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ εξ' ολοκλήρου στην μαρτυρία της καθότι μεγάλο μέρος αυτής δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία της ως προς το ότι ήταν υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1 και ότι η επίδικη επιταγή που της παραδόθηκε αφορούσε τον μισθό της για τον μήνα Δεκέμβριο του
- Γίνεται επίσης αποδεκτό το γεγονός ότι ο μισθός της παραπονούμενης ήταν €800 μηνιαίως και ότι η επιταγή μέχρι σήμερα δεν πληρώθηκε. Αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, η παραπονούμενη αναγνώρισε ότι έγινε η συγκεκριμένη συνομιλία μέσω γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων με τον Κατηγορούμενο
- Δεν αρνήθηκε το περιεχόμενο τους. Η εκδοχή της ότι δεν είπε στον Κατηγορούμενο 2 να ακυρώσει την επιταγή αλλά αν θέλει να ακυρώσει την επιταγή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εκδοχή αυτή εγείρει περαιτέρω ερωτηματικά ως προς την συμπεριφορά της παραπονούμενης έναντι των Κατηγορούμενων. Αν η παραπονούμενη δεν είχε να κάνει οτιδήποτε σε σχέση με τα χρήματα που της είπε ο Κατηγορούμενος 2 ότι έλειπαν από το ταμείο της Κατηγορούμενης 1 γιατί να μπει σε συζήτηση για την επιταγή; Ακόμη γιατί να προτείνει στον Κατηγορούμενο 2 να του πάρει χρήματα από τα προσωπικά της χρήματα; Εφόσον ως είπε η ίδια επικοινώνησε με την Αστυνομία και δεν υπήρχε καταγγελία, γιατί είπε στον Κατηγορούμενο 2 αν θέλει να πάει να την ακυρώσει; Επιπλέον, η παραπονούμενη ήταν έντονη όταν κατάθετε ότι ακύρωσαν τον μισθό της και ότι δεν είπε να ακυρωθεί η επιταγή αλλά το άφησε στην κρίση των Κατηγορούμενων. Αν ήταν έτσι γιατί να πει στον Κατηγορούμενο 2 να την ακυρώσει αν θέλει να είναι ασφαλής; Το Τεκμήριο 4 την διαψεύδει. Ο ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν κλονίστηκε στην αντεξέταση και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του. Από την συγκεκριμένη μαρτυρία σημειώνω ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5), από την 1.1.2018 μέχι την 5.1.2018, ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέα η επίμαχη επιταγή δείχνει πάντα πιστωτικό υπόλοιπο πέραν των €1.
- Το ίδιο συμβαίνει μέχρι την 31.1.2018 γεγονός το οποίο έχει κατά την κρίση μου σημασία. Ανά πάσα στιγμή μπορούσε να καλυφθεί η επίδικη επιταγή. Από την μαρτυρία του επίσης αποδέχομαι ότι οι οδηγίες για την ανάκληση της επιταγής δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2, άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε αυτό. Αντιδράσεις από πλευράς υπεράσπισης, δημιούργησε το Τεκμήριο 7 το οποίο είναι το έντυπο ανάκλησης, όχι γιατί δεν δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση αλλά γιατί καταγράφεται διαφορετικός λόγος ανάκλησης από ότι στο Τεκμήριο
- Ο κ. Λουκαΐδης κάλεσε το Δικαστήριο να μην κάνει αποδεκτό το Τεκμήριο
- Ο δε κ. Μάρκου υπέβαλε στον Κατηγορούμενο 2 ότι είναι πλαστογραφημένο το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 οι δηλώσεις σε έγγραφα μπορούν να αποδειχθούν με την προσκόμιση του πρωτότυπου εγγράφου στο Δικαστήριο ή εφόσον υπάρχει επαρκής δικαιολογία με την προσκόμιση αντιγράφου. Το Δικαστήριο σύμφωνα με την υποπαράγραφο
(4)του άρθρου 34 ανωτέρω, μπορεί λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να αποδεχθεί μέρος ή ολόκληρο το έγγραφο. Ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας δεν μπορεί να εξεταστεί. Υπήρχε η δυνατότητα να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία και δεν προσκομίστηκε. Ούτε τέθηκε οποιοδήποτε αίτημα στο Δικαστήριο κατά την κατάθεση του Τεκμήριου 8 αρχικά ως τεκμήριο προς αναγνώριση και έπειτα κατά την μετατροπή του ως Τεκμήριο
- Είναι ξεκάθαρο ότι συγκρινόμενα οπτικά τα δυο Τεκμήρια διαφέρουν μόνο ως προς μια λέξη. Το Τεκμήριο 7 αναφέρει διαφωνία με τον δικαιούχο ενώ το Τεκμήριο 8 αναφέρει συμφωνία. Έχοντας υπόψη ολόκληρη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, ειδικότερα αυτή του ΜΚ1, το γεγονός ότι το Τεκμήριο 7 είναι πρωτότυπο έγγραφο που εκτυπώθηκε απευθείας από το σύστημα της τράπεζας, ότι ο ΜΚ1 δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 αλλά και την μαρτυρία της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου 2, δεν γίνεται αποδεκτό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ο πραγματικός λόγος ανάκλησης είναι αυτός που καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 δέχομαι ότι είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ότι η παραπονούμενη ήταν υπεύθυνη ταμείου, το πρόσωπο της Κατηγορούμενης 1 και ότι η ίδια χειριζόταν τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας. Όταν έπρεπε να κατατεθούν χρήματα ενημέρωνε σχετικά τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος διευθετούσε το θέμα. Γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 ότι μετά που έφυγε η παραπονούμενη από την εργοδότηση των Κατηγορούμενων, συνέχισαν να έχουν επικοινωνία σε σχέση με θέματα υπολογιστών και για εκπαίδευση νέου προσωπικού. Από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι αποτάθηκε στην Αστυνομία. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν θυμόταν πως διαδραματίστηκαν ακριβώς τα γεγονότα γύρω από την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία, όμως ανάφερε ότι πήγε για να αναφέρει την περίπτωση και να ρωτήσει τι να κάνει. Αποδέχομαι την θέση του ότι έχουν περάσει χρονιά από τότε, δηλαδή το 2018 και δεν αναμένεται από κάποιο μάρτυρα να θυμάται επακριβώς κάθε λεπτομέρεια, ειδικά για μια καταγγελία που εν τέλει δεν προωθήθηκε ποτέ. Από την άλλη δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του ότι για όσο χρόνο εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 η παραπονούμενη, όταν πήγαινε σπίτι έκλεινε τον υπολογιστή και αυτός δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιεί. Εκτός του ότι υπήρχε και άλλος υπάλληλος και μπορούσε να ζητήσει την βοήθεια του ο Κατηγορούμενος 2, είναι εκείνος που ανακάλυψε όπως είπε ότι έλειπαν χρήματα από το σύστημα της εταιρείας, η σχέση μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης ήταν άριστη. Συνεπώς μπορούσε να της τηλεφωνήσει ή να της ζητήσει βοήθεια. Επιπλέον, δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούσε να δει αν υπήρχαν ατασθαλίες στον ένα μήνα που έδωσε προειδοποίηση διότι δεν είχε κωδικούς. Κάτι τέτοιο εκτός του ότι δεν είναι αληθοφανές είναι και εκτός λογικής κατά την κρίση μου. Δεν γίνεται αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός ότι τηλεφώνησε στην παραπονούμενη ενώπιον της τραπεζικού υπαλλήλου. Άλλωστε δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη η θέση αυτή. Με βάση τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η έκδοση της επιταγής από την Κατηγορούμενη 1 και η παράδοση της στην παραπονούμενη δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο
- Το γεγονός επίσης ότι κατατέθηκε η επιταγή και επιστράφηκε με σφραγίδα της τράπεζας ότι έχει ανακληθεί δεν αμφισβητήθηκε. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε ότι η επιταγή αφορούσε τον μισθό της παραπονούμενης για τον Δεκέμβρη
- Στην βάση των πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η Κατηγορούμενη 1 με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 εξέδωσε την επίδικη επιταγή την οποία παράδωσε στην Κατηγορούμενη. Στις 5.1.2018, ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέα, αυτή ανακλήθηκε με οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 2, μετά την συνομιλία που είχε μέσω γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων με την παραπονούμενη. Εκείνο που μένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στοιχειοθετείται η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ως αναφέρω και πιο πάνω το βάρος μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης, να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι υπήρξε εύλογη αιτία για ανάκληση της επιταγής (βλ. Ttozios Management ανωτέρω). Έχοντας υπόψη το σύνολο της αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι, το περιεχόμενο του Τεκμήριου 4 κατά την κρίση μου αποτελεί ρητή συγκατάθεση της παραπονούμενης για ανάκληση της επίδικης επιταγής. Δεν μου διαφεύγει ότι ο λόγος που δόθηκε στην τράπεζα αναφερόταν σε διαφωνία με την δικαιούχο (disagreement) πλην όμως λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης λίγη σημασία είχε τι λόγος θα καταγραφόταν εφόσον η ίδια η παραπονούμενη έδωσε την συγκατάθεση της στην ανάκληση της επιταγής. Κατάληξη Με βάση τις πιο πάνω αρχές και γεγονότα, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορούμενων 1 και 2 ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο